Αριθμός 1515/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Ν., κατοίκου …ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Λοβέρδο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", μετά την διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σίμο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2020 (αρ. κατάθεσης 76/Ειδ.Μον./2020) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2022 (με αρ.κατάθεσης 51/2022) αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 22.5.2020 και με αριθμό κατάθεσης 76/25-5-2020 αγωγή του, εξέθετε ότι με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία συνεργάστηκε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της, εκπροσωπώντας την σε διάφορες υποθέσεις που του ανέθετε κατ' αποκοπή. Ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας τους αυτής, κατ' εντολή και για λογαριασμό της, κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο και Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης, τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτήσεις για την έκδοση διαταγών πληρωμής τίτλων εκτελεστών κατά οφειλετών της, με την εν συνεχεία επίδοση αντιγράφων των απογράφων αυτών και με σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 924 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι εκδόθηκαν και επιδόθηκαν αντίγραφα με ενσωματωμένη από τον ίδιο, επιταγή προς εκτέλεση, για τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής 33 διαταγές πληρωμής. Ότι η εναγόμενη, όφειλε να του καταβάλει για τη σύνταξη των προαναφερόμενων επιταγών προς εκτέλεση των διαταγών πληρωμής, το σύνολο της δικαστικής δαπάνης, για κάθε μία από αυτές, όπως αυτή επιδικάστηκε από το Δικαστήριο, ως υποχρεωτική αμοιβή εκ του νόμου προβλεπόμενη, ήτοι συνολικά 164.892,29 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24%, ήτοι 39.574,14 ευρώ και συνολικά το ποσό των 204.466,43 ευρώ. Ότι ζήτησε από την εναγομένη να του καταβάλει για τη σύνταξη των επιταγών προς εκτέλεση, την από το νόμο οριζόμενη αμοιβή του για κάθε μία από αυτές, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε και δεν του κατέβαλε τίποτα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του. Ζητούσε δε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό δε αναγνωριστικό, παραιτούμενος από το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής αλλά και από το υπ' αριθ.13 αγωγικό κονδύλιο, ύψους 6.275,19 ευρώ, να αναγνωριστεί, κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, άλλως, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 196.685,20 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ ποσοστού 24%), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 100/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και το παρεπόμενο αίτημα περί επιδίκασης τόκων για τα επιμέρους κονδύλια του ΦΠΑ από την επίδοση της αγωγής, και κατά τα λοιπά, δέχτηκε κατ' ουσία την αγωγή, απορρίπτοντας την ένσταση της εναγομένης εκ του άρθρου 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής άσκησης και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 158.617,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με το ποσό του ΦΠΑ που αναλογεί σ' αυτό. Κατά της ανωτέρω οριστικής (100/2021) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης ασκήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη η από 19.11.2021 έφεση, με την οποία παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αιτούμενη να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 201/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη 100/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και απέρριψε την από 22.5.2020 αγωγή του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αλεξανδρούπολης κατά του χρόνο κατάθεσης της αγωγής και συνταξιούχος δικηγόρος κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, ήδη το έτος 1980 (δηλαδή υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Κώδικος περί Δικηγόρων) και συνεχώς μέχρι την άσκηση της ανωτέρω αγωγής, παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες, συνεργαζόμενος αρχικά με την τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τράπεζα Μακεδονίας- Θράκης ΑΕ", η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία, που κατέστη καθολική διάδοχος αυτής, ως εξωτερικός συνεργάτης της. Συγκεκριμένα, η συνεργασία αυτή μεταξύ των διαδίκων, συνεχίστηκε και μετά τη συγχώνευση της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης Α.Ε. από την εναγομένη δι' απορροφήσεως και έτσι ο ενάγων-εφεσίβλητος, εξακολούθησε και μετά το έτος 2000 να συνεργάζεται και να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του προς την εναγομένη - εκκαλούσα, όντας ο αποκλειστικός νομικός παραστάτης της για την πόλη της Αλεξανδρούπολης. Η παραπάνω συνεργασία εξακολούθησε και μετά από συνεχείς διαδοχές, σύμφωνα με τις οποίες περιήλθαν στην εναγομένη οι υποθέσεις και τα χαρτοφυλάκια της τραπεζικής εταιρείας Α.Τ.Ε. Α.Ε" στις 26-7-2012, των Κυπριακών τραπεζών Cyprus Popular Bank (Marfin), της Τράπεζας Κύπρου Α.Ε. και της Ελληνικής Τράπεζας Α.Ε. στις 26-3-2013 αλλά και τις καθολικές και ειδικές διαδοχές της Γενικής Τράπεζας Α.Ε, της Millenium Bank και της Πανελλήνιας Τράπεζας, τα επόμενα τρία έτη. Επισημαίνεται ότι η συνεργασία της εναγομένης-εκκαλούσας με τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, συνεχίστηκε και μετά την έναρξη συνεργασίας της εναγομένης με πέντε ακόμη δικηγόρους που προέρχονταν από τις παραπάνω τραπεζικές εταιρείες, λόγω της διαδοχής που έλαβε χώρα σχετικά. Ωστόσο, ο ενάγων- λόγω της πολυετούς εμπειρίας του στον χειρισμό των νομικών υποθέσεων της εναγομένης αλλά και της σχέσης εμπιστοσύνης που περιέβαλε το πρόσωπο του λόγω της μακράς συνεργασίας τους- εξακολουθούσε να αναλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα των νομικών υποθέσεων της εναγομένης στην πόλη της Αλεξανδρούπολης, εσοδεύοντας σημαντικά χρηματικά ποσά. Όσον αφορά τον τρόπο αμοιβής του ενάγοντας, αποδείχθηκε ότι από την έναρξη της συνεργασίας του αρχικά με την τράπεζα Μακεδονίας Θράκης Α.