Αριθμός 593/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Βαμβακίδη, πάρεδρο Ν.Σ.Κ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Δεκεμβρίου 2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2008 του ιδίου δικαστηρίου και 73/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της 13/14-11-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 73/11-4-2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την 10546Δ/13-12-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου ..., προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου Παναγιώτη Παππά, Παρέδρου ΝΣΚ, το οποίο επισπεύδει την κρινόμενη 13/14-11-2011 αίτηση για αναίρεση της 73/11-4-2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (18-2-2013), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (18-2-2013). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη 13/14-11-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 73/11-4-2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την απευθυνόμενη κατά του καθού Ελληνικού Δημοσίου 18/4-1-2007 ανακοπή ο δι' αυτής ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος εδίωκε την ακύρωση (α) του 1373/2006 Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής και (β) του 1374/2006 Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημιώσεως Αυθαίρετης Χρήσεως Αιγιαλού της Κτηματικής Υπηρεσίας Χίου. Επί των εν λόγω αντικειμενικώς σωρευομένων (ΚΠολΔ 218§1) και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων ανακοπών εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η 185/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χίου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 24/3-2-2009 έφεση του καθού Ελληνικού Δημοσίου, η 73/11-4-2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, με την καταληκτική αιτιολογία ότι δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις της κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο ουδέποτε αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού, και η αυτογνώμων κατάληψή του από το αναιρεσίβλητο. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του οριοθετούμενου από τη με στοιχ. (β) ανακοπή κεφαλαίου αυτής εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την έννοια και τους ορισμούς του άρθρου 560 αρ.3 περ.β' ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος στοιχειοθετείται επί αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε εσφαλμένα την ιδία αυτού αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα, σε αντιδιαστολή με την αυτή πλημμέλεια του αναφορικά με την αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έστω και αν απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως. Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός αφορά την δημοσία τάξη και επομένως παραδεκτά προτείνεται το πρώτον κατά την αναιρετική διαδικασία, εφόσον τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας. Ο χαρακτήρας αυτός των περί της καθύλη αρμοδιότητας διατάξεων επιτάσσει στο δικαστήριο την υποχρέωση αυτεπάγγελτης έρευνας της ιδίας αυτού αρμοδιότητας και σε αρνητική περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως στο αρμόδιο καθύλη προς εκδίκασή της δικαστήριο. Η υποχρέωση αυτή ατονεί όταν, προκειμένου περί ενδίκου μέσου, στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραπομπή αυτή είναι προφανώς άσκοπη και έτσι, προς εξυπηρέτηση της αρχής της οικονομίας της δίκης, από την οποία αυτή διέπεται και την πραγμάτωση της οποίας αποσκοπούν οι ρυθμίσεις του ΚΠολΔ, επιτρέπεται η άμεση και χωρίς περαιτέρω έρευνα απόρριψη του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.5895/33, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 αν.ν. 1540/38, 19 αν.ν. 1919/39, 2 αν.ν. 1925/51 και 5 παρ.4 του αν.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (παρ.1). Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση. Παρά την κατά τις διατάξεις των άρθρων 115§2 του δ/τος της 11/12-11-1929 και 699 ΚΠολΔ απαγόρευση ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, που εκδίδεται επί πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως και εκείνων που εκδίδονται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία εκδικάζονται οι εν λόγω υποθέσεις κατ' επιταγή του άρθρου 3§§ 1, 2 ΕισΝΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του, ενώ στις περιπτώσεις που διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ' αναφορά διαδικασία γενικά του Προέδρου Πρωτοδικών, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζοντας κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, είναι επιτρεπτή η άσκηση των ενδίκων μέσων της εφέσεως και της αναιρέσεως, προεχόντως για τον λόγο ότι πρόκειται για αποφάσεις, με τις οποίες κατά τρόπο οριστικό, με δύναμη δεδικασμένου, επιλύεται η διαφορά και η αξίωση του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση κατ' εκείνων οι οποίοι καρπώθηκαν ή έκαναν χρήση δημοσίων κτημάτων, χωρίς συμβατική σχέση, προβλέπεται δε η εκδίκαση των διαφορών αυτών κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την ταχύτερη εκδίκασή τους. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 18 περ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 4§1 του ν.3994/2011, στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα της καθύλη αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση της με στοιχ. (β) ανακοπής, έκρινε ότι απαραδέκτως σωρεύθηκαν οι με στοιχ. (α) και (β) ανακοπές, ως υπαγομένη η με στοιχ. (β) ανακοπή στην καθύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και η έφεση του αναιρεσείοντος υπάγεται στην καθύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου. Παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας δεν κηρύχθηκε καθύλη αναρμόδιο και προχώρησε στην εκδίκαση της εφέσεως, και ορθώς, με την απόρριψή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμης και κατά την απεύθυνσή της κατά του προσβαλλόμενου με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως με στοιχ. (β) κεφαλαίου της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, ως προφανώς αβάσιμης, σε συνέπεια με τις ουσιαστικές παραδοχές της για την κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως κατά την κατεύθυνσή της κατά του με στοιχ. (α) κεφαλαίου, για το οποίο αμετακλήτως αποφάνθηκε. Το προφανές αβάσιμο της εφέσεως αυτής (κατά του Πρωτοκόλλου αυθαίρετου χρήσεως) προκύπτει ως άμεση και αναγκαία συνέπεια της εφέσεως που κρίθηκε αρμοδίως και αμετακλήτως (κατά του Πρωτοκόλλου Διοικητικής αποβολής) ότι, δηλαδή δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για το κύρος του Πρωτοκόλλου Διοικητικής αποβολής, καθόσον το επίδικο ακίνητο, δεν αποτελούσε τμήμα αιγιαλού ούτε καταλήφθηκε αυτογνωμόνως από τον αναιρεσίβλητον. Είναι, επομένως προφανές ότι η παραπομπή της υποθέσεως στο αρμόδιο Δικαστήριο προκειμένου να κριθεί η ανακοπή κατά του Πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως του Δημοσίου για την δήθεν αυθαίρετη χρήση από την αναιρεσίβλητη, είναι παντελώς άσκοπη, αφού προϋπόθεση για τον καθορισμό της εν λόγω αποζημιώσεως είναι η αυθαίρετη αυτή χρήση του επιδίκου και η οικονομία της δίκης επιτρέπει την συμπερασματική αυτή κρίση, που έχει ως συνέπεια την απόρριψη της εφέσεως, να κριθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την εκδίκαση της εφέσεως κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.Άλλωστε δεν συντρέχει λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και παραπομπής της υποθέσεως στο δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο κατά τον χρόνο της παραπομπής αν το αναρμόδιο δικαστήριο κατέστη ήδη αρμόδιο, όπως στην ερευνώμενη υπόθεση κατά το άρθρο 17Α εδ.1 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3994/2011, κατά τους ορισμούς του οποίου στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείου υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων της περιφερείας τους. Επομένως η προβαλλόμενη με το μοναδικό λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 560 αρ.3 περ.β' ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η έφεση του αναιρεσείοντος κατά την απεύθυνσή της κατά του με στοιχ. (β) κεφαλαίου της πρωτοβάθμιας αποφάσεως υπαγόταν στην καθύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, χωρίς παράλληλα η αποδιδόμενη πλημμέλεια να μπορεί να αποδοθεί σε ίδια αυτού πράξη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για λόγο που αφορά την δημόσια τάξη (ΚΠολΔ 562§3), ενόψει της δικονομικής του αδυναμίας να ασκήσει παράλληλα εφέσεις κατά των με στοιχ (α) και (β) κεφαλαίων, αντίστοιχα, (ΚΠολΔ 514), ελέγχεται ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 13/14-11-2011 αίτηση για αναίρεση της 73/11-4-2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