Αριθμός 203/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Η. Σ. του Δ., κατοίκου Αφρατίου Χαλκίδας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Νινόπουλου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/10/2019 αίτησή της και τους από 9/12/2020 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 159/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων της αναιρετικής δίκης. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάστηκαν α) η με αριθμό κατάθεσης 3024/227/2017 έφεση, όπως διευρύνθηκε με τους από 19-10-2017 πρόσθετους λόγους της, που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και β) η με αριθμό κατάθεσης 3324/271/2017 έφεση που άσκησε ο ήδη αναιρεσίβλητος, κατά της με αριθμό 132/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Με την πρωτόδικη αυτή απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 12-11-2012 και με αριθμό κατάθεσης 254/2012 αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά των Α. Κ. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και κατά της αναιρεσείουσας και υποχρεώθηκαν αυτοί, ως ευθυνόμενοι κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, η δε εναγομένη - αναιρεσείουσα και ενδοσυμβατικά, κατά τις διατάξεις περί ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρα 806 επ. ΑΚ), να καταβάλουν στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 165.000 ευρώ, για αποζημίωσή του, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επίσης αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 20.000 ευρώ, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την με αριθμό 3324/271/2017 έφεση του ενάγοντος, ενώ δέχθηκε κατά ένα μέρος στην ουσία της την με αριθμό 3024/227/2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς αυτήν. Στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και αφού δίκασε την από 12-11-2012 αγωγή, μεταξύ του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και της δεύτερης εναγομένης - αναιρεσείουσας, υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει, σε ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο, το ποσό των 155.000 ευρώ, ως αποζημίωση του ενάγοντος, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επίσης αναγνώρισε ότι η δεύτερη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, ευθυνομένη σε ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο, το ποσό των 10.000 ευρώ, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Με την αίτηση πρέπει να συνεκδικαστεί και ο από 5-12-2020 πρόθετος λόγος αναίρεσης, που παραδεκτά άσκησε η αναιρεσείουσα με δικόγραφο το οποίο κατατέθηκε με αριθμό 112/9-12-2020 και αφορά τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την αίτηση (άρθρο 569 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).- ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τον συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών προς εκείνη των άρθρων 330, 335και 340 ΑΚ συνάγεται, ότι αν η εξ αδικήματος απαίτηση για αποζημίωση έχει το αυτό αντικείμενο (παροχή) με συρρέουσα απαίτηση εκ συμβάσεως, απόκειται μεν στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές επιφέρει την απόσβεση και της άλλης, ανεξάρτητα ποια εκ των δύο απαιτήσεων εισάγεται και εκκρεμεί επί δικαστηρίου. Εκ τούτων και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 481, 482, 483, 822, 827, 830, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται επιπλέον: α) ότι, εάν από αδίκημα, το οποίο διέπραξε τραπεζικός υπάλληλος, (μόνος ή με συμμετοχή άλλων), εκταμιευθούν από την τράπεζα χρήματα επ' ονόματι καταθέτη κατόπιν παραπλανήσεώς του από τον τραπεζικό υπάλληλο και με χρέωση του λογαριασμού του καταθέτη, ενέχονται έναντι του τελευταίου εις ολόκληρον, τόσον η Τράπεζα (ως προστήσασα τον υπάλληλό της), όσο και καθένας των συμμέτοχων του αδικήματος, για καταβολή αποζημίωσης ίσης με το εκταμιευθέν ποσό, κατά το οποίο απομειώθηκε η κατάθεσή του, β) ότι, επιπλέον, η Τράπεζα ενέχεται έναντι του καταθέτη πελάτη της και από τη μεταξύ τους σύμβαση (ανώμαλης) παρακαταθήκης για απόδοση του ιδίου χρηματικού ποσού, γ) ότι, εάν η απαίτηση του καταθέτη για καταβολή των χρημάτων που δικαιούται ικανοποιηθεί ολικώς ή μερικώς είτε από την τράπεζα, είτε από τους δράστες του εις βάρος του αδικήματος (συνοφειλέτες της εξ αδικήματος παροχής), αποσβήνεται αντίστοιχο μέρος, τόσο της απαίτησης του έναντι όλων των εις ολόκληρον εξ αδικήματος συνοφειλετών, όσο και της απαίτησής του από τη σύμβαση έναντι της θεματοφύλακα Τράπεζας (ΑΠ 93/2012, πρβλ. ΑΠ 116/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 368/2011, ΑΠ 355/2013). Παράλληλα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίαs είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτήν, δηλαδή εκείνος που προσβλήθηκε άμεσα από αυτήν στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του. Περιουσιακή ζημία δεν είναι μόνο η διάθεση περιουσιακών στοιχείων αλλά και κάθε προς το χειρότερο αλλοίωση