Ε. και ακολούθως με την εναγομένη, ουδέποτε καταρτίστηκε μεταξύ τους σχετική έγγραφη συμφωνία, αλλά η αμοιβή του ενάγοντας καθορίζονταν κατόπιν σχετικής πρότασης εκ μέρους των τραπεζικών εταιρειών και αποδοχής αυτής από τον ενάγοντα. Ακολούθως, κατά την πάγια μεταξύ των διαδίκων, τακτική, ο ενάγων, έχοντας λάβει γνώση του πίνακα αμοιβών της εναγόμενης, λάμβανε προκαταβολικά τις αμοιβές και τα έξοδα που ζητούσε είτε τηλεφωνικά είτε μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (κατά τα τελευταία έτη) που έστελνε για κάθε μια υπόθεση χωριστά και αφού εγκρίνονταν το αιτούμενο ποσό από τη νομική υπηρεσία της εναγομένης, ακολουθούσε η καταβολή σε λογαριασμό του, των εξόδων και αμοιβών που ζητούσε (βλ. την υπ' αριθμόν …/2021 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της εναγομένης Π. Γ., η οποία ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Πειραιώς από τον Μάρτιο του 2013 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019, στα καθήκοντα της οποίας ανάγονταν η χορήγηση των προκαταβολών, αμοιβών και εξόδων στον ενάγοντα και στους λοιπούς συνεργαζόμενους δικηγόρους της εναγομένης-εκκαλούσας και η χρέωση των σχετικών δαπανών). Στη συνέχεια δε, ο ίδιος ο ενάγων, εξέδιδε κατά το τέλος εκάστου μηνός τα αντίστοιχα παραστατικά είσπραξης της αμοιβής του (Α.Π.Υ. και Τ.Π.Υ.) η οποία υπολογιζόταν πάντοτε σύμφωνα με το αμοιβολόγιο της εναγομένης. Ειδικότερα, όσον αφορά το επίδικο χρονικό διάστημα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, είχε καταρτίσει πινάκια αμοιβών για όλους τους δικηγόρους της επικράτειας που συνεργάζονταν με τα καταστήματά της, το οποίο προέβλεπε αμοιβές κατώτερες των προβλεπόμενων από τον Κώδικα Δικηγόρων, οριζόμενες κατ' αποκοπήν. Με τα πινάκια αυτά καθοριζόταν συγκεκριμένες αμοιβές αφενός μεν για όλες τις εξώδικες ενέργειες, όπως για παράδειγμα για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, για έρευνα ακίνητης περιουσίας στο Υποθηκοφυλακείο ή το Κτηματολογικό Γραφείο, για σύνταξη εξώδικης επιστολής-καταγγελίας σύμβασης, σύνταξης κατασχετηρίου εις χείρας τρίτου, αναγγελίας απαίτησης σε πλειστηριασμό ή πτώχευση, για εγγραφή προσημείωσης ή τροπή προσημείωσης σε υποθήκη κλπ, αφετέρου δε για δικαστικές ενέργειες, όπως για έκδοση διαταγών πληρωμής, κατάθεση ενδίκων βοηθημάτων εν γένει, παραστάσεων σε δικαστήρια για υποστήριξη αγωγών, αντίκρουση ανακοπών, αιτήσεων αναστολής, εφέσεων κλπ, οπότε για τις περιπτώσεις αυτές των δικαστικών ενεργειών, επισημαίνονταν στα πινάκια αμοιβών ότι η αμοιβή των δικηγόρων θα είναι σύμφωνη με το ποσό αναφοράς του εκάστοτε διπλοτύπου γραμματίου του Δικηγορικού Συλλόγου, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ και των λοιπών εξόδων. Όσον αφορά τον ενάγοντα, απεστάλησαν στην ηλεκτρονική διεύθυνση του τελευταίου οι επικαιροποιημένοι κατάλογοι-αμοιβολόγια με τις αμοιβές που καθόριζε η εναγομένη για κάθε επιμέρους νομική ενέργεια, στις 13-4-2014, στις 15-5- 2014, στις 3-6-2016, στις 31-10-2017, στις 30-11-2017 και στις 8-11-2018, στους οποίους συγκαταλέγεται και η αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή (βλ. ακριβή φωτοαντίγραφα των πινακίων αμοιβών τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη). Ο ενάγων, αφού έλαβε γνώση των εν λόγω επικαιροποιημένων πινάκων αμοιβών, εξακολούθησε να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες δίχως να προβάλει οποιαδήποτε επιπλέον αξίωση όσον αφορά τις καταβαλλόμενες αμοιβές του και δίχως να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη, όσον αφορά τη διεκδίκηση κάποιου επιπλέον ποσού, όπως άλλωστε έπραττε και όλα τα προηγούμενα έτη της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, αρχής γενομένης το έτος 1980, όπως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε. Πλέον συγκεκριμένα, όσον αφορά τις περιπτώσεις αμοιβής του ενάγοντος για την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης διαταγών πληρωμής και τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, η πρακτική που ακολουθούνταν μεταξύ των διαδίκων, κατόπιν προφορικής μεταξύ τους συμφωνίας από την έναρξη της συνεργασίας τους το έτος 1980 και μετέπειτα, ήταν να εισπράττει ο ενάγων τη συμφωνηθείσα μεταξύ τους αμοιβή, μόνο για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Αντιθέτως, ο ενάγων, ουδέποτε κατά το παρελθόν -και τούτο από δική του ελεύθερη βούληση- ζήτησε να λάβει οποιαδήποτε περαιτέρω αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση (ενέργεια η οποία θεωρείται στους νομικούς κύκλους ότι δεν ενέχει ιδιαίτερη δυσκολία), παρά το γεγονός ότι η εναγομένη-εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία -σύμφωνα με το σχετικό αμοιβολόγιο της- προέβλεπε την καταβολή ιδιαίτερης αμοιβής ύφους είτε 18,45 ευρώ είτε 50,00 ευρώ ανά υπόθεση, πλην μιας μόνο περίπτωσης, για την οποία ο ενάγων ζήτησε την καταβολή της προβλεπόμενης αμοιβής των 50,00 ευρώ, σύμφωνα με το αμοιβολόγιο της τράπεζας, ποσό το οποίο και εισέπραξε. Έτσι και στην υπό κρίση περίπτωση, ο ενάγων,-στα πλαίσια της παραπάνω συνεργασίας του με την εναγόμενη, προχώρησε στη σύνταξη των σχετικών αιτήσεων, πετυχαίνοντας την έκδοση των αναφερομένων στην αγωγή 32 διαταγών πληρωμής υπέρ της εναγομένης, εισπράττοντας τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, εκδίδοντας και τα σχετικά Τ.Π.Υ. κατά την πάγια τακτική μεταξύ τους, δίχως ποτέ να εκδηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την πρόθεσή του να αξιώσει την καταβολή ξεχωριστής αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, όπως άλλωστε έπραττε όλα τα προηγούμενα έτη της συνεργασίας του με την εναγομένη, παρά μόνο με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Ειδικότερα, ο ενάγων προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: 1. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 2/72/ΔΠ/2/2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 123.300,51 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύφους 3.772 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 406,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/24-1-2017 ΤΠΥ, 2. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 4/155/ΔΠ/4/2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 800.000,00 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύφους 12.400,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/17-2-2017 ΤΠΥ, 3. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 109/904/ΔΠ/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 44.863,57 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 718,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 268,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/10-12-2018ΤΠΥ, 4. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 110/911/ΔΠ/110/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 182.431,17 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 2.919,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/10-12-2018 ΤΠΥ, 5. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 111/950/ΔΠ/111/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 22.887,27 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύφους 611,61 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 268,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/10-12-2018 ΤΠΥ, 6. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 140/1205/ΔΠ/140/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 300.000,00 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 9.840,66 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/28-11-2018 ΤΠΥ, 7. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 77/725/Δ1Ι/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 369.208,49 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 11.208,49 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/16-7-2018 ΤΠΥ, 8. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 78/1079/ΔΠ/78/2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 24.490,73 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 382,00 ευρώ, 9. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 111/950/ΔΠ/111/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 22.887,27 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 611,61 ευρώ, 10. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 131/1124/ΔΠ/131/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 170.390,07 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 5.875,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/21-11-2018 ΤΠΥ, 11. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 54/672/ΔΠ/54/2016 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 30.943,14 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 483,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 268,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/14-10-2016 ΤΠΥ, 12. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 53/671/ΔΠ/53/2016 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 30.943,14 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύφους 483,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 268,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/14-10-2016 ΤΠΥ, 13. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 18/191/ΔΠ/18/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 86.357,83 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύφους 1.778,26 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 406,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/5-3-2018 ΤΠΥ. 14. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 56/756/ΔΠ/56/2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 323.288,37 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 9.890,05 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/1-8-2017 ΤΠΥ, 15. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 120/1002/ΔΠ/120/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 81.205,38 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 2.890,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 406,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/31-10-2018 ΤΠΥ, 16. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 32/540/ΔΠ/34/2019 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 54.274,52 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 2.066,00 ευρώ, 17. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 57-/759/ΔΠ/57/2016 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 741.923,24 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 11.574,00 ευρώ, 18. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 122/1018/ΔΠ/122/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 66.669,95 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 1.777,17 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 406,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/31-10-2018 ΤΠΥ, 19. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 102/879/ΔΠ/102/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 68.983,31 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 1.104,00, 20. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 96/1330/ΔΠ/96/2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 30.395,64 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύφους 475,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 268,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/20-12-2017 ΤΠΥ, 21. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 61/822/ΔΠ/61/2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 100.000,00 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 1.872,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 406,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/7-8-2017 ΤΠΥ, 22. Πέτυχε υπέρ της εναγόμενης την έκδοση της υπ' αριθμόν 63/905/ΔΠ/63/2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 200.000,00 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 3.120,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/5-9-2017 ΤΠΥ, 23. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 19/319/ΔΠ/19/2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 244.674,64 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 3.817,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/23-3-2017 ΤΠΥ, 24. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 67/615/ΔΠ/67/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 1.500.000,00 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 24.000,00 ευρώ, 25. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 149/1312/ΔΠ/150/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 971.659,00 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 20.672,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 663,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/20-12-2019 ΤΠΥ, 26. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 105/884/ΔΠ/105/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 481.870,69 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 7.710,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 66,000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/12-10-2018 ΤΠΥ, 27. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 84/780/ΔΠ/84/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 425.839,90 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύφους 13.027,27 ευρώ, 28. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ αριθμόν 107/898/ΔΠ/107/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 46.745,12 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 750,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 268,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν 4…/12-10-2018 ΤΠΥ, 29. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 11/303/ΔΠ/11/2016 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 61.149,94 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 980,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 406,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/28-12-2015 ΤΠΥ, 30. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 7/2019 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 7.601,40 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 220,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 64,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/20-12-2018 ΤΠΥ, 31. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 8/2019 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 19.453,70 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 540,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 139,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/20-12-2018 ΤΠΥ και 32. Πέτυχε υπέρ της εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμόν 144/13- 11-2015 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 10.053,30 ευρώ, με επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ύψους 210,00 ευρώ και έλαβε ως αμοιβή του το χρηματικό ποσό των 64,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εκδίδοντας το υπ' αριθμόν …/17-11-2015 ΤΠΥ. Περαιτέρω, σε κανένα σημείο της υπό κρίση αγωγής αλλά και των προτάσεων που κατέθεσε ο ενάγων τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν επικαλείται και βεβαίως δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο διαμαρτυρίας του ή εξώδικη δήλωσή του προς την εναγομένη, με το οποίο να δηλώνει οποιαδήποτε επιφύλαξη, αντίθεσή του ή διαμαρτυρία του αναφορικά με τη μη είσπραξη εκ μέρους του, των ποσών της δικαστικής δαπάνης που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 72 του ν. 4194/2013 αναφορικά με τη σύνταξη εκ μέρους του, των επιταγών προς εκτέλεση που αφορούσαν τις ανωτέρω εκδοθείσες διαταγές πληρωμής και τούτο διότι ακριβώς ο ενάγων, ουδέποτε είχε επιδιώξει κατά το παρελθόν, την είσπραξη αντίστοιχης αμοιβής για τις εν λόγω ενέργειες. Όσον αφορά εξάλλου το ζήτημα του τρόπου κατά τον οποίο αμείβονταν ο ενάγων από την εναγομένη αλλά και το ζήτημα της τυχόν διατύπωσης επιφύλαξης ή διαμαρτυρίας εκ μέρους του όσον αφορά τις καταβαλλόμενες αμοιβές του, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν …/2020 Ένορκη βεβαίωση, της μάρτυρας του ενάγοντος Ζ. Σ., αυτή, δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τους όρους συνεργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη τραπεζική εταιρεία ούτε και τη συμφωνηθείσα αμοιβή του για τις ένδικες δικαστικές ενέργειες της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση αλλά καταθέτει μόνον ότι κατά τη συνήθη πρακτική της εναγομένης, η αμοιβή που αυτή κατέβαλε στους συνεργαζόμενους δικηγόρους της, ήταν σύμφωνη με το γραμμάτιο προείσπραξης και όχι την οριζόμενη αμοιβή σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, ενώ ο λόγος για τον οποίο η ίδια διέκοψε τη συνεργασία της με την εναγομένη (γεγονός το οποίο όμως δεν έπραξε ο ενάγων, εξακολουθώντας τη συνεργασία του με την εναγομένη επί σαράντα σχεδόν έτη), ήταν ακριβώς το γεγονός των πολύ χαμηλών αμοιβών που της προσέφερε, για τη διενέργεια ελέγχου τίτλων στο Κτηματολόγιο. Σε κανένα δε σημείο της κατάθεσής της, η εν λόγω μάρτυρας, δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με τη διατύπωση επιφύλαξης ή εκδήλωση διαμαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντος προς την εναγομένη, για την είσπραξη εκ μέρους του, αμοιβών, σύμφωνα με τα γραμμάτια προείσπραξης και όχι σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων. Εξάλλου, στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν κρίνονται πειστικά τα όσα σχετικά κατέθεσε η μάρτυρας του ενάγοντος Γ. Γ., η οποία δηλώνει ότι διατηρεί στενή επαγγελματική και φιλική σχέση με αυτόν, στην υπ' αριθμόν …/2020 ένορκη βεβαίωσή της, ότι δηλαδή ο ενάγων "εδώ και αρκετό καιρό' (του οποίου ωστόσο τη χρονική αφετηρία ουδόλως προσδιορίζει) η συνεργασία του ενάγοντας με την τράπεζα διαταράχθηκε, διότι δεν του καταβάλλονταν οι αμοιβές σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων αλλά σύμφωνα με το γραμμάτιο προείσπραξης του Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και ότι η ίδια ήταν παρούσα σε τηλεφωνικές επικοινωνίες του ενάγοντος με εκπροσώπους της νομικής υπηρεσίας της εναγομένης (τους οποίους όμως δεν κατονομάζει), στις οποίες εξέφραζε τη διαμαρτυρία του για τον τρόπο με τον οποίο αμείβονταν, καθώς και ότι στις αλλεπάλληλες οχλήσεις του η εναγομένη απαντούσε με ασάφεια, δίχως να ξεκαθαρίζει τη θέση της στο ζήτημα αυτό, αφήνοντας έτσι την εντύπωση για την προσαρμογή των αμοιβών του στα εκ του νόμου προβλεπόμενα όρια. Τούτο διότι, η εν λόγω κατάθεση της