Αριθμός 1860/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Μ. Δ. «Κ." Α. Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων και απαιτήσεων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...", με έδρα την Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία "I. H. Α.. Ε.. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π., με διακριτικό τίτλο «I. H. Α..Ε..Δ..Α..Δ..Π..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Κιούρκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1392/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται εκ νέου προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού με την από 10-5-2022 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ . Νόμιμα φέρεται για συζήτηση, με την από 10-5-2022 κλήση της αναιρεσείουσας, η από 1-4-2019 αίτηση αναιρέσεως, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1392/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 206/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, και ειδικότερα από τα αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της υπ' αριθ. καταθ. 100/12-5-2022 κλήσης, με τις επ' αυτών σχετικές επισημειώσεις του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Πέτρου Κανελλόπουλου, τα οποία προσκομίζει η, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες επ' αυτών παραγγελίες προς επίδοση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 1-4-2019 αίτησης αναίρεσης και της ως άνω από 10-5-2022 κλήσης, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία. Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε διά πληρεξουσίου Δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο και συζητήθηκε νόμιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α` και 215 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012), ή όταν υπάρχει ταυτότητα ή ουσιώδης συνάφεια του κρινόμενου δικαίου προς αυτό του τρίτου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη δυνάμει νόμου αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος του διαδίκου, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο. Ανεξάρτητα απ` αυτό, ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς συνηγορεί και το ότι ο καταστάς αποκλειστικώς μη δικαιούχος διάδικος με διάταξη νόμου, που δικαιολογεί και το έννομο συμφέρον εκ του νόμου για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, δεν μπορεί να εξαρτά τη δικονομική του θέση από την δικονομική θέση του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη και πρέπει να του αναγνωριστούν εξουσίες κύριου διαδίκου πλασματικώς αναγκαίου ομοδίκου, κάτι που δεν ισχύει εάν η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηριστεί ως απλή. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 302/2023 ). Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ( Λ. Μεσογείων 109-111) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "I. H. Α.. Ε.. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π., πρώην ‘A.’ F. S. Μ. Α.. Ε.. Δ. Α. Α. Δ. Κ. ‘Π.’, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21-7-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ύστερα από διαταχθείσα σύντμηση της 60ήμερης προθεσμίας σε είκοσι ημέρες (άρθρο 150 ΚΠολΔ), στην αναιρεσείουσα και στην αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ. 9794Ε/3-8-2023 και 31-7-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας και Αθηνών Δάφνης Ντέλλα και Ιωάννη Ντινόπουλου αντίστοιχα), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " Τ. Π. Α. Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "P. S. D. A. C.", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας. Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω εταιρείας από χορηγήσεις δανείων με εκδότρια την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ...", η οποία στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 12-9-2019 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 237, σε τόμο 10 με αριθμό 271, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην προαναφερθείσα αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει του από 16-9-2019 πληρεξουσίου του Συμβ/φου Δουβλίνου Hugh McGroddy, κατά το Ν. 3156/2003, σε συνδυασμό με τα υπ' αριθ. 24237/23-9-2019 και 24.309/7-10-2019 ειδικά πληρεξούσια του Συμβ/φου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειριστή απαιτήσεων και της εκ του νόμου αποκλειστικής νομιμοποίησής της για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ). Δεδομένου δε ότι η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση-αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, παρότι, όπως αναφέρθηκε, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, αναγκαία ομόδικό της, ώστε η συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με την από 6-6-2016 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, εξέθεσε ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας συνήφθη η από 27-3-2003 σύμβαση με τίτλο ''ΣΥΜΒΑΣΗ ΣΩΡΕΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΔΟΧΗΣ ΑΛΛΟΤΡΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ'', πλην όμως ονομάστηκε έτσι εικονικά, επειδή υπό τη σύμβαση αυτή καλυπτόταν σύμβαση εγγυήσεως που οι συμβαλλόμενοι ήθελαν στην πραγματικότητα. Ότι ειδικότερα ο Ν. Χ. είχε λάβει από την αναιρεσίβλητη δάνεια ύψους 206.859,46 ευρώ, ανερχομένου του οφειλόμενου υπ' αυτού ποσού μέχρι 31-12-2000 σε 2.715.477,42 ευρώ. Ότι ακολούθως η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ‘Χ.’ Φ. ‘Α.’ κατέστη εις ολόκληρον συνοφειλέτιδα με τον ανωτέρω οφειλέτη. Ότι κατά το χρόνο υπογραφής της ενδίκου συμβάσεως ο παραπάνω οφειλέτης Ν. Χ. ήταν πρόεδρος του ΔΣ της αναιρεσείουσας και βασικός μέτοχος αυτής σε ποσοστό 98,33 %. Ότι η αναιρεσίβλητη του ζήτησε πρόσθετες εγγυήσεις για τις οφειλές του, αίτημα το οποίο αυτός αποδέχθηκε. Όμως σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 6 του καταστατικού της αναιρεσείουσας η παροχή εγγυήσεως εκ μέρους της υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων απαγορευόταν και ως εκ τούτου, προκειμένου να παρακαμφθεί η διάταξη αυτή, συμφωνήθηκε όπως η σύμβαση ονομαστεί ''Σύμβαση Σωρευτικής Αναδοχής Αλλότριου Χρέους''. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη, λόγω εικονικότητας, αφού κάτω από αυτήν καλύπτεται σύμβαση εγγύησης, η οποία επίσης είναι άκυρη ως αντίθετη με διάταξη του καταστατικού της αναιρεσείουσας. Άλλως και επικουρικώς, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση δεν είναι σύμβαση αναδοχής χρέους, να αναγνωριστεί ανεξαρτήτως χαρακτηρισμού της ως ενέχουσα σύμβαση εγγυήσεως, άκυρη ως αντιβαίνουσα στο καταστατικό της. Άλλως και επικουρικώς εφόσον ήθελε κριθεί ότι τυγχάνει σύμβαση αναδοχής να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτής ως αντιβαίνουσα στο καταστατικό της αναιρεσείουσας, κατ' αναλογία με την απαγορευόμενη ρητώς στο καταστατικό σύμβαση εγγυήσεως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 37/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν κατά την κύρια αλλά και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής. Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 26-10-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ενάγουσα - αναιρεσείουσα με την κρινόμενη από 1-4-2019 αίτηση αναίρεσης και τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη. Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, μπορεί δε να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη, (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη. Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 306/2009, ΑΠ 230/2014, ΑΠ 127/2018). Η σύμβαση δε αυτή της σωρευτικής αναδοχής χρέους, στην οποία ο σωρευτικώς αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος ενεργεί και ευθύνεται αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, διαφέρει από την προβλεπόμενη στο άρθρο 847 ΑΚ σύμβαση εγγύησης, δυνάμει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει εγγράφως (ΑΚ 849) απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή (ΑΠ 770/2021). Ειδικότερα, η σύμβαση εγγύησης αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση, με την οποία ο εγγυητής υπόσχεται την εκπλήρωση αλλότριου χρέους, αν τούτο δεν πράξει