Αριθμός 1320/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νικολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Α. ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «E. Α. Α. Ε." και ήδη "E. Α. Μ. Α. Ε.", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης διά απορροφήσεως της εταιρείας "Α. Α. Α.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πολίτη, που δήλωσε στο ακροατήριο: α) ότι ανακαλεί την από 12-1-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3035/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6173/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48/) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Περαιτέρω, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7.11.2020 έως 6.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης για την άσκηση αναίρεσης του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1298/2022), μετά δε τη λήξη του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το εν λόγω χρονικό διάστημα των τριάντα (30) ημερών, ενώ η προθεσμία αυτή που ανεστάλη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 17-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3289/460/17-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6173/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 28-7-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 501198/500152/29-7-2016 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, υπ' αριθμ. 3035/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, η από 26-3-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36442/2014/26-3-2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος [με την οποία είχε αιτηθεί την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής του βλάβης, αντίστοιχα, καθώς και πρόσθετη αποζημίωση λόγω αναπηρίας κατ' άρθρο 931 ΑΚ, που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ιστορούμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα, οφειλόμενο σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου - οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (ως προς τον οποίο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής), το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, για την προς τρίτους αστική ευθύνη, στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ] και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 14.701,80 ευρώ, για τις ανωτέρω αιτίες. Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6173/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ως εκ του νόμου αντίκλητο αυτού (άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 - ΑΠ 184/2021, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 247/2020, ΑΠ 247/2020), στις 8-12-2020, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 10552/8-12-2020, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών - Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Γ.. Τ.. Δηλαδή, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αναστολής (ήτοι από 7.11.2020 έως 6.4.2021) της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης, για την άσκηση αναίρεσης του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ και επομένως η προθεσμία αυτή άρχισε με τη λήξη της εν λόγω αναστολής, ήτοι από την 6-4-2021 και συμπληρωνόταν, λαμβανομένης υπόψη και της, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, προθεσμίας των επιπλέον δέκα (10) ημερών από την προβλεπόμενη λήξης της, στις 15-5-2021, η οποία όμως ήταν ημέρα Σάββατο, δηλαδή ήταν εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα, όπως και η επομένη ημέρα (16-05-2021), που ήταν Κυριακή (άρθρο 144 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 17-5-2021, ημέρα Δευτέρα, δηλαδή την πρώτη μη εξαιρετέα, εργάσιμη ημέρα από την, κατά τα άνω, λήξη της εν λόγω προθεσμίας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα. Συνακόλουθα, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και, κατά τα λοιπά, νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος, που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018). Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 789/2022, ΑΠ 658/2021, ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1219/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών", ενώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του ιδίου νόμου: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό. Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6173/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Στις 28-5-2013 και ώρα 00.50' π.