τούτων, ήτοι κάθε μείωση του ενεργητικού ή επαύξηση του παθητικού της περιουσίας του ζημιουμένου. Από την ίδια δε αδικοπραξία μπορούν να ζημιωθούν άμεσα περισσότεροι, τέτοια δε περίπτωση συντρέχει και όταν από αυτήν θίγονται περισσότερα δικαιώματα ή έννομα συμφέροντα διαφορετικών προσώπων. Έτσι από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι ο τραπεζικός υπάλληλος, που κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, προβαίνει σε αναλήψεις χρηματικών ποσών με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως από λογαριασμό, πελάτη της τράπεζας, με αντίστοιχη εγγραφή στο λογαριασμό του πελάτη, ότι ανελήφθησαν νομίμως τα χρήματα από τον τελευταίο, ζημιώνει αμέσως όχι μόνο την τράπεζα, στην κυριότητα της οποίας έχουν περιέλθει, με βάση τη μεταξύ αυτής και του πελάτη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, τα χρήματα που αυτός (ο υπάλληλος) υπεξαίρεσε (αρθ. 830 και 1 σε συνδ. με αρθ. 806 ΑΚ), αλλά και τον πελάτη, αφού η εγγραφή στο λογαριασμό του τελευταίου, ότι ανελήφθησαν νομίμως από τον ίδιο τα χρήματα έχει ως συνέπεια τη ζημία αυτού με την έννοια της επαυξήσεως του παθητικού της περιουσίας του. Κατά μείζονα δε λόγο αμέσως ζημιωθείς από τις πιο πάνω πράξεις του τραπεζικού υπαλλήλου είναι ο καταθέτης πελάτης της τράπεζας (ή και αυτός), όταν οι αναλήψεις που φέρονται ότι έγιναν από τον ίδιο, στην πραγματικότητα έγιναν από τον υπάλληλο με πλαστογράφηση της υπογραφής του στα σχετικά έγγραφα (δελτία αναλήψεως) της Τράπεζας, ή και με παραπλάνησή του πελάτη από αυτόν (ΑΠ 534/2013). Εξάλλου, από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από αυτόν υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από αδικοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της. Και τούτο, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 368/2011). Επίσης, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 300, 334, και 922 του ΑΚ, η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 351/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Ο ενάγων, μέχρι το έτος 2005, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, εργαζόταν ως εργολάβος οικοδομικών εργασιών και κατασκευαστής δημοσίων και ιδιωτικών έργων, δραστηριοποιούμενος στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Εύβοιας. Με την δεύτερη εναγομένη τραπεζική εταιρία, στην οποία διατηρούσε σημαντικές καταθέσεις, συνεργαζόταν επί σειρά ετών και λόγω της συνεργασίας τους είχε αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης προς το προσωπικό της. Ο πρώτος εναγόμενος, Α. Κ., εργάσθηκε στην εναγομένη τράπεζα, ως υπάλληλός της, από τις 2.10.1978 έως τις 30.11.2010, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως και μάλιστα από το έτος 2009 κατείχε τη θέση του διευθυντή του υποκαταστήματός της, επί της οδού Ε. Β. ... στη Χαλκίδα. Ενόψει δε, της συνταξιοδοτήσεώς του, τελούσε από τις 21.6.2010 τυπικά σε άδεια, πλην όμως εξακολοθούσε να μεταβαίνει στο ανωτέρω υποκατάστημα και να δίδει εντολές στους υφισταμένους του, οι οποίοι τις εκτελούσαν. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος τυγχάνει συγγενής εξ αγχιστείας του ενάγοντος και ειδικότερα σύζυγος πρώτης εξαδέλφης του από τη μητρική του γραμμή, ενώ επίσης διέμεναν αμφότεροι στο Αφράτι Εύβοιας, γνωρίζοντας ακριβώς το ύψος των καταθέσεων του ενάγοντος στη δεύτερη εναγομένη τράπεζα, και εκμεταλλευόμενος την απορρέουσα από τη συγγενική του σχέση με τον ενάγοντα εμπιστοσύνη, κυρίως όμως τη θέση του ως διευθυντή και την διαμορφωθείσα στην τραπεζική αγορά φήμη της εναγομένης τράπεζας, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ό τι είχε "μεγάλες άκρες" στη διοίκηση της δεύτερης εναγομένης και απολαμβάνει ειδικών προνομίων από αυτήν, ότι είχε μεγάλες κοινωνικές και επαγγελματικές γνωριμίες στο χώρο των χρηματοοικονομικών επενδύσεων, ότι η δεύτερη εναγομένη εκμεταλλεύεται με πολλαπλά κέρδη της τα χρήματα του ενάγοντος αποδίδοντάς του πενιχρούς τόκους ότι στο κεντρικό κατάστημά της υπήρχε ειδικός προθεσμιακός λογαριασμός, με διπλάσιο επιτόκιο για όσους γνώριζαν και ότι το μεγαλύτερο αυτό επιτόκιο δίδονταν σε διακεκριμένους πελάτες της τράπεζας, ενώ επίσης τον διαβεβαίωσε ψευδώς ότι τα χρήματά του θα κατατίθενταν απευθείας στον πιο πάνω προνομιακό λογαριασμό στο κεντρικό κατάστημα της δεύτερης εναγομένης. Έτσι, ο πρώτος εναγόμενος, με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις, έπεισε τον ενάγοντα να επενδύσει στον ως άνω ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό ποσό 200.000 ευρώ, το οποίο θα αναλάμβανε ο πρώτος εναγόμενος από τον υπ' αριθμ. 0026-0213-58-0100730855 τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούνταν στην δεύτερη εναγομένη με δικαιούχο τον ενάγονα, και αμέσως θα το κατέθετε στον ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό που του είχε παραστήσει ότι υφίστατο στο κεντρικό κατάστημα της δεύτερης εναγομένης. Ο πρώτος εναγόμενος, ανέλαβε σταδιακά από τον ως άνω υπ' αριθμ. 