μάρτυρας του ενάγοντος δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε έγγραφο, αλλ' αντιθέτως καταρρίπτεται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, δεδομένου ότι -όπως ήδη σε προηγούμενο σημείο της παρούσας εκτέθηκε- ο ενάγων δεν επικαλείται και βεβαίως δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο διαμαρτυρίας ή όχλησής του προς την εναγομένη αναφορικά με την είσπραξη εκ μέρους του, κατώτερων ή καθόλου αμοιβών σε σχέση με τις αντίστοιχες του Κώδικα Δικηγόρων και μάλιστα, σε κανένα χρονικό σημείο της, επί σαράντα σχεδόν έτη, σχέσης συνεργασίας μεταξύ τους. Αντιθέτως, εάν πράγματι ο ενάγων είχε διαμαρτυρηθεί ή είχε εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για την είσπραξη χαμηλότερων αμοιβών ή στην προκειμένη περίπτωση- καθόλου αμοιβών- για τη σύνταξη επιταγών προς εκτέλεση, οπωσδήποτε θα είχε διακόψει τη συνεργασία του με την εναγομένη σε πολύ προγενέστερο χρονικό σημείο και όχι μετά την πάροδο σαράντα σχεδόν ετών από την έναρξή της, γεγονός που ωστόσο, ουδέποτε έπραξε αλλά εξακολούθησε να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες, με βάση την παγιωμένη πλέον τακτική μεταξύ τους, όσον αφορά την καταβολή των αμοιβών του. Επίσης, ουδέποτε κατά το παρελθόν ο ενάγων προέβη στη δικαστική διεκδίκηση διαφορών μεταξύ των καταβαλλόμενων αμοιβών του και αυτών που όριζε ο Κώδικας Δικηγόρων. Αντιθέτως, ο μάρτυρας της εναγόμενης Ν. Τ. ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής του Τομέα Δικαστικού Βορείου Ελλάδος και από το έτος 2002, της Διεύθυνσης Δικαστικού της Τράπεζας Πειραιώς μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2017, στην υπ' αριθμόν …/2021 ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε με βεβαιότητα ότι όλα τα χρόνια της συνεργασίας του με την εναγομένη, ο ενάγων, αποδεχόταν το ύφος των συμφωνούμενων μεταξύ τους αμοιβών για τις υπηρεσίες που παρείχε, οι οποίες καθορίζονταν σύμφωνα με τα γραμμάτια προείσπραξης του δικηγορικού συλλόγου, καθώς και ότι ουδέποτε αυτός ζήτησε ή συμφώνησε να αμειφθεί σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων ούτε και ανέγραψε ποτέ τις αποδείξεις των αμοιβών του με βάση των Κώδικα Δικηγόρων και ουδέποτε επιφυλάχθηκε ή διαμαρτυρήθηκε για οποιαδήποτε επιπλέον απαίτησή του. Επίσης, ο μάρτυρας της εναγομένης Θ. Κ., ο οποίος από το έτος 1985 προσλήφθηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης ΑΕ, εργαζόμενος στη Διοικητική Στήριξη της Νομικής Υπηρεσίας στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1997 και ακολούθως στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων Βορείου Ελλάδος της ίδιας τράπεζας αλλά και μετά την απορρόφηση της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης ΑΕ από την Τράπεζα Πειραιώς το έτος 2000 και μέχρι την αποχώρησή του στις 31-5-2018, στην υπ' αριθμόν …/2021 ένορκη βεβαίωσή του, καταθέτει ότι όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα είχε τακτικές επαφές και επικοινωνίες με τον ενάγοντα, ο ίδιος ως υπάλληλος οριστικών καθυστερήσεων και ο ενάγων, ως δικηγόρος οριστικών καθυστερήσεων, έχοντας αναπτύξει μεταξύ τους προσωπική και χρονική άνεση στις επικοινωνίες τους και ουδέποτε -τόσο στον ίδιο όσο και στους προϊσταμένους του- ανέφερε το παραμικρό για αξίωση αμοιβής του κατά τον Κώδικα Δικηγόρων. Επίσης, κατέθεσε ότι ο ενάγων ήταν ενήμερος για τις αμοιβές που προσέφερε η τράπεζα σε όλους τους συνεργαζόμένους δικηγόρους και τα σχετικά αμοιβολόγια, τα οποία έγιναν δεκτά από τον ίδιο, ο οποίος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τις αμοιβές του ούτε και διατύπωσε κάποια επιφύλαξη στις δεκαετίες της συνεργασίας τους. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων, δίχως προηγουμένως να οχλήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εναγομένη είτε εγγράφως είτε προφορικά, προχώρησε στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 25 Μαΐου 2020, με την οποία το πρώτον ζητεί να του επιδικαστεί το συνολικό χρηματικό ποσό των 196.685,20 ευρώ, ως αμοιβή του για τη σύνταξη των αναφερομένων στο δικόγραφο της αγωγής, 32 επιταγών προς εκτέλεση με βάση τις αντίστοιχες διαταγές πληρωμής, δηλαδή, σε χρονικό σημείο λίγο πριν τη συνταξιοδότησή του και την -εξ αυτού και μόνον του λόγου- επικείμενη λήξη της πολυετούς μεταξύ τους συνεργασίας. Με βάση όλα τα ανωτέρω, αποδείχθηκε κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι ο ενάγων, επέλεξε με την δική του ελεύθερη βούληση τη συνεργασία του με την εναγομένη τραπεζική εταιρεία και την παροχή των νομικών του υπηρεσιών, υπό το ίδιο καθεστώς που ίσχυε από την έναρξη της μεταξύ τους συνεργασίας το έτος 1980 και για όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής του, το έτος 2020, δίχως ποτέ να αξιώσει μεγαλύτερη αμοιβή ή να διατηρήσει οποιαδήποτε επιφύλαξη για τη διεκδίκηση εκ μέρους του, υψηλότερων αμοιβών, προσαρμοσμένων στα όρια που διαγράφει ο Κώδικας Δικηγόρων, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε καταρτίστηκε έγγραφη μεταξύ τους συμφωνία. Είναι ωστόσο αληθές ότι σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ.1 του ν. 4194/2013, η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση του αντίστοιχου εκτελεστού τίτλου (διαταγής πληρωμής), ορίζεται στο ύψος της επιδικασθείσας από το δικαστήριο, δικαστικής δαπάνης. Πλην όμως, η ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά του ενάγοντας, η οποία συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με την εναγόμενη από το έτος 1980 και εντεύθεν, κατά τη διάρκεια της οποίας ουδέποτε αξίωσε την καταβολή αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής, καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του να αναζητήσει την καταβολή τέτοιας αμοιβής, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και μάλιστα λίγο πριν τη συνταξιοδότησή του (δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν τον ενδιέφερε η ρήξη των σχέσεων συνεργασίας του με την εναγομένη, εφόσον επέκειτο η αποχώρησή του από την ενεργό δράση) ανερχόμενη μάλιστα στο συνολικό ποσό των 196.685,20 ευρώ. Τούτο διότι, με την προηγούμενη συμπεριφορά του, ο ενάγων, δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων για τις αντίστοιχες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα, η μεταγενέστερη άσκηση της ένδικης αγωγής, να αντίκειται στα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο ενάγων επέλεξε να συνεχίσει τη συνεργασία του με την εναγομένη, παρά το γεγονός ότι γνώριζε τη θέση της εναγομένης αναφορικά με το ζήτημα των αμοιβών που χορηγούσε σε όλους του συνεργαζόμενους με αυτήν δικηγόρους σε ολόκληρη την επικράτεια, σύμφωνα με την οποία η εναγομένη του δήλωσε εξ αρχής ότι δεν προτίθεται να του καταβάλλει τις υψηλότερες νόμιμες αμοιβές, από τις οποίες ο ενάγων δεν μπορεί να παραιτηθεί έγκυρα, πλην όμως με την συμπεριφορά του να συνεχίσει να συνεργάζεται με την εναγομένη μέχρι το έτος 2020, ο ίδιος αποδυνάμωσε το δικαίωμά του για αναζήτηση τους, λαμβανομένου υπόψη του ότι η συνέχιση της συνεργασίας του με απώτερο σκοπό να διατηρήσει τη θέση του συνεργάτη, αποβλέποντας στη μελλοντική αύξηση των αμοιβών με αναδιαμόρφωση του πίνακα της Τράπεζας, υπήρξε επαγγελματική επιλογή του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος -σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του που έκριναν μη συμφέρουσα τη συνέχιση της συνεργασίας και αποχώρησαν όπως και η ανωτέρω αναφερομένη εξετασθείσα μάρτυρας του- επέλεξε την παραμονή, προκειμένου να επωφεληθεί της τυχόν μελλοντικής βελτίωσης των αμοιβών του αποβλέποντας επιπλέον στη σιγουριά που του παρείχε ο χειρισμός -σε σταθερή βάση- όλων των νομικών υποθέσεων της εναγομένης στην πόλη της Α, πλην ελάχιστων υποθέσεων που χειρίζονταν μετά το έτος 2013, οι πέντε συνεργαζόμενοι δικηγόροι των προαναφερόμενων Κυπριακών Τραπεζών. Παράλληλα, με τη συνεργασία αυτή ο ενάγων πετύχαινε να εσοδεύει ένα σταθερό και αρκετά ικανοποιητικό μηνιαίο εισόδημα, συμπληρωματικά προς την απασχόλησή του με υποθέσεις του γραφείου του, ενώ επίσης, αποκτούσε από την απασχόληση του αυτή επιπλέον αναγνώριση και εξειδίκευση, στον κύκλο πελατών του γραφείου του, χωρίς ποτέ να δηλώσει στην εκκαλούσα-εναγομένη ότι θα συνεχίσει να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες, μόνο υπό τον όρο ότι η αμοιβή του θα προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, επιβεβαιώνοντας με τη συμπεριφορά του αυτή, την πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων από την αρχή της συνεργασίας τους, για λήψη αμοιβών κατώτερων των νομίμων. Εξάλλου, η μη ευόδωση των τυχόν προσδοκιών που ο ίδιος διατηρούσε, δίχως αυτές να ενισχύονται από οποιαδήποτε συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, δεν αναιρεί το γεγονός της οικειοθελούς συνέχισης της συνεργασίας του με αυτήν, η οποία εύλογα δεν ανέμενε την -εκ των υστέρων- άσκηση αγωγών από τον ενάγοντα, ενώ η εξακολούθηση της παροχής νομικών υπηρεσιών έγινε αβίαστα και με δική του βούληση, καθόσον δεν αποδεικνύεται, ούτε ο ενάγων επικαλείται οποιονδήποτε λόγο που επέβαλε σ' αυτόν, άμεσα ή έμμεσα, αυτήν την επιλογή. Περαιτέρω, όπως είναι γνωστό στο δικαστήριο, κατά την ίδια δικάσιμο με αυτήν που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, εκδικάστηκαν, πλην της κρινόμενης και δύο ακόμη εφέσεις της και εδώ εκκαλούσας, που αφορούν απαιτήσεις του ενάγοντος- εφεσιβλήτου εναντίον της και στρέφονται κατά της υπ' αριθμόν 101/2021 και 102/2021 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με τις οποίες αναγνωρίστηκε ότι η Τράπεζα Πειραιώς οφείλει να του καταβάλει τα χρηματικά ποσά των 156.368,04 ευρώ και 42.713,36 ευρώ για διαφορές αμοιβών του, κατά το ίδιο σχεδόν χρονικό διάστημα που αφορά και η παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, η επιχειρούμενη από τον ενάγοντα-δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, θα προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της εναγομένης-εκκαλούσας, τις οποίες εύλογα θα επιφέρει η οικονομική της επιβάρυνση, σε περίπτωση που κριθεί ότι η εκκαλούσα οφείλει να της καταβάλλει τα αιτούμενα ποσά ως επιπλέον αμοιβή, καθόσον πρόκειται για επιχείρηση που λειτουργεί με τους κανόνες του εμπορίου με σκοπό τη δημιουργία κερδών για τους μετόχους της, χωρίς να αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι αυτή διαθέτει οικονομική επιφάνεια, καθόσον η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος θα εξαντλούνταν στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών, περιορίζοντας ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εκκαλούσα- εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό των 158.617,10 ευρώ, απορρίπτοντας την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία προέβαλε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις;. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) της εναγομένης εκκαλούσας, που παραδεκτά επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, όπως και αυτός ο τελευταίος. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί η από 22.5.2020 και με αριθμό κατάθεσης 76/Ειδ.Μον/25.5.2020 αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη......". Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία μιας αξίωσης μέχρι την άσκησή της, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή, με επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, μιας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ιδιαίτερες συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και όταν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού. Απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της επί μακρόν διαμορφωθείσας κατάστασης, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην έλασσον του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα του (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990). Το ζήτημα αν οι συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του (ΑΠ 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος καθίσταται μη ανεκτή από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελαχίστης αμοιβής για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ.1, 98, 100 επ. του ν.