ΑΡΙΘΜΟΣ 744/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ε. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη-Φίλιππο Χαμαλέλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 23860/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 735/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/1.1.2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 εδ.α του ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ.2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, κτλ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιοδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετο στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστό τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Τέλος, η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 3/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως (πέντε) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2004 μέχρι 31.10.2006, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, υπό την ιδιότητά του ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων στην Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών χρεών της ως άνω ανωνύμου εταιρείας, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, συγκεκριμένα δε, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, δεν κατέβαλε στο Δημόσιο, το συνολικό ποσό των 14.521.445,75 ευρώ, ήτοι 12.367.462,50 ευρώ για ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο συν 2.153.983,25 ευρώ για συνεισπραττόμενες προσαυξήσεις, το οποίο είχε βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε Αθηνών, όπως τα χρέη αυτά κατά το είδος φόρου, ποσό, αιτία, τρόπο, ημερομηνία βεβαιώσεως, προσαυξήσεις και υποχρεώσεις καταβολής εμφαίνονται στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την από 12.3.2007 αίτηση ποινικής δίωξης της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας απόφασης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. 16885/4.4.2012 έγγραφη ενημέρωση του προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, έναντι του οφειλομένου ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου καταβλήθηκε από τον κατηγορούμενο το ποσό των (36.545,34 ευρώ και το υπόλοιπο της οφειλής του ανέρχεται, στις 4.4.2012 σε 12.330.917,16 ευρώ για ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο, ενώ οι προσαυξήσεις ανέρχονται πλέον από 2.153.983,25 ευρώ σε 9.664.513,65 ευρώ. Ο κατηγορούμενος όμως, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, δηλαδή του διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" παραβίασε την προθεσμία καταβολής των παραπάνω (κατά τον χρόνο αίτησης της ποινικής δίωξης) οφειλών από τότε που κατέστησαν αυτές ληξιπρόθεσμες, δηλαδή από τις αναλυτικά αναφερόμενες ημερομηνίες, όπως αυτές εμφαίνονται στον επισυναπτόμενο πίνακα χρεών, μολονότι τα παραπάνω χρέη είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών και έγιναν ληξιπρόθεσμα στις αναφερόμενες ημερομηνίες, στις οποίες και έπρεπε να καταβληθούν, δεν κατέβαλε δε κανένα ποσό (πλην του προαναφερθέντος ποσού των 36.545,34 ευρώ που κατέβαλε εκ των υστέρων, δηλαδή μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του και την σύνταξη του πίνακα χρεών), για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι ως άνω οφειλές και μέχρι σήμερα. Η παραπάνω παράνομη και αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ειδικότερα δε της παραβιάσεως του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, με έναρξη ισχύος από 1.1.2004, ενώ το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του προαναφερόμενου πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, καθόσον αφορά τις οφειλές που αναφέρονται στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την από 12.3.2007 αίτηση ποινικής δίωξης της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχος (αφαιρουμένων των καταβληθέντων 36.545,34 ευρώ από το ποσό του ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε δόλο να τελέσει την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, επικαλούμενος πραγματική αδυναμία προς διαχείριση και διάθεση της εταιρικής περιουσίας, συνεπεία της υπ' αριθμ. Κ3-1230/5.2.2007 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης, με την οποία ανακλήθηκε οριστικά η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ως άνω εταιρείας, ήτοι αδυναμία του από παράγοντες ανεξάρτητους της βουλήσεώς του να εκπληρώσει την αντίστοιχη υποχρέωσή του, την ύπαρξη της οποίας όμως γνώριζε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του, καθόσον (η ανάκληση της άδειας) είναι μεταγενέστερο γεγονός της μη πληρωμής κάθε επιμέρους ποσού φόρου εντός της ταχθείσας από το νόμο προθεσμίας, αφού η φορουπερημερία του κατηγορουμένου είχε ήδη συντελεσθεί στις 5.2.2007. Πρέπει να τονισθεί ότι, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Κ. Μ., η "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθ' όλο το διάστημα λειτουργίας της, ήταν μια σοβαρή επιχείρηση ύψους 120.000.000 ευρώ, μέχρι την ανάκλησή της λειτουργούσε κανονικά και τα χρέη της - σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της - θεωρούνταν μικρά ποσά. Αν επισκοπήσει όμως κανείς τον πίνακα χρεών, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, μολονότι είχε την οικονομική δυνατότητα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν εξοφλούσε ποτέ ολοσχερώς την οφειλόμενη δόση του προς την Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών αλλά είτε έκανε εν μέρει καταβολές έναντι του χρέους, είτε δεν έκανε καθόλου (βλ. α.