0026-0213-58-0100730855 τραπεζικό λογαριασςμό του ενάγοντος το συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ και ειδικότερα α) στις 23.3.2010 ανέλαβε το ποσό των 50.000 ευρώ θέτοντας στο από 23.3.2010 δελτίο ανάληψης την υπογραφή του ενάγοντος κατ' απομίμησή της και β) στις 10.11.2010 ανέλαβε το ποσό των 150.000 ευρώ, θέτοντας στο από 10.11.2010 δελτίο ανάληψης την υπογραφή του ενάγοντος, δυνάμει της από 10.11.2010 εξουσιοδοτήσεως, που του είχε χορηγήσει προς τούτο ο ενάγων, επί της οποιας η υπογραφή του τελευταίου θεωρήθηκε για τη γνησιότητά της οκτώ ημέρες αργότερα και ειδικότερα στις 18.11.2010. Τα ανωτέρω ποσά όμως ο πρώτος εναγόμενος ουδέποτε επένδυσε για λογαριασμό του ενάγοντος αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.Το γεγονός δε, ότι στο από 23.3.2010 δελτίο ανάληψης δεν έχει τεθεί η υπογραφή του ενάγοντος προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 26.3.2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ., η οποία διενεργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 3/4-3-2014 διάταξης της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, στα πλαίσια διεξαχθείσας κυρίας ανάκρισης για την παρακάτω αναφερόμενη ποινική υπόθεση, που άπτεται και της προπεριγραφόμενης απατηλής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου έναντι του ενάγοντος, στο τελικό συμπέρασμα της οποίας αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η τεθείσα στο ως άνω από 23.3.2010 δελτίο ανάληψης, υπογραφή δεν έχει χαραχθεί με το χέρι του ενάγοντος αλλά με το χέρι του Α. Κ., σύμφωνα με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του. Άλλωστε, η ανωτέρω ανάληψη έγινε χωρίς τη χρήση του σχετικού βιβλιαρίου του ενάγοντος, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι έλαβε χώρα χωρίς τη φυσική παρουσία του ενάγοντος στο ως άνω κατάστημα της εναγομένης τράπεζας, καθώς κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής όλες οι αναλήψεις των τραπεζικών καταθέσεων που γίνονται από τους ίδιους τους καταθέτες πραγματοποιούνται με τη χρήση του σχετικού βιβλιαρίου τους. Με βάση τα προεκτεθέντα ουδέποτε υπήρξε πραγματική και έγκυρη συναίνεση ή έγκριση του ενάγοντος για τις ανωτέρω γενόμενες αναλήψεις, η δε φαινόμενη συναίνεσή του δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησής του αλλά αποτέλεσμα της ανωτέρω εξαπατήσεώς του από τον πρώτο εναγόμενο, όπως, ισχυρίζεται ο ενάγων καθ' υποφορά τόσο με την αγωγή του όσο και με τις προτάσεις του. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της Α' έφεσης, με τον οποίο η δεύτερη εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν ευθύνεται ούτε συμβατικά ούτε αδικοπρακτικά για την επελθούσα ζημία του ενάγοντος, διότι οι ανωτέρω αναλήψεις από το λογαριασμό του έγιναν με τη συναίνεση ή έστω την έγκριση του ίδιου, την οποία μάλιστα όσον αφορά την δεύτερη ανάληψη διατύπωσε εγγράφως με τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, έστω και εκ των υστέρων, επί της σχετικής εξουσιοδοτήσεως, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του σχετικά με τις προαναφερόμενες ψευδείς προς αυτόν παραστάσεις του πρώτου εναγομένου ότι "Οι άνω ψευδείς παραστάσεις που κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων μετά μείζονος πιθανότητος ηδύνατο υπό τας ad hoc περιστάσεις να προκαλέσουν ακουσίως διάστασιν της βουλήσεως και της δηλώσεως μου ως αναγκαστική και άμεση συνέπεια των ψευδών όπως σε κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο, είχαν ως αποτέλεσμα να συναινέσω στην υπό του α' εναγομένου ανάληψη των χρημάτων μου ύψους 200.000 ευρώ από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσα στην τράπεζα ... (...) και το κατάστημα αυτής που βρίσκεται στην Χαλκίδα επί της οδού Ε. Β. ... καταπεισθείς ότι αυτά κατατίθενται απ' ευθείας στον προνομιακό λογαριασμό που μου είχε περιγράψει ο α' εναγόμενος στο Κεντρικό Κατάστημα της άνω Τραπέζης", προς κατάδειξη της δι' εξαπατήσεώς του αναλήψεως των χρημάτων του από τον πρώτο εναγόμενο και όχι ομολογώντας έγκυρη συναίνεσή του για τις επίδικες αναλήψεις, στις οποίες προέβη ο πρώτος εναγόμενος από τον πιο πάνω λογαριασμό του, όπως ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη τράπεζα, με σχετικό λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της Α' έφεσης, ο οποίος συνακόλουθα κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να συγκαλύψει την παράνομη δράση του, να εφησυχάσει τον ενάγοντα για την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων του και την έντοκη αποδοτικότητα του προθεσμιακού λογαριασμού, αλλά και να τον αποτρέψει να επιδιώξει ανάληψη των χρημάτων του, παρέδωσε στον τελευταίο δύο αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης, με ημερομηνία 31.12.2010, στις οποίες αποτυπώνονταν οι δήθεν καταθέσεις, ο χρόνος αυτόματης ανανέωσής τους, το ισχύον επιτόκιο και οι συμβατικοί καθαροί τόκοι κατά τη λήξη τους και ειδικότερα του παρέδωσε α) έγγραφη απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με το λογότυπο και σήμα της δεύτερης εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία ..., με δικαιούχο τον ενάγοντα, ποσού 154.632 ευρώ, με επιτόκιο 5,15%, διάρκειας 30 ημερών, αυτόματα ανανεούμενη στη λήξη της για μία ακόμα ίδια περίοδο και τόκους κατά τη λήξη 562 ευρώ και β) έγγραφη απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με το λογότυπο και σήμα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία ... με δικαιούχο τον ενάγοντα, ποσού 51.664 ευρώ, με επιτόκιο 4,70%, διάρκειας 150 ημερών, αυτόματα ανανεούμενη στη λήξη της για μία ακόμα ίδια περίοδο και τόκους κατά τη λήξη 962 ευρώ. Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, οι ανωτέρω αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης δεν συνιστούσαν γνήσιες αποδείξεις, που εξέδιδε η εναγομένη τράπεζα σε αντίστοιχες τραπεζικές συναλλαγές, αλλά πλαστά έγγραφα, που κατάρτισε εξ αρχής ο πρώτος εναγόμενος, τα οποία υπό την ένδειξη "Ο ΛΑΒΩΝ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ" φέρουν την χειρόγραφη υπογραφή του και κάτωθι αυτής αναγράφεται το ονοματεπώνυμό του Α.Κ. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο πιο πάνω αναλήψεων παρίστανε ψευδώς στον ενάγοντα, εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του, ότι η πρώτη κατάθεση είχε απρόσμενα υψηλές αποδόσεις. Περί τα τέλη του έτους 2010 - αρχές του έτους 2011, όταν ο ενάγων, προκειμένου να εισπράξει μέρος των καταθέσεών του, επέδειξε σε άλλον υπάλληλο της δεύτερης εναγομένης τις αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης, που του είχε δώσει ο πρώτος εναγόμενος, αποκαλύφθηκε η πλαστότητά τους. Ο πρώτος εναγόμενος με την από 17.10.2011 υπεύθυνη δήλωσή του, που φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και με το από 24.10.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνωρίσεως χρέους, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος, του πρώτου εναγομένου και της συζύγου του Α. Π. - Κ., αποδέχθηκε τις προπεριγραφείσες παράνομες και υπαίτιες πράξεις του, αναγνώρισε ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 210.000 ευρώ, έναντι του οποίου του κατέβαλε στις 24.10.2011 το ποσό των 20.000 ευρώ και επίσης υποσχέθηκε τη σταδιακή καταβολή του υπόλοιπου ποσού εντός τριών (3) ετών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ ακολούθως στις 2.2.2012 κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ και στις 3.4.2012 το ποσό των 20.000 ευρώ, όπως προκύπτει από τις με ίδιες ημεροχρονολογίες αποδείξεις είσπραξης, χωρίς να του καταβάλει περαιτέρω κανένα άλλο ποσό. Ήδη δε, κατόπιν της με ... εγκλήσεως του ενάγοντος, και της με ... εγκλήσεως των Φ. Κ. και Α. Κ. και δυνάμει του υπ' αριθμ. ... βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, ο πρώτος εναγόμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Εύβοιας για να δικασθεί, πέραν άλλων, και για τις πράξεις ι) της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, και ii) της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία της οποίας υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση (αφορώσα μεταξύ άλλων και την αδικοπρακτική απατηλή συμπεριφορά του έναντι του ενάγοντος). Επίσης, επί αγωγών που άσκησαν άλλοι εξαπατηθέντες πελάτες κατά του πρώτου εναγομένου αλλά και της προστήσασας αυτόν δεύτερης εναγομένης τράπεζας, εκδόθηκαν οι προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 613/2017 και 130/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και υπ' αριθμ. 171/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χακίδας, με τις οποίες υποχρεώθηκε και η εκκαλούσα τράπεζα, ως προστήσασα, να αποκαταστήσει τη ζημία των εναγόντων των σχετικών αγωγών. Η εναγομένη Τράπεζα προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο της έφεσής της ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού σε ποσοστό 99%, στην επελθούσα ζημία του λόγω της αμελούς συμπεριφοράς του, η οποία συνίστατο στο ότι επέλεξε να συναλλάσσεται με τον Α. Κ. και όχι με τους υπαλλήλους της ακόμη και όταν γνώριζε ότι αυτός είχε συνταξιοδοτηθεί, αλλά και ενόσω αυτός απείχε από τα καθήκοντά του τελώντας σε άδεια από τις 21.6.2010 ενόψει της συνταξιοδοτήσεώς του, ενώ επίσης δεν ακολούθησε τη δέουσα διαδικασία για την τοποθέτηση των χρημάτων του σε προθεσμιακή κατάθεση, την οποία γνώριζε άριστα, αλλά προτίμησε να συναλλάσσεται με τον οικογενειακό φίλο και συγγενή του Α. Κ. επιλέγοντας να πραγματοποιήσει παράνομες τραπεζικές συναλλαγές με την προσδοκία υψηλότερης απόδοσης για τα χρήματά του, παρότι όφειλε να γνωρίζει άλλως μπορούσε να πληροφορηθεί με σχετικό ερώτημα σε οποιοδήποτε κατάστημα της εναγομένης τράπεζας ότι δεν υφίστατο κανένας προθεσμιακός λογαριασμός με διπλάσιο επιτόκιο για πελάτεςπου δήθεν είχαν "μεγάλες άκρες στη διοίκηση", αποκρύπτοντας μάλιστα τις ενέργειές του αυτές από τους υπαλλήλους της τράπεζας και περαιτέρω πίστεψε ότι