δ.3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" (ΑΠ 229/2006) και ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 63 επ. του ν.4194/2013.. Ειδικότερα (α) κατ' άρθρο 91 παρ.1 του προϊσχύσαντος κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ' άρθρο 92 παρ.1 του ίδιου κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ. β' αυτής με το άρθρο 5 παρ.3 του ν.δ.4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν.1093/1980), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του και περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση, όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζόμενου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους αυτού ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέως και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ. του κώδικα δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και την μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 456 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174,180). Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της αξιώσεως προς καταβολή της εν λόγω αμοιβής ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη. Η αφορμή ή οι συνθήκες, όμως, υπό τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από την ελάχιστη αμοιβή, το περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου κλπ. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από το κύρος της συμφωνίας, η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της ελάχιστης αμοιβής ενδέχεται να καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της. (ΑΠ 628/2021, ΑΠ 1453/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 10/2011). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022). Έτσι, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 182/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. ΑΠ 27/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.1 το άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, χωρίς να συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, εδράζοντας την σκέψη του σε δύο παραδοχές και ειδικά ότι υφίσταται συνεχή συνεργασία 40 ετών με την αντίδικο αναιρεσίβλητη και στην υποτιθέμενη μονίμως ανεπιφύλακτη αποδοχή εκ μέρους του (αναιρεσείοντος) των ποσών που του κατέβαλε η αναιρεσίβλητη σ' αυτόν ως αμοιβές, παραδοχές οι οποίες, από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσής του, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα προσκομισθέντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (ΤΠΥ), αλλά και από την έφεση της αναιρεσίβλητης και τις προσκομισθέντες αποδείξεις ουδόλως αποδεικνύονται, αναλύοντας, περαιτέρω, τα αποδεικτικά στοιχεία και παραθέτοντας πραγματικά και νομικά επιχειρήματα από τα οποία προκύπτουν, κατά την εκτίμησή του, ότι οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον, αφενός μεν, στην συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, δεν αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που επιχειρεί, κατ' επιλογή του, ο αναιρεσείων, αφετέρου δε, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, αλλά ο αναιρεσείων αρκείται μόνο στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και στην παράθεση πραγματικών και νομικών επιχειρημάτων, και δεν εκθέτει αν, ενόψει των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων από το δικαστήριο της ουσίας,, παραβιάστηκε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ είτε διότι εφάρμοσε το ανωτέρω κανόνα δικαίου, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του είτε διότι δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, είτε, τέλος, διότι προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην ανωτέρω διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο τη αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης, καθόσον δεν προκύπτουν στο αιτιολογικό της με πλήρη και σαφή τρόπο τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα, α) στις σελίδες 9 έως 13 και 19 έως 25, η προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφει γενικόλογα με ασάφεια και χωρίς αιτιολογίες τη μορφή της συνεργασίας του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη τράπεζα για το ζήτημα των αμοιβών, β) πουθενά στο αιτιολογικό της δεν αναφέρει σαφείς αιτιολογίες και πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, χωρίς να αναφέρει την παραμικρή αναφορά στο συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα για την ένδικη διεκδίκηση των αμοιβών του αναιρεσείοντος, γ) υιοθετεί την άποψη της αναιρεσίβλητης ότι η τυχόν ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής θα προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της χωρίς να παραθέτει κανένα συγκριτικό οικονομικό μέγεθος σε αριθμούς, ώστε να τεκμηριώνεται και να δικαιολογείται ο ισχυρισμός αυτός και δ) είναι αναιτιολόγητη και τελείως αυθαίρετη η παραδοχή της προσβαλλόμενης με την οποία δέχεται ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος να μην αξιώσει την καταβολή επιπλέον αμοιβής από αυτήν που ορίζεται στα γραμμάτια προείσπραξης του Δικηγορικού Συλλόγου Αλεξανδρούπολης, καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας από το έτος 1980, καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος να ζητήσει τέτοια αμοιβή και μάλιστα λίγο πριν τη συνταξιοδότηση του, σε χρόνο, δηλαδή, που δεν τον ενδιέφερε η ρήξη των σχέσεων συνεργασίας με την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον αφενός δεν αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αλλά ο τελευταίος αρκείται στην κατ' επιλογή του μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, αφετέρου δεν εξειδικεύεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, αλλά αρκείται στην αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και στην παράθεση πραγματικών επιχειρημάτων, που δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων. Σύμφωνα με τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Στην κρινόμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες αποφάσεις του Αρείου Πάγου και των δικαστηρίων της ουσίας, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση, καθώς και την πρωτόδικη απόφαση, με τις οποίες ερμηνεύονται και καθορίζονται ακριβώς τα όρια της καταχρηστικότητας στην περίπτωση αξίωσης από δικηγόρο της νόμιμης αμοιβής του από τραπεζική εταιρεία και οι