Αριθμός 2150/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γρηγόριο Λαπατά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταούλα του Νικολάου, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:1. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Αερίου-ΔΕΠΑ ΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα και έχει έδρα της την Αθήνα, ήδη μετονομασθείσα σε "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου-ΔΕΣΦΑ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μιχελάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Εμμανουήλ Μουστάκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ. κατάθ. 177/25/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 326/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 31-1-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 9-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31-1-2013 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1702/2011), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 8/2006). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του Ν.4857/1930, όλα τα κτήματα που επιτάχθηκαν ή καταλήφθησαν από το Δημόσιο και παραδόθηκαν από αυτό στην Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε-Α.Π.)/ η οποία εγκατέστησε ,σ' αυτά πρόσφυγες ή γηγενείς, κηρύσσονται με το νόμο αυτόν αναγκαστικός απαλλοτριωτέα για δημόσια ωφέλεια από τότε που καταλήφθησαν. Η απαλλοτρίωση αυτή γινόταν κατά το άρθρο 119 του Συντάγματος του 1927 για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και αφετέρου κατά το άρθρο 19 του ίδιου Συντάγματος λόγω δημόσιας ωφέλειας για τις εξαιρούμενες κατά το άρθρο 119 του Συντάγματος εκτάσεις. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κυριότητα των απαλλοτριωθέντων για τον ανωτέρω σκοπό μεταβιβάζεται στο Ελληνικό Δημόσιο, αν δε η κατάληψη τους από το Δημόσιο έγινε πριν από την ισχύ του Ν.4857/1930, τότε από την ισχύ του έχει γεννηθεί αξίωση αποζημιώσεως των μέχρι τότε κυρίων τους λόγω απαλλοτριώσεως, έτσι ώστε να μπορεί να εγερθεί αίτηση καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως. Η σχετική αξίωση υπέκειτο στην από το άρθρο 69 Ν.ΣΙΒ/1852, όπως αυτό συμπληρώθηκε με. το άρθρο 3 ΝΧΛ/1877, υπέρ του Δημοσίου θεσπισθείσα πενταετή παραγραφή, που (αρχίζει να τρέχει από την ισχύ του Ν.4857/1930, έστω και αν έγινε κατάληψη του απαλλοτριωθέντος από το Δημόσιο πριν από το Νόμο αυτόν (4857/1930). Μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής αυτής, ο καθ' ου η απαλλοτρίωση χωρίς έννομο συμφέρον υποβάλλει αίτηση για καθορισμό τιμής μονάδος αποζημιώσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 42 παρ.1 εδαφ. α' Κωδικός Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (Α.Ν. 1731/1939), όλες οι ειδικές διατάξεις, οι αναφερόμενες στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που διενεργούνται με βάση τους νόμους περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, γηγενών και προσφύγων διατηρούνται σε ισχύ (ΑΠ 1302/1997). Περαιτέρω στο άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 2732/1999 (Α' 154) ορίζονται τα εξής: "Η διανομή και παραχώρηση στους δικαιούχους των εκτάσεων Πούρλια- Κοσάρι Πλαταμώνα (μεταξύ άλλων), ενεργείται κατά παρέκκλιση των διατάξεων της κείμενης αγροτικής νομοθεσίας. Το αρμόδιο για την παραχώρηση όργανο, το μέγεθος της παραχωρούμενης έκτασης, το οφειλόμενο τίμημα και η διαδικασία καθορισμού και πληρωμής του, οι όροι και οι προϋποθέσεις παραχώρησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που εκδίδεται μία φορά μόνο για κάθε κτήμα και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Με αυτή τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του ν. 2732/1999 ο νομοθέτης επιδίωξε, όπως ρητώς αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, τη ρύθμιση συγκεχυμένων νομικών και πραγματικών καταστάσεων στα εποικιστικά- αγροτικά κτήματα που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, καταστάσεων οι περισσότερες των οποίων οφείλονται σε πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων της εποικιστικής-αγροτικής νομοθεσίας και η επίλυση των οποίων με τις ισχύουσες διατάξεις είναι