τα χρήματά του θα όδευαν σε προθεσμιακές καταθέσεις, παρότι δεν ακολούθησε την διαδικασία της τράπεζας για την τοποθέτηση των χρημάτων σε λογαριασμό προθεσμίας και παρότι οι αποδείξεις που του παρέδωσε ο Α. Κ. δεν είχαν ομοιότητα με τις γνήσιες προθεσμιακές της τράπεζας που είχε στο παρελθόν στην κατοχή του ο ενάγων, ενώ ακόμη και όταν διαπίστωσε ότι δεν ίσχυαν τα ανωτέρω δεν ενημέρωσε την εναγομένη τράπεζα, αλλά υπέγραψε με τον πρώτο εναγόμενο και τη σύζυγό του ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επέδειξε αμελή συμπεριφορά. Ειδικότερα, ο ενάγων καλόπιστα και έχοντας στον πρώτο εναγόμενο, ως Διευθυντή υποκαταστήματος της δεύτερης εναγομένης τράπεζας, πλήρη εμπιστοσύνη, συναλλάχθηκε μαζί του, υπό την άνω ιδιότητά του και εξαιτίας αυτής αλλά και ενόσω ο πρώτος εναγόμενος ήταν διευθυντής της εναγομένης τράπεζας, ήτοι πριν την συνταξιοδότησή του και όχι στα πλαίσια εξωτραπεζικής συναλλαγής, επιδιώκοντας απλώς επωφελή αλλά πάντως νόμιμη επένδυση των χρημάτων του, που αποτελούσαν κόπους και αποταμιεύσεις ετών, χωρίς να γνωρίζει ούτε να όφειλε να γνωρίζει, αφενός τον ακριβή τρόπο πραγματοποίησης της επένδυσης που νόμιζε ότι πραγματοποίησε, αφετέρου ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε σε άδεια από την εργασία του, ο οποίος άλλωστε, με βάση τα προαναφερόμενα κατά τη διάρκεια της άδειάς του εξακολουθούσε να μεταβαίνει στο υποκατάστημα στο οποίο εργαζόταν και να δίδει εντολές στους υφισταμένους του. Σημειωτέτον ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα τράπεζα από 20.2.2014 βεβαίωσή της, ο πρώτος εναγόμενος δεν τελούσε σε άδεια στις 23.3.2010, οπότε προέβη στην πρώτη ως άνω ανάληψη ποσού 50.000 ευρώ από το λογαριασμό του ενάγοντος. Επίσης, ο ενάγων συναλλάχθηκε με τον επιλεγέντα από την δεύτερη εναγομένη και εξουσιοδοτηθέντα από αυτήν διευθυντή του ανωτέρω υποκαταστήματός της, οι δε ως άνω αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης, που χορήγησε στον ενάγοντα ο πρώτος εναγόμενος, έφεραν το λογότυπο της δεύτερης εναγομένης και όλα εκείνα τα απαραίτητα κατά τις συναλλαγές στοιχεία, ενώ επίσης ο ενάγων ενημερώνονταν τακτικά από τον πρώτο εναγόμενο, ως διευθυντή, για την πορεία των καταθέσεών του, με συνέπεια να μην προκληθεί σε αυτόν αμφιβολία για το νομότυπο των συναλλαγών του ούτε να έχει βάσιμους λόγους ανησυχίας για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Ούτε επίσης, αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε οιοσδήποτε ανησυχητικός λόγος, ώστε ο ενάγων να απευθυνθεί σε κάποιο κατάστημα της εναγομένης τράπεζας, προκειμένου να επιβεβαιώσει την ύπαρξη και το επιτόκιο του προνομιακού λογαριασμού, που του παρέστησε ο πρώτος εναγόμενος ότι υφίστατο στο κεντρικό κατάστημά της. Εξάλλου, το γεγονός ότι το συμβατικό επιτόκιο της επίδικης προθεσμιακής κατάθεσης φέρονταν ότι ήταν διπλάσιο από αυτό που προσέφερε στις συναλλαγές της η δεύτερη εναγομένη την ίδια περίοδο, δεν μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία στον ενάγοντα ενόψει του σημαντικού ποσού των 200.000 ευρώ, που επρόκειτο να επενδύσει, σε συνδυασμό με την κατ' εκείνο το χρονικό σημείο προσφορά υψηλών και διαπραγματεύσιμων επιτοκίων από τις τράπεζες προς προσέλκυση προθεσμιακών καταθέσεων. Επίσης στην διακριτική ευχέρεια του ενάγοντος απόκεινταν να καταρτίσει με τον πρώτο εναγόμενο και τη σύζυγό του συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους ακόμη και πριν ενημερώσει την τράπεζα για την σε βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι ο ενάγων δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την επελθούσα ζημία του και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από την δεύτερη εναγομένη ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος δεν έσφαλε αλλά ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της Α' έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τυγχάνει σημαντικό να αναφερθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος, όπως αποδεικνύεται από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του, εκμεταλλευόμενος τη θέση που κατείχε αλλά και την διαπιστωθείσα χαλαρότητα της ελεγκτικής διαδικασίας εκ μέρους των υφισταμένων του, πετύχαινε να αναλαμβάνει τα χρήματα, με την ανοχή ή την βοήθεια των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας στα ταμεία, χωρίς την ύπαρξη τυχόν ειδικού πληρεξουσίου του ενάγοντος προς αυτόν και χωρίς την προσκόμιση προς τους αρμοδίους ταμίες κατά τον κρίσιμο χρόνο των αναλήψεων σχετικής εξουσιοδότησης του (ενάγοντος) με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του, η συμπεριφορά των οποίων συνιστά βαριά αμέλεια εκ μέρους τους, που βαρύνει την εναγομένη τράπεζα, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου σχετικού λόγου της Α' έφεσης. