Αριθμός 1274/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Ευσταθίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ι. θυγ. Μ. και Α. Μ., συζ. Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Πεπόνα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3528/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 569/2017 μη οριστική, 421/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 21-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 421/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος την από 24-3-2014 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ένα ακίνητο εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 257,40 τ.μ. και κατά το Κτηματολόγιο 260 τ.μ., που βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας ... και το οποίο απέκτησε παραγώγως με το αναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής, αλλά και πρωτοτύπως. Ζήτησε, επίσης, να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του ..., έτσι ώστε να εγγραφεί η ίδια ως αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου, αντί του εναγομένου .... Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την 3528/2015 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ως προς τις δύο βάσεις της και διέταξε περαιτέρω τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα βιβλία του .... Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 24-11-2015 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Πειραιά με την 569/2017 μη οριστική του απόφαση διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της ή στο με ... δημόσιο κτήμα, όπως ισχυρίστηκε το εναγόμενο. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενη 421/2020 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 3528/2015 οριστική απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της και αφού το Δικαστήριο κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε δεκτή μόνο ως προς τη βάση της τη στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της ενάγουσας, διέταξε δε περαιτέρω τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα βιβλία του .... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 182/2023, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021). Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' ... γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας ακινήτου της Συμβολαιογράφου ... Ε. Β., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., η ενάγουσα απέκτησε από τη μητέρα της Α. σύζυγο Μ. Μ., το γένος Ι. Κ., την ψιλή κυριότητα επί ενός ακινήτου-γεωτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "..." ..., εκτός σχεδίου πόλεως, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 248 τ.μ., εμφαινόμενο με τον ... του ... οικοδομικού τετραγώνου στο από Ιουλίου 1966 ρυμοτομικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Μ., που προσαρτάται στο υπ' αρ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... Α. Α. και συνορευόμενο ανατολικά με ιδιωτικό δρόμο πλάτους μέτρων 5 επί προσώπου 13,20 μέτρων, δυτικά με το υπ' αρ. 2 αγροτεμάχιο επί πλευράς μέτρων 13, αρκτικά με ιδιωτική οδό πλάτους 4 μέτρων επί προσώπου μέτρων 18 και μεσημβρινά με το υπ' αρ. 4 αγροτεμάχιο επί πλευράς μέτρων 22,50, παρακρατήσασα η ως άνω μητέρα της ισοβίως την επικαρπία για λογαριασμό της και για λογαριασμό του συζύγου της και πατέρα της ενάγουσας Μ. Μ. του Β., μετά το θάνατο των οποίων (την ... της μητέρας της και την ... του προαποβιώσαντος πατέρα της) η ψιλή κυριότητα συνενώθηκε με την επικαρπία. Στην ως άνω δικαιοπάροχο της ενάγουσας είχε περιέλθει η κυριότητα επί του ανωτέρω γεωτεμαχίου από αγορά από τους Β. Β.. του Ε., Κ. Β.. του Ε. και Ξ. χήρα Ε. Β., δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Α. Α., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., σε συνδυασμό με την υπ' αρ. ... πράξη εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, ως Συμβολαιογράφου ..., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 191 με αύξοντα αριθμό .... Δυνάμει της υπ' αρ. ...... άδειας ανοικοδόμησης της Νομαρχίας Αττικής (...) η ως άνω μητέρα της ενάγουσας ανήγειρε επί του προαναφερόμενου γεωτεμαχίου μία ισόγεια οικοδομή, επιφάνειας 70 τ.μ. περίπου. Σύμφωνα με το από Αυγούστου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Μ. το ανωτέρω ακίνητο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α, έχει έκταση 257,40 τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά με ανώνυμη οδό πλάτους 4 μέτρων επί προσώπου μέτρων 18,65 και επί πλευράς Α-Β του άνω διαγράμματος, βορειοδυτικά επί πλευράς Β-Γ του ίδιου άνω διαγράμματος μήκους μέτρων 13 με ιδιοκτησία Κ. Χ., νοτιοανατολικά με ανώνυμη οδό πλάτους μέτρων 5,50 επί προσώπου μέτρων 13 και επί πλευράς Α-Δ του άνω διαγράμματος και νοτιοδυτικά επί πλευράς Γ-Δ του άνω διαγράμματος μήκους μέτρων 21,40 με ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη, ενώ σύμφωνα με το Κτηματολόγιο το εν λόγω ακίνητο έχει έκταση 260 τ.