Αριθμός 1293/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες . ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. (P.) Δ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Στέλλας Μπιρμπάκου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. (J.) Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ιδία ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. θυγ. Π. και Σ. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μ. Γ. και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. συζ. Π. Δ., το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2017 μη οριστική, ... του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες και η α' αναιρεσίβλητη παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της α' αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την παρείχε, να ενεργεί όλες τις κύριες και παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες, που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.Α.Π.13/2008, Ολ.Α.Π.39/2005, Α.Π 242/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π 1730/2022, ΑΠ 608/2021, ΑΠ 270/2021, ΑΠ 874/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ` αναβολή δικάσιμο (Α.Π 990/2021, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1062/2017). Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (Α.Π 64/2018, ΑΠ 963/2017, ΑΠ 249/2017, ΑΠ 660/2014, ΑΠ 1968/2013). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των εναγομένων, Π. θυγ. Π. Δ. και Σ. συζ. Π. Δ. ήδη αναιρεσιβλήτων και Β. Σ. Δ. και Κ. Σ. Δ., την από 15-12-2008 αγωγή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας της περιγραφόμενης (όμορης της συνιδιοκτησίας τους) εμβασίας, την οποία απέκτησαν με πρωτότυπο τρόπο κτήσης και της οποίας (συγ)κύριοι κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου είναι, καθεμία εκ των τρίτης και τέταρτης των εναγομένων. Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν την επίδικη μπασία, αφού κατεδαφίσουν τον διαχωριστικό τοίχο που κατασκεύασαν εντός αυτής. Με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους που καταχωρήθηκε στα με αριθμό ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η πρώτη και η δεύτερη εναγόμενες άσκησαν, ανταγωγή με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητα τόσο καθεμιάς από τις ίδιες (αντενάγουσες) όσο και καθενός των αντεναγομένων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της επίδικης μπασίας με επιφάνεια 38,58 τ.μ.. Το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ... απόφασή του δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων α) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς τις τρίτη και τέταρτη εναγόμενες, δεχόμενη εν μέρει αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τις πρώτη και δεύτερη εναγόμενες και β) απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την ανταγωγή των πρώτης και δεύτερης εναγόμενων- αντεναγουσών κατά των αντεναγομένων - εναγόντων. Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε από τις εναγόμενες η από 9-1-2011 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 22/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... δικάσαντος ως Εφετείου, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς την τρίτη και τέταρτη εκκαλούσες, δέχθηκε τυπικά την έφεση ως προς την πρώτη και δεύτερη εκκαλούσες, δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανταγωγή της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη και εξαφάνισε την απόφαση κατά το μέρος αυτό. Κράτησε και δίκασε την ανταγωγή και απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, απέρριψε περαιτέρω τους λόγους έφεσης, ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας και μη νόμιμη ως αντικείμενη στον ΓΟΚ του 1985. Κατά τα λοιπά ανέβαλε την έκδοση της οριστικής αποφάσεως και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη. Μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η ... προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... δικάσαντος ως Εφετείο, η οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων δέχθηκε ουσιαστικά την έφεση κατά της υπ'αριθμ. ... απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία εξαφάνισε και διακράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ'ουσίαν αυτή και απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του πινακίου της δικασίμου 22-9-2021 του δικαστηρίου τούτου κατά την οποία είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί στο ακροατήριο και κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και αναβλήθηκε, με αίτηση των αναιρεσειόντων, για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι αναιρεσίβλητες παραστάθηκαν δια της συνηγόρου Μ. Γ.. Κατά την ανωτέρω δε μετ' αναβολή δικάσιμο της 5-10-2021, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στο ακροατήριο, η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε μετά της συνηγόρου της Μ. Γ., η δε δεύτερη δεν παραστάθηκε. Από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η παραστάσα, εκπροσωπώντας την δεύτερη αναιρεσίβλητη, δικηγόρος Μ. Γ., κατά την αρχική δικάσιμο είχε πληρεξουσιότητα για να την εκπροσωπήσει, έτσι ώστε η αναβολή από το πινάκιο να θεωρηθεί ως κλήση αυτής για την άνω δικάσιμο, ενώ επιπλέον δεν προκύπτει ότι αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο από τους αναιρεσείοντες ή από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ή ότι επέσπευσε εκείνη νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική αυτή δικάσιμο ή έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατόπιν τούτων η δεύτερη αναιρεσίβλητη τυγχάνει απούσα και ενόψει του ότι κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή η υπόθεση αφορά διεκδικητική (συγ)κυριότητας ακινήτου αγωγή, η οποία στρέφεται κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ως από κοινού καταλαμβανόντων την επί του επιδίκου συγκυριότητα των εναγόντων, υφίσταται μεταξύ αυτών απλή ομοδικία και πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και να χωρίσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπούμενη από την προαναφερόμενη πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ πρέπει η συζήτηση αυτής να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς την απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η κρινόμενη από 12-12-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... που δίκασε ως Εφετείο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. (που ταυτίζεται με το άρθρο 560 αριθμ. 