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος Α. Κ., καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα και δη από το μήνα Μάρτιο του έτους 2010 έως τις 10.11.2010 (χρόνος έκδοσης του δεύτερου δελτίου ανάληψης) που εκδήλωσε τη δόλια συμπεριφορά του, είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου της εναγομένης τράπεζας, κατέχοντας τη θέση του διευθυντή, ήτοι ήταν προστηθείς της (άρθρ. 922 ΑΚ) και θεμελιώνεται έτσι από τη σχέση πρόστησης αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας (εναγομένης τράπεζας) ως προστήσασας, η οποία ευθύνεται για τη ζημία που προξένησαν στον ενάγοντα οι άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις του προστηθέντος υπαλλήλου της, εφόσον η ζημία αυτή προκλήθηκε με αφορμή και επ' ευκαιρία της εκτέλεσης της υπηρεσίας του από τον τελευταίο και η οποία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση των προπεριγραφεισών ζημιογόνων πράξεών του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης περί ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί σε αυτόν από την δεύτερη εναγομένη τράπεζα, δεν έσφαλε αλλά ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της Α' έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ευθύνη δε, της προστήσασας εργοδότιδας τράπεζας, δεν αίρεται από το γεγονός, ότι πράγματι ο υπάλληλός της πρώτος εναγόμενος ενήργησε εν προκειμένω, κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του και κατά σαφή παράβαση των οδηγιών που του είχαν δοθεί από την εργοδότιδά του. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε, ούτε και ότι σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει τη γενομένη από τον πρώτο εναγόμενο κατάχρηση. Και τούτο διότι ο ενάγων γνώριζε τον πιο πάνω ως διευθυντή της δεύτερης εναγομένης και οι εκ μέρους του παρατυπίες κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τον μέσο συνετό κοινωνικό άνθρωπο. Με βάση λοιπόντα ανωτέρω και αποδειχθέντος του καθ' υποφοράν με την αγωγή αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις προβληθέντος ισχυρισμού του ενάγοντος ότι οι αναλήψεις των καταθέσεών του έγιναν με τις αξιόποινες πράξεις της απάτης σε βάρος του, εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, προστηθέντος υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης και της υπεξαιρέσεως σε βάρος της τελευταίας, η άρνηση της δεύτερης εναγομένης να αποδώσει στον ενάγοντα το ποσό των παρακατατεθέντων σ' αυτήν χρημάτων του συνολικού ποσού 155.000 ευρώ, μετ' αφαίρεση των προαναφερόμενων καταβολών του πρώτου εναγομένου στον ενάγοντα, συνιστά αθέτηση κατ' αρχήν της μεταξύ τους συμβάσεως παρακαταθήκης, εκ μέρους της, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη και συνεπώς ο ενάγων υπέστη θετική ζημία ποσού 155.000 ευρώ. Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω, η δεύτερη εναγόμενη, προστήσασα εργοδότρια του ως άνω υπαλλήλου της ευθύνεται για τη ζημία που προξένησε στον ενάγοντα η προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, εφόσον η ζημία αυτή προκλήθηκε με αφορμή και επ' ευκαιρια της εκτέλεσης της υπηρεσίας του και η οποία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου συμπεριφοράς του. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, ο πρώτος εναγόμενος, έναντι του ποσού των 200.000 ευρώ που ανέλαβε από τον πιο πάνω λογαριασμό του ενάγοντος και κατά το οποίο απομειώθηκε η κατάθεσή του, κατέβαλε σε αυτόν το συνολικό ποσό των 45.000 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο ποσού 155.000 ευρώ, το οποίο παριστά την περιουσιακή ζημία που υπέστη ο ενάγων από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ως βάση υπολογισμού της ζημίας του ενάγοντος το ποσό των 210.000 ευρώ, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος αναγνώρισε με το προαναφερόμενο από 24.10.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους ότι οφείλει στον ενάγοντα, και, μετ' αφαίρεση του ποσού των 45.000 ευρώ που του κατέβαλε, έκρινε ότι η θετική ζημία του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 165.000 ευρώ, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα της Α' εφέσεως τράπεζα, με σχετικό λόγο της έφεσής της, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος. Επιπλέον από την προπεριγραφείσα αδικοπραξία ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει, δε των ανωτέρω περιστατικών που αποδείχθηκαν και λαμβανομένου υπόψη του βαθμού πταίσματος του πρώτου εναγομένου - προστηθέντος υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης τράπεζας, των συνεπειών αυτού, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους και της έκτασης της ζημίας του ενάγοντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι το εύλογο ποσό για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ, μετ' αφαίρεση του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο ο ενάγων επιφυλάχθηκε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων..". Με όλα τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο και με τις ειδικότερες ουσιαστικές κρίσεις του: α) ότι ο πρώτος εναγόμενος Α. Κ. κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ετύγχανε