Αριθμός 539/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ά. Τ. του J., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γιαννακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2109/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3666/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2020 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1476/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 20-10-2022 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 20 Οκτωβρίου 2022 με αριθμ. καταθ. 185/21.10.2022 κλήση της καλούσας-αναιρεσείουσας κατά του καθού η κλήση - αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου (σωματείου), φέρεται προς συζήτηση η από 15 Ιουλίου 2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 3666/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1476/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης προκειμένου να προσκομιστούν από το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο τα αναφερόμενα σ'αυτή ελλείποντα έγγραφα νομιμοποιητικά της παρασταθείσας πληρεξούσιας δικηγόρου αυτού. Με την κρινόμενη από 15 Ιουλίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 4670/569/17.7.2020 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθμ. 3666/19.7.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 14.1.2016 με αριθ. καταθ. 225/14.1.2016 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 2109/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 24.1.2012 με αριθ. κατάθ. 19472/390/30.1.2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο (σωματείο) στις 29.11.2002 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργάζεται ως καθαρίστρια. Ότι με νεώτερη συμφωνία που υπέγραψε με το εναγόμενο στις 5.11.2007 συμφωνήθηκε να απασχολείται με σύμβαση μερικής απασχόλησης από Δευτέρα έως Παρασκευή επί 6 ώρες ημερησίως με καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 668,15 ευρώ. Ότι αυτή εργάσθηκε μέχρι τις 3.10.2011 που το εναγόμενο την απέλυσε χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης. Ότι το εναγόμενο οφείλει σ'αυτήν για δεδουλευμένους μισθούς για το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο του έτους 2009 έως και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 το ποσό των 18.040,05 ευρώ (668,15 ευρώ Χ 27 μήνες) και για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 5.138,31 ευρώ. Ζητούσε δε, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής συνολικού ύψους 23.178,36 ευρώ, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει από τη σύμβαση εργασίας της και επικουρικά από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, για τις ως άνω αιτίες, το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το ποσό των 3.178,05 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 2109/2015 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής, δέχθηκε την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτό υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 3.178,05 ευρώ. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την από 24.1.2012 αγωγή της ενάγουσας ως προς την κυρία βάση της και απέρριψε αυτή ως κατ'ουσία αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1477/2022, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1477/2022, ΑΠ 319/2017) ούτε, τέλος με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση που υπάρχει στη δικογραφία (ΑΠ 1477/2022, ΑΠ 374/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 134/2021, ΑΠ 1625/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 199/2021, ΑΠ 1106/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, αληθώς, όμως εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα (καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επί έφεσης κατά απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης περί του χρόνου και του τρόπου λύσης της εργασιακής σύμβασης αυτής με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο και ειδικότερα α) με τον πρώτο λόγο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθότι αν και έκρινε ότι αυτή (ενάγουσα) προσέφερε την εργασία της αρχικά δυνάμει της από 1.4.2005 σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχολήσεως και στη συνέχεια δυνάμει της από 5.9.2007 σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακολούθως δέχθηκε αντιφατικά ότι η αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας της, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων του εναγομένου "δεν ανανεώθηκε εγγράφως", ότι "εν τοις πράγμασι η ενάγουσα έπαυσε να εργάζεται στο εναγόμενο" και ότι "η ενάγουσα είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της" και χωρίς μνεία για το λόγο και το χρόνο που έλαβε χώρα η "οικειοθελής" αποχώρηση αυτής από την εργασία της και β) με το δεύτερο λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την αναφερόμενη στις παραδοχές της "συμφωνία οικειοθελούς αποχώρησης" αυτής από την εργασία της με καταβολή από το εναγόμενο σωματείο των εργοδοτικών εισφορών της προκειμένου να είναι ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, καθότι δεν έχει καμία πρόσθετη παραδοχή ως προς το χρόνο και το λόγο κατάρτισης αυτής (συμφωνίας), ούτε με ποιόν συγκεκριμένα εκπρόσωπο του εναγομένου σωματείου "συνήψε" συμφωνία για τη μη καταβολή αποδοχών κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αλλά μόνο των εργοδοτικών εισφορών, ούτε, τέλος, για το λόγο που έπαυσε το εναγόμενο να καταβάλει τις ασφαλιστικές της εισφορές από τον Οκτώβριο του έτους 2011. Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν διαλαμβάνονται σ'αυτούς οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες αναιρετικές πλημμέλειες των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, ότι λύθηκε με αυτόν τον τρόπο η σύμβαση εργασίας της με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και ότι συμφωνήθηκε να καταβάλει το εναγόμενο τις ασφαλιστικές εισφορές της ενάγουσας την ένδικη διετία για να είναι ασφαλισμένη στο ΙΚΑ. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 4670/569/17.7.2020 αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθμ. 3666/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