μ., ο Α. Τ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία και κινούνταν στην περιοχή Παλατάκι του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής επί της Λ. Αθηνών με κατεύθυνση προς την Αθήνα. Στο σημείο της διασταύρωσης με την οδό Στρατάρχου Καραϊσκάκη, η Λ. Αθηνών έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα, ενώ το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας έχει τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας και μία λωρίδα επιτάχυνσης. Στο συγκεκριμένο σημείο το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 60 χιλ/ώρα σύμφωνα με ρυθμιστική πινακίδα κυκλοφορίας, ενώ την παραπάνω ημέρα και ώρα σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή, η ορατότητα δεν περιορίζονταν, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός. Ο οδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου οδηγούσε το όχημά του αμέσως μετά την διασταύρωση με την οδό Στρατάρχου Καραϊσκάκη στην δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας. Την στιγμή εκείνη ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) αφού είχε διασχίσει πεζός το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σημείο που απαγορεύονταν η διέλευση πεζών βρίσκονταν πάνω στη διαχωριστική νησίδα και επιχείρησε να διασχίσει και το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα προκειμένου να κατευθυνθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο. Σημειώνεται ότι ο ενάγων μπορούσε πολύ εύκολα να διασχίσει τις διαβάσεις των πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση 34 μέτρων από το σημείο στο οποίο βρισκόταν, δηλαδή ακριβώς στην διασταύρωση της Λ. Αθηνών με την οδό Στρατάρχου Καραϊσκάκη. Την στιγμή που ο ενάγων είχε διασχίσει ήδη την πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας και βρίσκονταν στη μέση της δεύτερης λωρίδας κυκλοφορίας, έχοντας κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ανωτέρω αυτοκινήτου, δέχθηκε ισχυρό χτύπημα από το παραπάνω όχημα, το οποίο τον παρέσυρε και τον τραυμάτισε σοβαρά. Συγκεκριμένα το αυτοκίνητο χτύπησε τον ενάγοντα με την εμπρόσθια δεξιά και την πλάγια δεξιά επιφάνειά του και στη συνέχεια ο ενάγων εκτινάχθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα σε απόσταση πολλών μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης μεταξύ της τρίτης και τέταρτης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας, όπου βρέθηκε κηλίδα αίματος. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του ενάγοντος, όσο και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο οδηγός Α. Τ. δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό που επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, ούτε πραγματοποίησε πέδηση, αλλά επιχείρησε καθυστερημένα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά χωρίς ωστόσο να αποφύγει την πρόσκρουση. Δεν οδηγούσε επομένως με σύνεση ούτε είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ενώ μπορούσε να το πράξει, αφού στο συγκεκριμένο σημείο η Λεωφόρος είναι ευθύγραμμη και η ορατότητα δεν περιορίζονταν από κανέναν εμπόδιο, ενώ και ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ). Ο ενάγων εξάλλου πριν τη στιγμή της σύγκρουσης είχε διασχίσει ήδη τη μία λωρίδα κυκλοφορίας και επομένως ήταν ορατή από απόσταση η πρόθεσή του στους διερχόμενους οδηγούς. Δεν προέκυψε ωστόσο από κανένα αποδεικτικό μέση η υπέρβαση του ανώτατου ορίου ταχύτητας από τον οδηγό του αυτοκινήτου. Την κύρια ωστόσο ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο ίδιος ο ενάγων. Τούτο διότι κινήθηκε σε κεντρική λεωφόρο των Αθηνών με συνεχή κίνηση οχημάτων και με υψηλές ταχύτητες, χρησιμοποιώντας τη διαχωριστική νησίδα κυκλοφορίας για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Έπραξε δε τούτο ενώ σε μικρή απόσταση (34 μέτρων) υπήρχαν διαβάσεις πεζών τις οποίες μπορούσε να χρησιμοποιήσει χωρίς να διακινδυνεύσει την δική του σωματική ακεραιότητα και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ομαλή κυκλοφοριακή ροή και την ασφάλεια των κινουμένων οχημάτων και οδηγών(παράβαση άρθρου 38 παρ. 4 α', β' και ε' ΚΟΚ). Ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο που επιτείνει την αντικοινωνική και παράνομη συμπεριφορά του είναι το γεγονός ότι πριν το ατύχημα είχε καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ, αφού όπως προκύπτει από την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της χημικού, Ι. Κ., η οποία διενεργήθηκε με αίτημα του Τμήματος Τροχαίας Αιγάλεω, η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα ήταν 1,39 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος. Το ίδιο προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, Θ. Π. στο ΤΤ Αιγάλεω, ο οποίος κατέθεσε ότι λίγο πριν το ατύχημα είδε τον ενάγοντα μεθυσμένο. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα τόσο του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου σε ποσοστό 30%, όσο και του ενάγοντα - πεζού, σε ποσοστό 70%, δεκτής γενομένης και της ένστασης συνυπαιτιότητας που πρόβαλε η εναγομένη. Η εκκαλουμένη απόφαση που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος και πέμπτος λόγος έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γ.Ν. Ελευσίνας "ΘΡΙΑΣΙΟ" σε κωματώδη κατάσταση. Κατά την κλινική και εργαστηριακή εξέταση στην οποία υποβλήθηκε διαπιστώθηκαν: βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εγκεφαλικές θλάσεις δεξιά κροταφικά και δεξιά βρεγματικά, υπαραχνοειδής αιμορραγία στη μεσοημισφαίρια σχισμή, βρεγματικά αριστερά και στη σχισμή του Silvius αριστερά, αιμορραγικά στοιχεία εντός του κροταφικού κέρατος της δεξιάς πλάγιας κοιλίας, συλλογές εντός των ηθμοειδών κυψελών, υποσκληρίδια υγρώματα άμφω μετωπιαία, κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού, απαρεκτόπιστο κάταγμα δεξιού μείζονος τροχαντήρα με συνοδό διόγκωση των μυϊκών ομάδων σύστοιχα, κάταγμα κατά την μετωποζυγωματική ραφή αριστερά και το έξω τοίχωμα οφθαλμικού κόγχου, αιμορραγικές θλάσεις κυρίως κατά τον δεξιό άνω λοβό και την αριστερή κορυφή, κάταγμα ρινικού οστού, ύπαρξη πνευματοκηλών, πνευμονικές θλάσεις άμφω, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, βαθύ θλαστικό τραύμα ρινός, συλλογή υγρού δεξιού ψοΐτη μυός, τραύμα οσφυϊκής χώρας δεξιά, κακώσεις θώρακα και μαλακών μορίων κορμού, παρουσία αίματος στο στοματοφάρυγγα και εκχυμωτικό οίδημα βλεφάρων. Διασωληνώθηκε και τέθηκε υπό μηχανική υποστήριξη αναπνοής. Λόγω δε της κρισιμότητας της κατάστασής του διακομίστηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ανωτέρω Νοσοκομείου. Νοσηλεύτηκε στη ΜΕΘ για διάστημα 28 ημερών, ήτοι από 28-5-2013 μέχρι 25-6-2013. Την επομένη διακομίστηκε στη Γενική Χειρουργική Κλινική του ίδιου Νοσοκομείου και η νοσηλεία του εκεί διήρκησε 27 ημέρες, ήτοι μέχρι 22-7-2013. Την επομένη μεταφέρθηκε στην Κλινική Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης (ΦΙΑΠ) του ίδιου νοσοκομείου όπου ακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης με διενέργεια φυσικοθεραπειών και εργοθεραπειών. Εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 27-9-2013 με βελτίωση της λειτουργικής του κατάστασης, δυσχέρεια βάδισης, δυσκαμψία αριστερού ώμου στις τελευταίες 10-15° κάμψης και απαγωγής, δυσκαμψία δεξιού ισχίου, δυνάμενος ωστόσο να ορθοστατεί και να βαδίζει λειτουργικά με τη βοήθεια βακτηρίας χειρός και να εκτελεί ανεξάρτητα τις δραστηριότητες της καθημερινότητας, με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής και συνέχιση προγράμματος κινησιοθεραπείας. Στις 5-11-2013 υποβλήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων σε αξονική τομογραφία οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, λεκάνης και ισχίων η οποία κατέδειξε: σκολίωση οσφυϊκής μοίρας με το κυρτό προς τα αριστερά, τοιχωματικές επασβεστώσεις κοιλιακής αορτής, αποπλάτυνση του μεσοσπονδυλίου δίσκου 01 έως 05, κήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου, σκλήρυνση και αλλοίωση των αρθρικών επιφανειών και του κατώτερου ημίσεως του 05 και του ανώτερου II, οστεοπενία με παρουσία υποπεριοριστικών κύστεων στην κεφαλή του δεξιού μηριαίου οστού. Κατά δε την εξέτασή του στο Γενικό Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" στις 15-1-2014 βρέθηκε να πάσχει από διαταραχές μνήμης, διαλείποντα επεισόδια διπλωπίας, εμβοές ώτων, δυσαρθρία, πτώση άνω βλεφάρου ΔΕ, αστάθεια βάδισης και αντιδραστική κατάθλιψη. Στις 27-3-2014 η Α' βάθμια Υγειονομική Επιτροπή Τρικάλων αναγνώρισε στον ενάγοντα αναπηρία σε ποσοστό άνω του 67% και ανικανότητα εργασίας για 5 έτη λόγω αγκύλωσης δεξιού ισχύου σε μη λειτουργική θέση και βαριάς βλάβης μέσου νεύρου αριστερού άνω άκρου στο ύψος του αντιβραχίου. Πέρα από το διάστημα των 94 ημερών νοσηλείας του ενάγοντος στο Νοσοκομείο "ΘΡΙΑΣΙΟ" κατά το οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε την ανικανότητά του να αυτοεξυπηρετείται και του επιδίκασε τη σχετική αποζημίωση, ο ενάγων παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή του για το λόγο ότι απορρίφθηκε αντίστοιχο αίτημά του για το διάστημα της κατ' οίκον αποθεραπείας του. Από την υπ' αριθμό πρωτ. …/Φ206/16-6-2014 ιατρική βεβαίωση του ιατρού, Γ. Τ. του ΓΝ "ΘΡΙΑΣΙΟ" προκύπτει ότι ο ενάγων κατά την έξοδό του από το Νοσοκομείο "μπορούσε να ορθοστατεί και να βαδίζει με τη βοήθεια βακτηρίας τετραπλής στήριξης και να εκτελεί ανεξάρτητα τις δραστηριότητες της καθημερινότητας". Συνεπώς δεν προκύπτει από καμία ιατρική βεβαίωση ο ισχυρισμός περί ανικανότητας του ενάγοντος να αυτοεξυπηρετείται και να φροντίζει τον εαυτό του κατά το διάστημα της κατ' οίκον νοσηλείας του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Εκτός από την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του ενάγοντος, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προξένησε ο παραπάνω τραυματισμός του, η οποία (χρηματική ικανοποίηση) αφού ληφθεί υπόψη το είδος και το μέγεθος των σωματικών του βλαβών, η ταλαιπωρία που υπέστη από τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο για διάστημα 122 ημερών, καθώς και από την κατ' οίκον νοσηλεία του, το γεγονός ότι η υγεία του δεν έχει ακόμα αποκατασταθεί πλήρως, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, αλλά και το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και γενικότερα η κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, όχι όμως και της εναγομένης εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 7.000 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ..." Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: " ...ο εκκαλών κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 46 ετών, υγιέστατος και αρτιμελής. Εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος έχει υποστεί αναπηρία σε ποσοστό 67% από την 15-11-2013 έως 31-10-2016, η οποία επιδρά δυσμενώς στην επαγγελματική του εξέλιξη. Περαιτέρω η αναπηρία του επηρεάζει την κοινωνική του ζωή, αφού του δημιουργεί αισθήματα μειονεξίας στον κοινωνικό του περίγυρο. Για το λόγο αυτό θα πρέπει το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ να γίνει εν μέρει δεκτό και συνυπολογιζομένου του βαθμού συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος να του επιδικαστεί ως αποζημίωση για την αιτία αυτή το ποσό των 5.000 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη έφεση, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά την από 28-7-2016 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 3035/2015 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ με την οποία, αφού κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος ο ενάγων - πεζός, κατά χρόνο του ατυχήματος και ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, έγινε εν μέρει δεκτή η από 26-3-2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και του επιδικάστηκαν τα σε αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά και δη 2.701,80 ευρώ για αποζημίωση, 7.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 5.000 ευρώ, για πρόσθετη αποζημίωση λόγω αναπηρίας κατ' άρθρο 931 ΑΚ και συνολικά 14.701,80 ευρώ] και ακολούθως απέρριψε αυτή (έφεση) κατ' ουσίαν, δεχόμενο ομοίως συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος του αναιρεσείοντος και του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα και επιδικάζοντας τα ανωτέρω, όπως πρωτοδίκως, χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και για πρόσθετη αποζημίωση, λόγω αναπηρίας, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 914 του Α.Κ. και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2696/1999, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, της κινητικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος - πεζού, της οδηγητικής συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου και, ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο θέμα της συνυπαιτιότητάς τους στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της ύπαρξης του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων καθενός από αυτούς και του ατυχήματος που επακολούθησε, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση : 1) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, 2) προσδιορίζεται το σημείο όπου αρχικά στεκόταν ο αναιρεσείων στη διαχωριστική νησίδα, των δύο ρευμάτων της λεωφόρου Αθηνών και η κάθοδος και η κίνηση αυτού στο οδόστρωμα, προκειμένου να διασχίσει πεζός το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, για να κατευθυνθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, από σημείο, που απαγορεύονταν η διέλευση πεζών και ενώ υπήρχαν διαβάσεις (πεζών), σε απόσταση 34 μέτρων από το σημείο στο οποίο αυτός βρισκόταν, 3) περιγράφεται η πορεία, η κατεύθυνση και η λωρίδα κυκλοφορίας, που κινείτο στην άνω λεωφόρο ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, 4) διευκρινίζεται ότι η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο άνω οδηγός δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο ταχύτητας, το οποίο οριζόταν στο σημείο εκείνο στα 60 χιλ/ώρα, σύμφωνα με ρυθμιστική πινακίδα κυκλοφορίας, 5) προσδιορίζεται το ακριβές σημείο παράσυρσης του αναιρεσείοντος - πεζού από το Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, ήτοι στο μέσο της δεύτερης από αριστερά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, λωρίδα κυκλοφορίας, 6) μνημονεύεται ο τρόπος και τα σημεία πρόσκρουσης του αυτοκινήτου επί του πεζού, καθώς και το σημείο πτώσης αυτού στο οδόστρωμα, 7) διευκρινίζεται ότι ο αναιρεσείων πριν τη στιγμή της πρόσκρουσης επ'αυτού του ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου είχε διασχίσει ήδη τη μία λωρίδα κυκλοφορίας και βρισκόταν στο μέσο της δεύτερης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας και, επομένως, ήταν ορατή από απόσταση η πρόθεσή του να κατευθυνθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, από τους διερχόμενους οδηγούς, 8) αναλύεται η συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, συνιστάμενη στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση, ούτε είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ενώ μπορούσε να το πράξει, αφού στο συγκεκριμένο σημείο η λεωφόρος είναι ευθύγραμμη και η ορατότητα δεν περιορίζονταν από κανένα εμπόδιο, ενώ και ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής και έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον αναιρεσείοντα που επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, αν και ο τελευταίος πριν τη στιγμή της σύγκρουσης είχε διασχίσει ήδη τη μία λωρίδα κυκλοφορίας και επομένως ήταν ορατή από απόσταση η πρόθεσή του στους διερχόμενους οδηγούς, ούτε και πραγματοποίησε πέδηση, αλλά επιχείρησε καθυστερημένα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς ωστόσο να αποφύγει την πρόσκρουση, 9) αναλύεται επίσης η συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστάμενη στο ότι κινήθηκε σε κεντρική λεωφόρο των Αθηνών με συνεχή κίνηση οχημάτων και με υψηλές ταχύτητες, χρησιμοποιώντας τη διαχωριστική νησίδα κυκλοφορίας για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, ενώ σε μικρή απόσταση (34 μέτρων) υπήρχαν διαβάσεις πεζών τις οποίες μπορούσε να χρησιμοποιήσει, χωρίς να διακινδυνεύσει τη δική του σωματική ακεραιότητα και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ομαλή κυκλοφοριακή ροή και την ασφάλεια των κινουμένων οχημάτων και οδηγών(παράβαση άρθρου 38 παρ. 4 α', β' και ε' ΚΟΚ) και 10) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός των ανωτέρω εμπλακέντων στο ατύχημα και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτών, προς το επελθόν αποτέλεσμα. Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός των ανωτέρω, πεζού και οδηγού, και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας συνυπαίτιους αυτούς, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο καθένας ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες για καθένα παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και ορθά εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα, που δικαιολογεί το διατακτικό της απόφασής του με σαφείς, επαρκείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 914 του Α.Κ. και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2696/1999, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ήτοι, διότι δεν αναφέρει την απόσταση από την οποία ο οδηγός αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί ότι αυτός είχε ήδη διασχίσει την πρώτη λωρίδα και ήταν στο μέσο της δεύτερης, δεν διευκρινίζει το πλάτος του οδοστρώματος και της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας, δεν αναφέρει πως κινήθηκε ο πεζός στο οδόστρωμα, δεν προσδιορίζει την ταχύτητα του αυτοκινήτου, δεν διευκρινίζει σε ποια απόσταση βρισκόταν το αυτοκίνητο όταν αυτός κατήλθε στο οδόστρωμα, αναφέρει ότι συνιστά επιβαρυντικό στοιχείο ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε καταναλώσει αλκοόλ αν και δεν υπάρχει διάταξη νόμου που απαγορεύει την κυκλοφορία πεζών, οι οποίοι έχουν καταναλώσει αλκοόλ, δεν διευκρινίζει αν η μέθη συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και τέλος, ενώ δέχεται ότι ο πεζός δέχθηκε ισχυρό κτύπημα από το παραπάνω όχημα, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι δεν προέκυψε υπέρβαση από τον οδηγό του ανώτατου ορίου ταχύτητας των 60χλμ/ώρα, χωρίς να αιτιολογεί την βαρύτητα του τραυματισμού του ], απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί των συνθηκών και της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ. ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019). Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ. ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που προσκόμισε νόμιμα με επίκληση και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την από 10-10-2013 έκθεση ένορκης εξέτασης του Α. Δ., η οποία δόθηκε κατά την προανάκριση και περιλαμβάνεται στην ποινική δικογραφία, που συντάχθηκε από το αρμόδιο τμήμα της Τροχαίας, από την οποία προκύπτει, όπως ισχυρίζεται, ότι είχε διανύσει μεγαλύτερο τμήμα του οδοστρώματος από ότι δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και άρα ο οδηγός είχε περισσότερο χρόνο να τον αντιληφθεί και να τον αποφύγει και συνεπώς ο τελευταίος είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα : "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως), όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... ". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, ήτοι την από 10-10-2013 έκθεση ένορκης εξέτασης του Α. Δ., η οποία δόθηκε κατά την προανάκριση. Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν διατυπώνει παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονείται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού μέσου, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο ίδιος θεωρεί ορθό. Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ανάγονται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού μέσου και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού μέσου, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 9/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932), είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 944/2017). Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "εύλογου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ. ΑΠ 9/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Και τούτο διότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Κατά συνέπεια γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Συνεπώς, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του. Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 790/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015). Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας πρόσθετης, από το άρθρο 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής, πρέπει, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 790/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (και αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση του άρθρου 25 του Συντάγματος και της αρχής της αναλογικότητας και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., το Εφετείο, του επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως πρόσθετη αποζημίωση κατ'άρθρο 931 ΑΚ, για τη, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, αναπηρία του, τα ανωτέρω ποσά των 7.000 ευρώ και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα, τα οποία είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Με αυτά, τα οποία ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος στο ποσό των 7.000 ευρώ και το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 του Α.Κ, στο ποσό των 5.000 ευρώ παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που έγινε ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέστη ο αναιρεσείων και, με την επίδραση, που έγινε επίσης ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι θα έχει στο μέλλον του αναιρεσείοντος, η αναπηρία, την οποία, όπως δέχθηκε, έχει υποστεί από το ένδικο ατύχημα, αφού τα ανωτέρω ποσά των 7.000 και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, οι ερευνώμενοι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης αποζημίωσης λόγω αναπηρίας του άρθρου 931 του Α.Κ. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 6173/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον αναιρεσείοντα. -Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