ανέφικτη, αφού δεν συντρέχουν πλέον, είτε στο πρόσωπο των ενδιαφερομένων (κληρούχων ή κατόχων) είτε στην έκταση, οι οριζόμενες από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις. Άλλωστε, συμφωνά με την ίδια αιτιολογική έκθεση, λόγω της μακροχρόνιας κατοχής των εν λόγω εκτάσεων έχουν γίνει, με διαφόρους τρόπους, μεταβιβάσεις ή άλλες πράξεις επί ολοκλήρων τεμαχίων ή τμημάτων αυτών και έτσι έχει δημιουργηθεί νομική και πραγματική κατάσταση που δεν μπορεί να ανατραπεί. Κατά την έννοια δε της ως άνω διατάξεως του άρθρου 26 παρ. 1 του ν. 2732/1999, για καθένα από τα αναφερόμενα σ' αυτήν κτήματα θα εκδοθεί ξεχωριστή κανονιστική υπουργική απόφαση, με την οποία θα καθορίζονται, μεταξύ άλλων, οι ιδιαίτεροι όροι και οι προϋποθέσεις της παραχωρήσεως, το τυχόν εμβαδόν της παραχωρούμενης εκτάσεως και το τυχόν οφειλόμενο τίμημα, αφού συνεκτιμηθούν οι συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις παραχώρηση αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (δηλαδή άσκηση κοινωνικής πολιτικής), ο οποίος δεν συνδέεται-κατ' ανάγκη με στεγαστική ή αγροτική ή άλλου είδους αποκατάσταση κοινωνικώς ασθενών κατηγοριών προσώπων. Εις εκτέλεση των διατάξεων του προαναφερόμενου άρθρου εκδόθηκε η 32601/1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευθείσα στο 1678/27-8-1999 ΦΕΚ, τεύχος Β' , η οποία, αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τα εξής: Την 28/1931 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης την αναφερόμενη σε 3000 στρέμματα, την τελική οριστική διανομή, που έλαβε χώρα μόνον ως προς τους πρόσφυγες και αφορά σε 1551 στρέμματα, τα στοιχεία της οριστικής αυτής διανομής σύμφωνα με τα οποία τα υπόλοιπα απαλλοτριωθέντα τότε 1449 στρέμματα φέρονται στο απόσπασμα του σχετικού κτηματολογικού πίνακα "ως εκτάσεις ελληνικού δημοσίου, παραμείνασαι αδιανέμητοι" χωρίς όμως ιδιαίτερο προσδιορισμό της θέσης των ορίων και των τεμαχίων από τα οποία αυτή αποτελείται, τα στοιχεία των καταμετρήσεων του κτήματος Πόρων των ετών 1931, 1934 και 1953 των τοπογραφικών συνεργείων του Υπουργείου Γεωργίας, από τα οποία προκύπτει, ότι η έκταση του αγροκτήματος Πόρων ανέρχεται μόλις σε 28997 στρέμματα, ενώ το σύνολο των διανεμηθεισών εκτάσεων για την αποκατάσταση προσφύγων Πλαταμώνα και Αγίου Παντελεήμονα, των ακτημόνων Πόρων, των εξαιρεθεισών υπέρ ιδιοκτητών εκτάσεων και αυτών που παρέμειναν υπέρ του δημοσίου φθάνει τα 33000 στέμματα, τα φυσικά όρια των των κοινοτήτων Πόρων και Πλαταμώνα (ρέμα Δρομπίνα και ύψωμα Κουκούλα), καθώς και ότι η έκταση των 1449 στεμμάτων κατέχεται ανέκαθεν από τους κατοίκους Αγίου Παντελεήμονα και Πλαταμώνα, έχουν δε συνταχθεί, με αντικείμενο αυτήν, πλείστα όσα συμβόλαια, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα. Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά ο Υπουργός Γεωργίας όρισε με την προαναφερόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Ορίζουμε όπως η έκταση των 1449 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται στις τοποθεσίες "Γερομήτρι Κοσάρι- Γκορίτσα Λάκκος Ξυδιάκι και Κουκούλα" της κτηματικής περιοχής της Κοινότητας Πλαταμώνα Ν. Πιερίας και η οποία κατέχεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, βρίσκεται εκτός των ορίων του απαλλοτριωθέντος αγροκτήματος Πόρων Πιερίας, του οποίου τα όρια εξαντλούνται στην περιγραφή που διαλαμβάνεται στο από 4 Απριλίου 1936 πρωτόκολλο οριστικού διαχωρισμού της απαλλοτριωθείσης εκ 1551 στρεμμάτων εκτάσεως υπέρ προσφύγων Πλαταμώνα, της σχετικής μεταβολής στα οικεία κτηματολογικά στοιχεία και διαγράμματα. που τηρούνται στις Υπηρεσίες Γεωργίας και Τοπογραφικής της Νομαρχιακής Αυτοδ/σης Πιερίας, επερχόμενης με απόφαση του Νομάρχη Πιερίας. Εκτάσεις της μορφής του άρθρου 3 του ν. 998/1979 οι οποίες τυχόν περιλαμβάνονται στην ανωτέρω εκ 1449 στρεμμάτων έκταση διέπονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Στην περίπτωση, κατά την οποία εκδόθηκαν αποφάσεις αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμημάτων από την ανωτέρω έκταση, αυτές δεν θίγονται με την παρούσα απόφαση, οι δε κάτοχοι των απαλλοτριωθέντων αυτών τμημάτων θεωρούνται δικαιούχοι αυτών πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, άλλως την συντέλεση αυτής και δικαιούνται να εισπράξουν την αναλογούσα στον καθένα αποζημίωση". ΙΙ. Ο αναιρεσείων, με την από 15.1.2003 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 177/25/2003) ένδικη αγωγή του, η οποία απευθυνόταν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και στρεφόταν κατά των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα σ' αυτήν (αγωγή) πραγματικά περιστατικά, να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης ύψους 52.335,73 ευρώ, που ορίσθηκε με τη 1552/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, αφορά στα απαλλοτριωθέντα επίδικα ακίνητα, εμβαδού 480 τ.μ. και 1.475 τ.μ., στα επικείμενα καθώς και σε περαιτέρω αποζημίωση λόγω απώλειας δυνατότητας δόμησης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης) εξέδωσε κατ' αρχήν την 191/2005 μη οριστική απόφαση του, με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης και τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, και στη συνέχεια με την 116/2008 οριστική απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας αυτής οριστικής απόφασης, ο αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 28.11.2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 171/28.11.2008 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της υπ' αριθμόν 326/2010 απόφασης του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (Εφετείου Θεσσαλονίκης). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την αμέσως προηγούμενη προσβαλλόμενη απόφασή του (326/2010), όπως απ' αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "... Με την 1076035/6250/0010/20.12.1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 739/Δ/31-12-1990, όπως τα σφάλματα δημοσίευσης της διορθώθηκαν στο ΦΕΚ 270/Δ/15-5-1991, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με την έννοια της υποχρεωτικής σύστασης δουλείας για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ του δεύτερου εναγόμενου ελληνικού δημοσίου, με δαπάνες της πρώτης εναγόμενης "Δημόσιας Επιχείρησης Αερίου-ΔΕΠΑ ΑΕ", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η εταιρία "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου- ΔΕΣΦΑ ΑΕ", και ειδικότερα για την εγκατάσταση και διέλευση αγωγού μεταφοράς και διοχέτευσης φυσικού αερίου, μία έκταση εμβαδού 2.366.883 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή του Νομού Πιερίας και που εκτείνεται από τη θέση "Αλιάκμονας ποταμός" του Δήμου Αιγινίου, μέχρι τη θέση "Παράβολα" της κοινότητας Πόρων Πιερίας. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων (βαρυνομένων με δουλεία) ακινήτων συμπεριλαμβάνονται και τα ακίνητα που φέρουν αριθμούς ... και ... στον οικείο κτηματολογικό πίνακα, τα οποία βρίσκονται στη θέση "Ξυδιά" της κτηματικής περιφέρειας Πλαταμώνα. Αυτά παρουσιάζουν σήμερα εικόνα συνενωμένου ακινήτου με συνολικό εμβαδόν 4.089 τ.μ. Από τα δύο ως άνω ακίνητα απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 378,34 τ.μ. και 1.475 τ.μ. αντίστοιχα (ως προς την έκταση που απαλλοτριώνεται από το πρώτο παραπάνω ακίνητο, η οποία δε συμπίπτει πλήρως με την αναφερόμενη στην αγωγή έκταση των 480 τ.μ βλ. την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης) και 1853,34 τ.μ. συνολικώς. Με την 129/1995 απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης απείχε από την αναγνώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης, που καθορίσθηκε οριστικά με την 1552/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι, κατά τη συζήτηση της αίτησης, το Ελληνικό Δημόσιο αρνήθηκε την κυριότητα του ενάγοντος και προέβαλε δικές του διεκδικήσεις. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο θεμελιωτικός της αγωγής του ενάγοντος ισχυρισμός ότι τα ως άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα τα κατείχε (ως μέρος μεγαλύτερου ενιαίου ακινήτου) ο απώτατος δικαιοπάροχος- πάππος του Θ. Γ. του Α. και τα καλλιεργούσε με σιτηρά και καλαμπόκια τουλάχιστον επί δέκα έτη πριν την 20.5.1917, καθιστάμενος γι' αυτή την αιτία κύριος αρχικώς των 4/5 εξ αδιαιρέτου, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 1072/1917, μεταγενεστέρως δε κατέστη αυτοδικαίως κύριος, βάσει των διατάξεων των άρθρων του Π.