Αριθμός 1319/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Ε. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρι Καζάκο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ …, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο είναι καθολικός διάδοχος του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ" (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.), 2) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 3) Σ. Δ. του Μ., κατοίκου ... Το 1ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Σφουντούρη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-11-1996 και 22-12-1999 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9503/2002 και 3722/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1610/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις … και …/30-8-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης …., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 6-11-2012, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νόμιμα και εμπρόθεσμα σε εκάτερο των 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων και επομένως, εφόσον αυτοί δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθ. 226 § 4, 573 § 1, 576 § 2 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής - ΑΠ 253/2010), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999, 32/1996). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 721/2011). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 720/2011) και κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά στην απόφαση. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερ' από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1662/2010). Περαιτέρω: (Α) Κατά το άρθ.16 §§ 5 και 6 του Συντάγματος "5. Η ανωτάτη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους.... 6. Οι καθηγητές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί.... Οι καθηγητές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθ. 88 § 4...". Περαιτέρω, κατά το άρθ. 103 του Συντάγματος "1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Κανονισμό της, καθώς και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες του "Συνηγόρου του Πολίτη" που λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή", ενώ σύμφωνα με το άρθ. 104 §§ 1 και 2 αυτού "1. Κανένας από τους υπαλλήλους που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο δεν μπορεί να διοριστεί σε άλλη θέση δημόσιας υπηρεσίας ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή δημόσιας επιχείρησης ή οργανισμού κοινής ωφελείας. Κατ' εξαίρεση μπορεί να επιτραπεί με ειδικό νόμο ο διορισμός και σε δεύτερη θέση, εφόσον τηρούνται οι διατάξεις της επομένης παραγράφου 2. Οι κάθε είδους πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές των υπαλλήλων του προηγουμένου άρθρου δεν μπορεί να είναι κατά μήνα ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης". Σε εκτέλεση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων εκδόθηκε ο ειδικός νόμος 1256/1982 για την πολυθεσία κ.λπ., στο άρθ. 1 §§ 1, 4 και 6 του οποίου ορίζεται ότι "1. Απαγορεύεται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους έμμισθους και άμισθους πολιτικούς και στρατιωτικούς ή μισθωτούς που απασχολούνται στο Δημόσιο και τα Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου του άρθρου 9 του Ν. 1232/1982 για την "επαναφορά σε ισχύ τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του Ν.Δ. 4352/1964 και άλλες διατάξεις" και, άσχετα από τη φύση της σχέσεως που τους συνδέει με το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο, να διορισθούν ή προσληφθούν και σε δεύτερη θέση ή απασχόληση στο δημόσιο τομέα αυτό, τόσο στην ημεδαπή, όσο και στην αλλοδαπή.... 4. Για τους κατά την παρ. 1 δημοσίου τομέα λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς και συνταξιούχους, είναι δυνατός ο διορισμός ή η πρόσληψη σε δεύτερη θέση ή απασχόληση, όταν πρόκειται, για κύριο και βοηθητικό διδακτικό προσωπικό των ανωτέρων και ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για εμπειρογνώμονες, ειδικούς επιστήμονες ή τεχνικούς και για τους κατά τα άρθρα 50 του Ν. 993/1979 και 8 του Ν. 1232/1982 ειδικούς συμβούλους και επιστημονικούς συνεργάτες και ειδικούς επιστήμονες της Προεδρίας της Δημοκρατίας του Ν. 161/1975 καθώς και για μετακλητούς ή με θητεία λειτουργούς του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, εφ` όσον συντρέχουν οι ειδικοί όροι και ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα καθορίζονται για κάθε κατηγορία ή για κάθε περίπτωση με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, Οικονομικών και του οικείου Υπουργού. Οι αποφάσεις αυτές δημοσιευόμενες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα ορίζουν ακόμα τα προσόντα κα το ποσοστό επί των αποδοχών της χρονικά δεύτερης θέσεως ή απασχολήσεως που θα δικαιούται να απολαμβάνει ο λειτουργός, υπάλληλος, μισθωτός ή συνταξιούχος που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί το όριο του άρθρου 6 του παρόντος. 6. Η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 του νόμου 1232/1982 είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει ήτοι: α) οι Κρατικές ή Δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκπροσωπούνται από το νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, β) οι Κρατικοί ή Δημόσιοι Οργανισμοί σαν κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, γ) οι Κρατικές ή Δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις όπως η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, η Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση κ.λπ., δ) τα Κοινωφελή Ιδρύματα του Αστικού Κώδικα που περιήλθαν στο Δημόσιο και χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται απ` αυτό..., ε) οι Τραπεζιτικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες στις οποίες είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα Ελλάδος, η Αγροτική Τράπεζα, η Εθνική Τράπεζα, η Κτηματική Τράπεζα, η Εμπορική Τράπεζα, η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως κ.α., στ) τα κρατικά νομικά πρόσωπα που έχουν χαρακτηρισθεί από το νόμο ή τα δικαστήρια ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως ο Οργανισμός Συγκοινωνιών Ελλάδος, ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός και που χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται από οποιοδήποτε των προναφερομένων νομικών προσώπων, ζ) οι θυγατρικές ανώνυμες εταιρείες των πιο πάνω Νομικών Προσώπων των εδαφίων α' - στ' αυτής της παραγράφου που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτά". Περαιτέρω, στο άρθ. 51 ν. 1892/1990, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθ. 4 § 6 ν. 1943/1991, ορίζεται ότι "Ο κατά τις διατάξεις του άρθ. 1 § 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: α) τις κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες, που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου και εκπροσωπούνται από αυτό. β) Τα κάθε είδους ν.π.δ.δ., εξαιρουμένων των Χρηματιστηρίων Αξιών, είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο είτε καθ' ύλην αυτοδιοίκησης. γ) Τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς. δ) Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία και ε) τις κάθε είδους θυγατρικές εταιρείες των νομικών προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' αυτού του άρθρου, εκτός από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α.". Περαιτέρω, στο άρθ. 17 ν. 1268/1982 ορίζεται: "§1. Απασχόληση: α) Τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Α.Ε.Ι. στο οποίο έχουν διοριστεί με πλήρη απασχόληση για όλες τις εργάσιμες μέρες. Τις λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της διάταξης ορίζει ο εσωτερικός κανονισμός του Α.Ε.Ι. Με απόφαση της Γ.Σ. Τμήματος χορηγείται άδεια απουσίας στην Ελλάδα ή το εξωτερικό σε μέλη του Δ.Ε.Π. για διδακτικούς ή ερευνητικούς λόγους συναφείς με το γνωστικό αντικείμενο του Τομέα τους. Η άδεια αυτή, την οποία δικαιούνται μόνο όσοι έχουν συμπληρώσει τριετή υπηρεσία ως μέλη Δ.Ε.Π. στο ίδιο Α.Ε.Ι. δεν μπορεί να διαρκεί περισσότερο από τρεις μήνες για κάθε τρία χρόνια συνολικής υπηρεσίας ως μέλους Δ.Ε.Π. στο ίδιο Α.Ε.Ι., χορηγείται δε με απλές αποδοχές για τον ένα μήνα και χωρίς αποδοχές για τους άλλους δύο. Στις υπηρεσίες που παρέχουν στο Α.Ε.Ι. μέλη του Δ.Ε.Π. περιλαμβάνεται και η τυχόν συμμετοχή τους σε μεταπτυχιακά προγράμματα και στις λειτουργίες της Ε.ΑΓ.Ε. β) Για περίπτωση παροχής υπηρεσιών στο Δημόσιο, ή στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή στους φορείς της παραγράφου 4 (α) του άρθρου αυτού το Πρυτανικό Συμβούλιο μπορεί να χορηγήσει άδεια απουσίας με αποδοχές μιας μέρας ανά εβδομάδα. Για παρόμοια παροχή υπηρεσιών άδεια με αποδοχές για απουσία περισσοτέρων της μιας μέρας ανά εβδομάδα χορηγείται από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η χωρίς άδεια του Πρύτανη ή του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων απουσία συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ως παροχή υπηρεσιών λογίζεται και η ανάθεση διδασκαλίας σε άλλο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. σε οποιοδήποτε μέλος του Δ.Ε.Π. η οποία γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις για τα Α.Ε.Ι. και για Τ.Ε.Ι. Κύρια οργανική θέση θεωρείται εκείνη στην οποία το μέλος Δ.Ε.Π. προσφέρει τις υπηρεσίες του τον περισσότερο χρόνο. γ) Η κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους υπαίτια απουσία πάνω από 30 εργάσιμες ημέρες χωρίς την άδεια του Υπουργού συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της αυθαίρετης απουσίας από την άσκηση των καθηκόντων και συνεπάγεται την παραπομπή στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με κίνηση της διαδικασίας για την απόλυση του υπαίτιου από την κατεχόμενη θέση. δ) Το Πρυτανικό Συμβούλιο μπορεί να χορηγήσει σε μέλος του Δ.Ε.Π. άδεια με αποδοχές μέχρι 2 μήνες για συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια, διαπανεπιστημιακές ανταλλαγές και παρουσίαση σεμιναρίων σε αλλά Α.Ε.Ι., ύστερα από τεκμηριωμένη αίτηση του ενδιαφερομένου στην οποία θα καθορίζεται και ο αντικαταστάτης του στο διδακτικό έργο του. Με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις μπορεί να χορηγηθεί άδεια με αποδοχές μέχρι ένα (1) μήνα και σε μέλος Ε.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. Επίσης σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατή η χορήγηση άδειας με αποδοχές μέχρι 10 ημερών από την Κοσμητεία της Σχολής και επιπρόσθετη άδεια μέχρι 20 ημερών από τη Σύγκλητο σε μέλος του Δ.Ε.Π. για προσωπικούς λόγους ύστερα από τεκμηριωμένη πρόταση του υποψηφίου.... §4. Άδεια απουσίας μέλους Δ.Ε.Π. για παροχή υπηρεσιών στο Δημόσιο: α) Σε μέλος του Δ.Ε.Π. που καλείται από το Δημόσιο, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, να προσφέρει τις υπηρεσίες του με πλήρη απασχόληση, χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων άδεια απουσίας από τα διδακτικά και ερευνητικά του καθήκοντα. β) Είναι επίσης δυνατή η χορήγηση με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων άδειας σε μέλος του Δ.Ε.Π. για μερική παροχή παρόμοιων υπηρεσιών, ή για εκπλήρωση υποχρεώσεων ως αιρετού μέλους διοίκησης αναγνωρισμένου επιστημονικού φορέα για ορισμένο αριθμό ημερών κατά εβδομάδα που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις τρεις. γ) Υπηρεσία μέλους του Δ.Ε.Π. σε δημόσια θέση με πλήρη απασχόληση θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία ως προς τη μισθολογική κατάσταση και τη συνταξιοδότησή του.... §12. Για το διορισμό ή τη διατήρηση από μέλος Δ.Ε.Π. δεύτερης θέσης στο δημόσιο τομέα, όπου τούτο επιτρέπεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, απαιτείται άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται ύστερα από πλήρως αιτιολογημένη γνώμη της οικείας πανεπιστημιακής μονάδας. Αν παρέλθει τρίμηνο από το χρόνο υποβολής σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου χωρίς να διατυπωθεί γνώμη της πανεπιστημιακής μονάδας, μπορεί να παρασχεθεί η σχετική άδεια και χωρίς τη γνώμη αυτή". Εξάλλου, με το άρθ. 21 § 5 ν. 1400/1983 ορίσθηκε ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη σε δεύτερη θέση ή απασχόληση σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 1 § 4 ν. 1256/1982 γίνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου χωρίς άλλη διαδικασία. Σε σχέση με τα οριζόμενα στο ως άνω άρθ. 1 § 1 ν. 1256/1982 προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, ότι για ορισμένους μόνο λειτουργούς και υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και το κύριο προσωπικό των ανωτέρων και ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, επιτρέπεται ο διορισμός ή η πρόσληψη σε δεύτερη θέση ή απασχόληση και μάλιστα ανεξάρτητα αν πρόκειται για υπηρεσιακή σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, η δε απαγόρευση κατοχής δεύτερης θέσης στον "δημόσιο τομέα", κατά την έννοια του άρθ. 51 § 1 ν. 1892/1990, καταλαμβάνει όλους τους απασχολουμένους στον δημόσιο αυτόν τομέα, ανεξάρτητα από το αν συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και στην έννοια της δεύτερης απασχόλησης εμπίπτει και η απασχόληση σε άλλη θέση του δημόσιου αυτού τομέα, με σχέση εργασίας είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού δικαίου. Η ως άνω εξαίρεση ισχύει και αντίστροφα, καλύπτει δηλ. όχι μόνο τις περιπτώσεις που τα μέλη των ΑΕΙ πρόκειται να διορισθούν σε δεύτερη θέση του δημόσιου τομέα, αλλά και την αντίστροφη περίπτωση εκείνων που κατέχουν ήδη πρώτη θέση στον δημόσιο τομέα και στην συνέχεια διορίζονται ή προσλαμβάνονται σε θέση ΔΕΠ. Περαιτέρω, στο άρθ. 13 του ως άνω ν. 1268/1982 ορίζεται "§4. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία για τους καθηγητές των ΑΕΙ επεκτείνονται εφεξής στο σύνολο των μελών του ΔΕΠ... §8. Τα μέλη του Δ.Ε.Π. μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους φορείς της τοπικής Αυτοδιοίκησης και του δημόσιου τομέα και στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς, όπως επίσης και σε Διεθνείς οργανισμούς στα πλαίσια των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο νόμο αυτό...§9. Με Π.Δ. καθορίζονται τα σχετικά με την πρόσθετη αμοιβή μελών του Δ.Ε.Π. για την αναφερόμενη στις παρ. 7 και 8 του άρθρου αυτού απασχόλησή τους και με τον περιορισμό ότι το σύνολο των καθαρών τους αποδοχών δεν θα υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο από την ισχύουσα νομοθεσία όριο καθαρών αποδοχών σε ετήσια βάση". Με το ΠΔ 459/1983 για την "πρόσθετη αμοιβή για την απασχόληση και την παροχή υπηρεσιών από τα μέλη ΔΕΠ στο Δημόσιο, στους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Δημόσιου Τομέα, στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς και σε Διεθνείς Οργανισμούς" που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθ. 13 § 9 ν. 1268/1982 ορίζεται "Άρθρο 1. Τα μέλη ΔΕΠ που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, τους φορείς της τοπικής Αυτοδιοίκησης και του δημοσίου τομέα, τους γεωργικούς συνεταιρισμούς και διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 8 του Ν. 1268/1982 μπορούν να λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή εφόσον: α. Η απασχόληση στους τομείς αυτούς εντάσσεται στα πλαίσια της αξιοποίησης των γνώσεων και των εμπειριών τους σε κοινωνικές και επιστημονικές δραστηριότητες συναφείς με την ειδικότητά τους. β. Έχει χορηγηθεί στα μέλη ΔΕΠ η σχετική άδεια απουσίας από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4, 5 του Ν. 1268/82. Η άδεια χορηγείται, ύστερα από γνώμη της ακαδημαϊκής μονάδας στην οποία ανήκει ο ενδιαφερόμενος ότι δεν παρακωλύονται ή δεν δυσχεραίνονται οι εκπαιδευτικές, ερευνητικές ή διοικητικές λειτουργίες αυτής, από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ο οποίος: 1) Εκτιμά τις ειδικότερες προϋποθέσεις που συντρέχουν για τη χορήγησή της και 2) ελέγχει το είδος της εξωπανεπιστημιακής απασχόλησης και το ύψος της αμοιβής για την απασχόληση αυτή. Τα απαιτούμενα στοιχεία υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος στον υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. γ. Παρόμοια αίτηση οφείλουν να επανυποβάλουν και όσοι κατέχουν δεύτερη θέση και παίρνουν πρόσθετη αμοιβή σύμφωνα με τα ισχύοντα πριν από την έκδοση αυτού του Π.Δ. μέσα σ' ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του. Όσοι από αυτούς δεν υποβάλουν εμπρόθεσμα τις σχετικές αιτήσεις δεν λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή για την εξωπανεπιστημιακή τους απασχόληση. Άρθρο 2. 1. Το μέλος του ΔΕΠ δικαιούται να λαμβάνει, εκτός από το σύνολο των κάθε είδους ακαθαρίστων αποδοχών, της οργανικής του θέσης και το σύνολο των κάθε είδους ακαθαρίστων αποδοχών της θέσης για την οποία του έχει χορηγηθεί η προβλεπόμενη από το προηγούμενο άρθρο άδεια. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται στο εξής και στα μέλη του ΔΕΠ που έχουν ήδη λάβει άδειες κατοχής δεύτερης θέσης, καταργουμένων των αντιθέτων ρυθμίσεων που τυχόν περιέχονται στις άδειες αυτές. 2. Στην περίπτωση που στον ενδιαφερόμενο έχει χορηγηθεί άδεια πλήρους απουσίας από τα διδακτικά και ερευνητικά του καθήκοντα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με πλήρη απασχόληση στις παραπάνω θέσεις, το μέλος του ΔΕΠ λαμβάνει μόνο τις αποδοχές της δεύτερης αυτής θέσης, χωρίς τον περιορισμό της προηγουμένης παραγράφου, και όχι τις αποδοχές του ως μέλους ΔΕΠ. Άρθρο 3. Το σύνολο των καθαρών αποδοχών μέλους ΔΕΠ από την θέση του ως μέλους ΔΕΠ και από οποιαδήποτε άλλη απασχόληση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ανώτατο όριο απολαβών του άρθ. 6 ν. 1256/1982". (Β) Με το άρθ. 3 ν. 1845/1989 συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενο στον δημόσιο τομέα και εποπτευόμενο από το Υπουργείο Γεωργίας, με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικών Ερευνών" (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., αναιρεσίβλητο) για την εφαρμογή της πολιτικής στους τομείς της αγροτικής έρευνας και τεχνολογίας, που σύμφωνα με το άρθ. 2 του ίδιου νόμου ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Γεωργίας (το οποίο, ΕΘΙΑΓΕ, ήδη συγχωνεύθηκε, με άλλα ν.π.ι.δ., σε ενιαίο φορέα, δηλ. το ν.π.ι.δ. του ευρύτερου δημόσιου τομέα με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - …", που κατέστη καθολικός διάδοχος των περιουσιακών δικαιωμάτων και των νομικών και οικονομικών υποχρεώσεων των συγχωνευθέντων ν.π., άρθ. 14Β §§ 1δ και 2 ν. 3429/2005, που προστέθηκε με το άρθ. 66 § 1 ν. 4002/2011, και άρθ. 1 και 10 § 5 της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση αυτού ΚΥΑ 188763/2011, ΦΕΚ Β' 2284/13-10-2011), με τα άρθρα δε 16 και 17 § 1 του νόμου αυτού, όπως ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο (πριν δηλ. την αντικατάσταση του άρθ. 16 με το άρθ. 26 § 15 ν. 2945/2001 και πριν την αντικατάσταση της §1 του άρθ. 17 με το άρθ. 26 § 16 ν. 2945/2001 και την αναρίθμηση αυτού σε άρθ. 16 με το άρθ. 14 § 9 ν. 3399/2005) ορίσθηκε ότι (α) το προσωπικό του ΕΘΙΑΓΕ διακρίνεται σε ερευνητικό, ειδικό επιστημονικό εφαρμογών (επιστημονικό και μη), διοικητικό, οικονομικό και βοηθητικό (β) το ερευνητικό προσωπικό κατέχει θέσεις ερευνητών που κατατάσσονται στις βαθμίδες Α, Β, Γ και Δ με τους εξής αντίστοιχους τίτλους: τακτικός ερευνητής - βαθμίδα Α, αναπληρωτής ερευνητής - βαθμίδα Β κ.λπ., οι οποίοι (ερευνητές των Α και Β βαθμίδων) ανήκουν στο τακτικό ερευνητικό προσωπικό. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 25 § 1 ν. 1845/1989 με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, οι περιφερειακές υπηρεσίες έρευνας (ινστιτούτα, ιδρύματα, κέντρα, σταθμοί...) του Υπουργείου Γεωργίας μπορεί να μεταφέρονται στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., κατ' εξουσιοδότηση δε της διάταξης αυτής με την ΚΥΑ 288611/1990 (ΦΕΚ Β' 530) καθορίσθηκαν τα ιδρύματα και οι υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας που μεταφέρθηκαν στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., μεταξύ των οποίων και το ΙΔΕΘ, ενώ με την ΚΥΑ 32460/Π2/1991 (ΦΕΚ Β' 197), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθ. 21 ν. 1845/1989 και 19 §§ 1 και 2 ν. 1735/1987 εγκρίθηκε ο Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. Με το άρθ. 26 του ίδιου νόμου υπό τον τίτλο "Μεταβατικές διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1. Το επιστημονικό προσωπικό, που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στις περιφερειακές υπηρεσίες έρευνας (ινστιτούτα, ιδρύματα, κέντρα, σταθμούς) του Υπουργείου Γεωργίας και στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο (Μ.Φ.Ι.), μπορεί να ζητήσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού να κριθεί για ένταξη σε βαθμίδες ερευνητικού προσωπικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Η ένταξη γίνεται σε αντίστοιχη βαθμίδα ερευνητή, ανάλογα με τα προσόντα που έχει ο ενδιαφερόμενος ύστερα από κρίση της ειδικής επιτροπής της παραγράφου 8. Μέχρι την ένταξή του το προσωπικό αυτό εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με το ίδιο νομικό καθεστώς. 2. Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης για ένταξη στις πιο πάνω βαθμίδες η ειδική επιτροπή κρίσης μπορεί να αποφασίσει, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ., την ένταξη του πιο πάνω προσωπικού σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή συνιστώμενες ανάλογα με τα προσόντα του, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο 3 περίπτωση α' του άρθρου 20. 3. Το επιστημονικό προσωπικό της παραγράφου 1 μπορεί να ζητήσει μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, να κριθεί απευθείας για ένταξή του στο προσωπικό της παραγράφου 1 ή της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 του άρθρου 20, ανάλογα με τα προσόντα του. 4. Όσοι από το επιστημονικό προσωπικό της παραγράφου 1 δεν υποβάλλουν αίτηση για ένταξη ή δεν αποδέχονται την ένταξή τους, καθώς και το προσωπικό για το οποίο οι κρίσεις των παραγράφων 1, 2 και 3 είναι αρνητικές, μετατίθεται σε άλλη υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας ή παραμένουν στο Μ.Φ.Ι. 5. Όσοι από το προσωπικό των παραγράφων 1, 6, 7 και 11 του άρθρου αυτού εντάσσονται σε θέσεις ερευνητή βαθμίδας Δ και δεν κρίνονται προακτέοι σε θέσεις ερευνητή βαθμίδας Γ εντάσσονται αυτοδικαίως σε προσωποπαγείς θέσεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 του άρθρου 20 ή μεταφέρονται με αίτησή τους σε αντίστοιχη θέση του Υπουργείου Γεωργίας ή του Μ.Φ.Ι. ανάλογα με τα προσόντα τους. 6.... 7.... 8. Η ειδική επιτροπή κρίσης συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., και αποτελείται από: α) έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Γεωργίας, ως πρόεδρο, β) δύο αναγνωρισμένου κύρους επιστήμονες με πλούσιο συγγραφικό και ερευνητικό έργο στο χώρο της αγροτικής έρευνας, γ) δύο εκλεγμένους εκπροσώπους του επιστημονικού προσωπικού, που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε ερευνητικά ιδρύματα του Υπουργείου Γεωργίας......... 9. Το προσωπικό που δεν εμπίπτει στις διατάξεις των παραγράφων 1, 6 και 7 και υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στις υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας οι οποίες μεταφέρονται στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 μεταφέρεται αυτοδικαίως στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. και εντάσσεται, ανάλογα με τα προσόντα του, στο προσωπικό των παραγράφων 3, 4 και 5 άρθρου 20 (δηλ. στο διοικητικό και οικονομικό προσωπικό, στο προσωπικό υποστήριξης και στο έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή έργου για την κάλυψη παροδικής φύσης εποχιακών ή άλλων περιοδικών αναγκών). Μέχρι να ολοκληρωθεί η ένταξη το προσωπικό αυτό διέπεται για την υπηρεσιακή κατάστασή του από τις διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας. Μετά την ένταξή του το προσωπικό αυτό εξακολουθεί να διατηρεί το ίδιο μισθολογικό καθεστώς. 10. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. και με επιφύλαξη της παραγράφου 9, μπορούν με αίτησή τους να μεταφερθούν σε αντίστοιχη θέση του Υπουργείου Γεωργίας, ανάλογα με τα προσόντα τους όσοι από το προσωπικό της παραγράφου αυτής δεν επιθυμούν τη μεταφορά τους στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. 11. Υπάλληλοι του Υπουργείου Γεωργίας, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, μπορούν να ζητήσουν να ενταχθούν στο ερευνητικό προσωπικό του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. μέσα σε τρεις μήνες από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Η ένταξη γίνεται με την ολοκλήρωση της κρίσης από την ειδική επιτροπή της παραγράφου 8 και την αποδοχή της από τον αιτούντα. 12. Μέλη του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. του διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού των Τ.Ε.Ι. ή ερευνητικών ιδρυμάτων ημεδαπής ή αλλοδαπής και άλλοι επιστήμονες που έχουν τα προσόντα που προβλέπονται στο άρθρο 17 μπορούν να ζητήσουν μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού την ένταξή τους στο ερευνητικό προσωπικό του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. Η ένταξη γίνεται σε κενές θέσεις κατά ειδικότητα, που θα προκύψουν με την ολοκλήρωση της κρίσης της ειδικής επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 8 και σύμφωνα με απόφαση του Ε.Σ. ύστερα από γνώμη του Ε.Σ.Ι. του αντίστοιχου ινστιτούτου. Η κρίση για ένταξη γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17. Η ένταξη γίνεται με την ολοκλήρωση της κρίσης και την αποδοχή της από τον αιτούντα. 13........... 14.........15. Το προσωπικό των παραγράφων 1, 2, 3, 5, 6, 7, 9, 11 και 12 του άρθρου αυτού, που εντάσσεται ή μεταφέρεται στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., εξακολουθεί να διατηρεί το ίδιο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς που έχει μέχρι την ένταξη ή μεταφορά του". Με το άρθρο 32 του ν. 2040/1992 "Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Γεωργίας και νομικών προσώπων εποπτείας του και άλλες διατάξεις" (Α' 70), που ακολούθησε, τροποποιήθηκαν διατάξεις του ν. 1845/1989. Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό δόθηκε, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα στους κριθέντες με βάση τις διατάξεις του άρθρου 26 § 8 του ν. 1845/1989 να επανακριθούν, με αίτησή τους, μέσα σε προθεσμία έξη μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, από το επιστημονικό συμβούλιο του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1845/1989 (§10) και καταργήθηκαν από τότε που ίσχυσαν οι ανωτέρω §§9, 10 και 15 του άρθρου 26 του ν. 1845/1989, οι δε §§11-14 αναριθμήθηκαν, κατόπιν αυτού, σε §§9-12 αντίστοιχα (§13). Στις επόμενες §§16, 17 και 19 του ίδιου άρθρου ορίσθηκαν, στην συνέχεια, τα εξής: "16. Το προσωπικό που εντάσσεται στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 5, 6, 7, 9 και 10 του άρθρου 26 του ν. 1845/1989, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, εξακολουθεί να διατηρεί το ίδιο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς που έχει. 17. Το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου σε υπηρεσίες του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. ή σε υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταφέρονται με τον παρόντα νόμο στο ΕΘΙΑΓΕ, παραμένει προσφέρον τις υπηρεσίες του, ως αποσπασμένο προσωπικό του Υπουργείου Γεωργίας στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων ως προς το χρόνο απόσπασης. 