Αριθμός 1391/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ., κατοίκου ..., 2) Δ. Ν., κατοίκου ..., 3) Ν. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κατσαντωνοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" με τον διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα-Πιερράκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2296/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5983/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/7/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την, κατά ένα μέρος, παραδοχή της αιτήσεως, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα Ν. Δ., κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα και την απόρριψή της, κατά τα λοιπά. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται : α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. γ` του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ` του ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη. Περαιτέρω, στο π.δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4- 2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ : α) Στο άρθρο του 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 180/2004, ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004..., το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, λαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γι` αυτού", με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ. γ` του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του τελευταίου π.δ/τος) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003. Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ` αυτού ούτε στις διατάξεις του Ν.2190|1994, σχετικά με τις προσλήψεις προσωπικού της, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003, αλλά και σε αυτές του άρθρου 8 του Ν. 2112|1920, αποτελεί και η αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.). Εξάλλου, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ` του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β` 568/8-9-1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ ΑΠ 14/1998), τελικά, στη συνέχεια, αναμορφώθηκε και τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.- άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990). Στον αναμορφωμένο αυτόν ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίζονται : α) Στο άρθρο του 1 ότι αυτός "περιλαμβάνει τους κανόνες οι ορίζονται : α) Στο άρθρο του 1 ότι αυτός "περιλαμβάνει τους κανόνες οι οποίοι διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του Μόνιμου και Δόκιμου προσωπικού που συνδέεται με τον ΟΤΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας...". β) Στο άρθρο του 2 ότι "1. το υπαγόμενο στον παρόντα Κανονισμό προσωπικό διακρίνεται σε Μόνιμο και Δόκιμο. Μόνιμο είναι το προσωπικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες. Δόκιμο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας ενός έτους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος Κανονισμού. 2. Ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό". γ) Στο άρθρο του 50 παρ. 6 ότι "η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την υπογραφή της σχετικής ΕΣΣΕ, εκτός αν άλλως ορίζεται", ενώ στον όρο 23 της ως άνω από 10-6-1999 ΕΣΣΕ ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων αυτής αρχίζει από την υπογραφή της (10-6-1999), εκτός αν άλλως ορίζεται σ` αυτές. Οι εν λόγω, όμως, απαγορεύσεις, που προβλέπονται από τον Κανονισμό του Ο.Τ.Ε. αναφέρονται, προδήλως, σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που έγιναν πράγματι για την κάλυψη προσκαίρων, απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, οπότε μόνο επιτρέπεται και η σύναψη συμβάσεως ορισμένου χρόνου και δεν αναφέρεται και σε συμβάσεις, που έγιναν για την απασχόληση σε μη προβλεπόμενες οργανικές θέσεις, για την κάλυψη όχι τέτοιων αναγκών, αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών, οπότε η σύναψή τους για ορισμένη χρονική διάρκεια έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων, που ορίζουν πότε επιτρέπονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Συνεπώς, στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού, για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων ή επειγουσών αναγκών, πλην, στην πραγματικότητα, για κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, δεν έχουν εφαρμογή οι εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού ΟΤΕ, αλλά αυτές, που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Επομένως από την απαγόρευση "μετατροπής" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης εργασιακής σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή", αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης αυτής σχέσης, κατά τη δικαστική ή διοικητική διαδικασία, υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (Ολ. Α.Π. 18/2006). Ο ορθός, εξάλλου, χαρακτηρισμός της σχέσης, ως αορίστου χρόνου, προκειμένου να αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων, που έρχονται σε αντίθεση με τους σκοπούς της ως άνω Οδηγίας και των σε εκτέλεση αυτής, εκδοθέντων, κατά τα άνω, Π.Δ., δεν προσκρούει στη συνταγματική επιταγή της πρόσληψης στο δημόσιο τομέα με σύμβαση αορίστου χρόνου μόνο σε οργανικές θέσεις, καθώς και με διαγωνισμό ή επιλογή, υπό τους όρους του νόμου, εφόσον η Οδηγία αναφέρεται όχι μόνο σε συμβάσεις εργασίας, που καταρτίσθηκαν εγκύρως, αλλά και σε "σχέσεις εργασίας", στις πραγματικές δηλαδή εργασιακές σχέσεις που υπάρχουν, έστω και αν δεν έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως προς τις οποίες, επίσης, είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920. Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας έννομης σχέσης, δηλαδή η αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της, αποτελεί κατ`εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό, που δίδουν σ` αυτή (έννομη σχέση) ο νόμος ή τα συμβαλλόμενα μέρη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν (μαζί με άλλους) την από 30-8-2004 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεταν ότι, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, ο μεν πρώτος (κατά σειρά, που αναφέρονται στο αναιρετήριο) στις 24-6-2002, ο δεύτερος στις 27-6-2002 και ο τρίτος στις 25-6-2002 (επιπροσθέτως, ο τελευταίος είχε προσληφθεί και προγενεστέρως, από το έτος 1989, με διαδοχικές ανανεώσεις μέχρι το 2001), προκειμένου να εργασθούν, ως τεχνικοί οι δύο πρώτοι και ως αποθηκάριος ο τρίτος, καλύπτοντας, κατά τις συμβάσεις, έκτακτες και εποχιακές υπηρεσιακές ανάγκες. Ότι οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν για οκτώ μήνες, και στη συνέχεια, για άλλους έξι, οπότε και με τη συμπλήρωση 22 μηνών, η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε τις συμβάσεις αυτές. Ότι, στην πραγματικότητα, οι εν λόγω συμβάσεις υπέκρυπταν σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού οι αναιρεσείοντες, με την εργασία τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ζητούσαν να αναγνωρισθεί, ότι η συνδέουσα τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες σχέση εργασίας ήταν αυτή του αορίστου χρόνου. Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, από το Εφετείο έγιναν δεκτά τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω, ισχυριζόμενοι με την αγωγή τους α) ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεώθηκε άλλες δύο φορές, προκειμένου να εργαστούν ως εργάτες στις τεχνικές τις υπηρεσίες για την κάλυψη δήθεν έκτακτων και εποχικών αναγκών της εταιρίας, β) ότι δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης απασχολήθηκαν στην εναγομένη κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα οπότε η εναγομένη έπαυσε, αντίστοιχα, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, και γ) ότι η κατάρτιση και ανανέωση των συμβάσεων τους για ορισμένο χρόνο έγινε κατά καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, του κατήρτισαν με την εναγομένη, να αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν, αναγνωριστεί, ότι αυτοί συνδέονται με την εναγομένη εξ υπαρχής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως να αναγνωριστεί, ότι η αρχική σύμβαση ορισμένου χρόνου έχει μετατραπεί σε αορίστου χρόνου από το χρόνο της παράτασης της αρχικής διάρκειας της, να αναγνωριστεί, επίσης, η ακυρότητα της απόλυσης τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, υπό τα εκτιθέμενα πάντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι α) οι αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και οι ανανεώσεις αυτών, που έλαβαν χώρα υπό την ισχύ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν στην πραγματικότητα οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ούτε και μπορούν να χαρακτηριστούν αυτές, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, με αποτέλεσμα υπό την ισχύ της πιο πάνω διάταξης, να μην είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 21 12/1920 ή του άρθρου 671 ΑΚ, αφού, έστω και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, η εναγομένη δεν είχε την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, β) εφόσον η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, και δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 καθώς και το άρθρο 671 ΑΚ ούτε κατ' επιταγή της ανωτέρω Οδηγίας έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 8 1/2003 στις 2-4-2003, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω π.δ., ενώ ούτε και ορθός νομικός χαρακτηρισμός των ενδίκων συμβάσεων, ενόψει της ανωτέρω Οδηγίας, μπορεί να γίνει, αφού τούτο, πέραν του ότι η εν λόγω Οδηγία δεν υπαγορεύει, ως συνέπεια καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το χαρακτηρισμό αυτών ως μιας ενιαίας σύμβασης αόριστης διάρκειας, θα καθιστούσε, όπως αναφέρθηκε, περιττή τη λήψη μέτρων για την ενσωμάτωση στης Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη και θα αναιρούσε την παρεχόμενη από την εν λόγω Οδηγία ευχέρεια των κρατών -μελών, να διαφοροποιήσουν τα μέτρα κατά τομείς, όταν αυτοί διαφέρουν, να προσδιορίσουν τη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων, την έννοια των συμβάσεων ορισμένου και αόριστου χρόνου και τις προϋποθέσεις που δεν θα επιτρέπουν μια τέτοια ως άνω καταστρατήγηση, γ) οι ένδικες συμβάσεις ούτε και μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και υπό την ισχύ του π.δ. 8 1/2003 (το οποίο τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, ενόψει του ότι η εναγομένη αποτελεί ανώνυμη εταιρία, μη υπαγόμενη στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 σχετικά με την πρόσληψη του προσωπικού της), μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού ναι μεν οι συμβάσεις αυτές, κατά τα εκτιθέμενα, ήσαν διαδοχικές, πλην όμως δεν συντρέχουν οι οριζόμενες στο ως άνω π.δ. προϋποθέσεις και ειδικότερα αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 8Α για τη συνολική χρονική διάρκεια αυτών, τον αριθμό των ανανεώσεων σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κλπ, τη συνδρομή των οποίων, άλλωστε, ούτε και οι ενάγουσες επικαλούνται στην αγωγή τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια δέχθηκε αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη με τους σχετικούς λόγους της έφεσης της και τους προσθέτους λόγους. Έπειτα από τα παραπάνω, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη". Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή, ως μη νόμιμη, έσφαλε, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 288 Α.Κ., άρθρου 8 παρ. 3 Ν.2112|1920, οι οποίες έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, αφού, όπως αναφέρθηκε, ο αναιρεσίβλητος έχει (και είχε κατά τον χρόνο συνάψεως των επιδίκων συμβάσεων) χαρακτήρα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς δεν ενέπιπταν στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος ούτε προσκρούουν στις από το άρθρο 2 του ΓΚΠ|ΟΤΕ απαγορεύσεις, κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 671, 288 Α.Κ., 8 παρ. 3 Ν. 2112|1920, 70 Κ.Πολ.Δικ. και 22 του Συντάγματος και, επομένως, κατά παραδοχή της ένδικης αίτησης, με την οποία οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5983|2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλου δικαστές Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