μ. και κατά το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος συνορεύει γύρωθεν με την ..., με ακίνητα ..., ... και με οδό το όνομα της οποίας δεν εμφαίνεται. Στους ως άνω απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας Β. Β.. του Ε., Κ. Β.. του Ε. και Ξ. χήρα Ε. Β., είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα από μείζονα έκταση 40 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας τους και ειδικότερα στην πρώτο από αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στο δεύτερο από αυτούς κατά ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και στην τρίτη από αυτούς κατ' επικαρπία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομία του αποβιώσαντος την ... Ε. Β. του Β., δυνάμει της υπ' αρ. ... δημόσιας διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αρ. 204/1963 πρακτικό του Ειρηνοδικείου ..., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ' αρ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου ... Α. Α., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών ... στον τόμο 96 με αύξοντα αριθμό 377. Στον Ε. Β.. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση με αγορά από το Β. Β.. του Ι. δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Κ. Μ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 53 με αύξοντα αριθμό .... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ως άνω μείζονα έκταση των 40 στρεμμάτων παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον Α. Π. αρχικά με δήλωσή του προς τον Οικονομικό Έφορο ... σύμφωνα με το ... του έτους 1910 , η οποία (παραχώρηση) ολοκληρώθηκε με την έκδοση του υπ' αρ. ... παραχωρητηρίου εθνικών γαιών του .... Στη συνέχεια, ο Α. Π. μεταβίβασε την κυριότητα της μείζονος αυτής εκτάσεως (40 στρεμμάτων) στον Β. Ι. Β.. με το υπ' αρ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο γαιών του Συμβολαιογράφου ... Κ. Μ., νόμιμα μετεγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Από την έκδοση του ως άνω υπ' αρ. ... παραχωρητηρίου εθνικών γαιών του ... οι ως άνω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι) νέμονταν την κατά τα ανωτέρω μείζονα έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, με διάνοια κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα τρίτων επ' αυτής, αλλά και ανεξάρτητα από την καλή πίστη μετά την 23-2-1946, ασκώντας επί του επιδίκου ακινήτου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής (επιτήρηση και καλλιέργεια σιτηρών και λαχανικών), συνεχώς και αδιαλείπτως, ήτοι για μία τριακονταετία και πλέον έως την 23-2-1946, αλλά και μετά από το ως άνω χρονικό σημείο, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από οποιονδήποτε. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι και η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. σύζυγος Μ. Μ. κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο δυνάμει του ως άνω υπ' αρ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Α. Α., νόμιμα μεταγεγραμμένου, με αγορά από τους Β. Β.. του Ε., Κ. Β. του Ε. και Ξ. χήρα Ε. Β., όπως προαναφέρθηκε, καθόσον επίσης, ότι νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου ίδιες ως άνω πράξεις νομής (επιτήρηση, καλλιέργεια σιτηρών και λαχανικών, ανέγερση ισόγειας οικίας) από το έτος 1966 μέχρι το έτος 1985, που το μεταβίβασε στην ενάγουσα, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από οποιονδήποτε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αρ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Ε. Β., νόμιμα μεταγεγραμμένου, και κατά τα ως άνω, καθώς επίσης, ότι νέμεται αυτό με διάνοια κυρίας, από την 13-6-1985 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (3-4-2014) συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και ειδικότερα από το εναγόμενο, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακίνητου πράξεις νομής, ήτοι το επιβλέπει, το καλλιεργεί και το δηλώνει στο έντυπο Ε9. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την έκδοση του ως άνω παραχωρητηρίου εθνικών γαιών, άσκησε πράξεις νομής επ' αυτού, ότι νεμήθηκε αυτό δια των οργάνων του. Περαιτέρω, με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα στηρίζει το επίδικο δικαίωμα (κυριότητα επί του επιδίκου) σε περισσότερες νομικές βάσεις, καθότι υπάρχει μόνο μία δικονομική αξίωση, ήτοι ένα αντικείμενο δίκης, που θεμελιώνεται σε περισσότερες νομικές βάσεις, πλην όμως, σε περίπτωση που νικήσει η ενάγουσα, άπαξ θα επιδικαστεί σ' αυτήν (ενάγουσα) η επίδικη αξίωση, το δε διατακτικό της αποφάσεως θα στηριχθεί αυτοτελώς επί της μιας και μόνο των ως άνω επάλληλων αιτιολογιών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως προς τη βάση της τακτικής χρησικτησίας, και δεδομένου ότι η αγωγή δεν περιείχε και βάση περί κτήσεως της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, ενόψει του ότι η έννοια της καλής πίστης κατά τη διάταξη του άρθρου 1042 του ΑΚ είναι διάφορη της έννοιας αυτής κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η ενάγουσα με το δικόγραφο των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι έχει καταστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου αφενός με παράγωγο τρόπο και επικουρικά με τα προσόντα της τακτικής, άλλως και της έκτακτης χρησικτησίας. Με την ένδικη έφεση το εκκαλούν ζητεί την απόρριψη της αγωγής, αναφερόμενο στον παράγωγο τρόπο, στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία κατά τις οποίες έχει γίνει δεκτή η αγωγή. Η ως άνω, όμως, συμπλήρωση αυτής (αγωγής), ως προς την τακτική χρησικησία, συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (άρθρα 106 και 224 του ΚΠολΔ), που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η οποία (αγωγή) θεμελιώνεται στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την εφεσίβλητη με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικησία και συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε ως προς την ως άνω βάση και το σχετικό σκέλος του λόγου εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτό. Περαιτέρω, το εναγόμενο, με προφορική δήλωση της Δικαστικής Αντιπροσώπου του Ν.