19. Τα Κέντρα Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Αθηνών και Θεσσαλονίκης...... καθώς και τα υπαγόμενα σε αυτά Ινστιτούτα....... μεταφέρονται στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε........ Για την ένταξη του προσωπικού των πιο πάνω μεταφερόμενων κτηνιατρικών Ινστιτούτων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 1845/1989, όπως τροποποιούνται με τον παρόντα νόμο" (όπως η §19 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από την §3 του άρθρου 29 του Ν. 2538/1997 - Α' 242, με την οποία τα προαναφερόμενα Κέντρα Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων επανήλθαν στο Υπουργείο Γεωργίας). Εξάλλου, με το άρθ. 83 § 4 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ΠΔ 1041/1979), όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθ. 3 ν. 2042/1992, ορίσθηκε ότι: "4. Το προσωπικό του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο μεταφέρεται ή εντάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 1845/1989 (ΦΕΚ 102 Α') στο Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) και κατά το χρόνο μεταφοράς ή ένταξης είχε τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, εξακολουθεί να διατηρεί τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα έναντι του Δημοσίου και όλη η υπηρεσία του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. από το χρόνο μεταφοράς ή ένταξης και εφεξής λογίζεται για κάθε συνέπεια ότι διανύθηκε στο Δημόσιο. Το ίδιο ισχύει και για το επί συμβάσει προσωπικό εφόσον κατά το χρόνο μεταφοράς ή ένταξής του είχε υπαχθεί στις διατάξεις του ν.δ. 874/1971 (ΦΕΚ 81 Α'). Το προσωπικό της παραγράφου αυτής εξακολουθεί να ασφαλίζεται και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, στα οποία είχε υπαχθεί μέχρι τη μεταφορά ή ένταξή του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., καθώς και στην υγειονομική περίθαλψη του Δημοσίου. Το λοιπό προσωπικό καθώς και το νεοπροσλαμβανόμενο στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. υπάγεται στην κοινή ασφάλιση του ΙΚΑ - α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α')". Με τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 1845/89 (§§ 6, 7, 9 και 10 του άρθρου αυτού, όπως οι §§9 και 10 αναριθμήθηκαν με το άρθ. 32 § 13 του ν. 2040/1992) δόθηκε η δυνατότητα και στο επιστημονικό προσωπικό που υπηρετούσε κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στις περιφερειακές υπηρεσίες έρευνας του Υπουργείου Γεωργίας να ενταχθεί, ανάλογα με τα προσόντα του, σε βαθμίδες ερευνητικού προσωπικού του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. (το οποίο συνεστήθη με το άρθρο 2 του νόμου αυτού ως ν.π.ι.δ.), εφόσον υποβάλει σχετική αίτηση, κριθεί θετικά από την ειδική επιτροπή της §8 του άρθρου αυτού και δηλώσει ότι αποδέχεται την ένταξή του (§§1 και 4), από το σύνολο δε των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου 26 και, ιδιαίτερα, από την διάταξη της §1 εδαφ. γ' αυτού, σύμφωνα με την οποία μέχρι την ένταξή του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. το ανωτέρω επιστημονικό προσωπικό εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με το ίδιο νομικό καθεστώς (η οποία δεν καταργήθηκε με το άρθρο 32 § 13 του ν. 2040/1992, όπως οι §§9, 10 και 15 του άρθρου αυτού), συνάγεται ότι μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξής του το εν λόγω προσωπικό εξακολουθεί να διατηρεί την θέση του στη δημόσια υπηρεσία και, επομένως, την δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα. Με την ολοκλήρωση, όμως, της ένταξής του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., η οποία επέρχεται με την δήλωση αποδοχής της ένταξης, καταργούνται οι θέσεις του προσωπικού αυτού στο Υπουργείο Γεωργίας και λύεται η υπαλληλική του σχέση με το Δημόσιο, δημιουργείται δε νέα υπαλληλική σχέση του προσωπικού αυτού, που καταλαμβάνει θέσεις του κλάδου ερευνητών του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., στο οποίο ανήκει εφεξής και παρέχει τις υπηρεσίες του, η οποία, ενόψει της φύσεως του εν λόγω ιδρύματος ως ν.π.ι.δ., είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου. Η μεταβολή αυτή του υπηρεσιακού καθεστώτος υπό το οποίο υπηρετούσε το ανωτέρω επιστημονικό προσωπικό του Υπουργείου Γεωργίας, η απώλεια δηλαδή της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας και η μετατροπή της δημοσίου δικαίου σχέσης εργασίας του σε σχέση ιδιωτικού δικαίου, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια από το άρθρο 32 § 16 του ν. 2040/1992. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή, κατά την ρητή διατύπωσή της, διατήρησε το ίδιο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς που είχε (κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της ένταξής του) "το προσωπικό που εντάσσεται στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 5, 6, 7, 9 και 10 του άρθρου 26 του ν. 1845/1989, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο", μεταξύ των οποίων, δηλαδή, και το επιστημονικό προσωπικό το οποίο υπηρετούσε κατά την δημοσίευση του ν. 1845/1989 στις περιφερειακές υπηρεσίες έρευνας του Υπουργείου Γεωργίας και κρίθηκε για ένταξη σε ερευνητικές βαθμίδες του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. (άρθ. 26 § 1 του ν. 1845/1989), διάταξη η θέσπιση της οποίας δεν θα ήταν αναγκαία, εάν το ως άνω επιστημονικό προσωπικό είχε διατηρήσει και μετά την ένταξή του τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, τούτο δε συνάγεται περαιτέρω και από το προαναφερθέν άρθ. 3 του ν. 2042/1992. (ΣτΕ 993/2004, 134/2005). Περαιτέρω και σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον με την ολοκλήρωση της ένταξης των μονίμων υπαλλήλων των περιφερειακών υπηρεσιών έρευνας του Υπουργείου Γεωργίας, υπαλλήλων δηλ. του Δημοσίου, στο ερευνητικό προσωπικό του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. με την προαναφερθείσα διαδικασία, ήτοι την υποβολή σχετικής αίτησης αυτών στο ΕΘΙΑΓΕ, έγκριση αυτής από την ειδική επιστημονική επιτροπή κρίσης και αποδοχή της απόφασης ένταξης από τους ενδιαφερομένους, κατάρτιση, επομένως, σύμβασης με το ΕΘΙΑΓΕ (άρθ. 185, 192, 193 ΑΚ), λύεται η δημοσιοϋπαλληλική σχέση των εντασσομένων και δημιουργείται νέα υπαλληλική σχέση, ιδιωτικού δικαίου, με το ΕΘΙΑΓΕ, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των προστατευτικών διατάξεων που ισχύουν σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης κ.λπ. και μεταβολής ως εκ τούτου του προσώπου του εργοδότη. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθ. 6 § 1 ν. 2112/1920 η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή υπέρ του υπαλλήλου των διατάξεων του νόμου αυτού (το αυτό ορίζεται και στο άρθ. 9 § 1 του β.δ. από 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112/1920 και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών" ως προς τους εργάτες κ.λπ.). Όμοιος κανόνας περιέχεται και στο άρθ. 3 του ισχύοντος κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο ΠΔ 572/1988 (που εκδόθηκε προς εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, άρθ. 1 § 1 αυτού), το οποίο εφαρμόζεται σε κάθε συμβατική ή από το νόμο μεταβίβαση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία, ορίζει δε στο άρθ. 2 αυτού ότι "μεταβιβάζων" είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λόγω της μεταβίβασης χάνει την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκατάστασης και "διάδοχος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λόγω της μεταβίβασης αποκτά την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκατάστασης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η μεταβίβαση της επιχείρησης και η εντεύθεν μεταβολή του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεχίζεται δηλ. η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση με το νέο φορέα επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό, συνεπάγεται (ανεξάρτητα από την μορφή και την νομική αιτία της μεταβίβασης) την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις (ακόμη και χωρίς την συναίνεση του εργαζομένου), οι οποίες συνεχίζονται με το νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και το περιεχόμενο που είχαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, χωρίς μεταβολή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αυτό σημαίνει ότι μεταβιβάζεται αυτοδίκαια η προϋφισταμένη εργασιακή σχέση ως έχει, το σύνολο δηλ. των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό εργοδότη στο νέο και διατηρείται το περιεχόμενο της εργασιακής σχέσης και το αμετάβλητο των όρων εργασίας (πρβλ. ΑΠ 14/2012, 390/2008, 1150/2007). Πρέπει να επισημανθεί ότι στις προαναφερόμενες διατάξεις δεν περιέχεται η έννοια των όρων "επιχείρηση" και "εκμετάλλευση" (σε αντίθεση με το μεταγενέστερο, μη εφαρμοζόμενο στην ερευνωμένη υπόθεση, ΠΔ 178/2002, βλ. άρθ. 2 αυτού, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ, η οποία τροποποίησε την προηγουμένη 77/197/ΕΟΚ). Κατά τα διδάγματα της επιστήμης, ως "επιχείρηση" νοείται η περί το πρόσωπο του επιχειρηματία συσχέτιση και οργάνωση περιουσιακών στοιχείων διαφόρου φύσεως (κεφαλαίων, αΰλων αγαθών κ.λπ.) και εργασίας, σε λειτουργική ενότητα, προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση είναι κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα, στα πλαίσια της οποίας ο εργοδότης, μόνος ή με τους εργαζομένους του, και με την βοήθεια υλικών ή αΰλων μέσων, αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού (εντασσομένου στον γενικότερο οικονομικό - κερδοσκοπικό σκοπό της όλης επιχείρησης, ΑΠ 626/2000), εάν δε η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχείρησης και της εκμετάλλευσης συμπίπτουν (πρβλ.ΠλΟλΑΠ 36/2005, ΑΠ 170/2009, κατά την ερμηνεία των διατάξεων του ν. 1387/1983 για το έλεγχο των ομαδικών απολύσεων και του ν. 1876/1990 για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, αντίστοιχα). Το αποτέλεσμα, όμως, αυτό (της μεταβίβασης δηλ. των εργασιακών σχέσεων με την προεκτεθείσα έννοια κ.λπ.) δεν επέρχεται στην περίπτωση της ένταξης, με την πιο πάνω διαδικασία, του επιστημονικού προσωπικού που υπηρετούσε με δημοσιοϋπαλληλική σχέση σε περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, δηλ. στο Δημόσιο, σε βαθμίδες ερευνητικού προσωπικού του ΕΘΙΑΓΕ με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, καθόσον δεν πρόκειται για μεταβίβαση επιχείρησης με μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, αφού το Δημόσιο και οι επιμέρους υπηρεσίες αυτού, και δη του στενού δημόσιου τομέα, ως το Υπουργείο Γεωργίας, δεν αποτελούν "επιχείρηση" με την παραπάνω έννοια. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και καθίσταται περισσότερο σαφές από (α) το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, με την ολοκλήρωση της ένταξης στο ερευνητικό προσωπικό του ΕΘΙΑΓΕ η μέχρι τότε υφισταμένη δημοσιοϋπαλληλική σχέση με το Δημόσιο, με το ειδικότερο περιεχόμενό της και τους συναφείς επιμέρους όρους, λύεται και δημιουργείται νέα σχέση, ιδιωτικού δικαίου, με το ΕΘΙΑΓΕ και ως εκ τούτου δεν δύναται να νοηθεί μεταβίβαση λυθείσης εργασιακής σχέσης (β) την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 32 § 16 ν. 2040/1992, που όρισε ότι το εντασσόμενο ως άνω σε ερευνητικές βαθμίδες του ΕΘΙΑΓΕ επιστημονικό προσωπικό του Υπουργείου Γεωργίας διατηρεί το ίδιο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς που είχε κατά τον χρόνο της ένταξης, ρύθμιση η οποία θα ήταν περιττή, εάν η υφισταμένη πριν την ένταξη εργασιακή σχέση με το Υπουργείο Γεωργίας, δηλ. το Δημόσιο, μεταβιβαζόταν αυτοδίκαια ως άνω στο ΕΘΙΑΓΕ, τέθηκε δε αυτή προδήλως μόνο προς εξασφάλιση και διατήρηση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εντασσομένων των ερειδομένων στον διανυθέντα χρόνο στα πλαίσια, της λυθείσης με την ένταξη, δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, ο οποίος διαφορετικά, λόγω ακριβώς της μη μεταβίβασης της σχέσης αυτής, δεν θα μπορούσε να συνυπολογισθεί για την θεμελίωση των δικαιωμάτων αυτών. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με την διάταξη του άρθ. 9 § 3 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΕΘΙΑΓΕ, που ορίζει ότι απαγορεύεται στους υπαλλήλους του ΕΘΙΑΓΕ, χωρίς προηγουμένη έγγραφη άδεια του ΔΣ αυτού, μεταξύ άλλων, η ανάληψη πρόσθετων εργασιών ή έργων, απαγορεύεται δηλ. η χωρίς άδειά του απασχόλησή τους σε άλλους εργοδότες και συνακόλουθα η παροχή των υπηρεσιών τους σ' αυτό για λιγότερες ημέρες την εβδομάδα και τον μήνα, συνάγονται περαιτέρω και τα εξής: Σε περίπτωση που μόνιμος υπάλληλος περιφερειακής δημόσιας υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, όπως ήταν και το ΙΔΕΘ, δηλ. δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος είχε παράλληλα, κατά το χρόνο κατοχής της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας, διορισθεί σε ΑΕΙ ως μέλος του ΔΕΠ αυτού οποιασδήποτε βαθμίδας, έχοντας άδεια του Υπουργού Παιδείας για την απασχόλησή του και στο Υπουργείο Γεωργίας στην ως άνω θέση, αλλά και άδεια (συναίνεση) του Υπουργείου Γεωργίας να παρέχει την εργασία του στην πιο πάνω δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, ως δημόσιος τότε υπάλληλος, επί μερικές μόνο ημέρες την εβδομάδα (λόγω της παράλληλης απασχόλησής του στο ΑΕΙ), λαμβάνοντας τις πλήρεις αποδοχές της θέσης του αυτής, ενταχθεί στην συνέχεια, με την προαναφερθείσα διαδικασία, στο ερευνητικό προσωπικό του ΕΘΙΑΓΕ με σχέση πλέον ιδιωτικού δικαίου, τότε ναι μεν σε σχέση με το ΕΘΙΑΓΕ δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση νέας αδείας από τον Υπουργό Παιδείας, η ύπαρξη ή μη της οποίας αφορά και επηρεάζει, ενδεχομένως, τις υπηρεσιακές του σχέσεις με το ΑΕΙ και την απασχόλησή του σ' αυτό, για να παρέχει, όμως, εργασία στο ΕΘΙΑΓΕ λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, και δη σε θέση ερευνητή, όπως έπραττε πριν την ένταξή του σ' αυτό, αλλά ως δημόσιος τότε υπάλληλος σε δημόσια περιφερειακή υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας και με άλλη υπηρεσιακή ιδιότητα, απαιτείται άδεια (συμφωνία) του ΕΘΙΑΓΕ ως νέου πλέον εργοδότη. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την ένταξή του στο ΕΘΙΑΓΕ λύεται η προϋφισταμένη εργασιακή του σχέση ως δημοσίου υπαλλήλου και ως εκ τούτου δεν επέρχεται, ούτε είναι δυνατόν να επέλθει, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων (και δη του ΠΔ 578/1988) μεταβίβαση της προϋφισταμένης αυτής εργασιακής του σχέσης ως είχε και δη ως προς την δυνατότητα εργασίας επί μερικές μόνον ημέρες την εβδομάδα με την απόληψη των πλήρων αντίστοιχων αποδοχών, αφού ο όρος αυτός αφορούσε την λυθείσα με την ένταξη και κατά συνέπεια μη μεταβιβασθείσα εργασιακή σχέση με το Δημόσιο. (Γ) Από τις διατάξεις των άρθ. 648 επ. ΑΚ και 38 §§ 1 και 3 ν. 1892/1990, όπως ίσχυε ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 2 ν. 2639/1998, συνάγεται ότι ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική συμφωνία, κατά την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης εργασίας ή κατά την διάρκειά της, να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο διάρκεια της ημερήσιας ή εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη της κανονικής (μερική απασχόληση), για την οποία οφείλονται αντίστοιχα μειωμένες αποδοχές, δηλ. αυτές που με βάση τις προβλεπόμενες κατά νόμον για τους πλήρως απασχολουμένους αντιστοιχούν στον χρόνο της μερικής απασχόλησης. Για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης απαιτείται έγγραφος συστατικός τύπος, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής σύμβασης. Ειδικότερη μορφή της μερικής απασχόλησης με την προαναφερθείσα έννοια (της παροχής δηλ. εργασίας μικρότερης διάρκειας από το εκάστοτε ισχύον πλήρες ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο με αντίστοιχη, πάντοτε, μείωση της αμοιβής), η οποία ήταν πάντοτε δυνατή με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθ. 361 ΑΚ), αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία. Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι, αν και η λειτουργία της επιχείρησης θα είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, η δυνατότητα δε της παροχής εκ περιτροπής εργασίας προβλέφθηκε αρχικά με τις διατάξεις του άρθ. 13 § 4 ν. 2961/1954 και στην συνέχεια με τις ως άνω διατάξεις του άρθ. 38 ν. 1892/1990, κατά τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, η σχετική συμφωνία πρέπει να είναι έγγραφη (ΑΠ 969/2011, 1676/2007). Κατά τα προαναφερθέντα η έννοια της μερικής απασχόλησης συνδέεται με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών και κατά συνέπεια αν συμφωνηθεί απασχόληση μικρότερης διάρκειας από τη νόμιμη χωρίς αντίστοιχη μείωση των αποδοχών, δεν υπάρχει μερική απασχόληση, αλλά συμβατικά καθορισμένος μικρότερος χρόνος απασχόλησης και οφείλονται πλήρεις αποδοχές. Εάν, όμως, ο μισθωτός υπαίτια, παρά την μη ύπαρξη συμφωνίας μερικής απασχόλησης (που πρέπει να είναι έγγραφη) παρέχει εργασία μειωμένης χρονικής διάρκειας, και δη κατά πλήρες μεν ωράριο, αλλά επί μερικές μόνον ημέρες της εβδομάδα ή τον μήνα, ή δεν παρέχει καθόλου εργασία, τότε, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθ. 648, 649, 652, 653, 655 - 659, 672, 380 και 382 ΑΚ (ως αποτέλεσμα της επερχομένης αναστολής της εργασιακής σχέσης) ο μεν εργαζόμενος δεν δικαιούται τον αντίστοιχο μισθό, ο δε εργοδότης δικαιούται, διαζευκτικά ή αθροιστικά με την καταγγελία της σύμβασης, σε περικοπή του αναλόγου μέρους του μισθού ή, αντίστοιχα, σε μη καταβολή εξ ολοκλήρου του μισθού, καθόσον η παροχή της εργασίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την γένεση της υποχρέωσης καταβολής του μισθού, που αποτελεί την αντιπαροχή (αντάλλαγμα) για παρασχεθείσα εργασία. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι και η συμμετοχή του εργαζομένου ακόμη και σε νόμιμη απεργία επιφέρει αμφιμερή αναστολή της εργασιακής σχέσης με συνέπεια και την αναστολή της υποχρέωσης του εργοδότη για την καταβολή του μισθού που αντιστοιχεί στον χρόνο συμμετοχής στην απεργία. Περαιτέρω, σε συνέχεια και συνάφεια με τα προεκτεθέντα, με τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εγκρίθηκε με την ΚΥΑ 32460/Π2/1991 (ΦΕΚ Β' 187), εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση των άρθ. 8 § 1 περ. α' και 21 ν. 1845/1989 και 19 §§ 1 και 2 ν. 1735/1987, και έχει ως εκ τούτου ισχύ ουσιαστικού νόμου, ορίζεται: Άρθρο 19 - Αργία "1. Με απόφαση του ΔΣ του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ο υπάλληλος μπορεί να τεθεί σε αργία: α) Αν υπάρχει εκκρεμής κατ' αυτού ποινική ή πειθαρχική δίκη ή στερήθηκε της προσωπικής του ελευθερίας β) Όταν επιβάλλεται τούτο για την διαφύλαξη των συμφερόντων του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε και ιδιαίτερα στην περίπτωση ύπαρξης βάσιμης υπόνοιας για άτακτη διαχείριση. 2. Η κατάσταση αργίας μπορεί να διαρκέσει το πολύ ένα χρόνο, κατά το διάστημα του οποίου ο υπάλληλος λαμβάνει το μισό (1/2) των αποδοχών του. Παράταση του χρόνου της αργίας πέραν του έτους και μέχρι εκδόσεως της τελεσίδικης ποινικής ή πειθαρχικής απόφασης, επιτρέπεται αν υπάρχει βάσιμη υπόνοια ότι ο υπάλληλος έγινε ένοχος πράξεως με την οποία επήλθε βλάβη των συμφερόντων του ΕΘΙΑΓΕ. Η παράταση αποφασίζεται από το ΔΣ του ΕΘΙΑΓΕ μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. 3. Αν ο υπάλληλος απαλλαγεί τελεσίδικα από κάθε κατηγορία, του αποδίδονται οι κρατηθείσες αποδοχές. Με πράξη του Προέδρου του ΔΣ... και γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, μπορεί να αποδοθεί το ποσό που παρακρατήθηκε, αν ο υπάλληλος τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη της απόλυσης. 4. Αν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες διάπραξης από υπάλληλο.... σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος και πριν κινηθεί η πειθαρχική διαδικασία ή η διαδικασία για την θέση του σε αργία, ο Πρόεδρος του ΔΣ..., μπορεί να θέσει τον υπάλληλο εκτός υπηρεσίας με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της συλλογής των αποδείξεων. Ο υπάλληλος επανέρχεται στη θέση του αυτοδίκαια αν δεν κινηθεί μέσα σε δέκα (10) ημέρες η πειθαρχική διαδικασία ή η διαδικασία για να τεθεί σε αργία. Σε κάθε περίπτωση η διάρκεια της εκτός υπηρεσίας θέσης του υπαλλήλου δεν μπορεί να υπερβεί τον μήνα. Κατά το χρόνο της εκτός υπηρεσίας θέσης ο υπάλληλος υποχρεούται να απέχει της άσκησης των καθηκόντων του, λαμβάνει όμως πλήρεις τις αποδοχές του". Άρθρο 22 - Πειθαρχικά παραπτώματα "1. Κάθε παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων και υποχρεώσεων του προσωπικού καθώς και κάθε πράξη που αντίκειται στην υπηρεσιακή τάξη και πειθαρχία ή είναι επιζήμια στη δράση και το κύρος του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και ο υπαίτιος τιμωρείται με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. 2. Η δίωξη και τιμωρία πειθαρχικού παραπτώματος αποτελεί υπηρεσιακό καθήκον. 3. Πειθαρχικά παραπτώματα, ενδεικτικά αποτελούν τα εξής: α)... β)... γ)... δ) Η αδικαιολόγητη απουσία, η κατ' εξακολούθηση βραδεία προσέλευση... ε) η αμέλεια και η πλημμελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση οφειλόμενης υπηρεσίας... στ) Η απείθεια στις εντολές ή τις οδηγίες των Προϊσταμένων περί τα υπηρεσιακά θέματα και της Διοίκησης γενικότερα καθώς και η άρνηση ή η παρέλκυση εκτέλεσης εργασίας... ι) Η παράβαση των διατάξεων της παρ. 3 του άρθ. 9 του παρόντος...". Άρθρο 23 - Πειθαρχικές Ποινές "1. Για τα παραπτώματα που προβλέπονται από τον παρόντα Κανονισμό επιβάλλονται οι παρακάτω ποινές: α) Έγγραφη παρατήρηση β) Έγγραφη επίπληξη γ) Πρόστιμο δ) Προσωρινή απόλυση με στέρηση αποδοχών.... ε) Οριστική απόλυση....". Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω Κανονισμού, που ρυθμίζουν την πειθαρχική ευθύνη του προσωπικού του ΕΘΙΑΓΕ (στο οποίο υπάγεται και το ερευνητικό προσωπικό, άρθ. 1 § 1, 2 § 1 περ. α' αυτού), συνάγεται, ότι σε περίπτωση υπαίτιας μη παροχής εκ μέρους υπαλλήλου της εργασίας του (που αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα), το ΕΘΙΑΓΕ, αντί να κινήσει κατ' αυτού την προβλεπομένη πειθαρχική διαδικασία θέτοντας, ενδεχομένως, αυτόν κατά την διάρκεια της πειθαρχικής δίκης σε αργία και καταβάλλοντας το 1/2 των αποδοχών του (περικόπτοντας το υπόλοιπο), δύναται να μην καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές του ή μέρος αυτών, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες γενικές διατάξεις που ρυθμίζουν τις συνέπειες της υπαίτιας μη παροχής εργασίας και τα δικαιώματα του εργοδότη, η εφαρμογή των οποίων ουδόλως αποκλείεται, είτε ρητά είτε έμμεσα, από τις ως άνω διατάξεις του Κανονισμού του ΕΘΙΑΓΕ (πρβλ. ΟλΑΠ 43/2002, με την οποία κρίθηκε ότι οι διατάξεις του ισχύ νόμου έχοντος ΚΚΠ/ΔΕΗ που ορίζουν ειδικά τους λόγους λύσης της σύμβασης εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ δεν καταργούν και δεν αποκλείουν την λύση αυτή κατ' άρθ. 672 ΑΚ λόγω ύπαρξης σπουδαίου λόγου). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης κρίνοντας ύστερ' από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών επί δύο αγωγών του ήδη αναιρεσείοντος, με τις οποίες αυτός ισχυριζόμενος ότι (α) από το 1980 εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος - δασολόγος στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης (ΙΔΕΘ), που αποτελούσε περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, διορίσθηκε την 15-1-1990 επίκουρος καθηγητής του ΑΠΘ, κατέχοντας για την δεύτερη αυτή θέση και την σχετική άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας, ήδη δε από 12-7-1994 έχει διορισθεί αναπληρωτής καθηγητής (β) με το ν. 1845/1989 συστάθηκε το πρώτο εναγόμενο ΝΠΙΔ, υπαγόμενο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στο οποίο μεταφέρθηκε το ΙΔΕΘ, και ο ίδιος εντάχθηκε στο επιστημονικό προσωπικό αυτού (πρώτου εναγομένου), στην βαθμίδα του ερευνητή Α', και απώλεσε από την ένταξή του την 22-5-1992 την δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, παρά, όμως, την οικονομική ένταξή του την 1-7-1992 στην παραπάνω βαθμίδα το 1ο εναγόμενο διά των 2ου και 3ου των εναγομένων, που ήταν διαδοχικά εκκαθαριστές αποδοχών του ΙΔΕΘ, συνέχισε παράνομα να του καταβάλλει τις πριν την ένταξή του σ' αυτό μειωμένες αποδοχές δημοσίου υπαλλήλου, ενώ ήδη από 1-8-1996 αρνείται να του καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό, ζήτησε (1) ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση του 1ου και του 3ου των εναγομένων να του καταβάλουν τις αποδοχές του τακτικού ερευνητή Α' και να παύσουν την περιγραφομένη σε βάρος του προσβολή της προσωπικότητάς του (2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με βάση την σύμβαση εργασίας του, αλλά και κατά τις διατάξεις για την αδικοπραξία και επικουρικά για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατά τις εκεί ειδικότερες διακρίσεις, να του καταβάλουν για το συνολικό χρονικό διάστημα από το 1992 μέχρι την 7-5-1997, όταν παραιτήθηκε, τ' αναφερόμενα στις αγωγές ποσά ως διαφορές μεταξύ των καταβλητέων αποδοχών του ως ερευνητή Α' και των καταβληθεισών μειωμένων κ.λπ., με την προσβαλλομένη 1610/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενάγων, που είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δασολογίας της Γεωπονοδασολογικής Σχολής του ΑΠΘ, με την 29/275/1972 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας διορίσθηκε σε τακτική θέση δημοσίου υπαλλήλου του κλάδου Α2 Δασολογικού, με τον 7ο βαθμό, στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (Τομέας Γεωργίας) και αρχικά τοποθετήθηκε στην Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Δράμας, στην συνέχεια δε με την 274541/1980 Διαταγή του Υπουργού Γεωργίας μετατέθηκε στο Ίδρυμα Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης (ΙΔΕΘ), στο οποίο και παρείχε έκτοτε τις υπηρεσίες του και το οποίο αποτελούσε τότε περιφερειακή (δημόσια) υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, ότι με το άρθ. 3 ν. 1845/1989 συνεστήθη το πρώτο εναγόμενο ΝΠΙΔ "Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας" (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.), υπαγόμενο στον δημόσιο τομέα και εποπτευόμενο από το Υπουργείο Γεωργίας, τον Αύγουστο δε του 1990 με την ΚΥΑ 288611/1990 το ΙΔΕΘ μεταφέρθηκε στο πρώτο εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., πριν, όμως, την μεταφορά αυτήν στο πρώτο εναγόμενο ο ενάγων με την Α4987/ 1990 πράξη του Πρύτανη του ΑΠΘ διορίσθηκε επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών του ΑΠΘ, με την ανάληψη δε και των νέων αυτών καθηκόντων (του επίκουρου καθηγητή) ανέκυψε το ζήτημα της απασχόλησης του ενάγοντος και στις δύο θέσεις, δηλ. στο Υπουργείο Γεωργίας (όπου ήταν τότε δημόσιος υπάλληλος) και στο ΑΠΘ (Α' και Β' θέση αντίστοιχα), αφού κατά τις ισχύουσες τότε διατάξεις (άρθ. 103 § 14, 104 §§ 1 και 2 του Συντάγματος, 81 του Υπαλ. Κώδικα - ΠΔ 611/1977) μόνο κατ' εξαίρεση ήταν επιτρεπτός ο διορισμός δημοσίου υπαλλήλου σε δεύτερη θέση, διαφορετικά, ο υπάλληλος που αποδέχεται τον διορισμό του σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ θεωρείται αυτοδίκαια ότι παραιτείται από την προηγούμενη θέση (άρθ. 81 Υ.