διευθυντής του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας Τράπεζας στη Χαλκίδα και ενόψει της συνταξιοδοτήσεώς του τελούσε από 21-6-2010 τυπικά σε άδεια, πλην όμως εξακολουθούσε να μεταβαίνει στο ανωτέρω υποκατάστημα και να δίδει εντολές τους στους υφισταμένους του, οι οποίοι τις εκτελούσαν. β) ότι ο πρώτος εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, κυρίως όμως τη θέση του ως διευθυντή, παρέστησε ψευδώς στον ενάγοντα ότι τα χρήματα από τον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην αναιρεσείουσα θα κατατίθενταν απευθείας σε ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό με διπλάσιο επιτόκιο και ότι έτσι τον έπεισε, με ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις να επενδύσει στον ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο θα αναλάμβανε ο πρώτος εναγόμενος από τον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος και αμέσως θα το κατέθετε στον ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό. γ) ότι ο πρώτος εναγόμενος, στις 23-3-2010, όταν ακόμα δεν τελούσε ούτε σε τυπική άδεια, ανέλαβε αρχικά το ποσό των 50.000 ευρώ, χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου καταθέσεων του ενάγοντος, αλλά με δελτίο ανάληψης που έφερε απομίμηση της υπογραφής του ενάγοντος και στη συνέχεια, στις 10-11-2010 ανέλαβε το ποσό των 150.000 ευρώ, με δελτίο ανάληψης που έφερε την υπογραφή του ενάγοντος, το γνήσιο της οποίας θεωρήθηκε στις 18-11-2020. δ) ότι όλα αυτά τα χρήματα δεν τα κατέθεσε αμέσως σε ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και για να συγκαλύψει την παράνομη δράση του παρέδωσε στον ενάγοντα δύο αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης, οι οποίες αποδείχθηκαν πλαστές, όταν ο ενάγων προσπάθησε να εισπράξει μέρος των καταθέσεών του. ε) ότι οι πιο πάνω δύο αναλήψεις δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης του ενάγοντος, με βάση την πραγματική συναίνεση ή έγκρισή του, αλλά αποτέλεσμα της εξαπάτησής του από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος κατέπεισε τον ενάγοντα ότι θα κατατίθεντο τα χρήματα απευθείας στον προνομιακό λογαριασμό και ότι έτσι δεν ομολόγησε ο ενάγων έγκυρη συναίνεσή του για τις επίδικες αναλήψεις, όπως ισχυρίστηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα. στ) ότι δεν βαρύνει συντρέχον πταίσμα τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, διότι αυτός συναλλάχθηκε με τον πρώτο εναγόμενο, προστηθέντα υπάλληλο της αναιρεσείουσας, όχι στα πλαίσια εξωτραπεζικής συναλλαγής, αλλά υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας στην Χαλκίδα, πριν τη συνταξιοδότησή του, τον οποίο ο ενάγων εμπιστεύθηκε, οι δε αποδείξεις δήθεν προθεσμιακής κατάθεσης που ο πρώτος εναγόμενος του χορήγησε έφεραν το λογότυπο της εναγομένης τράπεζας και όλα τα απαραίτητα για τις συναλλαγές στοιχεία, με συνέπεια να μην προκληθεί στον ενάγοντα αμφιβολία για το νομότυπο των συναλλαγών ούτε να έχει βάσιμους λόγους ανησυχίας για την υλοποίηση των συμφωνημένων και ζ) ότι από την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, για την οποία ευθύνεται αντικειμενικά και η προστήσασα αυτόν αναιρεσείουσα τράπεζα, ο ενάγων υπέστη ζημία ύψους 155.000 ευρώ (μετά τις καταβολες των 45.000 ευρώ συνολικά από τον πρώτο εναγόμενο), καθώς και ηθική βλάβη και ότι για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας ευθύνεται η αναιρεσείουσα και ενδοσυμβατικά, ένεκα αθέτησης κατ' αρχήν της μεταξύ τους συμβάσεως παρακαταθήκης. Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης θεμελιώνουν αδικοπρακτική ευθύνη, με υποκειμενικά ευθυνόμενο τον πρώτο εναγόμενο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη Α. Κ., αντικειμενικά ευθυνόμενη την προστήσασα αυτόν δεύτερη εναγομένη - αναιρεσείουσα τράπεζα και αμέσως παθόντα και τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στην παρούσα απόφαση. Καθιστούσαν, έτσι, εφαρμοστέες τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 και 932 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμος. Επίσης οι ίδιες παραδοχές καθιστούσαν εφαρμοστέες και τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 830 ΑΚ, περί ανώμαλης παρακαταθήκης και αυτές των άρθρων 806 επ. ΑΚ περί δανείου, στις οποίες το άρθρο 830 ΑΚ παραπέμπει, τις οποίες το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς την συρρέουσα ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας Τράπεζας. Άρα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα παραβίασης των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και εκείνης του άρθρου 238 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι οι επίδικες αναλήψεις έγιναν με την συναίνεση του ενάγοντος, ή έστω με την έγκρισή του εκ των υστέρων, είναι αβάσιμος, αφού η απόφαση έκρινε ότι η συναίνεση του ενάγοντος, που αποσπάστηκε με απατηλές διαβεβαιώσεις, αφορούσε την ανάληψη των χρημάτων του από τον πρώτο εναγόμενο και την απευθείας