οποίες τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην επίδικη διαφορά, δεν έλαβε υπόψη σκοπίμως και προσπέρασε χωρίς καμία αναφορά και αιτιολογία τις ΑΠΥ που προσκόμισε με επίκληση από τη συνεργασία του στην τράπεζα με την επωνυμία Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης ΑΕ, για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι η συγκεκριμένη τράπεζα κατέβαλε αμοιβές ίσες ή μεγαλύτερες από τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων όρια, καθώς επίσης, δεν έλαβε υπόψη την …/2021 ένορκη εξέταση ενώπιον του συμβ/φου Σερρών Ιωάννη Λαϊνά με την οποία ομολογεί την όχλησή του αναίρεσείοντος προς αυτόν για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής για υπόθεση με ιδιαίτερα μεγάλο αντικείμενο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες με το αναιρετήριο αιτιάσεις περί μη λήψης υπόψη των ανωτέρω αποφάσεων και αποδεικτικών στοιχείων, που προσκομίστηκαν με επίκληση περί απόδειξης του ισχυρισμού ότι η προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμη, δεν ιδρύουν την από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δεν πρόκειται για πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω ισχυρισμός ότι, δηλαδή, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, η προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση καταχρηστικής άσκησης είναι ουσιαστικά αβάσιμη, όπως αυτό, προκύπτει, κατά την κρίση του αναιρεσείοντος, από τα ανωτέρω προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δικαστικές αποφάσεις, δεν αποτελεί πράγμα, αλλά είναι αρνητικός ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική βάση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 290/2022, ΑΠ 217/2016, 242/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από την αναιρεσίβλητη προς θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, ισχυρισμούς της σχετικά με τον τρόπο αμοιβής του αναίρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη και της αποδοχής των καταβαλλόμενων αμοιβών, χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε αξίωση όσον αφορά αυτές και δίχως να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη, όσον αφορά τη διεκδίκηση κάποιου επιπλέον ποσού κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη, χωρίς να προσκομισθούν σχετικά περί αυτών αποδεικτικά στοιχεία εκ μέρους των βαρυνόμενης αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε), η κατ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ" άρθρο 561 παρ.1, ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολο τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009). Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 322/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, α) τις 32 επιταγές προς εκτέλεση που συνέταξε ο ίδιος και συνοδεύουν αντίστοιχα τις 32 επίδικες διαταγές πληρωμής, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή του για τη σύνταξή τους, β) τις δώδεκα ΑΠΥ που εξέδωσε προς την Τράπεζα Μακεδονίας και Θράκης τα έτη 1995 έως και 1999 από τις οποίες προκύπτει ότι η ανωτέρω τράπεζα κατέβαλε για τις νομικές του υπηρεσίες υψηλότερες των νομίμων αμοιβές και γ) την έκθεση πρακτικών της 100/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, από τα οποία προκύπτει ότι ο μάρτυρας της αντιδίκου δεν γνώριζε απολύτως τίποτα για την μορφή της συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη, για την ύπαρξη ή μη συμφωνίας για τις αμοιβές του, για το είδος και τον αριθμό των υποθέσεων που του ανέθετε, για τον τρόπο λήψης προκαταβολών και τιμολόγησης αυτών και για τις οχλήσεις του στους αρμόδιους αναφορικά με το ύψος των αμοιβών. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση "Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της εναγομένης (ο ενάγων δεν πρότεινε την εξέταση μάρτυρος) και την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από τα έγγραφα τα οποία νομότυπα με επίκληση προσκομίζονται από τους διαδίκους, από τις υπ' αριθ …/14.9.2020 και …/19.10.2020 ένορκες βεβαιώσεις...., από τις υπ' αριθ …/17.9.2021, …/20.9.2021 και ../21.9.2021 ένορκες βεβαιώσεις...... και από την υπ' αριθ…./27.9.2021 ένορκη βεβαίωση...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και τα ανωτέρω έγγραφα και δεν τα αγνόησε. Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείτε όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, 346/2016, ΑΠ 262/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με το έκτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικά ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση του για την καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής, επικαλείται τα πινάκια αμοιβών που κατάρτισε για όλους τους συνεργαζόμενους δικηγόρους της επικράτειας με τα καταστήματά της που προέβλεπαν αμοιβές κατώτερες των προβλεπόμενων από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, καθώς και τις επίδικες διαταγές πληρωμής που περιλαμβάνονται στην αγωγή με τα αντίστοιχα ΤΠΥ που εξέδωσε ο αναιρεσείων για κάθε μια από αυτές, που όμως αφορούν αποκλειστικά και μόνο την αμοιβή του για την έκδοση των διαταγών πληρωμής και όχι την αμοιβή του για τη σύνταξη των επιταγών προς εκτέλεση των αντίστοιχων τίτλων εκτελεστών, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενο τους, Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα που, κατά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, παραμορφώθηκαν, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, δεν παρατίθεται κατά λέξη το αληθές περιεχόμενο των εγγράφων και ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν τα έγγραφα αυτά, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων με εκείνο που φέρεται ότι δέχτηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού λάθους. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στα έγγραφα αυτά, μαζί με τα λοιπά έγγραφα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ο αναιρεσείων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2). όπως ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30.9.2022 (αριθ. καταθ 51/30.9.2022) αίτηση για αναίρεση της 201/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