Κ.), χωρίς να απαιτείται μάλιστα αίτηση παραίτησης και αποδοχής αυτής, τέτοια δε εξαίρεση προβλέπει για το διδακτικό προσωπικό των ΑΕΙ ο ειδικός ν. 1256/1982, με τις αναφερόμενες σ' αυτόν προϋποθέσεις, οποία (εξαίρεση) ισχύει και αντίστροφα, δηλ. και στην περίπτωση (όπως στην ένδικη υπόθεση) που δημόσιος υπάλληλος των πιο πάνω υπηρεσιών διορίζεται ή προσλαμβάνεται σε θέση διδακτικού προσωπικού στα ΑΕΙ και γι' αυτό, στην ένδικη περίπτωση, με τον διορισμό του ενάγοντος στην θέση του επίκουρου καθηγητή, αφενός μεν το Υπουργείο Γεωργίας (όπου ήταν τότε υπάλληλος) συναίνεσε, ώστε ο ενάγων να παρέχει τις υπηρεσίες του στην πιο πάνω περιφερειακή υπηρεσία του (στο ΙΔΕΘ), ως δασολόγος υπάλληλος ΠΕ, απασχολούμενος (παράλληλα με τα καθήκοντα της νέας θέσης του στο ΑΠΘ) μόνο για δύο ημέρες την εβδομάδα και να λαμβάνει το σύνολο των αποδοχών του, και αφετέρου ο Υπουργός Παιδείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 13 § 9 ν. 1268/1982 παρέσχε την άδεια στον ενάγοντα να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Υπουργείο Γεωργίας, έτσι δε ο ενάγων, μετά πλέον τον διορισμό του ως επίκουρου καθηγητή, συνέχιζε ν' απασχολείται στο Υπουργείο Γεωργίας, παρέχοντας τις υπηρεσίες του δύο ημέρες την εβδομάδα και λαμβάνοντας πλήρεις τις αποδοχές του, ότι ακολούθησε, κατά τα παραπάνω, η μεταφορά του ΙΔΕΘ, όπου απασχολείτο ο ενάγων, από το Υπουργείο Γεωργίας στο πρώτο εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., με την μεταφορά δε αυτή ο ενάγων, μετά από αίτησή του, εντάχθηκε στο ερευνητικό προσωπικό του πρώτου εναγομένου στην βαθμίδα Α' τακτικού ερευνητή, σύμφωνα με το άρθ. 26 § 1 ν. 1845/1989 μετά από απόφαση της αρμόδιας επιτροπής κρίσης, η οποία και κοινοποιήθηκε σ' αυτόν με το 5175/1992 έγγραφο του γενικού διευθυντή του εναγομένου ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., ότι την ένταξή του αυτήν ο ενάγων αποδέχθηκε με την από 22-5-1992 υπεύθυνη δήλωσή του προς το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., κατόπιν δε αυτού ο ενάγων με την 27131/1992 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας εντάχθηκε και οικονομικά, αναδρομικά από 1-7-1992 στην βαθμίδα ερευνητή Α', ήδη, όμως, με την πιο πάνω μεταφορά και από την διατύπωση των σχετικών διατάξεων του άρθ. 26 ν. 1845/1989 δημιουργήθηκε αμφισβήτηση ως προς την διατήρηση πλέον απ' αυτόν της δημοσιοϋπαλληλικής του ιδιότητας, ότι μετά από σχετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διαπιστώθηκε η μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης του ενάγοντος από την αποδοχή της ένταξής του, ειδικότερα δε με την πράξη αυτή διαπιστώθηκε ότι με την ως άνω ολοκλήρωση της ένταξης των ερευνητών έπαυσε αυτοδίκαια η δημοσιοϋπαλληλική σχέση τους ως δημοσίων υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας και από τότε δημιουργήθηκε νέα εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ αυτών και του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε, ότι η υπουργική αυτή απόφαση προσβλήθηκε με αίτηση όλων των ερευνητών - υπαλλήλων, και του ενάγοντος, ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και τελικά το ΣτΕ με την 993/2004 απόφασή του δέχθηκε ότι οι ερευνητές, και ο ενάγων, με την ένταξή τους στο πρώτο εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. απώλεσαν την δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητά τους και απέρριψε την αίτηση ακύρωσης της ως άνω υπουργικής απόφασης, ότι επιπλέον με την ένταξη του ενάγοντος στο πρώτο εναγόμενο (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) δημιουργήθηκε στα αρμόδια όργανά του σύγχυση, αμφιβολία και αμφισβήτηση (α) ως προς τις αποδοχές που πρέπει να λαμβάνει (β) ως προς το χρόνο της από την ως άνω σύμβαση απασχόλησής του (μερικής, δηλ. επί δύο ημέρες την εβδομάδα, όπως παρείχε την εργασία του πριν την ένταξή του, ή πλήρους) και (γ) αν πλέον, μετά την ένταξή του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. και την απώλεια της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητάς του, ήταν αναγκαία η έκδοση νέας άδειας από τον Υπουργό Παιδείας για την παροχή εργασίας στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. και η έγκριση του τελευταίου για την μερική (των δύο ημερών εβδομαδιαίως) απασχόλησή του, πολύ περισσότερο μάλιστα μετά την 12-7-1994, όταν ο ενάγων διορίσθηκε αναπληρωτής (από επίκουρος) καθηγητής στο ΑΠΘ, ότι ειδικότερα επ' αυτών ο ενάγων και μετά την ένταξή του στο πρώτο εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του επί 2 ημέρες την εβδομάδα, μέχρι και τον Ιούλιο του 1996, υποβάλλοντας αργότερα (τον Μάρτιο του 1997) την παραίτησή του, κατά την διάρκεια δε της εργασίας του αυτής, παρά τις ως άνω αμφισβητήσεις ή αντιφατικές ενέργειες των οργάνων του πρώτου εναγομένου, ο ενάγων λάμβανε πλήρεις τις αποδοχές του δασολόγου ΠΕ, της ειδικότητας δηλ. πριν την ένταξή του, και όχι του ερευνητή Α', όπως συνεχώς ζητούσε ο ίδιος, η πληρωμή, μάλιστα, των αποδοχών του γινόταν παράτυπα από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από το πρώτο εναγόμενο, ότι ο ενάγων από την αρχή της ένταξής του και καθόλη την διάρκεια της εργασίας του με συνεχείς διαμαρτυρίες του προς τους υπευθύνους του πρώτου εναγομένου και του ΙΔΕΘ ειδικότερα (όπου εργαζόταν), διευθυντής του οποίου και εκκαθαριστής των αποδοχών ήταν μέχρι τον Απρίλιο του 1994 ο δεύτερος και στην συνέχεια ο τρίτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής, συνέχιζε ν' απαιτεί τις πλήρεις αποδοχές του ερευνητή Α', προσφέροντας τις υπηρεσίες του μόνο για 2 ημέρες την εβδομάδα, σύμφωνα με την ως άνω αρχική, από το 1990, άδεια του Υπουργού Παιδείας και την έγκριση του Υπουργού Γεωργίας να εργάζεται επί 2 ημέρες (που, κατά τα παραπάνω, επέτρεπαν σ' αυτόν να κατέχει δύο θέσεις, να εργάζεται στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. επί 2 ημέρες και να λαμβάνει το σύνολο των αποδοχών του, το πρώτο εναγόμενο, όμως, παρά τις επιμέρους αντιφατικές ενέργειές του, από την αρχή της ένταξής του σ' αυτό αμφισβητεί, διά των αρμοδίων οργάνων του, το δικαίωμα αυτού να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο για 2 ημέρες την εβδομάδα, με τον ισχυρισμό ότι οι προηγούμενες, από το 1990, όταν ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Γεωργίας), άδειες των Υπουργών Παιδείας και Γεωργίας να εργάζεται σε δύο θέσεις (ΑΠΘ και ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) και να αμείβεται με πλήρεις αποδοχές, δεν καλύπτουν αυτό και στη νέα μεταξύ τους εργασιακή σχέση και ότι απαιτείται η χορήγηση νέων αδειών, το πρώτο, μάλιστα, εναγόμενο από τις πρώτες ημέρες της ένταξης του ενάγοντος στο ερευνητικό προσωπικό αυτού, τον καλεί εγγράφως να δηλώσει εάν επιθυμεί να παραμείνει υπάλληλός του πλήρους ή μερικής (δύο ημερών εβδομαδιαίως) απασχόλησης και να προβεί στις αναγκαίες για την έκδοση από τον Υπουργό Παιδείας της νέας άδειας κατοχής Β' θέσης, προς άρση δε κάθε αμφιβολίας και το ίδιο το πρώτο εναγόμενο, διά των αρμοδίων οργάνων του, ερευνούσε τις υποχρεώσεις του από τη νέα εργασιακή σχέση του ενάγοντος και επιπλέον (και κυρίως) απευθύνθηκε το 1993 στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και το 1995 στο Υπουργείο Παιδείας, ότι το Γενικό Λογιστήριο απάντησε ότι οι σχετικές διατάξεις του ισχύοντος τότε Υ.Κ. δεν προέβλεπαν την δυνατότητα μειωμένης απασχόλησης για τους υπαλλήλους που κατείχαν δεύτερη θέση και έτσι ο ενάγων που δεν προσέφερε κανονικά (κατά πλήρες ωράριο) τις υπηρεσίες του δεν δικαιούνταν πλήρεις αποδοχές από την θέση αυτή, ότι και το Υπουργείο Παιδείας το έτος 1997 διευκρίνισε ότι ο ενάγων, τουλάχιστον μετά τον διορισμό του ως αναπληρωτή καθηγητή του ΑΠΘ, είχε την υποχρέωση να ζητήσει την χορήγηση νέας άδειας κατοχής Β' θέσης, γιατί η άδεια αυτή χορηγείται στο μέλος του ΔΕΠ συγκεκριμένης βαθμίδας, η δε ισχύς της είναι περιορισμένη και δεν επεκτείνεται στο διηνεκές, ότι ο ενάγων αρνήθηκε από την αρχή και καθόλη την διάρκεια της εργασίας του να προσκομίσει νέα άδεια από το Υπουργείο Παιδείας ή να δηλώσει το είδος της απασχόλησής του (πλήρους ή μερικής), δεν αποδέχθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες του με πλήρη απασχόληση και προσέφερε αυτές μόλις για δύο ημέρες την εβδομάδα διεκδικώντας τις πλήρεις αποδοχές του ερευνητή Α' (μηνιαίους μισθούς, δώρα, άδεια), μετά δε την συνεχή αυτή άρνηση του ενάγοντος (ο οποίος, μάλιστα, όχι μόνο με διαμαρτυρίες του προς το εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., το Υπουργείο Γεωργίας κ.λπ., αλλά και με αγωγές του στα διοικητικά δικαστήρια διεκδικούσε τις διαφορές των αποδοχών του από το Υπουργείο Γεωργίας), το πρώτο εναγόμενο αποφάσισε να γνωστοποιηθεί στον ενάγοντα ότι για την κατοχή και της θέσης του ερευνητή είναι αναγκαία η άδεια από το Υπουργείο Γεωργίας και να διακοπεί από 1-8-1996 η εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των αποδοχών του, ότι η απόφαση της διακοπής της μισθοδοσίας του ενάγοντος στηρίχθηκε στην άρνηση του τελευταίου να προσκομίσει νέα άδεια από το Υπουργείο Παιδείας ή να επιλέξει την πλήρη απασχόλησή του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., αλλά και σε νέο έγγραφο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς την ΔΟΥ Θεσσαλονίκης να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την επιστροφή στο Δημόσιο των ποσών που καταβλήθηκαν από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Γεωργίας στον ενάγοντα, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα (α) ο ενάγων, μόνιμος, αρχικά, υπάλληλος (δημόσιος) σε θέση επιστημονικού προσωπικού περιφερειακής υπηρεσίας (του ΙΔΕΘ) του Υπουργείου Γεωργίας, από την ένταξή του το έτος 1992 στο ερευνητικό προσωπικό του πρώτου εναγομένου ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. απώλεσε αυτοδίκαια την δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητά του αυτή και από τότε δημιουργήθηκε νέα εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ αυτού και του πρώτου εναγομένου ως ΝΠΙΔ (β) από το έτος 1990 που ο ενάγων διορίσθηκε και επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών του ΑΠΘ και παράλληλα συνέχιζε να εργάζεται στην ως άνω υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας (όντας τότε δημόσιος υπάλληλος) κατείχε δύο θέσεις, στο Δημόσιο (Α' θέση) και σε ΝΠΔΔ, δηλ. στο ΑΠΘ (Β' θέση), τις δύο δε αυτές θέσεις, καθ' ον χρόνο ήταν υπάλληλος στο Υπουργείο Γεωργίας, κατείχε νόμιμα, κατ' εξαίρεση (άρθ. 16 §§ 5 και 6, 103 § 4, 104 §§ 1 και 2 του ισχύοντος τότε Συντάγματος, 1 § 1, 13 §§ 8 και 9, 17 §§ 1, 4α και 12 ν. 1268/1982, 1 §§ 1-4 ν.1256/1982, 21 § 5 ν. 1400/1983 και ΠΔ 454/1983), αφού, αφενός το Υπουργείο Παιδείας παρέσχε την σχετική άδεια για να προσφέρει τις υπηρεσίες του και στο Υπουργείο Γεωργίας και αφετέρου το Υπουργείο Γεωργίας ενέκρινε την απασχόληση του ενάγοντος στο Υπουργείο μόνο για δύο ημέρες την εβδομάδα (παράλληλα με τα καθήκοντα της νέας - στο ΑΠΘ - θέσης) και να λαμβάνει πλήρεις τις αποδοχές του, οι άδειες, όμως, αυτές κάλυπταν την κατοχή των δύο θέσεων και την απασχόληση του ενάγοντος για δύο ημέρες την εβδομάδα στην ως άνω υπηρεσία (ΙΔΕΘ), μόνο κατά το χρόνο που αυτός διατηρούσε την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου (του Υπουργείου Γεωργίας), μετά δε την σύσταση του πρώτου εναγομένου και την μεταφορά του ΙΔΕΘ τον Αύγουστο του 1990, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του επήλθε διαδοχή στο πρόσωπο του εργοδότη κατά το ισχύον τότε ΠΔ 578/1988, ότι με την διαδοχή αυτήν δεν διατηρήθηκε η μέχρι τότε υπηρεσιακή κατάστασή του, ως δημοσίου υπαλλήλου, και με την ένταξή του πλέον στο πρώτο εναγόμενο η εργασιακή του σχέση ήταν ιδιωτικού δικαίου και η παροχή των υπηρεσιών του γίνεται υπό διάφορο καθεστώς, ότι έτσι η προγενέστερη άδεια του Υπουργείου Παιδείας να παρέχει τις υπηρεσίες του και στο Υπουργείο Γεωργίας (και όχι μόνο ως επίκουρος καθηγητής στο ΑΠΘ) όπως και η έγκριση του Υπουργείου Γεωργίας να κατέχει και δεύτερη θέση (στο ΑΠΘ) και να απασχολείται στην ως άνω υπηρεσία του (ΙΔΕΘ) μόνο για δύο ημέρες την εβδομάδα με πλήρεις αποδοχές, έπαυσαν να ισχύουν μετά την ένταξη του ενάγοντος στο πρώτο εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., πολύ δε περισσότερο έπαυσαν να ισχύουν από τότε (12-7-1994) που ο ενάγων διορίσθηκε σε ανώτερη βαθμίδα (από επίκουρος σε αναπληρωτή καθηγητή) του διδακτικού προσωπικού του ΑΠΘ, καθόσον οι άδειες