Δ. 11/ 12.11.1929, και του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου, το οποίο ανήκε κατ' αρχήν στο Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα ο ενάγων δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται την ύπαρξη εγγράφου τίτλου που αναγνωρίζει δικαίωμα εξουσιάσεως των ακινήτων από τον πάππο του σύμφωνα με τις περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού κράτους (ταπίου), ούτε όμως και οποιαδήποτε κτηματολογική εγγραφή από την εποχή της Τουρκοκρατίας στην οποία να εμφαίνεται ο πάππος του ως καλλιεργών και κατέχων τα ακίνητα έστω και σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το δικαστήριο δεν είναι δυνατό να καταλήξει σε διαφορετική κρίση στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, η οποία ήταν ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα ασαφής και αντιφατική. Ο μάρτυρας αυτός δήλωσε κατ' αρχήν ότι ο πάππος του αιτούντος "μπορεί να είναι και από τουρκοκρατίας εκεί" (βλ. 3η σελίδα των ως άνω πρακτικών), στη συνέχεια δε κατέθεσε ότι "το είχανε (προφανώς η οικογένεια Γ.) από την τουρκοκρατία" (σελ. 4 κα 5 των πρακτικών), χωρίς όμως να αναφέρεται σε συγκεκριμένη διάρκεια καλλιέργειας της ως άνω έκτασης. Επειδή δε ο ίδιος δεν είχε τότε ακόμη γεννηθεί, δήλωσε εντελώς γενικόλογα ότι αυτά τα άκουσε "από χωριανούς". Σε σχετική ερώτηση του δικαστηρίου όμως δεν μπόρεσε να κατονομάσει έστω και ένα παλαιότερο κάτοικο της περιοχής που να του έδωσε τέτοιες πληροφορίες, αρκούμενος να δηλώσει "τώρα ζούνε αυτοί, δε ζούνε...". Αντιθέτως κατέθεσε με βεβαιότητα και εξ ιδίας γνώσεως ότι τα ακίνητα, ως μέρος ευρύτερου ακινήτου, τα εκμεταλλευόταν ο πάππος του αιτούντος πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έχοντας εγκαταστήσει εκεί μαντρί με πρόβατα, όπως επίσης κατέθεσε ότι είχε σε αυτό και μηλιές και αχλαδιές. Τα επίδικα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων αποτελούσαν κατά την εποχή της τουρκοκρατίας μέρος ευρύτερων δημοσίων εκτάσεων. Αυτά, ως ανήκοντα στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του τουρκικού δημοσίου, περιήλθαν το έτος 1912 στην κυριότητα του ελληνικού δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, στις οποίες εντάσσεται ο νομός Πιερίας, και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να ανήκουν σ' αυτό. Τα ανωτέρω, απαλλοτριωθέντα με την αναφερόμενη στην αγωγή απαλλοτρίωση, ακίνητα εμπίπτουν σε ευρύτερη έκταση 1449 στρεμμάτων, που αποτελεί τμήμα ακόμη μεγαλύτερης έκτασης 3.000 στρεμμάτων. Εντός της συνολικής αυτής έκτασης υπήρχαν μερικά μόνον τμήματα, κατεχόμενα από γηγενείς αγρότες (βλ. σχετική αναφορά στην 28/1931 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης" σελ. 3), ορισμένοι από τους οποίους θα είχαν ενδεχομένως αποκτήσει κατ' αρχήν και δικαιώματα εξουσιάσεώς τους επί τουρκοκρατίας και κυριότητας τους στη συνέχεια, μεταξύ όμως αυτών δεν καταλέγεται ο πάππος του αιτούντος ως προς τα συγκεκριμένα τουλάχιστον ακίνητα. Τη μεγαλύτερη έκταση των 3000 στρεμμάτων την επέταξε και την κατέλαβε το Ελληνικό Δημόσιο, βάσει της 26994/24-4-1925 απόφασης της Γενικής Δ/νσης Εποικισμού Μακεδονίας, αυτή παραδόθηκε δε στην Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Με βάση το νόμο 4857/1930 (ΦΕΚ 18/18-12-1930) σε συνδυασμό με τα άρθρα 19 και 119 του Συντάγματος του 1927, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά όλη η έκταση των 3000 στρεμμάτων, χαρακτηριζόμενη ως τμήμα του κτήματος "Πούρλιας", για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Με την 28/1931 απόφαση της η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Κατερίνης αποφάσισε την παραχώρηση 1551 στρεμμάτων από αυτήν για την αποκατάσταση προσφύγων, που αποτέλεσαν τον συνοικισμό Πλαταμώνος, και την παραχώρηση των προαναφερομένων 1449 στρεμμάτων για την αποκατάσταση των προσδιοριζόμενων στο διατακτικό της ακτημόνων καλλιεργητών Αγίου Παντελεήμονος Πιερίας, υπό τον ρητό όρο να κατέλθουν αυτοί από τον Άγιο Παντελεήμονα στον Πλαταμώνα εντός διετίας από της παραχωρήσεως, προκειμένου να δημιουργηθεί βιώσιμος μικτός