ο πρωτοφειλέτης, και για την κατάρτισή της απαιτείται, ως συστατικός τύπος, η έγγραφη δήλωση του εγγυητή, ενώ ο σωρευτικά αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος (ΑΚ 477), ενεργώντας και ευθυνόμενος αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, ενέχεται εις ολόκληρον προς το δανειστή, μαζί με τον οφειλέτη, προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου και διαπλάσσεται, έτσι, αυτομάτως παθητική εις ολόκληρον ενοχή και των δύο απέναντι στο δανειστή (ΑΠ 640/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 24/2023 , ΑΠ 162/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Ν. Χ. είχε λάβει από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος πιστώσεις για τις ανάγκες της ατομικής του επιχείρησης με τη μορφή συμβάσεων πίστωσης με ανοιχτούς αλληλόχρεους λογαριασμούς από το 1985 μέχρι το 1988 συνολικού ποσού 14.400.000 δραχμών. Την ατομική επιχείρησή του μετέτρεψε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ‘Χ.’ Φ. ‘Α.’ που κατέστη συνοφειλέτιδα με τον ίδιο και ακολούθως ιδρύθηκε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία (αναιρεσείουσα) με την επωνυμία ‘Α.’ Μ. Δ. ‘Κ.’ Α. Ε.'' και έδρα τη ... με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής τον Ν. Χ., κάτοχο των 118.000 εκ των 120.000 μετοχών της κατά ποσοστό δηλαδή 98,33 % στο όλο εταιρικό κεφάλαιο. Οι οφειλές του τελευταίου και της α.ε. ‘Χ.’ ‘Φ.’ ανήλθον μέχρι την 31-12-2000 σε 2.715.477,42 ευρώ. Για τη ρύθμισή τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της ΑΤΕ (αρ. πρωτ. 602/2003 έγγραφο Δ/νσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακείου Δανείων), ως πρόεδρος του ΔΣ της ενάγουσας και με τα άλλα μέλη του προέβησαν στη σύναψη της από 27-3-2003 ενδίκου συμβάσεως με τίτλο ''Σύμβαση Σωρευτικής Αναδοχής Αλλότριου Χρέους (άρθρο 477 ΑΚ)''. Σε αυτήν δηλώθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε πλήρη γνώση των οφειλών του Ν. Χ., που ανέλαβε την υποχρέωση να εκπληρώσει εμπρόθεσμα στην ΑΤΕ, μάλιστα όλες ανεξαιρέτως ευθυνόμενη εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης με τον οφειλέτη, παραιτούμενη των ευεργετημάτων της διαιρέσεως και διζήσεως. Ακόμη, αναγνώρισε ότι παρήχθη παθητική εις ολόκληρον ενοχή. Σύμφωνα με την 4216/Β/269/7-2-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και την 2/13854/0025/11-6-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίστηκαν οι οφειλές του Ν. Χ. και της ‘Χ.’ Φ. ‘Α.’ και εκ της συνολικής οφειλής των 2.715.477,42 ευρώ διεγράφη ποσό 2.390.562,22 ευρώ σε βάρος του λογαριασμού Δημοσίου ν. 128/1975 και το ποσό 148.833,03 ευρώ σε βάρος της δανείστριας ΑΤΕ, διαμορφωθείσης της οφειλής σε 176.082,17 ευρώ. Το τελευταίο ποσό με την 43/27-3-2003 πρόσθετη πράξη σύμβασης πίστωσης και ρύθμισης οφειλών απετέλεσε το νέο δάνειο υπό την εγγύηση του Δημοσίου το οποίο παρασχέθηκε στην ενάγουσα ''Κ. Α.'' ως αναδόχου των οφειλών με περίοδο αποπληρωμής 15 έτη από την 1-1-2001 κ.λ.π. Εκ των ανωτέρω πρόδηλον τυγχάνει ότι η ενάγουσα είχε άμεσο έννομο συμφέρον στην εκπλήρωση της παλιάς οφειλής εφόσον ο διευθύνων αυτής σύμβουλος απαλλασσόταν κατά το ποσό των 2.539.395,25 ευρώ (2.390.562,22 + 148.833,03) και απέμενε ποσό 176.082,17 ευρώ με ρύθμιση καταβολής του, το οποίο ανεδέχθη σωρευτικώς, γεγονός που ήταν της πρωτοβουλίας, ενέργειας και ως εκ τούτου της αντίληψης της δανείστριας τότε ΑΤΕ στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η εναγόμενη Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ. Συνεπώς πρόκειται για έγκυρη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής αλλότριου χρέους και όχι περί σύμβασης εγγυήσεως καθώς πληρούνται οι όροι της πρώτης... Εξάλλου από την κατάθεση της μάρτυρος προέκυψε ότι δεν χορηγήθηκε στην εταιρία ‘Χ.’ Φ. ‘Α.’ ούτε στην ενάγουσα νέα πίστωση από τραπεζικό ίδρυμα και ότι η πρώτη είναι πλέον οικονομικά υγιής και ότι σκοπός της ενάγουσας κατά την αναδοχή δεν ήταν η παροχή ασφάλειας ή η ενίσχυση της πίστης της πρώτης αλλά η επίτευξη της άνω ευνοϊκής ρύθμισης χρεών και συνεπώς απορριπτέα τυγχάνει και η πρώτη επικουρικά βάση της αγωγής περί ύπαρξης σύμβασης εγγύησης αντίθετης στο άρθρο 36 παρ. 6 του καταστατικού της ενάγουσας. Απορριπτέα τέλος είναι και η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής δεδομένου ότι το καταστατικό της ενάγουσας απαγορεύει ρητά και μόνο την παροχή εγγυήσεως εκ μέρους της εταιρίας και δεν μπορεί να συναχθεί εξ αυτής επιχείρημα ότι η απαγόρευση εφαρμόζεται αναλογικά και σε συμβάσεις άλλου είδους, όπως η σωρευτική αναδοχή χρέους, μιας και η αναφορά είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου περιοριστική και όχι ενδεικτική. Πιθανή διευρεμένη ερμηνεία του όρου απαγόρευσης εγγύησης και σε άλλες συμβατικές ενέργειες θα εξικνείτο ανεπιτρέπτως ακόμη και μέχρι σημείου αδυναμίας συναλλαγών υπό της ενάγουσας και ανατροπής της ικανότητάς της προς εμπορία ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή της ως προς όλες τις βάσεις αυτής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήσαν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση, ούτε και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 471 και 477 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους και όχι της συμβάσεως εγγυήσεως, που έχει, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, παρεπόμενο χαρακτήρα, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα, με σκοπό και στο πλαίσιο επίτευξης ευνοϊκής ρύθμισης του υφιστάμενου χρέους του βασικού μετόχου της Ν. Χ. και της ανώνυμης εταιρείας ‘Χ.’ Φ. ‘Α.’ προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα, υποσχέθηκε στην τελευταία με την ένδικη από 27-3-2003 σύμβαση, να εκπληρώσει εμπρόθεσμα το προαναφερόμενο αλλότριο χρέος, ενεργώντας αυτοτελώς και ευθυνόμενη εις ολόκληρον προς την τράπεζα, σαν να ήταν αυτό δικό της, και όχι παρεπομένως προς παροχή ασφάλειας ή την ενίσχυση της πίστης της πιο πάνω εταιρείας, το συγκεκριμένο δε χρέος, όπως αυτό διαμορφώθηκε, μετά τη γενομένη ρύθμιση των οφειλών αυτών, στο ποσό των 176.082,17 ευρώ, αποτέλεσε, με την καταρτισθείσα την ίδια ημέρα 43/27-3-2003 πρόσθετη πράξη σύμβασης πίστωσης και ρύθμισης οφειλών, το νέο δάνειο υπό την εγγύηση του Δημοσίου, το οποίο παρασχέθηκε στην αναιρεσείουσα, ως αναδόχου των οφειλών με περίοδο αποπληρωμής 15 έτη, τα περιστατικά δε αυτά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 477 ΑΚ και δικαιολογούν τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 847 επ. του ΑΚ και, συνακόλουθα, την απόρριψη της πρώτης επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής. Επομένως, το Εφετείο, προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης, ίδιον με αυτόν που προσέδωσαν και τα συμβαλλόμενα μέρη, υπαγάγοντας σωστά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και ιδιαίτερα το περιεχόμενο της σύμβασης, στην έννοια της πιο πάνω διάταξης και, συνεπώς, ο δεύτερος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί του χαρακτήρα της επίμαχης σύμβασης ως σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους και όχι ως σύμβασης εγγυήσεως, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δεδομένου ότι, κατά τη νοηματική εκτίμηση των σχετικών παραδοχών του, σαφώς δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε κύρια, ανεξάρτητη και παράλληλη με τον αρχικό οφειλέτη ευθύνη εκπλήρωσης του προκύψαντος εκ της διαγραφής και αναδιάρθωσης νέου χρέους του τελευταίου, στοιχεία που προσιδιάζουν σε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους και όχι σε σύμβαση εγγυήσεως που έχει, όπως προαναφέρθηκε, παρεπόμενο χαρακτήρα. Επίσης, αναφορικά με την απόρριψη της δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επαρκή αιτιολογία δεχόμενη ότι η απαγόρευση του άρθρου 36 παρ. 6 του καταστατικού της αναιρεσείουσας για παροχή εκ μέρους της εγγυήσεων είναι περιοριστική και όχι ενδεικτική και συνεπώς μη εφαρμοστέα σε άλλες μορφές συμβάσεων. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες αφορούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017). Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 416/2018). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016). Περαιτέρω, ο ορθός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 20, ΑΠ 928/2019, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2049/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στην περιεχόμενη στην επίμαχη σύμβαση δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά αντίθετα εκτιμώντας το περιεχόμενο της ένδικης από 27-3-2003 σύμβασης, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η τελευταία είναι σύμβαση σωρευτικής αναδοχής αλλότριου χρέους. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στην επίδικη σύμβαση, ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των μερών, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., ενώ αν θεωρηθεί ότι εφάρμοσε τούτους σιωπηρά, αξιολόγησε τα αποδειχθέντα κατά τις ανέλεγκτες πραγματικές κρίσεις περιστατικά, με τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 138 εδ.α` ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας αρκεί η ελαττωματικότητα της δηλωθείσας βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος ή των δηλωθεισών βουλήσεων των εκατέρωθεν δικαιοπρακτούντων, συνισταμένη, στο ότι αυτή δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση βουλήσεως, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνον για την έρευνα του κύρους ή μη της υποκρυπτόμενης, κατά το εδ. β` του άρθρου 138 του AK (ΑΠ 1620/2008). Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε, αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της η πρόθεση εξαπατήσεως κάποιου τρίτου, αλλά ούτε και η ύπαρξη απαιτήσεως προγενέστερης της εικονικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 160/2013). Ενόψει των εκτεθέντων, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή, όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία κάποια έννομη μεταβολή και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή, αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 1175/2021, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015). Η εικονικότητα της σύμβασης δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης) (ΑΠ 1454/2022) και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την εικονικότητα της σύμβασης, δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των άνω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναγόμενη από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια των ταυτόσημων ως άνω διατάξεων νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες κύριες ή επικουρικές βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1230/2019, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005). Ο ανωτέρω λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, ΑΠ 1824/2022). Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, ως αίτηση δε κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως είναι και η κάθε βάση της αγωγής και θεωρείται ότι έμεινε αδίκαστη, όταν στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση αυτή (ΑΠ 379/2017, ΑΠ 91/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, αν και όφειλε, σύμφωνα με την κυρία βάση της αγωγής, να κρίνει περί του αν οι περιεχόμενες στην επίμαχη σύμβαση δηλώσεις βουλήσεως των μερών έγιναν στα σοβαρά ή όχι, κατά την έννοια του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, δεν αποφάνθηκε περί τούτου και ως εκ τούτου άφησε αδίκαστη την περί εικονικότητας κυρία βάση της αγωγής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και δίκασε την κύρια βάση της αγωγής και τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο, ανελέγκτως, ότι μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, με πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων και, συνακόλουθα, κατά το σαφές νόημα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η δήλωση βουλήσεως αυτών έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και, άρα, δεν ήταν άκυρη ως εικονική. Επομένως, ο ανωτέρω, πρώτος, από τους αρ. 8β και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 1-4-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Μ. Δ. ‘Κ.’ Α." για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. - Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