χορηγήθηκαν για διαφορετικό υπηρεσιακό καθεστώς και από διαφορετικά πρόσωπα και η ισχύς τους δεν μπορεί να επεκταθεί και στο εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., ότι ειδικότερα με την ένταξη του ενάγοντος στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. μεταβλήθηκε ουσιωδώς όχι μόνο ο φορέας προς τον οποίο αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του (αρχικά στο Υπουργείο Γεωργίας και στην συνέχεια σε ΝΠΙΔ και όχι στο Δημόσιο), αλλά η εργασιακή σχέση και η θέση που κατείχε πλέον, δηλ. αυτή του ερευνητή Α' με τις αυξημένες υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που αυτή συνεπάγεται και όχι του απλού δασολόγου, ότι το πρώτο εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. αποτελεί ΝΠΙΔ, ανεξάρτητο του Υπουργείου Γεωργίας και γενικά του Δημοσίου, έστω και αν αυτό εποπτεύεται από το Υπουργείο Γεωργίας και συνεχίζει αρμοδιότητες που μέχρι τότε είχαν περιφερειακές (και άλλες) υπηρεσίες του Υπουργείου, έχει, όμως, αυτό (πρώτο εναγόμενο) με βάση τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού του (που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθ. 21 ν. 1845/1989) το δικαίωμα να απαγορεύει στους υπαλλήλους του, ν' απασχολούνται χωρίς την άδειά του σε άλλους εργοδότες, ενεργώντας δε στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος δεν ενέκρινε τη απασχόληση του ενάγοντος μόνο για δύο ημέρες την εβδομάδα, λαμβάνοντας μάλιστα πλήρεις τις αποδοχές του, και ζητούσε να του προσκομίσει νέα άδεια από το Υπουργείο Παιδείας και ως εκ τούτου όφειλε ο ενάγων μετά την ένταξή του στο πρώτο εναγόμενο να λάβει νέα άδεια κατοχής Β' θέσης από το Υπουργείο Παιδείας και κυρίως την σχετική άδεια και από το πρώτο εναγόμενο, η οποία θα του επέτρεπε την απασχόλησή του στο Πανεπιστήμιο και, συνεπεία τούτου, την παροχή εργασίας μόνο δύο ημερών την εβδομάδα, ο ενάγων, όμως, ουδέποτε υπέβαλε νέα αίτηση στο Πανεπιστήμιο ή στο πρώτο εναγόμενο για την χορήγηση αυτών των αδειών και ουδέποτε του χορηγήθηκε τέτοια άδεια, ότι, εφόσον ο ενάγων μέχρι τις αρχές Αυγούστου, όταν το πρώτο εναγόμενο διέκοψε την μισθοδοσία του ως δασολόγου, παρείχε τις υπηρεσίες του μόνο για δύο ημέρες την εβδομάδα παρά την αντίθεση του πρώτου εναγομένου εργοδότη του και όχι με πλήρη απασχόληση, όπως τον καλούσε το πρώτο εναγόμενο, δεν δικαιούται να αξιώσει αποδοχές για τις υπόλοιπες ημέρες που από δική του υπαιτιότητα δεν παρείχε την εργασία του, όπως συμφωνήθηκε, και έτσι δεν συνέτρεχε, καθόλη την επίμαχη περίοδο, υπερημερία του εναγομένου ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος, ενώ το γεγονός ότι το πρώτο εναγόμενο δεν κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας ή δεν επέβαλε, κατά τον κανονισμό του, πειθαρχικές ποινές για παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων του (άρνηση εκτέλεσης της εργασίας και τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας) δεν δημιουργεί υποχρέωση αυτού να καταβάλλει στον ενάγοντα πλήρεις αποδοχές, η μη λήψη δε πειθαρχικών μέτρων σε βάρος του ενάγοντος δικαιολογείται από την σύγχυση, αμφιβολία ή αμφισβήτηση ως προς την φύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος και τις υποχρεώσεις του μετά την ένταξη στο εναγόμενο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., ότι το πρώτο εναγόμενο κατέβαλλε στον ενάγοντα από 1-7-1992 έως 31-7-1996, που παρείχε τις υπηρεσίες του επί δύο ημέρες την εβδομάδα, τις πλήρεις αποδοχές του δασολόγου ΠΕ και όχι του ερευνητή Α', ειδικότερα δε κατέβαλλε κατά μήνα τα ποσά πλέον των 210.000 δρχ. το έτος 1992, των 214.000 δρχ. το 1993, των 248.000 δρχ. το 1994, των 277.000 δρχ. το 1995 και των 298.000 δρχ. το 1996, ενώ του χορηγούσε και επιδόματα εορτών και άδεια με αποδοχές για τις ημέρες που αντιστοιχούσαν στις ημέρες της εργασίας του, μετά, όμως, την 1-8-1996 δεν του κατέβαλλε αποδοχές, καθόσον ο ενάγων με την ως άνω διακοπή της μισθοδοσίας του δεν παρείχε τις υπηρεσίες του ούτε τις δύο ημέρες της εβδομάδας, ότι τα ποσά που έλαβε ο ενάγων υπερκαλύπτουν την αμοιβή του από την ως άνω περιορισμένη απασχόλησή του (των δύο ημερών) ως ερευνητή Α', έστω και αυτές συνολικά είναι σχεδόν διπλάσιες των αποδοχών του δασολόγου, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά τόσο των οργάνων του πρώτου εναγομένου, όσο και ειδικότερα των δύο υπολοίπων εναγομένων, οι οποίοι ενήργησαν στα πλαίσια των υποχρεώσεών τους από την σύμβαση και των καθηκόντων τους ως υπαλλήλων, πάντοτε στα πλαίσια της νομικής αμφισβήτησης της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας του ενάγοντος και του τρόπου πληρωμής και του ύψους των αποδοχών και χωρίς υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ενώ εξάλλου μόνη η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλομένου μισθού υποχρέωσης του εργοδότη και η παρακράτηση απ' αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικά οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία, ότι κατά τα προαναφερθέντα δεν συντρέχει ούτε περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον στις αγωγές γίνεται επίκληση έγκυρης σύμβασης εργασίας, χωρίς ο ενάγων να κάνει κάποια αναφορά της ακυρότητας της σύμβασης ή να προκύπτει ακυρότητα αυτής, σε κάθε δε περίπτωση το πρώτο εναγόμενο καταβάλλοντας στον ενάγοντα τις αποδοχές που εδικαιούτο για την μερική ως άνω απασχόλησή του δεν έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος. Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθόσον μέρος της δέχθηκε τις αγωγές ως προς το πρώτο εναγόμενο και απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν ως προς αυτό (α) κατά την κύρια βάση τους από την σύμβαση και τις διατάξεις του ΠΔ 572/1988, με την οποία αυτός, αξιώνοντας τις πλήρεις αποδοχές (της πλήρους απασχόλησης και όχι εκείνης των δύο ημερών την εβδομάδα) του ερευνητή Α'), ζήτησε τις διαφορές - μηνιαίων αποδοχών, δώρων και αποδοχών αδείας - μεταξύ εκείνων του ερευνητή Α' (που παρείχε) και του δασολόγου (που το εναγόμενο του κατέβαλλε) και όχι τις τυχόν διαφορές από την μερική απασχόλησή του (β) κατά την βάση τους από την αδικοπραξία, κατά παραδοχή της οποίας επιδικάσθηκε στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την μη καταβολή των οφειλομένων, κατ' αυτόν, αποδοχών, ενώ επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την με αυτήν απόρριψη των αγωγών ως προς τους λοιπούς εναγομένους. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται: (α) Ότι δεχθέν το Εφετείο, ενόψει της διάταξης του άρθ. 9 § 3 του ισχύ νόμου, ως άνω, έχοντος Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του 1ου αναιρεσιβλήτου (ΕΘΙΑΓΕ), κατά την οποία "Απαγορεύεται στους υπαλλήλους, χωρίς προηγουμένη έγγραφη άδεια του ΔΣ του ΕΘΙΑΓΕ... η ανάληψη πρόσθετων εργασιών ή έργων...", ότι το ΕΘΙΑΓΕ έχει το δικαίωμα να απαγορεύει στους υπαλλήλους του, χωρίς την άδειά του, να απασχολούνται σε άλλους εργοδότες και ότι ο αναιρεσείων όφειλε να λάβει απ' αυτό την σχετική άδεια που θα του επέτρεπε την απασχόλησή του στο Πανεπιστήμιο και κατά συνέπεια την παροχή εργασίας στο ΕΘΙΑΓΕ δύο ημερών την εβδομάδα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον το ζήτημα της κατοχής δεύτερης θέσης από τα μέλη του ΔΕΠ των ΑΕΙ ρυθμίζεται από τις ειδικές διατάξεις των άρθ. 13 και 17 του ν. 1268/1982, κατά τις οποίες αρμόδιος για την χορήγηση της άδειας αυτής είναι ο Υπουργός Παιδείας, και κατά συνέπεια σε περίπτωση διορισμού ή πρόσληψης υπαλλήλου σε δεύτερη θέση μέλους ΔΕΠ των ΑΕΙ δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η ως άνω γενική διάταξη του άρθ. 9 § 3 του Κανονισμού του ΕΘΙΑΓΕ. Ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο εδώ σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η κατά τις ως άνω διατάξεις παροχή αδείας από τον υπουργό Παιδείας αναφέρεται στο ζήτημα της κατοχής από μέλη του ΔΕΠ των ΑΕΙ δεύτερης θέσης (και εντεύθεν της μεταξύ τους υπηρεσιακής σχέσης), ενώ στην προκειμένη υπόθεση πρόκειται για την αντίστροφη περίπτωση, δηλ. την σύμφωνα με την εφαρμοστέα διάταξη του άρθ. 9 § 3 του Κανονισμού απαγόρευση στους υπαλλήλους του ΕΘΙΑΓΕ της, χωρίς την άδειά του, απασχόλησής τους και σε άλλους εργοδότες, σε συνάρτηση, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, όπως και στον λόγο αυτόν αναίρεσης αναφέρεται, με την δυνατότητα παροχής από τον αναιρεσείοντα εργασίας δύο μόνον ημερών την εβδομάδα στο ΕΘΙΑΓΕ. (β) Ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι μετά την ένταξη του αναιρεσείοντος στο ΕΘΙΑΓΕ στην βαθμίδα του Ερευνητή Α' έπαυσε να ισχύει η άδεια του Υπουργού Παιδείας που του επέτρεπε να παρέχει τις υπηρεσίες του και στο Υπουργείο Γεωργίας, καθόσον η άδεια αυτή χορηγήθηκε για διαφορετικό καθεστώς (με την ένταξή του στο ΕΘΙΑΓΕ δεν διατηρήθηκε η μέχρι τότε υπηρεσιακή του κατάσταση ως δημοσίου υπαλλήλου, αλλά η εργασιακή του σχέση ήταν ιδιωτικού δικαίου και η παροχή των υπηρεσιών του γινόταν υπό διάφορο καθεστώς), πολύ δε περισσότερο έπαυσε να ισχύει από τότε (12-7-2004) που διορίσθηκε σε ανώτερη βαθμίδα (από επίκουρος σε αναπληρωτή καθηγητή) του ΑΠΘ και η ισχύς της άδειας αυτής δεν μπορεί να επεκταθεί και στο ΕΘΙΑΓΕ λόγω ουσιώδους μεταβολής του φορέα προς τον οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του (αρχικά στο Υπουργείο Γεωργίας και στην συνέχεια σε ΝΠΙΔ και όχι στο Δημόσιο), αλλά και της εργασιακής σχέσης και της θέσης που κατείχε πλέον, δηλ. αυτής του Ερευνητή Α' με τις αυξημένες υποχρεώσεις και καθήκοντα που αυτή συνεπάγεται και όχι του απλού δασολόγου, παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και ειδικότερα των άρθ. 1 § 4 ν. 1256/1982, 1 § 2 εδ. i και iii, 13 §§ 2, 3, 4, 8, 17 §§ 1β, 4α, 12 ν. 1268/1982, 1 ΠΔ 459/1983 σε συνδυασμό με την γενική αρχή του τεκμηρίου νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, κατά την οποία οι ατομικές διοικητικές πράξεις παράγουν όλες τις έννομες συνέπειές τους, εφόσον δεν ανακλήθηκαν από την Διοίκηση ή δεν ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση, (αα) ευθέως, καθόσον η άδεια του Υπουργού Παιδείας, νομίμως χορηγηθείσα, δεν ανακλήθηκε, μη επηρεαζομένη από την μη διατήρηση της υπηρεσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος ως δημοσίου υπαλλήλου και την μεταβολή του φορέα προς τον οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του, ούτε, άλλωστε, η ισχύς της ήταν χρονικά περιορισμένη για την συγκεκριμένη μόνο βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή που κατείχε, όταν του χορηγήθηκε, αφού σ' αυτήν δεν αναφέρεται χρονικός περιορισμός, μη απαιτουμένης νέας αδείας του Υπουργού Παιδείας κατά τον διορισμό του στην ανώτερη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή του ΑΠΘ, αλλά και (ββ) εκ πλαγίου, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διαλαμβάνοντας ότι η άδεια αυτή πολύ περισσότερο έπαυσε να ισχύει "από τότε (12-7-1994) που διορίσθηκε σε ανώτερη βαθμίδα (από επίκουρος σε Αναπληρωτής Καθηγητής) του διδακτικού προσωπικού του ΑΠΘ" και ότι η ισχύς της άδειας δεν μπορεί να επεκταθεί και στο ΕΘΙΑΓΕ λόγω μεταβολής της θέσης που κατείχε πλέον, δηλ. του Ερευνητή Α' με τις αυξημένες υποχρεώσεις και καθήκοντα που αυτή συνεπάγεται και όχι του απλού δασολόγου, χωρίς, όμως, κατά τις αποδιδόμενες αιτιάσεις, να προσδιορίζει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα αυτά, καθώς και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και καθήκοντα ως "απλού δασολόγου" στο ΙΔΕΘ. Κατά το σκέλος αυτό και ως προς όλα τα μέρη του ο ερευνώμενος εδώ λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι αναφέρεται σε περιστατικά άνευ εννόμου επιρροής, καθόσον η διατήρηση ή μη της ισχύος της άδειας του Υπουργού Παιδείας μετά την ένταξη του αναιρεσείοντος στο πρώτο αναιρεσίβλητο ΕΘΙΑΓΕ στην βαθμίδα του Ερευνητή Α', και δη μετά τον διορισμό του ως αναπληρωτή καθηγητή στο ΑΠΘ, και η χορήγηση ή μη νέας άδειας του Υπουργού Παιδείας (ακριβέστερα δε η ανάγκη έκδοσης νέας άδειας) αφορούσε, όπως έγινε τελικά δεκτό και με την αναιρεσιβαλλομένη, μόνο την απασχόληση του αναιρεσείοντος στο ΑΠΘ και τις υπηρεσιακές του σχέσεις με αυτό και όχι την σχέση του με το ΕΘΙΑΓΕ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1, 19 και 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο ότι: (α) Αν και δέχθηκε ότι με την ένταξη του αναιρεσείοντος στο ΕΘΙΑΓΕ δημιουργήθηκε στα όργανα αυτού σύγχυση, αμφιβολία και αμφισβήτηση ως προς τις αποδοχές που έπρεπε να λαμβάνει, το είδος της απασχόλησής του (μερικής, δηλ. επί 2 ημέρες την εβδομάδα, όπως παρείχε την εργασία του πριν την ένταξή του ή πλήρους) και εάν μετά την ένταξή του στο ΕΘΙΑΓΕ και την απώλεια της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητάς του ήταν αναγκαία η έκδοση νέας άδειας από τον Υπουργό Παιδείας για την παροχή εργασίας στο ΕΘΙΑΓΕ και η έγκριση του τελευταίου για την απασχόλησή του σ' αυτό επί 2 ημέρες την εβδομάδα, διαπίστωσε δηλ. την ύπαρξη σύγχυσης, αμφιβολίας και αμφισβήτησης στην βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών καθώς και την ανάγκη ερμηνείας των δηλώσεων βούλησης, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, εάν, όμως, προσέφευγε σ' αυτούς, θα κατέληγε σε εντελώς διαφορετικό πόρισμα και διατακτικό, αφού με βεβαιότητα θα είχε διαγνώσει την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πλήρους απασχόλησης με μειωμένα χρονικά όρια, για την οποία οφείλεται το σύνολο των αποδοχών του Ερευνητή Α' (πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ) (β) Διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της φύσης της εργασιακής του σχέσης, ως προς την οποία έπρεπε να διαγνώσει ότι είναι σύμβαση πλήρους απασχόλησης με μειωμένα χρονικά όρια εργασίας για την οποία οφείλεται το σύνολο των αποδοχών πλήρους απασχόλησης (για την θέση του Ερευνητή Α'), αλλά και παραβίασε ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ειδικότερα δε (αα) ενώ δέχεται ότι ουδεμία συμφωνία συνήφθη μεταξύ των μερών (αναιρεσείοντος και 1ου αναιρεσιβλήτου ΕΘΙΑΓΕ), ότι το 1ο αναιρεσίβλητο βρισκόταν συνεχώς επί 5 περίπου έτη σε σύγχυση, αμφιβολία και αμφισβήτηση ως προς την φύση της εργασιακής του σχέσης και τις υποχρεώσεις του απέναντί του, προβαίνοντας σε επιμέρους αντιφατικές ενέργειες, ότι ο αναιρεσείων με συνεχείς διαμαρτυρίες κ.