συνοικισμός προσφύγων και γηγενών. Η Επιτροπή όρισε ότι σε περίπτωση μη εκπληρώσεως του συγκεκριμένου όρου η παραχωρούμενη στους τελευταίους έκταση θα περιερχόταν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, προκειμένου αυτό να την διαθέσει κατά την κρίση του προς εγκατάσταση και άλλων προσφύγων ή γηγενών που θα επιθυμούσαν να συνοικισθούν με πρόσφυγες. Μεταξύ των καλλιεργητών στους οποίους παραχωρήθηκαν τα 1449 στρέμματα δεν περιλαμβάνεται ο απώτατος δικαιοπάροχος του αιτούντος, Θ. Γ., παρότι στην παραπάνω απόφαση διευκρινίζεται ότι η παραχώρηση αυτής της έκτασης κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο επιτεύχθηκε λόγω διαμαρτυριών των γηγενών κατοίκων του Παντελεήμονος, οι οποίοι είχαν και μερικές ιδιοκτησίες στη συγκεκριμένη ζώνη, ενώ ο αιτών δεν επικαλέσθηκε καν ότι ο πάππος του προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για τη λήψη αποζημιώσεως από εκείνη την απαλλοτρίωση (βλ. γνωμοδότηση στην ίδια παραπάνω απόφαση ως προς ύψος της καταβληθησόμενης αποζημίωσης στους τυχόν ιδιώτες κυρίους, αλλά και στο ελληνικό δημόσιο ως ιδιοκτήτη μέρους των απαλλοτριωθέντων) οποτεδήποτε, είτε εμπροθέσμως κατά τα προεκτιθέμενα, είτε και αργότερα (οπότε θα ετίθετο το ζήτημα εννόμου συμφέροντος του), γεγονός που ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου ότι τότε δεν διεκδικούσε καν δικαιώματα επί των παραπάνω ακινήτων. Μετά την πάροδο αρκετών ετών, με την 37/1965 απόφαση της, η ίδια Επιτροπή, αποφάσισε, αφού διαπιστώθηκε ότι ο ως άνω όρος δεν τηρήθηκε από τους γηγενείς αγρότες, τη διαγραφή τους από το ως άνω κληρουχικό δικαίωμα και την περί έλευση της εκτάσεως που αναλογούσε σ' αυτούς, ως διαθέσιμης πλέον, στο ελληνικό δημόσιο (βλ. και το 320/15-4-1992 έγγραφο του Γραφείου Τοπογραφικής Υ. Γ. της Νομαρχίας Πιερίας). Σύμφωνα με αυτά, και αν δεν είχε γίνει δεκτό, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα περιήλθαν κατά κυριότητα στο ελληνικό δημόσιο με την απελευθέρωση των Νέων χωρών και πάλι θα είχε γίνει δεκτό ότι αυτά περιήλθαν στην κυριότητα του, κατά τα προδιαλαμβανόμενα στην αρχή της απόφασης, λόγω της προαναφερόμενης απαλλοτρίωσης τους και της ανάληψης τους από δημόσιο, το οποίο προέβη και σε ενέργειες εξουσίασής τους παραχωρώντας κατ' αρχήν και υπό όρους, δια της επιτροπής απαλλοτριώσεων, τα ακίνητα της περιοχής των 1449 στρεμμάτων σε συγκεκριμένους γηγενείς αγρότες, έστω και αν τελικώς αυτοί διαγράφηκαν του σχετικού τους δικαιώματος τους. Το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα απαλλοτριωθέντα εκ νέου με την προσδιοριζόμενη στην αίτηση απαλλοτρίωση ακίνητα (τμήματα ακινήτων) συμπεριλαμβάνονται στην ανωτέρω απαλλοτριωθείσα έκταση των 1449 στρεμμάτων συνολομολογείται και από τις δύο διάδικες πλευρές (ως προς το δεύτερο εναγόμενο βλ. σελ. 6 και 7 των προτάσεων του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ως προς την πρώτη εναγομένη βλ. σελ.. 11 των προτάσεων της ενώπιον του παρόντος επίσης δικαστηρίου, ενώ ως προς τον ενάγοντα βλ. σελ; 6 της αγωγής του και σελίδα 5 εν τέλει των από 3-3-2008 προτάσεων του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης). Ο πάππος του ενάγοντος Θ. Γ., φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος του, κατέλαβε αυθαιρέτως τα παραπάνω ακίνητα μαζί με μεγαλύτερη έκταση πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μετά την ανωτέρω αρχική διανομή σε γηγενείς και τη μη εκπλήρωση εκ μέρους τους του τεθέντος από την επιτροπή απαλλοτριώσεων όρου, έκτοτε δε τα κατείχε ο ίδιος μέχρι το θάνατο του το έτος 1956. Στη συνέχεια το πρώτο από αυτά το κατείχε ο υιός του Α. Γ., θείος του αιτούντος, και το δεύτερο ο Ν. Γ., πατέρας του. Από το 1989, οπότε και συντάχθηκε το .../1989 προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Λαρίσης Παντελή Παπαγεωργίου, με το οποίο ο Α. Γ. υποσχέθηκε την πώληση του πρώτου ακινήτου στον ενάγοντα, αυτό κατέχεται από τον τελευταίο. Από αυτόν κατέχεται. και το δεύτερο ακίνητο, εμβαδού 3.419 τ.