Αριθμός 1082/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αρβανίτη, για αναίρεση της με αριθμό 2524/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1021/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. Α.Π. 1/1996) και αναφορά, επί νομικού προσώπου φερόμενου ως εργοδότη, εκ της ασκήσεως επιχείρησης των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορούμενου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχείρησης. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία, μόνον όμως όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2524/2005 απόφαση, το Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Σερρών που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "...Στις Σέρρες την 7-5-1999, ο κατηγορούμενος ενώ ήταν εργοδότης επιχείρησης και απασχόλησε κατά τη μισθολογική περίοδο από 12/1998 μέχρι 2/1999 στην επιχείρηση αυτή σε εξαρτημένη με αμοιβή εργασία προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, που υπάγεται στο Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, προς το οποίο έπρεπε για την ασφάλιση του προαναφερομένου προσωπικού να καταβάλλει τις εισφορές που αναφέρονται παρακάτω μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, εξετέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις Α) Ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο ατομικά (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) από δρχ. 25.947.400 δεν κατέβαλε αυτές στον παραπάνω Οργανισμό μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, Β) Παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) από δρχ. 12.973.700 με σκοπό την απόδοση αυτών μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, κι έτσι κατέστησε τον εαυτό του άξιο τιμωρίας για υπεξαίρεση....". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε στο διατακτικό ένοχο τον κατηγορούμενο για παράβαση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 1 Α.Ν 86/1967. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο δε διότι δεν εκτίθενται στο σκεπτικό αυτής τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση καπνοβιομηχανίας και η νομική μορφή της τελευταίας επιχείρησης, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωση αυτού να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχείρησης στο ΙΚΑ, ενόψει μάλιστα του ότι, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης αλλά και της πρωτοβάθμιας δίκης τα οποία αναγνώσθηκαν, η ανωτέρω επιχείρηση καπνοβιομηχανίας με την επωνυμία ΑΤΤΙΚ Α.Ε λειτουργούσε με εταιρική μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στη πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, μετά την παραδοχή του ανωτέρω, παρέλκει. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ.β΄, 370εδ.β΄και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρα 12, 18 Π.Κ και 1 Α.Ν 86/1967), φέρονται δε ότι τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση από το Δεκέμβριο του 1998 μέχρι και τον μήνα Φεβρουάριο 1999. Επομένως, από του τέλους Μαρτίου 1999 που είναι ο χρόνος τελέσεως της τελευταίας μερικότερης πράξης παρήλθε οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις άνω πράξεις, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2524/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του ...... για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και της παρακρατήσεως των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, που φέρονται ότι τελέστηκαν στις Σέρρες από τον Δεκέμβριο του 1998 μέχρι τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 1999.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