Αριθμός 646/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2053/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4961/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/2/2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/4/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος ή αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση προχωρά σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, ενώ στην αντίθετη περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ.που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. Β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που Πρέπει να συζητηθούν, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε . Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή ή σε άλλη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως ‚δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως μπορεί να γίνει εγκύρως και στο δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση αναιρέσεως ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση από την υπ' αριθμ. .../28/5/2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών … . προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11/ 2 / 2009 αιτήσεως για αναίρεση της 4961 /2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τον αναιρεσείοντα να παραστεί κατά τη συζήτησή της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12/4/ 2011 κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 28/2/2012 και εν συνεχεία για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (12/ 3/ - 2013) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ευγένιο Βαγενά, ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως ως πληρεξούσιος. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως‚ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ιδίου Κώδικα). Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του νομοθετικού διατάγματος 515/1870 " περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών ", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο Ι του ν. δ/τος 264 /1973 και ίσχυσε κατά τον κρίσιμο χρόνο, "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας) εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, ως και του Δημοσίου και των Ν.Π.ΔΔ. επιπλέον των δι' εκάστην κατηγορία επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη ως μη επιδεχόμενη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. Δια την ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται προσαυξημένον κατά 75%. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αφού η άδεια υπό τους παρεχόμενους ως άνω όρους αποτελεί μείζονα εγγύηση για την προστασία των μισθωτών. Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασίας, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων , του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίου ωραρίου απασχολήσεως, εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως και το χρονικό διάστημα , κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού, δεν απαιτείται δε να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της αποφάσεως, ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχολήσεως ποίοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά. Εξάλλου η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως ειπιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, η εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια Διοικητική Αρχή δηλαδή στο Υπουργείο Εργασίας και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋποθέσεως δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων απασχολείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία και ειδικότερα στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Λαυρίου σε οργανική Θέση , με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη. Εργαζόταν με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί 8 ώρες ημερησίως. Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/- 1999 έως 30/ 4 / 2003, που αφορά την κρινόμενη υπόθεση για την εκτέλεση επείγουσας φύσεως εργασία, που κρίθηκε απολύτως επιβαλλομένη και μη επιδεχόμενη αναβολή, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε υπερωριακά στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας από Δευτέρα έως Παρασκευή , καθώς και Κυριακή, επί 1233,5 ώρες συνολικά όπως οι πιο πάνω ώρες υπερωριακής απασχολήσεως, που επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτουν από τις οικείες μισθοδοτικές καταστάσεις και δεν αμφισβητούνται από την εργοδότρια εταιρεία. Για την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά τα έτη 1999 2000, 2001, 2002 έως και 30/6/- 2003 είχε χορηγηθεί σχετική άδεια με τις 2336//20/5/199, 2876/14/12/- 1999, 3216 /29/1/2000, 2795/28/6/2001 ‚3185/26/10/2001, 3478/18/- 12/2001, 2731 /26/6/2002‚ 2629/ 8/7/2002‚ 2912/ 28/8/2002, 2975 /25 /11/2002 και 3057 /21/3/2003 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, οι οποίες αναφέρονται στο προδιαληφθέν χρονικό διάστημα, έχουν εκδοθεί μετά γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, αναφέρουν την αναιρεσίβλητη εταιρεία και την επείγουσας φύσεως εργασία, απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή, τον αριθμό των εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, στην κατηγορία του αναιρεσείοντος και τον αριθμό των ωρών της υπερωριακής απασχολήσεως Με τις ανωτέρω δε υπουργικές αποφάσεις, η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος ήταν νόμιμη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την αναιρεσίβλητη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η κρίση δε του Υπουργού Εργασίας περί της συνδρομής της επείγουσας φύσεως εργασίας, που επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από το δικαστήριο, Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, εφόσον δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του εργαζομένου, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν υφίσταται η ένδικη αξίωσή του για την επιδίκαση τέτοιας αμοιβής και κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ‚που είχε αποφανθεί αντιθέτως ‚απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 του Ν.Δ. 515 / 1870, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264 / 1973 και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ‚ με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η παραπάνω διάταξη διότι, α) δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι από τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν όροι περί ειδικού βιβλίου υπερωριών σε τύπο ημερολογίου (ανάλογο με το προβλεπόμενο από το άρθρο 3 του Ν.Δ. 515/1970) και έγγραφη αναγγελία της υπερωριακής εργασίας στην Επιθεώρηση Εργασίας, β) οι εγκρίσεις που δόθηκαν από τον Υπουργό Εργασίας εζητούντο και παρέχονταν με καθυστέρηση και κάλυπταν μέρος μόνο των πραγματοποιουμένων υπερωριών, ενώ για το έτος 2000 και το Α' εξάμηνο του έτους 2001 δεν είχε ζητηθεί καμία έγκριση και γ) το Δικαστήριο δεν ερεύνησε ον οι υπερωρίες που πραγματοποιήθηκαν κάλυπταν πράγματι τις ανάγκες για τις οποίες είχε χορηγηθεί η έγκριση ‚είναι, α) ως προς μεν την υπό στοιχ. α' αιτίαση αβάσιμος, διότι κατά τη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 515/1970 δεν απαιτείτο η τήρηση βιβλίου υπερωριών ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας ώστε ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στη νομιμότητα των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν, τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις και β) ως προς τις υπό στοιχ. β' και γ' αιτιάσεις απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11/ 2 / 2009 αίτηση για αναίρεση της 4961 / 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Καταδικάζει τον αναιρεσε[οντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