μ., από το έτος 1988, οπότε και συνυπογράφηκε από τον ίδιο και τον πατέρα του Ν. Γ. το .../1988 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κωνσταντίνου Συλλόπουλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στον τόμο …και με αριθμό …. Η κατάρτιση όμως αυτού του συμβολαίου και η μεταγραφή του δεν καθιστά τον αιτούντα κύριο του ανήκοντος το δεύτερο εναγόμενο ακινήτου, όπως και η αυθαίρετη μακρόχρονη κατοχή και των δύο ακινήτων από τον ίδιο, τον πατέρα και θείο του, καθώς και τον πάππο του προηγουμένως, δεν μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητας οποιουδήποτε απ' αυτούς στηριζόμενο σε χρησικτησία έναντι του κυρίου τους δεύτερου εναγομένου, καθόσον τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα οποιασδήποτε εκ μέρους τρίτου κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, διότι νομέας τους θεωρείται το Δημόσιο, ακόμη και αν δεν ενεργεί διακατοχικές πράξεις επ' αυτών (άρθ. 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και 21 του ν.δ/τος της 22.4/ 16.5.1926, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 του Εις.Ν.Α.Κ.)...). Περαιτέρω, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ίδια ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του (326/2010), δέχτηκε, όσον αφορά την προαναφερόμενη και υπ' αριθμόν 32601/1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 1678/27.8.1999-τεύχος Β'), η οποία εκδόθηκε εις εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 26 παρ.1 του Ν.2732/1999, και τα εξής: "... Η απόφαση όμως αυτή εκδόθηκε μη νομίμως (άρθρο 43 παρ. 3, 4 του Συντάγματος), καθ' υπέρβαση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης που δόθηκε με το άρθρο 26 παρ.1 του Ν.2732/1999, το οποίο προέβλεψε τη διανομή και παραχώρηση σε καθορισθησόμενους δικαιούχους, μεταξύ άλλων, των εκτάσεων στις θέσεις Πούρλια Κοσάρι Πλαταμώνα (και Βρόντους Κονταριώτισσας, Αγίου Δημητρίου και Λεπτοκαρυάς) Νομού Πιερίας, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της κείμενης αγροτικής νομοθεσίας. Η ως άνω διάταξη νόμου αναφέρεται σαφώς, σύμφωνα με το γράμμα της, αλλά και το πνεύμα της το συναγόμενο από την αναφερόμενη στο σκοπό του νομοθέτη αιτιολογική έκθεση, σε παραχώρηση εκτάσεων από το Δημόσιο (στο οποίο ανήκουν) κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας προς επίλυση 'συγκεχυμένων πραγματικών και νομικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν προφανώς λόγω της μη ενεργούς κατοχής τους από το δημόσιο επί σειρά ετών και της κατάληψης τους από ιδιώτες, οι οποίοι, στηριζόμενοι στην πολύχρονη και χωρίς ενοχλήσεις εκμετάλλευση τους, διεκδικούν πλέον δικαιώματα επ' αυτών και προέβησαν σε ορισμένες περιπτώσεις και στην περαιτέρω διάθεση τους (ενδεχομένως και προς καλόπιστους τρίτους). Η παραχώρηση τους σε συγκεκριμένα πρόσωπα με ειδική καθοριζόμενη από τον Υπουργό Γεωργίας διαφανή διοικητική διαδικασία αποσκοπούσε να τα καταστήσει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, κυρίους των προσδιορισθεισών εκτάσεων, ώστε να μην υφίστανται πλέον συγκεχυμένες καταστάσεις ως προς τις προσδιορισθείσες εκτάσεις και τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα το οποίο θα ωφελούσε (κυρίως) τους ήδη κατόχους αυτών, αλλά θα δημιουργούσε και ασφάλεια συναλλαγών ως προς τους τρίτους, τους επιθυμούντες να συναλλαγούν μαζί τους καταρτίζοντας δικαιοπραξίες σε σχέση με τα ακίνητα που θα τους παραχωρούντο. Η ανωτέρω υπουργική απόφαση, αντί να προβεί, όπως επιβαλλόταν, σε εξειδίκευση της διαδικασίας που επέταξε ο νομοθέτης να ακολουθηθεί γι' αυτές τις περιπτώσεις, ώστε να επιτευχθούν οι προδιαλαμβανόμενοι στόχοι του και ώστε να-κινηθεί στα πλαίσια της δοθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, προχώρησε σε διαγνώσεις και ρυθμίσεις (επιτάσσοντας και μεταβολή στα κτηματολογικά στοιχεία και διαγράμματα τα τηρούμενα στις Υπηρεσίες Γεωργίας και Τοπογραφικής της Νομαρχιακής Αυτοδ/σης Πιερίας, επερχόμενη με απόφαση του Νομάρχη) ως προς τη μη ένταξη της απαλλοτριωθείσας το 1931 έκτασης των 1449 στρεμμάτων στο αγρόκτημα Πόρων (η οποία όμως αποδείχθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι απαλλοτριώθηκε ούτως ή άλλως θεωρηθείσα ότι εντασσόταν γενικώς στο κτήμα Πούρλιας), στην αναγνώριση του ότι αυτή η έκταση κατεχόταν εντελώς αορίστως "ανέκαθεν" από τους κατοίκους