λπ. διεκδικούσε τις πλήρεις αποδοχές του Ερευνητή Α', από την άλλη μεριά κρίνει την σύμβαση εργασίας του ως συμβατική μειωμένης απασχόλησης, χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενο της συμφωνίας (αριθ. 19 της ως άνω διάταξης) (ββ) δεχθέν ότι "το γεγονός ότι το πρώτο εναγόμενο δεν κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας ή δεν επέβαλε (κατά τον κανονισμό του) πειθαρχικές ποινές (μεταξύ αυτών, κατ' άρθ. 9 και 23 και εκείνη της απόλυσής του), για παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων του (άρνηση εκτέλεσης της εργασίας και τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας) δεν δημιουργεί υποχρέωση αυτού να καταβάλει στον ενάγοντα πλήρεις αποδοχές (βλ. αντίθετα την ως άνω υπ' αριθ. 351/1998 γνωμοδότηση του ΝΣΚ). Η μη λήψη πειθαρχικών μέτρων σε βάρος του ενάγοντος δικαιολογείται σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, από τη σύγχυση, αμφιβολία ή αμφισβήτηση ως προς τη φύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος και τις υποχρεώσεις του μετά την ένταξή του στο ΕΘΙΑΓΕ", χωρίς, όμως, να στηρίζει στην κρίση του περί σύγχυσης και αμφιβολίας στην συνδρομή συγγνωστής νομικής πλάνης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (αριθ. 1 και 19) όλες τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 288 ΑΚ, καθόσον τα περιστατικά που στηρίζουν την κρίση της προσβαλλομένης απόφασης περί σύγχυσης και αμφιβολιών δεν αρκούν να δικαιολογήσουν την παραδοχή περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που θ' απήλλασσε το ΕΘΙΑΓΕ από την ευθύνη του (γγ) αντιφατικά δέχθηκε περαιτέρω ότι (i) "η απόφαση περί διακοπής της μισθοδοσίας του ενάγοντος στηρίχθηκε... στην άρνηση του τελευταίου να προσκομίσει νέα άδεια του Υπουργού Παιδείας ή να επιλέξει την πλήρη απασχόλησή του στο ΕΘΙΑΓΕ αλλά και σε έγγραφο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς τη ΔΟΥ Θεσσαλονίκης να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την επιστροφή στο Δημόσιο των ποσών που καταβλήθηκαν από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Γεωργίας..." (ii) από την ένταξη του αναιρεσείοντος (το 1992) στο ερευνητικό προσωπικό του ΕΘΙΑΓΕ απώλεσε αυτοδίκαια την δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα και από τότε δημιουργήθηκε νέα εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του ΕΘΙΑΓΕ και του αναιρεσείοντος, υπαγομένου στον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού του και συνεπώς όχι στον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα, από την άλλη μεριά προκειμένου να αχθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων τελούσε υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, θεμελιώνει την κρίση του με βάση ερμηνεία του Υπαλληλικού κώδικα που περιλαμβάνεται στο 2011226/1119/0022/1993 απαντητικό έγγραφο του ΓΛΚ προς το α' αναιρεσίβλητο, κατά το οποίο οι διατάξεις του ισχύοντος τότε ΥΚ (ΠΔ 611/1977) δεν προβλέπουν την δυνατότητα μειωμένης απασχόλησης για τους υπαλλήλους που κατέχουν δεύτερη θέση και έτσι αυτός που δεν προσφέρει κατά πλήρες ωράριο τις υπηρεσίες του δεν δικαιούται πλήρεις αποδοχές από την θέση αυτή (iii) μετά την ένταξή του (22-5-1992) στην βαθμίδα του Ερευνητή Α' του ΕΘΙΑΓΕ έπαυσε να ισχύει η έγκριση του Υπουργείου Γεωργίας να κατέχει και δεύτερη θέση στο ΑΠΘ και να απασχολείται στο ΙΔΕΘ μόνο δύο ημέρες την εβδομάδα με πλήρεις αποδοχές, κρίση που αναιρείται από την περαιτέρω κρίση της ίδιας απόφασης ότι η ανωτέρω άδεια "πολύ περισσότερο έπαυσε να ισχύει από τότε (12-7-1994) που διορίσθηκε σε ανώτερη βαθμίδα (από επίκουρος σε Αναπληρωτής Καθηγητής) του διδακτικού προσωπικού του ΑΠΘ", καθόσον η άδεια αυτή ή όντως έπαυσε να ισχύει εξ υπαρχής ή δεν έπαυσε. Οι αιτιάσεις αυτές, ενιαίως εκτιμώμενες, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και ως ερειδόμενες σε εσφαλμένες προϋποθέσεις διότι: (1) Oι παραδοχές του Εφετείου για την δημιουργία σύγχυσης, αμφιβολίας και αμφισβήτησης ως προς τις αποδοχές που έπρεπε να λαμβάνει ο αναιρεσείων, ως προς την φύση της από την σύμβαση απασχόλησής του κ.λπ. δεν συνιστούν συνάμα και διαπίστωση από το δικαστήριο κενού και αμφιβολίας, αλλ' αναφέρονται σε καταστάσεις που δημιουργήθηκαν στα όργανα του αναιρεσιβλήτου ΕΘΙΑΓΕ, ενώ εξάλλου ουδόλως περιέχονται στην αναιρεσιβαλλομένη παραδοχές για συμφωνία μερικής απασχόλησης, η αναφορά δε των όρων αυτών στην αναιρεσιβαλλομένη έγινε για την επισήμανση της εμμονής του αναιρεσείοντος για την παροχή εργασίας επί δύο ημέρες την εβδομάδα, ούτε για συμφωνία απασχόλησης του αναιρεσείοντος με μειωμένα χρονικά όρια, για την οποία οφείλεται το σύνολο των αποδοχών (του Ερευνητή Α'), δυναμένη να συναχθεί ερμηνευτικά. Αντίθετα, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι από την αρχή της ένταξης του αναιρεσείοντος σ' αυτό, το αναιρεσίβλητο ΕΘΙΑΓΕ αμφισβητούσε το δικαίωμά του να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο για δύο ημέρες την εβδομάδα, απαιτώντας απ' αυτόν την λήψη νέας άδειας από τον Υπουργό Παιδείας για την κατοχή Β' θέσης (ανεξάρτητ' από την αναγκαιότητα αυτής) και απευθυνόμενο συνεχώς σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και ότι, και κυρίως, ο αναιρεσείων όφειλε να λάβει από το ΕΘΙΑΓΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του, άδεια που θα του επέτρεπε την απασχόλησή του στο ΑΠΘ και συνακόλουθα την παροχή σ' αυτό (ΕΘΙΑΓΕ) εργασίας δύο μόνο ημερών την εβδομάδα (2) Το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι, εφόσον ο αναιρεσείων ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του μόνο για δύο ημέρες την εβδομάδα παρά την αντίθεση του εργοδότη του πρώτου αναιρεσιβλήτου εναγομένου, δεν δικαιούται αποδοχές για τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας και του μήνα που από υπαιτιότητά του δεν παρείχε την εργασία του όπως συμφωνήθηκε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις παρατεθείσες γενικές διατάξεις των άρθ. 648 επ. ΑΚ (ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρονται όλες ρητά στην προσβαλλομένη απόφαση), η εφαρμογή των οποίων δεν αποκλείεται από τις διατάξεις των άρθ. 19, 22 και 23 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΕΘΙΑΓΕ που προβλέπουν την δυνατότητα επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων για παράβαση υπηρεσιακών καθηκόντων (άρνηση παροχής εργασίας κατά τις υπόλοιπες ημέρες), το ΕΘΙΑΓΕ μπορούσε, αντί άλλων, να μην καταβάλλει στον αναιρεσείοντα μισθό για το χρονικό διάστημα που αυτός υπαίτια δεν παρείχε εργασία (πέραν δηλ. των δύο ημερών την εβδομάδα), λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι ρητά δέχθηκε περαιτέρω ότι οι καταβαλλόμενες σ' αυτόν πλήρεις αποδοχές του δασολόγου κάλυπταν τις αντίστοιχες αποδοχές για την εργασία του ως Ερευνητή Α' επί δύο ημέρες. Η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου ότι η μη λήψη πειθαρχικών μέτρων κατά του αναιρεσείοντος για την αιτία αυτή (αντί της μη καταβολής των πλήρων αποδοχών του Ερευνητή Α' και για το πέραν των δύο ημερών διάστημα) δικαιολογείται από την σύγχυση κ.λπ. ως προς την φύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος και τις υποχρεώσεις του μετά την ένταξη στο εναγόμενο ΕΘΙΑΓΕ, αποτελεί αιτιολόγηση του ως άνω σαφούς πορίσματος (ως προς την μη υποχρέωση καταβολής αποδοχών πέραν των 2 ημερών) και νομικό επιχείρημα του δικαστηρίου, ώστε δεν τίθεται θέμα ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 288 ΑΚ ως προς την ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η μη καταβολή πλήρων αποδοχών Ερευνητή Α' (για όλη την εβδομάδα και τον μήνα) ερείδεται στην υπαίτια μη παροχή εργασίας και για το πέραν των 2 ημερών χρονικό διάστημα. (3) Δεχθέν το Εφετείο ότι "η απόφαση (ενν. του ΕΘΙΑΓΕ) διακοπής της μισθοδοσίας του ενάγοντος στηρίχθηκε (κατά τα αναφερόμενα στα πιο πάνω πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ) στην άρνηση του τελευταίου να προσκομίσει νέα άδεια από το Υπουργείο Παιδείας ή να επιλέξει την πλήρη απασχόλησή του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., αλλά και σε νέο έγγραφο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς τη ΔΟΥ Θεσσαλονίκης να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την επιστροφή στο Δημόσιο των ποσών που καταβλήθηκαν, από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Γεωργίας, στον ενάγοντα", δεν διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων υπό μορφή ερωτήματος "εάν δηλαδή προσεκόμιζα νέα άδεια από το Υπουργείο Γεωργίας, η έλλειψη της οποίας σύμφωνα με το Εφετείο έχει συνέπειες μόνο για την παροχή εργασίας μου στο ΑΠΘ (...) τότε θα λάμβανα πλήρεις αποδοχές από το ΕΘΙΑΓΕ;", καθόσον τα παραπάνω αποτελούν απλώς παράθεση της δικαιολόγησης της διακοπής της μισθοδοσίας από το ίδιο το 1ο αναιρεσίβλητο και όχι από το Εφετείο (4) Όπως προαναφέρθηκε, από την ένταξη του αναιρεσείοντος στο ερευνητικό προσωπικό του ΕΘΙΑΓΕ (με την, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 1845/1989, υποβολή αίτησης απ' αυτόν, έγκριση αυτής από την αρμόδια επιτροπή κρίσης, επίδοση αυτής στον αναιρεσείοντα και αποδοχή της απ' αυτόν, με την κατάρτιση δηλ. σύμβασης) λύθηκε η προϋφισταμένη δημοσιοϋπαλλική σχέση του ως υπαλλήλου του Υπουργείου Γεωργίας στο ΙΔΕΘ, που αποτελούσε περιφερειακή υπηρεσία του, στα πλαίσια της οποίας, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το Υπουργείο Γεωργίας του είχε δώσει την άδεια ν' απασχολείται στο ΙΔΕΘ ως δασολόγος (παράλληλα με τα καθήκοντα της νέας του θέσης στο ΑΠΘ, όπου είχε στο μεταξύ διορισθεί ως Επίκουρος Καθηγητής) μόνο για 2 ημέρες την εβδομάδα και δημιουργήθηκε νέα σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το ΕΘΙΑΓΕ, όπως δέχθηκε περαιτέρω και το Εφετείο, έκτοτε δε (από την ένταξή του στο ΕΘΙΑΓΕ) έπαυσε να ισχύει η ως άνω άδεια του Υπουργείου Γεωργίας, όπως επίσης δέχθηκε το Εφετείο, αν και με ενμέρει διαφορετική αιτιολογία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν μεταβιβάσθηκε, ως (αυτοδικαίως) λυθείσα η δημοσιοϋπαλληλική σχέση του αναιρεσείοντος, όρο και περιεχόμενο της οποίας αποτελούσε η ως άνω άδεια του Υπουργείου Γεωργίας και η απασχόλησή του σύμφωνα με αυτήν μόνο επί δύο ημέρες την εβδομάδα στο ΙΔΕΘ. Ενόψει των ανωτέρω γενομένων δεκτών: (α) Το αναφερόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, στο οποίο απευθύνθηκε το ΕΘΙΑΓΕ το 1993 "με το υπ' αριθ. πρωτ. 2011226/1119/0022/1993 έγγραφό του απαντά ότι οι σχετικές διατάξεις του ισχύοντος τότε Υ.Κ. (ΠΔ 611/1977) δεν προβλέπουν τη δυνατότητα μειωμένης απασχόλησης για τους υπαλλήλους που κατέχουν δεύτερη θέση και έτσι ο ενάγων που δεν προσφέρει κανονικά (κατά πλήρες ωράριο) τις υπηρεσίες του δεν δικαιούται πλήρεις αποδοχές από τη θέση αυτή" αποτελεί απλή περιγραφή και αναφορά του περιεχομένου του εγγράφου αυτού και όχι θεμελίωση του εσφαλμένου, κατά τον αναιρεσείοντα, συμπεράσματος του δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων διατελούσε υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης με βάση ερμηνεία του Υπαλληλικού Κώδικα, στον οποίο, εκθέτει περαιτέρω ο αναιρεσείων, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης δεν υπαγόταν (ως υπαγόμενος πλέον στον Κανονισμό του ΕΘΙΑΓΕ). Τέτοια δε παραδοχή, ότι δηλ. ο αναιρεσείων "διατελούσε υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης", που προϋποθέτει σχετική συμφωνία, δεν περιέχεται στην αναιρεσιβαλλομένη, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, η μνεία της "μερικής απασχόλησης" γίνεται για την περιγραφή της διαμορφωθείσας κατάστασης από την αξίωση του ενάγοντος να εργάζεται στο ΕΘΙΑΓΕ, όπως προηγουμένως στο ΙΔΕΘ, επί δύο ημέρες την εβδομάδα λαμβάνοντας πλήρεις αποδοχές. (β) Η παραδοχή, ότι μετά την ένταξη του αναιρεσείοντος στο ΕΘΙΑΓΕ στην βαθμίδα του Ερευνητή Α' (22-5-1992) έπαυσε να ισχύει η άδεια (έγκριση) του Υπουργείου Γεωργίας να κατέχει και δεύτερη θέση στο ΑΠΘ και να απασχολείται στο ΙΔΕΘ μόνο επί δύο ημέρες την εβδομάδα με πλήρεις αποδοχές, δεν αντιφάσκει προς την περαιτέρω παραδοχή του Εφετείου ότι η ανωτέρω άδεια (και η μη ενδιαφέρουσα εδώ άδεια του Υπουργού Παιδείας) "πολύ περισσότερο έπαυσε να ισχύει από τότε (12-7-1994) που ο ενάγων διορίσθηκε σε ανώτερη βαθμίδα (από επίκουρος σε Αναπληρωτή(ς) Καθηγητή(ς) του διδακτικού προσωπικού του ΑΠΘ" και δεν αναιρείται απ' αυτήν, η οποία αποτελεί απλώς υπογράμμιση και τονισμό του σαφούς πορίσματος ότι η άδεια αυτή έπαυσε να ισχύει εξαρχής, δηλ. ήδη μετά την ένταξη του αναιρεσείοντος στο ΕΘΙΑΓΕ (γ) Ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι "Μετά την συνεχή αυτή άρνηση του ενάγοντος (ο οποίος μάλιστα όχι μόνο με διαμαρτυρίες του προς το εναγόμενο ΕΘΙΑΓΕ... αλλά και με αγωγές του ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, διεκδικεί τις διαφορές των αποδοχών του από το Υπουργείο Γεωργίας) το πρώτο εναγόμενο αποφασίζει να γνωστοποιηθεί στον ενάγοντα ότι για την κατοχή και της θέσης του ερευνητή είναι αναγκαία η άδεια από το Υπουργείο Παιδείας (βλ. το Νο 32 πρακτικό της 6ης /1-10-1996 συνεδριάσεως του ΔΣ του) και να διακοπεί από 1-8-1996 η εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των αποδοχών του ενάγοντος...", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω πρακτικού, από το οποίο, προσκομιζόμενο νομοτύπως σε αντίγραφο, προκύπτει ότι το ΔΣ του ΕΘΙΑΓΕ αποφάσισε "...