Σ.Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού (πρωτοβάθμιου) και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), αρνήθηκε (αλλά και με την ένδικη έφεση αρνείται την ένδικη αγωγή) και ειδικώς την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου τόσο την ενάγουσας όσο και όλων των δικαιοπαρόχων της και προέβαλε (και προβάλλει στο Δικαστήριο τούτο) τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του, δεδομένου ότι, όπως επικαλείται με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και επαναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, με την ένδικη έφεση, εμπίπτει εντός του καταγεγραμμένου δημοσίου κτήματος με ..., συνολικής εκτάσεως 1.000.000 τ.μ. και ότι περιήλθε σε αυτό ως εξής: α) δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των σχετικών πρωτοκόλλων, "δικαώματι πολέμου" και ειδικότερα ι)ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και των υπηκόων του, στο οποίο ανήκε προ και μέχρι την επανάσταση του 1821, ιι) επικουρικά δυνάμει των πρωτοκόλλων και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, ως ανήκον πριν την επανάσταση του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων το είχαν εγκαταλείψει και δεν δεσποζόταν πλέον από αυτούς, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτόν (ισχυρισμό), β) άλλως, δεδομένου ότι αποτελούσε από τους έτους 1820 δάσος, γ) άλλως, με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, από την Επανάσταση του 1821 κα μετέπειτα, καθόσον από τότε επιλήφθηκε της νομής του βάσει των ως άνω νόμων και εξακολοθούσε έκτοτε να την ασκεί ενεργώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες σ' αυτόν (ισχυρισμό) πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του επιδίκου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και δ) άλλως, ως αδέσποτο εφόσον πριν τη σύσταση του Ελληνικού κράτους και μετά από αυτή δεν εξουσιάστηκε από οποιονδήποτε, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτόν (ισχυρισμό). Οι ως άνω ισχυρισμοί του, πλην του κατωτέρω αναφερομένου, οι οποίοι είναι νόμιμοι, καθώς θεμελιώνονται στις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας και όχι αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης αναγνωριστικής αγωγής για ακίνητο, αφού, με την επίκληση και απόδειξη των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν τους αντίστοιχους ως άνω ισχυρισμούς του ..., δημιουργείται κυριότητα αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, δια της οποίας καθίσταται αλυσιτελής πλέον ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί κτήσης κυριότητας επ' αυτού με παράγωγο τρόπο ή πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας βάσει πράξεων νομής προγενέστερων της 11ης Σεπτεμβρίου 1915 ... Οι ως άνω δε ισχυρισμοί προβλήθηκαν νομίμως και παραδεκτώς και κατ' άρθρο 238 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 24 Ν. 3994/2001 (ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011), ενώ, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η Δικαστική Αντιπρόσωπος του Ν.Σ.Κ. αναφέρθηκε στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, όπου αναλυτικά με σαφή έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν αναφέρονται οι ως αν ισχυρισμοί του εναγομένου. Από τους ως άνω ισχυρισμούς, ο επικουρικά προβληθείς ισχυρισμός περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου λόγω εγκατάλειψής του από τους Οθωμανούς ιδιώτες [υπό στοιχείο α) ιι)], είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό, όπως π.χ. ποιος ήταν ο άλλοτε Οθωμανός κύριος του επιδίκου. Επίσης, από τους λοιπούς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας είναι και οι επικουρικά προβληθέντες ισχυρισμοί 1) περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ως δάσους (υπό στοιχείο β), διότι το εναγόμενο αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού των διατάξεων του νόμου χωρίς οποιοδήποτε περαιτέρω προσδιορισμό, 2) περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (υπό στοιχείο γ, κατά το α' σκέλος), καθόσον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου για τη θεμελίωσή της, 3) περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ως αδέσποτου (υπό στοιχείο δ), διότι το εναγόμενο αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού της νομικής διάταξης, χωρίς να επικαλείται ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο και ότι αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, και χωρίς να