του Αγίου Παντελεήμονα (κοινότητας γηγενών) αλλά και Πλαταμώνα (κοινότητας προσφύγων που ήλθαν μετά το 1922) συλλήβδην και κατέχεται (κατά το χρόνο της έκδοσης της απόφασης) από φυσικά ή νομικά πρόσωπα γενικώς χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις και όρισε ότι δικαιούχοι της αποζημίωσης απαλλοτριώσεων (μεταγενεστέρων προφανώς αυτής του 1931, όπως η αναφερόμενη στην αίτηση) θεωρούνται οι κάτοχοι των απαλλοτριωθέντων τμημάτων "πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή τη συντέλεση της". Η υπουργική αυτή απόφαση δε συνιστά βεβαίως παραχώρηση, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη αναγνώριση δικαιωμάτων κυριότητας οποιωνδήποτε τυχόν τρίτων που κατείχαν γενικώς, κατά το χρόνο της έκδοσης της, ακίνητα της περιοχής ή ως έγκυρη παραίτηση του δημοσίου από τα δικά του δικαιώματα έναντι τέτοιων τρίτων γενικώς και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω προϋπόθεση, καθόσον οι δύο τελευταίες περιπτώσεις (γενική αναγνώριση δικαιωμάτων κυριότητας τρίτων ή γενική παραίτηση του δημοσίου από τα δικά. του δικαιώματα) κείνται σαφώς εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και τυπικώς, αλλά και ουσιαστικώς. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι σε άλλες περιπτώσεις ορίσθηκε μεταγενεστέρως, με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, συγκεκριμένη διαδικασία παραχώρησης περιοχών, που περιλαμβάνονται στις προσδιοριζόμενες με το άρθρο 26 του νόμου 2732/1999, σε ιδιώτες στα πλαίσια όμως της δοθείσας (ίδιας) νομοθετικής εξουσιοδότησης. Έτσι, ενδεικτικώς, με την 2763/2005 Υ.Α. αποφασίσθηκε η παραχώρηση στους κατόχους ακινήτων τους περιλαμβανόμενους σε προσδιοριζόμενους κτηματολογικούς πίνακες και σύμφωνα με συνταγέντα διαγράμματα στην περιοχή Άνω Γραμματικού νομού Πέλλας αντί τιμήματος ίσου προς 1/5 της αντικειμενικής αξίας αυτών εξοφλητέου κατά τον προβλεπόμενο τρόπο (της εξόφλησης του εξασφαλιζόμενης δια της εγγραφής υποθήκης υπέρ του δημοσίου), "καθώς και η μεταγραφή περίληψης της απόφασης στο οικείο Υποθ/κείο μαζί με τους σχετικούς κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα, η οποία αποτελεί και τίτλο κυριότητας, ενώ η 514/2006 Υ.Α. περιέχει όμοιες ρυθμίσεις για την περιοχή Αγίας Παρασκευής Γέρακα Αττικής και προσδιορίζει μάλιστα ονομαστικώς τους δικαιούχους, το εμβαδό και τον αριθμό του τεμαχίου διανομής που παραχωρείται στον καθένα τους. Η 853/2006 Υ.Α. αναφέρεται στην παραχώρηση εκτάσεων στην περιοχή Αγίου Νικολάου νομού Χαλκιδικής στους αναγραφόμενους ως κατόχους των Εκτάσεων αυτών στον πίνακα διανομής του 1981, το συνταγέντα από την τοπογραφική υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής, η οποία (παραχώρηση) θα γίνει βάσει αποφάσεων της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων κατόπιν αιτήσεως των δικαιούχων, αντί τιμήματος ίσου με το 1/5 της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων και ορίζει ότι η έκδοση των τίτλων, με τη μορφή συγκεκριμένου τύπου παραχωρητηρίων, θα γίνει μετά την εξόφληση του, η δε μεταγραφή τους θα πραγματοποιηθεί με μέριμνα των δικαιούχων. Τέτοιες ή παρεμφερείς συγκεκριμένες προβλέψεις ως προς την ακολουθητέα διαδικασία υπάρχουν και στις Υ.Α. 3232/2004 (για την περιοχή Αγίας Βαρβάρας ή Πλαβαλίου Κόνιτσας Ιωαννίνων), 322/2004 (για το συνοικισμό Χαλκιάδων Λαρίσης) κ.ο.κ., ενώ με την 5282/2005 Υ.Α. (ΦΕΚ Β' 83/25.1.2005), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Υ.Α. 1452/2005 (ΦΕΚ Β 421 1.4.2005), καθορίσθηκε και συγκεκριμένος τύπος παραχωρητηρίων (οριστικών τίτλων κυριότητας) για τις παραχωρούμενες βάσει του άρθρου 26 του νόμου 2732/1999 εκτάσεις, εκτός εάν για ειδικές περιπτώσεις υπάρχουν στις σχετικές Υ.Α. διαφορετικές προβλέψεις ως προς το μεταγραπτέο τίτλο....". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας δηλαδή κατ' ουσίαν την υπό κρίση έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας έτσι την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης), το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του ίδιου (αναιρεσείοντος), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος απέκτησε δικαίωμα κυριότητας στα απαλλιοτρωθέντα ακίνητα, ώστε να αναγνωριστεί ως δικαιούχος της αποζημιώσεως, που αφορά σ' εκείνα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1-2 του Ν.4857/1930, 26 παρ.1 του Ν.2732/1999, σε συνδυασμό με την ΥΑ (Γεωργίας) 32601/1999, και 43 παρ. 2-4 του Συντάγματος, που εφαρμόστηκαν. Έτσι δεν στέρησε αυτήν (απόφαση) νόμιμης βάσης, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κρίνοντας ειδικότερα ότι η αμέσως προηγούμενη Υπουργική απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης που δόθηκε με το άρθρο 26 παρ.1 του Ν. 2732/1999, αφού δεν καθόρισε τη διαδικασία, το όργανο, το τίμημα και τις άλλες λεπτομέρειες για τον αποχαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως δημόσιας και την παραχώρησή της από το Δημόσιο στους ιδιώτες, όπως όφειλε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη εξουσιοδοτική διάταξη, αλλά αναιτιολόγητα και αυθαίρετα όρισε ότι η έκταση των 1.449 στρεμμάτων, για την οποία είχε εκδοθεί η 28/1931 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης (ΕΑΚ), βρίσκεται εκτός των ορίων της απαλλοτρίωσης και αναγνώρισε ότι οι κάτοχοι των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην έκταση αυτή θεωρούνται ως δικαιούχοι στην έκταση αυτή και δικαιούνται να εισπράξουν την αναλογούσα στον καθένα αποζημίωση από μεταγενέστερη απαλλοτρίωση, γεγονός που ισοδυναμεί ουσιαστικά με ανάκληση της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης της εν λόγω έκτασης από το Δημόσιο, σύμφωνα με το Ν. 4857/1930 και της μεταγενέστερης ανάληψης της έκτασης αυτής από εκείνο. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γενεί προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 424/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη του α) το από μηνός Ιουνίου 2000 αντίγραφο του κτηματολογικού πίνακα της επίδικης απαλλοτρίωσης, β) το αντίγραφο της υπ' αριθμόν πρωτ. 583/17.3.2006 "πράξη χαρακτηρισμού έκτασης" της Δ/νσης Δασών Πιερίας, και γ) την έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Π. Χ., από τα οποία προκύπτει, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι το δεύτερο εναγόμενο (-ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο-) Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί των επιδίκων απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Από τη διαβεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί του ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητος στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, ώστε να αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημιώσεως, που αφορά σ' εκείνα. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, άλλωστε, ότι στο δεύτερο από τα παραπάνω έγγραφα (με στοιχείο β') αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι "... Με την παρούσα πράξη χαρακτηρισμού δεν θίγονται δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών και δεν αποτελεί η παρούσα στοιχείο απόδειξης ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων ...". Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IV. Έπειτα, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω, πρέπει α) να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, β) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων μόνο το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο έχει καταθέσει προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και γ) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (-300-) ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 1205675/2013 διπλότυπο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 31-1-2013 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 29/4.2.2013), αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμόν 326/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει i) στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (-1800-) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη, και ii) στο ποσό των τριακοσίων (-300-) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (-300-) ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 1205675/2013 διπλότυπο, στο Δημόσιο Ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