κατάθεσή τους σε ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό του ενάγοντος και όχι την περιέλευσή τους στην κατοχή του εναγομένου, ο οποίος τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ακόμη, με όσα παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 830 παρ.1, 806 και 827 ΑΚ, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο οποίος είναι, ωσαύτως, αβάσιμος. Περαιτέρω, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, αιτιολογημένα, ότι δεν ομολόγησε ο ενάγων έγκυρη συναίνεσή του για τις επίδικες αναλήψεις, έλαβε υπόψη της όλα όσα εξέθεσε ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 559 αριθ.11, περίπτωση γ' κατ' ορθήν εκτίμηση, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν", με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση αυτή το σφάλμα ότι δεν έλαβε υπόψη της τη δικαστική ομολογία του ενάγοντος, που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής, περί συναίνεσής του στην ανάληψη των χρημάτων του, ύψους 200.000 ευρώ, από τον πρώτο εναγόμενο και την οποία ομολογία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με πρόσθετο λόγο έφεσης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου οι παραδοχές του Εφετείου δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 914 ΑΚ και ως προς το στοιχείο του πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου και της ζημίας και ηθικής βλάβης του ενάγοντος, καθώς και της αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας αναιρεσείουσας. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 και 926 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο με πλήρεις αιτιολογίες, χωρίς κάποια αντίφαση, απέρριψε την από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας - εναγομένης, περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην πρόκληση της ζημίας και ορθά δεν εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, χωρίς να στερήσει την απόφασή του από την νόμιμη βάση της. Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης, και ως προς τα δύο σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, ευθέως και εκ πλαγίου, την οποία δεν εφάρμοσε ως έδει και με ελλιπείς και προεχόντως αντιφατικές αιτιολογίες, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, με το μοναδικό λόγο του από 9-10-2020 δικογράφου των προσθέτων λόγω αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, και, επικουρικά, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 140, 147, 211, 216, 217, 236, 238 και 713 ΑΚ, ευθέως δια της εσφαλμένης ερμηνείας τους, άλλως της εφαρμογής τους και επικουρικά διότι από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ποια διάταξη εφαρμόστηκε, ισχυριζόμενη, ότι η παραβίασή τους προκύπτει από την ειδικότερη παραδοχή του Εφετείου, ότι "δεν υπήρξε πραγματική και έγκυρη συναίνεση ή έγκριση του ενάγοντος για τις ανωτέρω γενόμενες αναλήψεις, η δε φαινομένη συναίνεσή του δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησής του, αλλά αποτέλεσμα της ανωτέρω εξαπατήσεώς του από τον πρώτο εναγόμενο". Επίσης ισχυρίζεται ότι, αφού δεν ακυρώθηκαν οι δικαιοπραξίες του ενάγοντος με τον πρώτο εναγόμενο, λόγω πλάνης ή απάτης, η αναιρεσείουσα δεν διέπραξε αδικοπραξία ούτε παραβίασε τις συμβατικές της υποχρεώσεις από την τραπεζική κατάθεση (ανώμαλη παρακαταθήκη). Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης, ως προς το κύριο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου δεν έχει ως βάση τις διατάξεις των άρθρων 140 και 147 ΑΚ, περί πλάνης και απάτης, με διαπλαστικό αίτημα ακύρωσης δικαιοπραξιών, αλλά θεμελιώνεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αξίωση που στην περίπτωση της απάτης παρέχεται παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας (άρθρο 149 ΑΚ), οι δε λοιπές από τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, περί άμεσης αντιπροσώπευσης, πληρεξουσιότητας, συναίνεσης, έγκρισης και εντολής, δεν ετύγχαναν εφαρμοστέες, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου και, έτσι, δεν τις παραβίασε δια εσφαλμένης ερμηνείας ή μη εφαρμογής τους. Εξάλλου, οι εμπεριστατωμένες, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν την στερούν από τη νόμιμη βάση της, καθιστούν εμφανή τη συνδρομή των όρων εφαρμογής των διατάξεων περί αδικοπραξιών, των άρθρων 914 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 806 επ. ΑΚ και 830 ΑΚ, ως προς την συρρέουσα ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας Τράπεζας, τις οποίες διατάξεις η απόφαση ορθά εφάρμοσε και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος του, είναι, ωσαύτως, αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, όπως διευρύνθηκε με τον πρόσθετο λόγο της. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-10-2019 αίτηση και τον από 9-12-2020 πρόσθετο λόγο αυτής, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... για αναίρεση της με αριθμό 159/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