ΑΡΙΘΜΟΣ 1136/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα-Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της ΑΤ5356/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1290/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως είχε τροπ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του Ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόμοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο, σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, ενώ χρόνος διαπράξεώς του, είναι ο χρόνος συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Τέλος, με την παρ.2 του ίδιου άρθρου 34 του Ν.3220/2004, η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω σε βαθμό πλημμελήματος διωκομένου ειδικού αδικήματος καθυστέρησης καταβολής των βεβαιωμένων ΔΟΥ και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν.2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδ. α) και η υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδ. β), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ. 2 του Ν.3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί έναρξης παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τέλεσης και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ, ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του Ν.2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ, διαλαμβάνει μόνο περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο (Ολ. ΑΠ2/2011). Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοιν Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΑΤ5356/2012 απόφασή του, αφού έπαυσε την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για την πρώτη δόση του υπ' αριθμ. 11 χρέους και για το χρέος με αύξοντα αριθμό 14 του πίνακα χρεών, εκήρυξε εν συνεχεία ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι "Στον …κατά το χρονικό διάστημα από 30-11-2004 έως 30-10-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη προς το Δημόσιο σε βάρος της εταιρείας "ΑΝΚΕR ΑΒΕΕ", της οποίας τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος, όπως ακριβώς αναφέρονται στον πίνακα χρεών της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Πειραιά (αριθμ. ειδ. βιβλίου 22/2007) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 7-11-2007 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 5.199.229,02 μέσα στη νόμιμη προθεσμία". Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αφορά μόνο σε δεκατρία (13) επιμέρους χρέη τα οποία έχουν βεβαιωθεί όλα την 14-3-2003 και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα στον σχετικό πίνακα, χρεών με τους αριθμούς 1 έως 13, ήτοι 1) ποσό 11.322,83 ευρώ καταβλητέο σε δεκαοκτώ μηνιαίες δόσεις, λήγουσες η πρώτη την 30-1-2004 και η τελευταία την 31-8-2004, 2) ποσό 29.879, 82 ευρώ καταβλητέο σε δεκαοκτώ μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 31-8-2004, 3) ποσό 17.874,41 ευρώ καταβλητέο σε δεκατέσσερις μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 28-2-2005, 4) ποσό 3.141,76 ευρώ καταβλητέο σε δεκατέσσερις μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 28-2-2005, 5) ποσό 3.514,71 ευρώ καταβλητέο σε δεκατέσσερις μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 28-2-2005, 6) ποσό 19.773,10 ευρώ καταβλητέο σε δεκατέσσερις μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 28-2-2005, 7) ποσό 9.572,92 ευρώ, καταβλητέο σε δεκατέσσερις μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 28-2-2005, 8) ποσό 25.262,29 Ευρώ καταβλητέο σε εννέα μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 31-8-2004, 9) ποσό 16.855,02 Ε, καταβλητέο σε δεκαοκτώ μηνιαίες δόσεις, λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 31-8-2004, 10) ποσό 1.596,85 Ευρώ καταβλητέο σε οκτώ μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 30-7-2004, 11) ποσό 170.826,43 Ευρώ καταβλητέο σε δεκαπέντε μηνιαίες δόσεις, λήγουσες η πρώτη την 29-3-2004 και η τελευταία την 28-2-2005, 12) ποσό 12.592,56 Ευρώ καταβλητέο σε δεκαοκτώ μηνιαίες δόσεις, λήγουσες η πρώτη την 31-12-2013 και η τελευταία την 31-8-2004 και 13) ποσό 26.697,54 ευρώ καταβλητέο σε δεκαοκτώ μηνιαίες δόσεις λήγουσες η πρώτη την 31-12-2003 και η τελευταία την 30-9-2004. Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και τις παραδοχές της ως άνω αποφάσεως, χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξης του αδικήματος της μη καταβολής χρεών είναι η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο καταβολής εκάστου χρέους, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ και από το χρόνο καταβολής και της τελευταίας δόσης, όταν αυτό είναι καταβλητέο σε δόσεις, ήτοι χρόνος τελέσεως για κάθε επιμέρους χρέος του πίνακα είναι για το υπ' αριθμ. 1 η 31-12-2004, για το υπ' αριθμ. 2 η 31-12-2004, για το υπ' αριθμ. 3 η 31-6-2005, για το υπ' αριθμ. 4 η 31-6-2005, για το υπ' αριθμ. 5 η 31-6-2005, για το υπ' αριθμ. 6 η 31-6-2005, για το υπ' αριθμ. 7 η 31-6-2005, για το υπ' αριθμ. 8 η 31-12-2004, για το υπ' αριθμ. 9 η 31-12-2004, για το υπ' αριθμ. 10 η 30-11-2004, για το υπ' αριθμ. 11 η 31-6-2005, για το υπ'αριθμ. 12 η 31-12-2004 και για το υπ' αριθμ. 13 η 31-1-2005. Επομένως, ο πραγματικός χρόνος τελέσεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο είναι το διάστημα από 30-11-2004 και εντεύθεν και συνεπώς έκτοτε άρχιζε η ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος αλλά και η παραγραφή του σχετικού εγκλήματος (πλημμελήματος) της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ενόψει του ότι ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος, όπως δέχθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση είναι το διάστημα από 30-11-2004 έως και 30-10-2007 και η υπόθεση εκδικάσθηκε κατ' έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 2α Νοεμβρίου 2012 ήτοι πριν την παρέλευση της οκταετίας" το ανωτέρω αδίκημα δεν υπέπεσε στην οκταετή παραγραφή, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. 'Ετσι που έκρινε και το δικάσαν Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 34 του ν.3220/2004 σε συνδυασμό και με τα άρθρα 112 και 113 του ΠΚ και επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2012 αίτηση του Α. Α. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 5356/2-11-2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