Αριθμός 1523/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Άννα Γλάστρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21168/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2499/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31 Αυγούστου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, λόγω συνταξιοδότησης, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2499/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς την από 21.6.2005 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την με αριθμό 21168/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την εναντίον της από 17.7.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια (η εφετειακή απόφαση) την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 36.787,47 ευρώ για τις λιμενικές υπηρεσίες, που η αντίδικός της προσέφερε στα πρακτορευόμενα από αυτή πλοία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ο σχετικός δε με το λόγο αυτό ισχυρισμός αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς παραδεκτά κατά το άρθρ. 562§2(γ) ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 98/2005? 1450/2007). Κατά το άρθρ. 94§1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ανήκει στα διοικητικά δικαστήρια, όπως ο νόμος ορίζει, υπήχθησαν δε στη δικαιοδοσία τους με τη διάταξη του άρθρ. 1§2(ι) του ν. 1406/1983 μεταξύ άλλων και οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή αυτές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, στην ερμηνεία και στην εκτέλεσή της ή σε οποιασδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση. Ειδικότερα η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010? ΟλΑΠ 8/2000? 7/2001? ΑΠ 1649/2007? 1671/2008? 901/2011). Με το άρθρ. 6§1 του ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης", που ιδρύθηκε με το ν.δ. 2551/1953 έχοντας αρχικά την επωνυμία "Ελευθέρα Ζώνη και Λιμήν Θεσσαλονίκης", όπως οι σχετικές με αυτό ρυθμίσεις τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το ν.δ. 449/1970, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την αυτή επωνυμία και με διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Θ. Α.Ε.", η οποία χαρακτηρίζεται ως εταιρεία κοινής ωφελείας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, λειτουργεί δε κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από το νόμο αυτό (2688/1999) και τον κ.ν. 2190/1920, συμπληρωματικά δε από τις διατάξεις του ν. 2414/1996, καθώς και του ν.δ. 2551/1953, όπως κάθε φορά ισχύουν. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρ. 6 του ν. 2688/1999, όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία του μετατρεπόμενου νομικού προσώπου περιέρχεται στην εταιρεία "Ο.Λ.Θ. Α.Ε.", η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, συνεχίζοντας τις εκκρεμείς δίκες του, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτούνται άλλες ειδικότερες διατυπώσεις ή ενέργειες για τη συνέχισή τους, τυχόν δε προβλήματα δικαιοδοσίας, που μπορεί να προκύψουν, επιλύονται από τα δικαστήρια στα οποία εκκρεμούν οι υποθέσεις. Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρ. 7§1 του ν. 2688/1999, οι διατάξεις του ν.δ. 2551/1953, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως στην εταιρεία "Ο.Λ.Θ. ΑΕ", εκτός εκείνων που αναφέρονται σε θέματα, τα οποία ρυθμίζονται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος νόμου (2688/1999), κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρ. 7 του ν. 2688/1999, οι διατάξεις του άρθρ. 3 του α.ν. 1559/1950, όπως με το άρθρ. 10 του ν.δ. 2551/1953 ισχύουν για τον Ο.Λ.Θ., εφαρμόζονται στην εταιρεία "Ο.Λ.Θ. ΑΕ", η οποία υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος. Επομένως, η εταιρεία αυτή απολαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρ. 3 του ως άνω α.ν. 1559/1950, όλων των προνομίων, απαλλαγών και ατελειών, των οποίων απολαμβάνει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του και γενικά εφαρμόζονται όλες οι εξαιρετικού δικαίου διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για το Δημόσιο, οι δε απαιτήσεις της εταιρείας κατά τρίτων για την έγκαιρη πληρωμή των δικαιωμάτων της βεβαιώνονται και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, όπως αυτό ορίζεται με το άρθρ. 4§9 της υπ' αριθ. 3422/3.7.1995 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 998 Β'/5.12.1995). Ωστόσο η εφαρμογή των διατάξεων του ΚΕΔΕ στις ως άνω απαιτήσεις της εταιρείας δεν αρκεί για να καταστήσει διοικητικές τις σχετικές μ' αυτές διαφορές από τη λειτουργία ειδικότερα συμβάσεων που σύναψε ο Ο.