ΑΡΙΘΜΟΣ 44/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέτα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Αλέξιο Κούγια, περί αναιρέσεως της 146/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 418/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρ. 167 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενεργεία του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της κατά νόμο αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδες τύποι που τάσσονται γι' αυτήν. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσον η σωματική όσον και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που να μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης. Συνεπώς, εμπίπτει στην έννοια αυτή της βίας και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, η οποία είναι τρόπος ασκήσεως σωματικής βίας. Εξάλλου, Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 146/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αντίστασης κατά της αρχής και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας μετετράπη σε χρηματική και ορίστηκε προς τρία (3) ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 20-6-2004, ημέρα Κυριακή, ο αστυφύλακας Α. Σ. ο οποίος εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία, έλαβε εντολή από τον αξιωματικό υπηρεσίας του Α.Τ. Λαγανά, να μεταβεί στην περιοχή Μαχαιράδο Ζακύνθου στην οικία της Ε. Κ., όπου εκτελούνταν παράνομες οικοδομικές εργασίες, σύμφωνα με προηγηθείσα καταγγελία της Ε. Κ.. Όταν έφθασε στον παραπάνω τόπο με το περιπολικό όχημα της υπηρεσίας του βρήκε πέντε αλλοδαπούς εργάτες (Αλβανούς) να εκτελούν οικοδομικές εργασίες και δη να έχουν ανοίξει χαντάκι και να τοποθετούν τσιμεντόλιθους με συρματόπλεγμα και τον κατηγορούμενο, πολιτικό μηχανικό, προς τον οποίο απευθύνθηκε και του ζήτησε να του επιδείξει την οικοδομική άδεια, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί, μάλιστα, όταν ο ανωτέρω αστυνομικός του ζήτησε να του επιδείξει "το χαρτί" που κρατούσε στα χέρια του, (υπολαμβάνοντας ότι ήταν η οικοδομική άδεια), ο κατηγορούμενος τον απώθησε με τα χέρια του βίαια δύο φορές. Στην συνέχεια όταν ο ανωτέρω αστυνομικός του ζήτησε να τον ακολουθήσει στο Α.Τ. για να παράσχει διευκρινήσεις, ο κατηγορούμενος άρχισε να διαμαρτύρεται έντονα και να φωνάζει " ότι τον ενοχλούν στην δουλειά του, ότι έχει άδεια και τι πράγματα είναι αυτά" και αρνούμενος και πάλι να συμμορφωθεί , απώθησε βίαια με τα χέρια του. και πάλι τον ανωτέρω αστυνομικό. Τότε ο τελευταίος, αφού ενημέρωσε σχετικά τον αρμόδιο Εισαγγελέα και την Υπηρεσία του, ζήτησε ενισχύσεις. Μετ' ολίγον έφθασαν στον παραπάνω τόπο οι αστυνομικοί Ι. Γ. και Γ. Λ., οι οποίοι αφού εξήγησαν και πάλι στον κατηγορούμενο ότι έπρεπε να τους ακολουθήσει στο τμήμα και επανέλαβαν επανειλημμένως την πρόσκληση τους αυτή, πλην όμως αυτός επικαλούμενος το Σύνταγμα και ισχυριζόμενος ότι θα χρειαστούν Εισαγγελέα για να τον συλλάβουν, αρνιόταν να συμμορφωθεί. Εν τέλει και αφού επί 10-15 λεπτά ανέμεναν τον κατηγορούμενο να συμμορφωθεί οικειοθελώς, ("σχεδόν τον παρακαλούσαμε να έρθει" καταθέτει ο μάρτυρας Ι. Γ.), του ανακοίνωσαν ότι θα συλληφθεί και οι δύο αστυφύλακες (Σ. και Γ.) κινήθηκαν προς το μέρος τους προσπαθώντας από κοινού να τον συλλάβουν, πλην όμως αυτός φωνάζοντας "δεν θα μου φορέσετε χειροπέδες" προέβαλε αντίσταση κατά βίαιο τρόπο και συγκεκριμένα σηκώθηκε απότομα από το κάθισμα όπου, εν τω μεταξύ, είχε καθίσει και απωθώντας βίαια με τα χέρια του τους αστυνομικούς για να αποφύγει την σύλληψη του, έτρεξε προς το εσωτερικό του σπιτιού σπρώχνοντας απότομα την πόρτα και σπάζοντας τα τζάμια της με αποτέλεσμα να τραυματισθεί τόσον αυτός στα χέρια του, όσο και οι αστυνομικοί που τον είχαν ακολουθήσει και συνεπλάκησαν μαζί του στην προσπάθεια τους να επιτύχουν την σύλληψη του. Επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της τελέσεως της πράξης της αντίστασης από τον κατηγορούμενο, ο οποίος μεταχειρίστηκε βία εναντίον των παραπάνω αστυνομικών οργάνων προκειμένου να τους εξαναγκάσει να παραλείψουν νόμιμη ενέργεια τους και δη την σύλληψη του και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της αντίστασης και να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός του περί ακυρότητος του κατηγορητηρίου επειδή δεν φέρει χρόνο τελέσεως της πράξεως της αντίστασης, διότι, αν και προεβλήθη πρωτοδίκως και απορρίφθηκε, δεν επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο νομοτύπως με ειδικό λόγο εφέσεως". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "στο Μαχαιράδο Ζακύνθου την 20-6-2004 μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να παραλείψει νόμιμη πράξη που ανάγεται στα καθήκοντα τους. Συγκεκριμένα ενώ κλήθηκε από τα αστυνομικά Α. Σ. και Ι. Γ. να προσέλθει στο Α.Τ Λαγανά Ζακύνθου για να δώσει εξηγήσεις για εκτελούμενες οικοδομικές εργασίες, ως επιβλέπων και υπεύθυνος μηχανικός, αρνήθηκε να πράξει τούτο και στη συνέχεια με βία απώθησε αυτούς. Ακολούθως δε όταν του ανακοίνωσαν ότι είναι κρατούμενος και πρέπει να τους ακολουθήσει στο Α.Τ. Λαγανά τους έσπρωξε βίαια και τους είπε "δεν θα μας περάσετε χειροπέδες". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 167 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα- εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση όλα τα αναγκαία στοιχεία που αιτιολογούν και θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 167 παρ.1 ΠΚ, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, για το εν λόγω έγκλημα προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσον η σωματική όσον και η ψυχολογική αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να προκαλέσει στον υπάλληλο φόβο και να τον εμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής του ενέργειας, στην έννοια δε αυτή της βίας, εμπίπτει και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα με σαφήνεια στην απόφαση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Μαρτίου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 11/2012 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών) αίτηση του Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 146/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