προσδιορίζεται ποιο πρόσωπο προέβη στην κατά τα άνω εγκατάλειψη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε και τους ως άνω ισχυρισμούς του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, ως απαράδεκτους, αλλά για άλλο λόγο και συγκεκριμένα με την αιτιολογία ότι δεν προτάθηκαν με δήλωσή του (εναγομένου) στο ακροατήριό του, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, παρά μόνο προτάθηκαν με τις προτάσεις του. Συνεπώς, ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε. Συνεπώς, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), το πρώτο σκέλος του σχετικού λόγου της ένδικης εφέσεως, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι όταν ο ισχυρισμός (ένσταση) απορριφθεί ως απαράδεκτος και το Εφετείο δεχθεί άλλο, επίσης, λόγο απορριπτικό του ισχυρισμού (ενστάσεως) ως απαραδέκτου, η έφεση απορρίπτεται, δεδομένου ότι η απόρριψη του ισχυρισμού (ένστασης) με εναλλαγή του ενός απαραδέκτου με άλλο δεν καταλήγει σε διαφορετικό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό, δηλαδή δεν διαφοροποιεί το δεδικασμένο. Όσον αφορά, όμως, του λοιπούς ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας, που είναι ένσταση και που προτάθηκαν παραδεκτώς, ο πρώτος από αυτούς κυρίως προβαλλόμενος περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από το εναγόμενο δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των σχετικών πρωτοκόλλων "δικαιώματι πολέμου" και ειδικότερα α) ι) ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και των υπηκόων του, στο οποίο ανήκε προ και μέχρι την επανάσταση του 1821, είναι μη νόμιμος και συνεπώς απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, για τα ακίνητα της Αττικής δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του ... με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31-3-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών Αρχών και ο δεύτερος περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από το εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία (υπό στοιχείο γ', κατά το β' σκέλος) είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερόμενες διατάξεις, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Πλην όμως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο μετά την έκδοση του ως άνω παραχωρητηρίου εθνικών γαιών, άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από την απόρριψη των λοιπών ισχυρισμών του εναγομένου ως απαράδεκτων, λόγω αοριστίας, οι ισχυρισμοί του αυτοί, ήτοι ότι το επίδικο δεν εμπεριέχεται στη μείζονα έκταση του παραχωρητηρίου και ότι ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητά του 1) δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των σχετικών πρωτοκόλλων "δικαιώματι πολέμου" και ειδικότερα δυνάμει των πρωτοκόλλων και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, ως ανήκον πριν την επανάσταση του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων το είχαν εγκαταλείψει και δεν δεσποζόταν πλέον από αυτούς, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτόν [υπό στοιχείο α) ιι)] ως δάσος (υπό στοιχείο β), 3) με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (υπό στοιχείο γ, κατά το α' σκέλος) και 4) ως αδέσποτο (υπό στοιχείο δ), όπως και ο ισχυρισμός για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο βρίσκεται μέσα σε αρχαιολογικό χώρο, ή ότι είναι δασική έκταση ή ότι υπήρξε βοσκότοπος ή λιβάδι, ούτε όμως αποδείχθηκε ότι είχε θεμελιωθεί κυριότητα δικαιοπαρόχου της ενάγουσας λόγω άσκησης νομής επί του επιδίκου με καλή πίστη για μια τριακονταετία μέχρι την 11-9-1915. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής της ... Αττικής το εν λόγω ακίνητο έλαβε τον ..., πλην όμως στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ... καταχωρίστηκε ανακριβώς κατά το στάδιο των αναρτήσεων ως δικαιούχος του δικαιώματος πλήρους κυριότητας αυτού το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η ως άνω πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ανωτέρω ακινήτου είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επ' αυτού. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε όμοια, ως προς την κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο του επιδίκου από την ενάγουσα, ήτοι ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του άνω ακινήτου και δεχόμενο την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του ..., που αφορά στο προαναφερόμενο ακίνητο, δεν έσφαλε και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και επίσης ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της ένδικης εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όμως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε (και) τη βάση της αγωγής που στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της με έκτακτη χρησικτησία, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα προκύψαντα από αυτές πραγματικά περιστατικά και συνεπώς το σχετικό σκέλος του λόγου της εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτό ως και κατ' ουσίαν βάσιμο. Επιπροσθέτως, η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αλλά απέρριψε και τους άνω λοιπούς ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας, όπως προαναφέρθηκε, ως απαράδεκτους. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας. Η απόρριψη αυτών του πρώτου ως μη νόμιμου και του δεύτερου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου, δεν μπορεί να γίνει με αντικατάσταση αιτιολογίας κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ, και χωρίς να έχει ασκηθεί αντίθετη έφεση ή αντέφεση από την εφεσίβλητη, διότι τότε το παρόν Δικαστήριο θα υπερβεί τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και θα λάβει υπόψη πράγματα μη προταθέντα. Συνεπώς, πρέπει να γίνε δεκτό το δεύτερο σκέλος του σχετικού λόγου της ένδικης εφέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της (δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και τα κεφάλαια που αφορούν την αγωγή και δεν μεταρρυθμίστηκαν, αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου αυτού) και τούτο χάριν της ενότητας της εκτέλεσης, ήτοι για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ...), αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων που θα καθοριστεί εξ αρχής, καθώς βεβαίως και ως προς την ως άνω διάταξη που αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς". Στη συνέχεια το Εφετείο κράτησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και δίκασε την αγωγή και αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγομένου ..., απέρριψε την αγωγή ως προς τις βάσεις της περί τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας και έκανε δεκτή αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τη βάση του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας, αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του .... Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διατείνεται ότι στο κρίσιμο ζήτημα της μη ταύτισης του παραχωρητηρίου και των τίτλων των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης με την επίδικη έκταση, οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με αυτήν, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας. Πιο συγκεκριμένα, διατείνεται το αναιρεσείον ότι, αντικρούοντας την έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίστηκε με βάση το σχολιασμό της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, στον οποίο προβαίνει η τεχνική του σύμβουλος τοπογράφος μηχανικός Π. Χ. με τη σχετική της έκθεση: 1) Στην ... δημόσια διαθήκη, περιγράφεται το εξής ακίνητο: Αγρός όσης εκτάσεως και αν είναι στη θέση "...", περιφέρειας ... .... 2) Στο ... πωλητήριο συμβόλαιο περιγράφονται τα εξής ακίνητα: α) έκταση 500 στρεμμάτων στη θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας ... ... ..., β) έκταση 40 στρεμμάτων στη θέση "... ..." στην περιφέρεια της κοινότητας ... (...) ... και γ) ένα τεμάχιο καλλιεργήσιμης ξερικής γης στη θέση "..." στην περιφέρεια της κοινότητας ... (...) .... 3) Στο ... πωλητήριο γαιών αναφέρεται ότι ο Α. Π. πώλησε στον Β. Ι. Β.. τα εξής ακίνητα: α) έκταση 40 στρεμμάτων ξερικής γης της περιφέρειας ... στη θέση "... ..." και β) έκταση 40 στρεμμάτων ξερικής γης στη θέση "..." της περιφέρειας .... 4) στο από 13-6-2014 και με αριθμό ... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών περιγράφονται τα εξής ακίνητα: α) ακίνητο έκτασης 40 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "... ..." περιφέρειας κοινότητας ... (...) ... και β) ακίνητο έκτασης 40 στρεμμάτων, που περιγράφεται ως ξερική γη στη θέση "..." της περιφέρειας .... Ότι επειδή τα ανωτέρω συμβόλαια δεν συνοδεύονται από τοπογραφικά διαγράμματα, ο εντοπισμός των ακινήτων που περιγράφονται σε αυτά δεν είναι ευχερής. Ότι επίσης, όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες θέσεις των μεταβιβαζομένων ακίνητων, από έρευνα σε χάρτες της ΓΥΣ και στην εφαρμογή του διαδικτύου google earth, δεν βρέθηκαν στην περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα να προκύπτει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση της τεχνικής του συμβούλου, ότι το ακίνητο της αναιρεσίβλητης δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο παραχωρητήριο του .... Ότι ενόψει αυτών, καθώς και του γεγονότος ότι ενώπιον του Εφετείου εξέφρασε με τις προτάσεις του την πλήρη διαφωνία του με τα συμπεράσματα της έκθεσης του πραγματογνώμονα, στο κρίσιμο ζήτημα της μη ταύτισης του παραχωρητηρίου και των τίτλων των απωτέρων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης με το επίδικο ακίνητο, καθώς οι τοποθεσίες, τα σύνορα και η έκταση, όπως αυτά περιγράφονται στους επικαλούμενους τίτλους, παρουσιάζουν τεράστια απόκλιση, δεν παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση καμία αιτιολογία, με αποτέλεσμα αυτή να στερείται νόμιμης βάσης. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν παρατίθεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017), το αναιρεσείον, υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ είναι σαφές ότι πρόκειται για αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, η απόρριψη του οποίου δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας, και όχι για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-9-2020 αίτηση του ... για αναίρεση της 421/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