5 Κ.Πολ.Δ), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996) όχι όμως τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π 1646/2018, ΑΠ 1627/2011). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ. Α.Π 8/2018,Ολ. Α.Π 1/1999). Για την πληρότητα των άνω λόγων, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτού (Α.Π 182/2021) 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, Α.Π 284/2021). Επίσης, προϋπόθεση προς ίδρυση αυτού του λόγου αποτελεί η ύπαρξη του σφάλματος στην ίδια την απόφαση, την οποία και μόνον επισκοπεί ο Άρειος Πάγος ( Α.Π 145/2021, ΑΠ 151/2012, 906/2011, 1210/2010). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1β και παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές, που έχουν εκδοθεί προηγουμένως και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επιπλέον η αναίρεση αυτή κατά το μέρος που αφορά την οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης πρέπει να απευθύνεται κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, γιατί η οριστική αυτή διάταξη δε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται αν δεν απευθύνεται κατ' αυτής η αναίρεση (Α.Π 1054/2019, Α.Π 2152/2014, 1188/2003). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφ` όσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφ` όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθ` όσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Α.Π 848/2019 ΑΠ 319/2017). Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ (που ταυτίζεται με αυτή του αριθμού 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ), συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψιν της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψιν την από 29-10-2010 έκθεση αυτοψίας που διενήργησε η Ειρηνοδίκης ... και τις ένορκες βεβαιώσεις υπ'αριθμ. ... και ... των Κ. Δ. και Α. Κ. αντίστοιχα καθώς και την υπ'αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των ... και την 234/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου .... Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που δεν λήφθηκαν υπόψη και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αλλά για αποδεικτικά μέσα, τα οποία σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη δεν αποτελούν πράγματα. Με τους τρίτο και τέταρτο (πρώτο σκέλος) λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ. Δ., (που ταυτίζεται με το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ) συνισταμένη στην έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι χωρίς αιτιολογία άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες και αντιφατικές δέχθηκε, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν αποτελεί μέρος της επίδικης εμβασίας και ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες οικειοποιήθηκαν μέρος της επίδικης εμβασίας και απέρριψε την αγωγή τους. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι διότι στο αναιρετήριο δεν περιέχονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προσδιορίζονται οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν καθώς και το περιεχόμενο αυτών, δεν αναφέρεται ο ουσιώδης αγωγικός ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, δεν αναφέρεται κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα δηλαδή ως προς τις ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση και ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αυτή. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες περιορίζονται στο να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο αποσπασματικές κατά την κρίση τους παραδοχές, που όμως δεν αποτελούν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην απόρριψη της αγωγής τους. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται αντιφατικές αιτιολογίες, μεταξύ της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή και της εν μέρει οριστικής υπ'αριθμ. 22/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία το δικαστήριο αυτό απέρριψε ως αβάσιμη την ανταγωγή, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις αφορούν αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τις αιτιολογίες της εν μέρει οριστικής απόφασης υπ' αριθμ. 22/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε την ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων, χωρίς η αναίρεση να απευθύνεται κατά της εν λόγω απόφασης και ανεξαρτήτως του ότι οι αιτιολογίες των δύο αποφάσεων δεν είναι αντιφατικές, δεδομένου ότι η 22/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... δεν απέρριψε την ανταγωγή ως αβάσιμη, όπως εσφαλμένως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όπως προκύπτει από την εκτίμηση αυτής από το παρόν Δικαστήριο κατ'άρθ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσείοντων, για την θεμελίωση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης υπό το πρόσχημα των κατά τα ως άνω επικαλούμενων παραβάσεων, πλήττουν, ανεπίτρεπτα, την μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο συνιστούν την κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτών εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ'αυτούς αποδεικτικού πορίσματος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 12-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. ... απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ την υπόθεση ως προς την απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη και τους παρισταμένους διαδίκους. ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την δεύτερη απολειπόμενη αναιρεσίβλητη Σ. συζ. Π. Δ.. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από την από 12-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. ... απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Π. θυγ. Π. Δ.. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης εις βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