Λ.Θ. ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και στις οποίες η εταιρεία υπεισήλθε και αντίστοιχα δεν έχουν διοικητικό χαρακτήρα οι συμβάσεις αυτές ούτε είναι διοικητικές διαφορές ουσίας όσες αναφύονται κατά το στάδιο πλέον της εκτέλεσης προς είσπραξη των απαιτήσεων με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ, εφόσον σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η υποκείμενη έννομη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 5/1989? 8/1989? 18/1993? 23/1999). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη τρία τιμολόγια συνολικού ποσού 58.267.749 δραχμών, που εξέδωσε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το έτος 1994 ο Ο.Λ.Θ. και αφορούν αφενός μεν δικαιώματά του από την αποθήκευση για λογαριασμό της αναιρεσείουσας στο λιμένα της Θεσσαλονίκης λαμαρινών και ξυλείας, αφετέρου δε δικαιώματά του από εργασίες εκφόρτωσης ποσοτήτων αλουμινίου και χελωνών για λογαριασμό και πάλι της αναιρεσείουσας, ζήτησε (η αναιρεσίβλητη), ως καθολική διάδοχος του Ο.Λ.Θ. για τις σχέσεις του με τη μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, που εξόφλησε συμψηφιστικά μέχρι του ποσού μόνο των 68.732.251 δραχμών τα ως άνω τιμολόγια, όπως αυτά επιβαρύνθηκαν με τόκους εκπρόθεσμης εξόφλησης συνολικού ποσού 22.999.831 δραχμών, να της καταβάλει νομιμοτόκως το ανεξόφλητο υπόλοιπο των τόκων, ύψους 12.535.329 δραχμών και ήδη 36.787,47 ευρώ. Η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, που παραδεκτά και αυτή επισκοπείται, έκρινε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού ναι μεν η σχετική απαίτηση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε σε χρόνο που ο Ο.Λ.Θ. λειτουργούσε με τη μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όμως αυτή αποτελεί πλέον ανώνυμη εταιρεία, δηλαδή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, οπότε και η επίδικη απαίτησή της ανήκει πλέον στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η κρίση αυτή του Εφετείου, με βάση την οποία αυτό απέρριψε ακολούθως την ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την ένδικη διαφορά, που πρότεινε με την έφεσή της η αναιρεσείουσα, αν και ελλιπής, είναι ωστόσο ορθή κατ' αποτέλεσμα, αφού ναι μεν η απόφαση του ΔΣ του Ο.Λ.Θ., που καθόριζε κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων τιμολογίων τις τιμές των παρεχόμενων από αυτόν σε τρίτους υπηρεσιών, απαιτούσε την έγκρισή της από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, το γεγονός όμως αυτό, καθώς και η δυνατότητα εκτέλεσης προς είσπραξη της επίδικης απαίτησης μόνο κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, δεν αρκούν, κατά τα προεκτεθέντα, για να καταστήσουν διοικητική την ένδικη διαφορά, εφόσον κατά τα λοιπά η υποκείμενη έννομη σχέση δεν εμφανίζει στοιχεία υπεροχής του Ο.Λ.Θ. έναντι της αναιρεσείουσας, αλλά είναι ιδιωτικού δικαίου, οπότε τον ίδιο χαρακτήρα έχει και η ένδικη διαφορά. Συνεπώς, εφόσον δεν πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας, δεν υπέπεσε τελικά το Εφετείο στην πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ απορριπτέα. Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος την ένδικη αγωγή (άρθρ. 68 ΚΠολΔ), αφού, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η δυνατότητα είσπραξης της επίδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης με απευθείας εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, στο πλαίσιο της οποίας τα σχετικά τιμολόγια αποτελούν από μόνα τους νόμιμο τίτλο, καθιστά περιττή την επιδίωξη εκτελεστού τίτλου με την έκδοση καταψηφιστικής απόφασης για την ένδικη αγωγή. Με δεδομένο όμως ότι η διοικητική εκτέλεση μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή κατά το άρθρ. 73 του ΚΕΔΕ και έτσι να αμφισβητηθεί δυνητικά από την αναιρεσείουσα και η ουσιαστική βασιμότητα της εναντίον της επίδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης μετά την υπό στενή έννοια βεβαίωσή της, υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση και την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, ώστε να διαγνωσθεί ήδη με δύναμη δεδικασμένου στις μεταξύ τους σχέσεις η ύπαρξη της αξίωσης αυτής και να αποκλεισθεί αντίστοιχα η μεταγενέστερη αμφισβήτησή της στο πλαίσιο της τυχόν εκτέλεσης για την είσπραξή της. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι και κατά την ως άνω αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αβάσιμος και απορριπτέος. 3. Κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Έτσι στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση τόκων, αναγκαίο στοιχείο της ιστορικής βάσης της είναι ο καθορισμός του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας, αφού χωρίς αυτόν δεν μπορεί να υπολογισθεί και αντίστοιχα να επαληθευθεί το συνολικά ζητούμενο ποσό των τόκων. Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, αξιώνοντας με την ένδικη αγωγή της την επιδίκαση τόκων ποσού 12.535.329 δραχμών και ήδη 36.787,47 ευρώ, που είναι το ανεξόφλητο υπόλοιπο των τόκων συνολικού ποσού 22.999.831 δραχμών, με τους οποίους επιβαρύνθηκε το κεφάλαιο του πρώτου και του τρίτου από τα επίδικα τιμολόγια λόγω εκπρόθεσμης συμψηφιστικής εξόφλησής τους, δεν αναφέρει, όπως θα όφειλε, για να είναι ορισμένη η σχετική αξίωσή της, το χρόνο διάρκειας της τοκοφορίας και απλώς ιστορεί ότι "ο εκπρόσωπος της εναγομένης Α. Ο., με την από 20.5.1997 επιστολή του προς τον Οργανισμό, ζήτησε την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του υπολοίπου των τόκων ύψους 12.535.329 δραχμών, ισχυριζόμενος ότι με την επιβολή στα Σκόπια του EMBARGO ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά να καλύψει το τεράστιο χρέος του Γιουγκοσλαβικού Επιμελητηρίου (FERSPED) και μέχρι σήμερα κατέβαλε τόκους για το χρέος αυτό που υπερβαίνουν το ποσό των 60.000.000 δραχμών". Η περικοπή αυτή της ένδικης αγωγής δεν αρκεί ωστόσο για να θεμελιώσει την επίδικη απαίτηση στη βάση της αναγνώρισης χρέους από μέρους της αναιρεσείουσας, όπως υποστήριξε με τις κατ' έφεση προτάσεις της η αναιρεσίβλητη και ορθώς δεν δέχθηκε τελικά τέτοια βάση η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία περιορίστηκε να κάνει μόνο δεκτό κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης ότι "στις 29.1.1997 η εναγομένη από τα οφειλόμενα ποσά, που συνολικά ανέρχονται σε 81.967.580 δραχμές, εξόφλησε με συμψηφισμό τα επίδικα τιμολόγια και μέρος των τόκων, που συνολικά ανέρχονται σε 68.732.199 δραχμές και απέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο 12.535.329 δραχμών, το οποίο δεν αμφισβητείται ιδιαίτερα από τον εκπρόσωπο της εναγομένης, όπως τούτο προκύπτει από το από 28.5.1997 έγγραφό του, το οποίο κοινοποίησε στην ενάγουσα". Συνεπώς το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την ένδικη αγωγή, μολονότι, θα έπρεπε, δεχόμενο τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, να την απορρίψει ως αόριστη, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει έτσι να γίνει δεκτός κατά την αντίστοιχη αιτίαση ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει κατά τα λοιπά η έρευνα της υπόθεσης ως προς τις αποδιδόμενες στην αυτή απόφαση με μέρος του δεύτερου και με το σύνολο του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/1912, αφού δεν χρειάζεται την οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση, να γίνει δε δεκτή από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς η έφεση της αναιρεσείουσας, έτσι ώστε αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 21168/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας, να απορριφθεί ακολούθως ως αόριστη η ένδικη εναντίον της αγωγή της αναιρεσίβλητης. Τέλος η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά με την αναιρετική και την κατ' έφεση δίκη δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2499/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση. Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την από 21.6.2005 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 21168/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εξαφανίζει την απόφαση αυτή, με την οποία ερήμην της αναιρεσείουσας έγινε δεκτή η εναντίον της από 17.7.2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης. Απορρίπτει την ένδικη αυτή αγωγή. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει συνολικά για την αναιρετική και την κατ' έφεση δίκη σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