Αριθμός 1555/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Ν. του Π., κατοίκου Φιλιατών Θεσπρωτίας, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α'βαθμού, με την επωνυμία "Δήμος Φιλιατών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Κανέλλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν η 78/2019 μη οριστική και η 46/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 101/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 1-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 101/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (δικάσαντος ως Εφετείου), με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή από 3-2-2020 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των εκδοθεισών αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 78/2018 και 46/2019, μη οριστικής και οριστικής αντίστοιχα, αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, με τις οποίες διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης επί της από 15-1-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 40/2017) αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και ακολούθως έγινε αυτή δεκτή και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, καθώς και η συνεκκληθείσα μη οριστική, απορρίφθηκε η αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας την από 15-1-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 40/2017) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι δικηγόρος και στις 9-6-2009 προσελήφθη από τον εναγόμενο Δήμο Φιλιατών με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, προκειμένου να του παρέχει τις δικηγορικές υπηρεσίες της, αμειβόμενη με πάγια περιοδική (μηνιαία) αμοιβή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ότι δυνάμει της ΥΑ/95080/ 0022/2008 (ΦΕΚ Β' 2684/2008) τα κατ' αποκοπή μηνιαία έξοδα κίνησης του προσωπικού των Ο.Τ.Α. α' βαθμού καθορίστηκαν από 1.1.2008 στο ποσό των 365 ευρώ μηνιαίως. Ότι ο καθορισμός των αποδοχών των δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, έγινε σύμφωνα με την ΚΥΑ 2/17132/0022/2012 (ΦΕΚ Β' 489/28.2.2012), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ. 1 του ως άνω νόμου. Ότι δυνάμει των άρθρων 30 και 32 του Ν. 4024/2011 καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα, μεταξύ των οποίων και τα έξοδα κίνησης, που καταβάλλονταν στο προσωπικό των Ο.Τ.Α., πλην όμως οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή των Ο.Τ.Α., ως μη έχοντες την ιδιότητα του υπαλλήλου, δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτές, ωστόσο ο εναγόμενος Δήμος, ενεργώντας δια των αρμοδίων οργάνων του παράνομα και υπαίτια, έπαυσε να της καταβάλλει από 1.6.2012 το επίδομα εξόδων κίνησης, ποσού 365 ευρώ μηνιαίως. Ζήτησε δε, με βάση το άρθρο 32 του Ν. 4024/2011 και επικουρικά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, να αναγνωριστεί το δικαίωμά της να εξακολουθήσει να λαμβάνει το επίδομα εξόδων κίνησης και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να της καταβάλει, ως επίδομα εξόδων κίνησης, για το χρονικό διάστημα από 1.7.2012 έως και 31.12.2016, το ποσό των 365 ευρώ μηνιαίως και συνολικά ποσό των (365 Χ 54 μήνες =) 19.710 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν α) η υπ' αριθ. 78/2018 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομιστούν, με επιμέλεια της ενάγουσας, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης έγγραφα, και β) η υπ' αριθ. 46/2019 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς αμφότερα τα αιτήματά της. Τις ως άνω, οριστική και μη οριστική, αποφάσεις προσέβαλε ο εναγόμενος Δήμος με την από 3-2-2020 έφεσή του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 101/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (δικάσαντος ως Εφετείου), με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, καθώς και η συνεκκληθείσα μη οριστική, απορρίφθηκε η αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της. Σύμφωνα με το εδ. γ' του άρθρου 246 του Ν. 1188/1981 "Κώδικας Προσωπικού ΟΤΑ", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του Ν. 3274/2004, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στους Ο.Τ.Α. ή σε ιδρύματα που ανήκουν στους Δήμους καθώς και στα Ν.Π.Δ.Δ., χορηγούνται: (i) Τα ποσά που προβλέπονται στο άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2685/1999, το οποίο ορίζει ότι ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακίνησης σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εκτός έδρας, διατηρούνται σε ισχύ και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, με κοινή δε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού τα κατ' αποκοπή έξοδα μετακίνησης καταβάλλονται από 1.4.1998 σύμφωνα με την ΚΥΑ 2040222/4110/ 0022/1998, που προβλέπει τη χορήγηση στο προσωπικό των Ο.Τ.Α. εφάπαξ ετήσιας αποζημίωσης (90.000 δρχ. για το έτος 1998 και 120.000 δρχ. από το έτος 1999) για την κάλυψη των δαπανών κίνησης, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσης της απασχόλησής τους, η αποζημίωση δε αυτή βαρύνει αποκλειστικά τους οικείους προϋπολογισμούς των Ο.