Αριθμός 1075/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αικατερίνης Κασιμάτη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που εδρεύει στην Αθήνα, για τις νομικές σχέσεις με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 708/20-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 808/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5154/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 22-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των δεύτερου και τρίτου λόγων, της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλουμένη και προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. .../18-12-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτωθι αυτής πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την παρούσα δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο νόμιμο εκπρόσωπο του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", νομίμως εκπροσωπούμενο. Επομένως, εφόσον αυτό δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την ως άνω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτό παρών. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 246/2011, ΑΠ 227/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη λόγο εφέσεώς του με τον οποίο ισχυρίζετο, ότι η άσκηση της αγωγής από την αναιρεσίβλητη για την απόδοση του μισθίου ακινήτου (οικίας) ήταν καταχρηστική. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, με την ανωτέρω απόφασή του, έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με λόγο εφέσεως και τις προτάσεις ισχυρισμό, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος για απόδοση του επιδίκου μισθίου ακινήτου (οικίας) εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, πλην όμως τον απέρριψε ως μη νόμιμο. Συνεπώς ο δεύτερος υπό στοιχ. α' από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η ένσταση αυτή μπορεί να προταθεί και κατά του δικαιώματος του εκμισθωτή για απόδοση του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης (ΑΠ 1062/1999, ΑΠ 428/2000). Το εν γένει δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που εμεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται στην απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που αφορά η συμπεριφορά αυτή, τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντα του υποχρέου (ΑΠ (Ολ) 8/2001, ΑΠ 955/2003, ΑΠ 90/2004). Ακόμη, δεν καθιστούν καταχρηστική την αγωγή από μόνοι τους οι ισχυρισμοί του εναγομένου-μισθωτή ότι θα υποστεί οικονομική βλάβη κατά την απόδοση του μισθίου ή ότι δαπάνησε μεγάλο ποσό για την ανακαίνιση του μισθίου (ΑΠ 295/1995, ΑΠ 1062/1999). Τέλος, δεν είναι άνευ ετέρου, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος-εκμισθωτή να ζητήσει την απόδοση του μισθίου με τη λήξη της μίσθωσης ή η άρνηση του να συναινέσει στην παράταση της μίσθωσης, έστω και αν με τον εναγόμενο-μισθωτή θα έχει δυσμενείς συνέπειες (ΑΠ 428/2000). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχον οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε οι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή τη παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση του αναιρεσείοντος κατά της ένδικης αγωγής απόδοσης του μισθίου με επικαλούμενα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά "... ότι η αιτούμενη απόδοση της χρήσης του μισθίου υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, διότι δεν έχει μέχρι σήμερα ακουσθεί, ούτε έχει προασπίσει τη θέση του, ότι επίκειται η δημοσίευση έκθεσης πραγματογνωμοσύνης πολιτικού μηχανικού του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, η οποία θα εκθέσει και αξιολογήσει τις οικοδομικές εργασίες, στις οποίες προέβη με τη συναίνεση και την υπόσχεση του ενάγοντος ότι θα του πωλήσει το μίσθιο, παρασύροντας τον σε δαπάνες εκατομμυρίων δραχμών για την επισκευή του μισθίου και τελικά όχι μόνο αθέτησε την υπόσχεση του, αλλά προέβη και στην εχθρική ενέργεια της έξωσης του και ότι αν αποδοθεί η επίδικη οικία, αυτό θα έχει ως συνέπεια την καταστροφή των υπ' αυτού διενεργηθεισών εργασιών ή την εκποίηση της οικίας, ώστε η ύπαρξη των οικοδομικών έργων να καταστεί αναπόδεικτη ή η πρόσβαση του σε αυτή αδύνατη ......", έκρινε ότι, όπως διατυπώνεται ο εν λόγω ισχυρισμός, είναι μη νόμιμος και ως τέτοιος απορριπτέος, διότι το αποτελούντα το περιεχόμενό του πραγματικά περιστατικά αυτά δεν καθιστούν από μόνα τους καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για απόδοση του μισθίου, αφού η άσκηση του δεν αντίκειται, και μάλιστα προφανώς, στις καθοριζόμενες από το άρθρο 281 ΑΚ, αναλυτικά δε αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας παραγράφου, αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, λαμβανομένου μάλιστα περαιτέρω υπόψη ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος δεν επικαλέστηκε και οποιαδήποτε συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος ή άλλη συνθήκη, που να καθιστά μη ανεκτή κατά το δίκαιο και την ηθική της άσκησης του δικαιώματος αποδόσεως του μισθίου και να δικαιολογεί τη δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως στον εναγόμενο μισθωτή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος υπό στοιχ. β' λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσίων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αλλά εκείνον του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 956/1997, ΑΠ 1194/2006, ΑΠ 409/2012). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 9 περ. γ' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, αναφορικά με την άσκηση της ένδικης αγωγής για απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου και αυτή περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), συνεπεία αναγκαίων και επωφελών δαπανών (άρθρο 591 ΑΚ) που έκανε στο μίσθιο, συνολικού ύψους 487.418.22 ευρώ, και έτσι άφησε αδίκαστες τις ενστάσεις αυτές είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην κατά την πρώτη συζήτηση η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της εφέσεων κατά αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος κατά την πρώτη συζήτηση, εάν πρόκειται για ερήμην απόφαση που έχει εκδοθεί σε ειδική διαδικασία που η απουσία του εκκαλουμένου δεν συνεπάγεται τεκμήριο ομολογίας ή παραιτήσεώς του, αλλά αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών, με την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δικαιούται να προβάλει αυτός στο Εφετείο όλους τους ισχυρισμούς που θα μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως χωρίς να υπόκειται σε κανένα περιορισμό (ΑΠ 218/2000, ΑΠ 446/2007). Η προβολή των ισχυρισμών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις γίνεται μόνο με το εφετήριο ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως, στην ειδική δε διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και με τις προτάσεις, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 654 παρ. 1 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται και με τις προτάσεις. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε την ένσταση επισχέσεως (αρθρ. 325 επ. ΑΚ), που είχε προτείνει με πρόσθετο λόγο εφέσεως με τις προτάσεις, καθόσον ούτος είχε δικασθεί ερήμην σε υπόθεση που δικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση επισχέσεως του μισθίου που είχε προτείνει ο μισθωτής και ήδη αναιρεσείων, λόγω απαίτησής του για επωφελείς και αναγκαίες δαπάνες που έκανε στο μίσθιο (οικία) ύψους 487.419.22 ευρώ, δεχόμενο ότι, ενόψει του ότι ο εκκαλών δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, μπορούσε να προβάλει αυτός μόνο με το δικόγραφο της έφεσης και όχι με πρόσθετο λόγο έφεσης ασκηθέντα με τις προτάσεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει εκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 14 περ. α' ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που το Εφετείο, δικάζοντας κατά την διαδικασία του άρθρου 647 επ. ΚΠολΔ, έφεση ερημοδικασθέντος στο πρώτο βαθμό εναγομένου-εκκαλούντος, απέρριψε την ένσταση επισχέσεως, για επωφελείς και αναγκαίες δαπάνες του μισθίου, που προέβαλε με πρόσθετο λόγο εφέσεως ασκηθέντα με τις προτάσεις, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά διορθωτική με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. 2 περ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 περ. 4 του Ν. 4055/2012, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) και, λόγω της μερικής νίκης του αναιρεσείοντος, να επιστραφεί το κατατεθέν παράβολο στον καταθέσαντα-αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 περ. β, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012), σύμφωνα με το διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 5154/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.- Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα-αναιρεσείοντα.- Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία προσδιορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