α. 21, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 40, 41 εγγραφές στον πίνακα χρεών). Συνεπώς, η ανάκληση της άδειας σύστασης και λειτουργίας της εταιρείας δεν αναιρεί το δόλο του κατηγορουμένου και ουδόλως επηρεάζει τις γεγενημένες ήδη κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2004 έως 31.10.2006 υποχρεώσεις του έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αφού ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της υποχρέωσής του για καταβολή των προαναφερόμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών και παραβίασε την προθεσμία καταβολής τους. Αναφορικά με τον έτερο ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι συνεπεία της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας, απώλεσε αυτόματα όλες τις ρυθμίσεις που είχε κάνει αναφορικά με το επίδικο χρέος (αποφάσεις ρύθμισης 180/2004, 181/2004, 182/2004, 946/2004, 947/2004, 143/2005, 144/2005, 499/2005, 500/2005, 501/2005, 502/2005, 781/2005, 782/2005, 880/2005, 929/2005, 692/2006), τις οποίες τηρούσε κανονικά μέχρι τότε, γι' αυτό άλλωστε τον λόγο ήταν φορολογικά ενήμερος μέχρι (τουλάχιστον) τις 28.12.2006, (βλ. προσκομιζόμενες φορολογικές ενημερότητες), ισχύουν τα ίδια που αναπτύχθηκαν παραπάνω. Η ρύθμιση των οφειλών εκ μέρους του κατηγορουμένου είναι απότοκος συνέπεια της τετελεσμένης φοροϋπερημερίας του και η μη τήρησή της, συνεπεία οποιουδήποτε γεγονότος, δεν αναιρεί τον δόλο του να παραλείψει να καταβάλει τους οφειλόμενους φόρους εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Επίσης αβάσιμος στην ουσία του είναι και ο έτερος ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το χρέος του κατηγορουμένου δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά την υποβολή της από 12.3.2007 αίτησης για ποινική δίωξη, ένεκα της επιχειρούμενης (εκ μέρους του) μετάθεσης του χρόνου τελέσεως του αδικήματος στον χρόνο που η υπόχρεος εταιρεία έπαυσε να είναι ενήμερη στην πληρωμή των δόσεων της ρύθμισης των οφειλών συνεπεία της ανάκλησης της άδειας. Τούτο διότι το αδίκημα της μη καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο τελείται μόλις συμπληρωθούν τέσσερις μήνες από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος σε δόσεις ή εφάπαξ και ως δόση δεν θεωρείται η δόση της ρύθμισης αλλά η δόση του φόρου. Επομένως, η από 12.3.2007 αίτηση για ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου ασκήθηκε παραδεκτά, αφότου οι οφειλές του κατηγορουμένου είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες. Τέλος, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει η ολοσχερής εξόφληση του οφειλόμενου χρέους προς το Δημόσιο συνεπεία αναγγελίας αυτού στην εκκαθαριστή της ως άνω εταιρείας και για το λόγο αυτό ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός περί εξάλειψης του αξιοποίνου τυγχάνει απορριπτέος. Περαιτέρω, απορριπτέο τυγχάνει το τρίτο στη σειρά αίτημα περί αναβολής της κρινόμενης υπόθεσης μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης της υπόχρεης εταιρείας και ικανοποίησης του Δημοσίου, καθόσον δεν υφίσταται χρονική πρόβλεψη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερα παλαιό χρόνο τέλεσης της πράξης και του κινδύνου παραγραφής της. Με βάση τα παραπάνω, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληρεί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τα ως άνω περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως κατά τα άνω αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στο διατακτικό της οποίας ενσωματώθηκε ο πίνακας χρεών της ΔΟΥ, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του, η ύπαρξη των βεβαιωμένων χρεών, η αρμόδια ΔΟΥ Αθηνών που βεβαίωσε τα χρέη του αναιρεσείοντος, το είδος και το ύψος των χρεών, ο τρόπος πληρωμής τους και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή, ο χρόνος κατά τον οποίον αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς των, έπρεπε να καταβληθούν από τον υπόχρεο κατηγορούμενο, εφόσον, αυτός, κατά τις παραδοχές της απόφασης όπως αυτές προκύπτουν τόσον από το σκεπτικό όσον και από το διατακτικό, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, είχε κατά τους ανωτέρω χρόνους (βεβαιώσεως και καταβολής χρεών) την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και συνεπώς αυτός ευθύνεται για τα χρέη της εταιρείας αυτής ανεξάρτητα αν δεν είχε την ιδιότητα αυτή κατά το μεταγενέστερο χρόνο. Ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη πράξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως. Δεν είναι βάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να απορρίψει, με την πιο πάνω αιτιολογία, τον ισχυρισμό του, ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλο του αλλά σε πραγματική αδυναμία διαθέσεως της εταιρικής περιουσίας, συνεπεία της υπ' αριθμ. Κ3-1230/5-2-2007 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης, με την οποία ανακλήθηκε οριστικά η άδεια συστάσεως και λειτουργίας της εταιρείας, αφενός ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και του αν. 635/1937 και αφετέρου δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο Χρεών, έτσι όπως προτάθηκε δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Αυτό, όμως, ως εκ περισσού απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με τις παραδοχές, ότι η ανάκληση της άδειας συστάσεως και λειτουργίας της ως άνω εταιρείας και η εν συνεχεία θέση αυτής υπό εκκαθάριση και ο διορισμός εκκαθαριστή δεν αναιρεί το δόλο του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και δεν επηρεάζει τις γεγενημένες κατά το διάστημα από 1-5-2004 έως 31-10-2006 υποχρεώσεις έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αφού η ως άνω ανάκληση, η οποία έλαβε χώρα την 5-2-2007, είναι μεταγενέστερο γεγονός της μη πληρωμής κάθε επί μέρους ποσού φόρου εντός της ταχθείσης προθεσμίας και ότι ο κατηγορούμενος, κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές, τελούσε σε γνώση της υποχρέωσης του για καταβολή των προαναφερομένων ληξιπροθέσμων οφειλών και παραβίασε την προθεσμία καταβολής τους. Ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αιτιολογημένα απορρίφθηκε: α) ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως με την παραδοχή ότι η από 12-3-2007 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ΔΟΥ για άσκηση ποινικής διώξεως υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα, αφού οι οφειλές του αναιρεσείοντος είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες, β) ο ισχυρισμός περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως λόγω ολοσχερούς εξοφλήσεως του χρέους του προς το Δημόσιο συνεπεία αναγγελίας αυτού στον εκκαθαριστή της εταιρείας, με την παραδοχή ότι από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει η ολοσχερής εξόφληση του οφειλομένου χρέους προς το Δημόσιο συνεπεία αναγγελίας αυτού στον εκκαθαριστή της εταιρείας και γ) το αίτημα περί αναβολής της δίκης μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της εκκαθάρισης της υπόχρεης εταιρείας και ικανοποίησης του Δημοσίου, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης δεν υφίσταται χρονική πρόβλεψη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής σε συνδυασμό και με το ιδιαίτερα παλαιό χρόνο τέλεσης της πράξης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε πρέπει να εκτείνεται, όπως αναφέρθηκε και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ζήτησε επικουρικά "την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. α, β και δ". Όπως, όμως, προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, ήταν εντελώς αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή τους. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη, απόφαση απάντησε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει ν' αναγνωριστεί ότι συντρέχουν στον πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α, β και δ ΠΚ, διότι, για το μεν ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, δεν εισφέρθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην αποδεικτική διαδικασία επαρκή στοιχεία σχετικά με την οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του κατηγορουμένου, τα οποία θα ήταν ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι διήγε έντιμο βίο, υπό την έννοια ότι η πράξη για την οποία δικάζεται συνιστά εξαίρεση στον μέχρι τώρα βίο του. Αναφορικά δε με τον προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2εδ.Β' ΠΚ, ουδόλως προέκυψε ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια κι ούτε από λόγους αντίθετους προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση γεγονός το οποίο δεν αναιρείται από τη θέση της εταιρείας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, η οποία εξάλλου έλαβε χώρα μετά το χρόνο διάπραξης του κρινόμενου αδικήματος. Τέλος, αναφορικά με τον προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ.δ', ήτοι ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, επίσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος καθώς η καταβολή εκ μέρους του κατηγορουμένου μόνο του ποσού των 36.545,34 ευρώ (μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του) έναντι του υπέρογκου χρέους του που άγγιζε τα 12.367.462,50 ευρώ είναι πολύ μικρής έκτασης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια της απορρίψεως, χωρίς αιτιολογία, του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-6-2012 αίτηση του Ε. Γ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23860/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