Τ.Α. και σε καμία περίπτωση και για οποιοδήποτε λόγο τον κρατικό προϋπολογισμό και η καταβολή της γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής, τμηματικά στο τέλος κάθε τριμήνου. Επίσης, στο άρθρο 166 παρ. 3 του Ν. 3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" ορίζεται ότι στους δικηγόρους των Ο.Τ.Α. με σχέση έμμισθης εντολής "χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2685/1999..., όπως ισχύουν". Το προβλεπόμενο ως άνω ποσό της αποζημίωσης για έξοδα μετακίνησης ανήλθε με την ΚΥΑ 2/6771/2004 από 1.1.2004 σε 206 ευρώ μηνιαίως και, μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές, με την ΚΥΑ 2/95080/0022/2008 καθορίσθηκε από 1.1.2008 σε 365 ευρώ. Στη συνέχεια, με το Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας. Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.).... 2. Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17". Με το άρθρο 22 παρ. 1 του ιδίου νόμου και με τον τίτλο "Επέκταση διατάξεων" ορίζεται ότι: "1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.... ", κατ' εφαρμογή δε της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β'498/28.2.2012), με έναρξη ισχύος την 1.11.2011, σύμφωνα με την παρ. 1 της οποίας στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011, καταβάλλεται, εφόσον πρόκειται για δικηγόρους στο Πρωτοδικείο, ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, για δικηγόρους στο Εφετείο, ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και, για δικηγόρους στον Άρειο Πάγο, ο βασικός μισθός του Β' βαθμού. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και συγκεκριμένα των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του εν λόγω νόμου επεκτάθηκε και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου ήτοι του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και των ΝΠΔΔ (ΑΠ 574/2021). Περαιτέρω, με το άρθρο 30 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4024/2011 ορίζεται ότι, πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του Κεφαλαίου τούτου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού. Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα στο εδάφιο β' της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω. Κατά δε το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, "1. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Όπου σε διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα. Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17. 2.... 3.... 4. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011". Ακολούθως, με το άρθρο 33 περ. β' του Ν. 4354/2015 ορίστηκε ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του προαναφερθέντος τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 32 του Ν. 4024/2011 με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος, η οποία (περίπτωση) δεν συντρέχει εν προκειμένω. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 30 και 32 του Ν. 4024/2011 συνάγεται ότι από την 1.11.2011 οι διατάξεις οι οποίες, πέραν των επιδομάτων και παροχών του δευτέρου Κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 32) του Ν. 4024/2011, προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, δεν καταργούνται ούτε γενικά ούτε αδιακρίτως αλλά καταργούνται, εφόσον καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του ως άνω νόμου. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, από 1.11.2011 καταργήθηκε και το καταβαλλόμενο, ανεξαρτήτως της μετακίνησης του δικαιούχου, επίδομα εξόδων κίνησης των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), πρώτου και δεύτερου βαθμού, αφού, κατά τα ανωτέρω, με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 επεκτάθηκε και σ' αυτούς η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του εν λόγω νόμου. Κατά συνέπεια, οι σχετικές ως άνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2685/1999 και του άρθρου 166 του Ν. 3584/2007, που προέβλεπαν τη χορήγησή του, έπαυσαν να ισχύουν, αφού καταργήθηκαν με το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 4024/2011. Με τα δεδομένα αυτά, οι θεσπισθείσες με το Ν. 4024/2011 περικοπές αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων στον εν γένει δημόσιο τομέα, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος προσαρμογής, αλλά και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε σχέση με την οργάνωση του έμψυχου δυναμικού των δημόσιων φορέων. Κατ' αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ' αρχάς σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος και αποτελούν, εν τέλει, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της ευρωζώνης, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Ο επιδιωκόμενος με τις κρίσιμες διατάξεις σκοπός, αποτελεί λόγο δημόσιου συμφέροντος που δικαιολογεί την επέμβαση του νομοθέτη στις συμβατικές σχέσεις των δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση θεσπίστηκε με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, παρίσταται ως πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν είναι προδήλως δυσανάλογη προς αυτόν. Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στην καθιερωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' αυτού αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες. Άλλωστε, από μακρού ο καθορισμός της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων υπήρξε αντικείμενο κρατικής παρέμβασης με την καθιέρωση κατωτάτων ορίων πάγιας περιοδικής αμοιβής των δικηγόρων και μάλιστα δια παραπομπής στο βασικό μισθό ή στα ΜΚ του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, όπως ιδίως με τα άρθρα 92 παρ. 1 και 92Α του Ν.Δ/τος 3026/1954 και τις ΚΥΑ 85724/8615/1986 και 2022210/2776/0022/1997 (ΑΠ 574/2021, ΑΠ 1254/2018, ΟλΣτΕ 3372/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη προς εκείνη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση ευθέως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4, 30 και 32 του Ν. 4024/2011 και 33 του Ν. 4354/2015. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, τα εξής: "Η ένδικη αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι δεν ερείδεται στο νόμο, αφού, ακόμη και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων στηρίζεται, δεν αρκούν, για να θεμελιώσουν τα εν λόγω αιτήματά της. Ειδικότερα, μη νόμιμη είναι η χορήγηση στην ενάγουσα του επιδόματος των εξόδων κίνησης, διότι αυτό καταργήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011 από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ο οποίος, κατά το άρθρο 43, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που έλαβε χώρα την 27-10-2011. Η εν λόγω διάταξη διέπει και τους με έμμισθη εντολή διορισμένους δικηγόρους στους Ο.Τ.Α., αμειβόμενους με πάγια αντιμισθία, κατά τη γνώμη που υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο (και αναλύεται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη) καθώς συμπεριέλαβε τόσο υπαλλήλους όσο και λειτουργούς εργαζόμενους στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως η ενάγουσα. Κατόπιν αυτών, το Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας με τις υπ' αριθ. 78/2018 και 46/2019 αποφάσεις του, με τις οποίες κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και εν συνεχεία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στην ενάγουσα μηνιαίως το ποσό των 365 ευρώ ως έξοδα κίνησης και είχε επιδικασθεί σε αυτή το ποσό των 19.710,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 Ν. 4024/2011, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Πρέπει επομένως η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν .... και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη οριστική απόφαση (46/2019) και η συμπροσβαλλόμενη με αυτήν μη οριστική (78/2018) του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας κατά το εκκληθέν μέρος τους. Εν συνεχεία, .... πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων των άρθρων 4, 30 και 32 του Ν. 4024/2011 και 33 του Ν. 4354/2015, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι ταυτόσημος με εκείνον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/ 2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 68/2022). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 68/2022) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 560 αριθ. 5 (και 559 αριθ. 8) ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να γίνεται και ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 26/2022, 19/2022). Δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αν ο ισχυρισμός, που προτάθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη, ήταν απαράδεκτος, αόριστος, μη νόμιμος ή αλυσιτελής (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 51/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1268/2022). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ και ταυτόσημος με εκείνον του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 6 (και 559 αριθ. 19) ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 818/2017, 414/2017, ΑΠ 103/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 560 αριθ. 5 και 6 του ΚΠολΔ. Ως προς το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα από αυτήν, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ισχυρισμό ότι, στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, πραγματοποιούσε σχεδόν καθημερινά μετακινήσεις σε δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες και, συνεπώς, δικαιούνταν να λαμβάνει το ένδικο επίδομα, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, το επίδομα εξόδων κίνησης ελάμβαναν οι δικαιούχοι (έως την κατάργησή του από 1-11-2011) ανεξαρτήτως της μετακίνησής τους και, ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν αλυσιτελής. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο ανωτέρω λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθόσον, όπως προελέχθη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και συνεπώς δεν προέβη στην κατ' ουσίαν εξέταση της υπόθεσης. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6/2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 101/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