να γνωστοποιηθεί επίσημα στον ερευνητή Α' κ. Παύλο Ευθυμίου που υπηρετεί στο Ι.Δ.Ε. Θεσ/νίκης, ότι για την κατοχή και της θέσης του ερευνητή στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. ταυτόχρονα με την θέση μέλους ΔΕΠ στο Α.Π.Θ. είναι αναγκαία σχετική άδεια κατοχής δεύτερης θέσης σύμφωνα με την πανεπιστημιακή νομοθεσία. Με την προσκόμιση της άδειας αυτής, το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. θα είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον κ. Π. Ευθυμίου τις αποδοχές του Ερευνητή Α'". Η παραμόρφωση του εγγράφου αυτού έγινε, κατά τον αναιρεσείοντα, με την παράλειψη της κρίσιμης φράσης "με την προσκόμιση της άδειας αυτής το ΕΘΙΑΓΕ θα είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον κ. Π. Ευθυμίου τις αποδοχές του ερευνητή Α'". Εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής το δικαστήριο της ουσίας, κατά τα εκτιθέμενα περαιτέρω στο αναιρετήριο, κατέληξε στα επιζήμια για τον αναιρεσείοντα συμπεράσματα (α) ότι ουδέποτε χορηγήθηκε σ' αυτόν άδεια από το 1ο αναιρεσίβλητο για την απασχόλησή του στο ΑΠΘ και (β) ως προς την φύση της εργασιακής του σχέσης με το ΕΘΙΑΓΕ, την οποία έκρινε εσφαλμένα ως συμβατική μειωμένης χρονικά απασχόλησης (για την οποία δεν δικαιούται τις πλήρεις αποδοχές του ερευνητή Α'), από το περιεχόμενο, όμως, του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι το ΕΘΙΑΓΕ είχε αποδεχθεί την απασχόλησή του στο ΑΠΘ και να του καταβάλει τις πλήρεις αποδοχές του Ερευνητή Α'. Ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο εδώ σκέλος του από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τα ως άνω ζητήματα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά συνεκτιμώντας αυτό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Σε συνάφεια με τα προηγηθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, και τ' αναφερόμενα στον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του ως άνω άρθρου, νόμιμα προσκομισθέντα ενώπιον αυτού από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, όπως προκύπτει από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την επί της ουσίας κρίση του έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νόμιμα σ' αυτό, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ως εκ τούτου δε ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων όφειλε μετά την ένταξή του στο 1ο αναιρεσίβλητο να λάβει νέα άδεια κατοχής Β' θέσης από το Υπουργείο Παιδείας και κυρίως από το αναιρεσίβλητο ΕΘΙΑΓΕ που θα του επέτρεπε την απασχόλησή του στο ΑΠΘ και συνακόλουθα την παροχή στο ΕΘΙΑΓΕ εργασίας μόνο δύο ημερών την εβδομάδα, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 6 § 1 ν. 2112/1920, 9 § 1 του β.δ. της 16-7-1920, του ΠΔ της 8-12-1928, 6 ν. 3139/1955 και κυρίως των άρθ. 1 § 2, 2 και 3 του ΠΔ 572/1988, από τις οποίες προκύπτει, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι με την ένταξη του ΙΔΕΘ στο ΕΘΙΑΓΕ έλαβε χώρα μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη του, συνεπαγομένη αυτοδικαίως την υποκατάσταση στις υφιστάμενες με το Υπ. Γεωργίας ως προηγούμενο εργοδότη σχέσεις του ΕΘΙΑΓΕ, που υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Υπ. Γεωργίας σε σχέση με το προηγούμενο εργασιακό καθεστώς, ως εκ τούτου δε το 1ο αναιρεσίβλητο ΕΘΙΑΓΕ δεσμεύεται από τους όρους του προηγουμένου εργασιακού καθεστώτος, μεταξύ των οποίων και ο όρος πλήρους απασχόλησης με μειωμένα χρονικά όρια εργασίας, για την οποία οφείλεται το σύνολο των αποδοχών πλήρους απασχόλησης. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα το Εφετείο, αν και με ενέρει διαφορετικές αιτιολογίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και δη του ΠΔ 572/1988, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, με την ένταξη του αναιρεσείοντος που υπηρετούσε με δημοσιοϋπαλληλική σχέση στο ΙΔΕΘ, περιφερειακή δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, δηλ. στο Δημόσιο, στα πλαίσια της οποίας είχε παρασχεθεί άδεια του Υπουργείου Γεωργίας για την παροχή εργασίας στο ΙΔΕΘ επί δύο μόνο ημέρες την εβδομάδα, δυνατότητα που αποτελούσε όρο και περιεχόμενο της δημοσιοϋπαλλικής αυτής σχέσης, στο ΕΘΙΑΓΕ λύθηκε η ως άνω σχέση και δημιουργήθηκε με αυτό νέα εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου, και ως εκ τούτου δεν επήλθε μεταβίβαση ως είχε της προϋφισταμένης δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, που περιείχε τον ως άνω όρο, και υπεισέλευση σ' αυτήν του ΕΘΙΑΓΕ, αφού δεν νοείται μεταβίβαση λυθείσης εργασιακής σχέσης, ενώ εξάλλου δεν πρόκειται για μεταβίβαση "επιχείρησης" με μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, αφού το Δημόσιο και οι επιμέρους υπηρεσίες του δεν αποτελούν "επιχείρηση". Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προσάπτεται παραβίαση των διατάξεων των άρθ. 19, 22 και 23 του ισχύ νόμου έχοντος, όπως προαναφέρθηκε, Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΕΘΙΑΓΕ, από τις οποίες προκύπτει, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι σε περίπτωση υπαίτιας μη παροχής εργασίας από υπάλληλο του ΕΘΙΑΓΕ αυτός δεν στερείται αυτοδικαίως των αποδοχών του, αλλά το ΕΘΙΑΓΕ υποχρεούται να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατ' αυτού, στα πλαίσια της οποίας μπορεί να τεθεί σε αργία, λαμβάνοντας το 1/2 των αποδοχών του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις αυτές του Κανονισμού περί πειθαρχικής ευθύνης του υπαλλήλου (μεταξύ άλλων, για αδικαιολόγητη απουσία, αμέλεια περί την εκτέλεση της υπηρεσίας ή πλημμελή εκτέλεση αυτής κ.λπ.), δεν αποκλείουν το κατ' εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθ. 648 επ. ΑΚ δικαίωμα του εργοδότη για μη καταβολή ή περικοπή μέρους του μισθού για υπαιτίως μη παρασχεθείσα εργασία. Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, άνευ ειδικότερου χαρακτηρισμού, αναφέρεται ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αγωγικές βάσεις της αδικοπραξίας, και η σχετική αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, απορρίφθηκαν, διότι κατά τις σχετικές αιτιολογίες "...Με όσα αναφέρθηκαν δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά τόσο των οργάνων του πρώτου εναγομένου, όσο και ειδικότερα των δύο υπολοίπων εναγομένων, οι οποίοι ενήργησαν στα πλαίσια των υποχρεώσεών τους απ' τη σύμβαση και των καθηκόντων τους ως υπαλλήλων, πάντοτε στα πλαίσια της νομικής αμφισβήτησης της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας του ενάγοντος και του τρόπου πληρωμής και του ύψους των αποδοχών και χωρίς υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος. Άλλωστε, μόνη η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλομένου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία... Επομένως και η αξίωση του ενάγοντος για τη χρηματική ικανοποίησή του από την ηθική βλάβη που υπέστη από τη συμπεριφορά (ενέργειες ή παραλείψεις) των εναγομένων είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη", δηλ. για όσους λόγους (συνεχίζει ο αναιρεσείων) και το κύριο κεφάλαιο των αγωγών του και επομένως, καταλήγει, οι λόγοι αναίρεσης που αφορούν την απόρριψη του κυρίου κεφαλαίου των αγωγών του ισχύουν και γι' αυτό το κεφάλαιό τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω πλήρους αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι συγκεκριμένες νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση σε σχέση ειδικά με την από την αδικοπραξία βάση των αγωγών, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθ. 559 ΚΠολΔ θεμελιώνουν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, αλλά γίνεται συλλήβδην παραπομπή στους λοιπούς λόγους που αφορούν άλλα κεφάλαια της απόφασης, ενώ ειδικότερα, εάν υπονοούνται λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ δεν αναφέρονται ούτε οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, ούτε το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους, ούτε, τέλος, οι ελλείψεις και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών (άρθ. 118 αριθ. 4, 566 § 1, 577 § 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 550/2012). ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς ν' απαιτείται ν' αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ` ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως στην δικονομικά ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 22/2003), επιβάλλεται όμως, με ποινή το απαράδεκτο, για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, το στοιχείο δηλ. αυτό (της ακυρότητας της σύμβασης) πρέπει ν' αναφέρεται σε κάθε περίπτωση άσκησης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είτε αυτός ζητείται κυρίως είτε επικουρικά (ΑΠ 680/2011, 390/2011). Στην κρινόμενη περίπτωση με τις δύο ένδικες αγωγές του κατά των αναιρεσιβλήτων ο αναιρεσείων εξέθεσε, ότι από το έτος 1980 εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος - δασολόγος στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης (ΙΔΕΘ), που αποτελούσε περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, ότι την 15-1-1990 διορίσθηκε επίκουρος καθηγητής του ΑΠΘ, κατέχοντας για την δεύτερη αυτή θέση και την σχετική άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας, ήδη δε από 12-7-1994 έχει διορισθεί αναπληρωτής καθηγητής, ότι με το ν. 1845/1989 συστάθηκε το πρώτο εναγόμενο ΝΠΙΔ υπαγόμενο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στο οποίο μεταφέρθηκε το ΙΔΕΘ και ότι ο ίδιος εντάχθηκε στο επιστημονικό προσωπικό του πρώτου στην βαθμίδα του ερευνητή Α' και απώλεσε, κατά το εναγόμενο, από την ένταξή του την 22-5-1992 την δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητά του, ότι παρά την ένταξή του την 1-7-1992 στην παραπάνω βαθμίδα, το πρώτο εναγόμενο διά του δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, που ήσαν εκκαθαριστές αποδοχών και διευθυντές του ΙΔΕΘ, κατά τα εκεί αναφερόμενα διαστήματα, συνέχισε παράνομα να του καταβάλλει τις πριν την ένταξή του σ' αυτό μειωμένες αποδοχές δημοσίου υπαλλήλου, ενώ ήδη από 1-8-1996 αρνείται να του καταβάλει κάθε ποσό αποδοχών, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν τ' αναφερόμενα στις αγωγές ποσά, για διαφορές μεταξύ των καταβλητέων σ' αυτόν, ως ερευνητή Α', και των καταβληθεισών μειωμένων αποδοχών από το έτος 1992 μέχρι την 31-7-1996, καθώς και για διαφορές επιδομάτων εορτών και αποδοχών αδείας, με βάση την σύμβαση εργασίας και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αναφέροντας συναφώς κατά λέξη ως προς την αγωγική αυτή βάση "Επειδή το Α' εναγόμενο οφείλει να μου καταβάλει το πιο πάνω ποσό, κυρίως βάσει της σχέσεως εργασίας μου σε αυτό και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Στα πλαίσια της έγκυρης σχέσης εργασίας και της απασχόλησής μου σ' αυτό, το Α' εναγόμενο κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιώτερο κατά το ποσό..., στο οποίο ανέρχεται συνολικά η ζημία μου, δεδομένου ότι μειώθηκε ισόποσα η περιουσία μου, άλλως εμποδίσθηκε η αύξηση του ενεργητικού της. Αυτό συνέβη διότι επαυξήθηκε η περιουσία του Α' εναγομένου, άλλως αποφεύχθηκε η ελάττωσή της με την επί τετραετία και πλέον άρνησή του να μου καταβάλλει το νομίμως οφειλόμενο ποσό των αποδοχών του τακτικού ερευνητή Α'. Μολονότι λαμβάνει κάθε χρόνο επιχορήγηση από το Υπ. Γεωργίας στην οποία περιλαμβάνεται και το ποσό των αποδοχών μου ως ερευνητού Α'..... εν τούτοις οι εναγόμενοι δεν μου κατέβαλλαν..... ούτε δραχμή από το προς τούτο ποσό.... και αντίθετα μου κατέβαλλαν τις κατά πολύ υπολειπόμενες αποδοχές του δασολόγου.... Με κατέστησε λοιπόν φτωχότερο κατά το πιο πάνω ποσό... Εάν όμως απησχολείτο από το Α' εναγόμενο ένας τρίτος επιστήμων με τα ίδια με εμένα προσόντα και υπό τις αυτές συνθήκες εργασία, οπωσδήποτε θα του κατέβαλλε το ποσό αυτό. Αναζητείται λοιπόν η ωφέλεια του Α' εναγομένου ως εργοδότη, ίση προς τις αποδοχές που θα κατέβαλλε σε μισθωτό με τα ίδια προσόντα και υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας". Ως προς την βάση αυτή των ενδίκων αγωγών το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν μπορούν να θεμελιωθούν επικουρικά στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον στις αγωγές γίνεται επίκληση έγκυρης σύμβασης εργασίας και άρα δεν συντρέχει περίπτωση επιτρεπτής σώρευσης κατά δικονομική επικουρικότητα, εφόσον ο ενάγων δεν κάνει καμία αναφορά της ακυρότητας της σύμβασης ή δεν προκύπτει ακυρότητα αυτής, σε κάθε δε περίπτωση το πρώτο εναγόμενο καταβάλλοντας στον ενάγοντα τις (σε άλλο σημείο της απόφασης αναφερόμενες) αποδοχές που εδικαιούτο για την μερική, των δύο ημερών την εβδομάδα, απασχόλησή του δεν έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 904 ΑΚ, αφού για την θεμελίωση της επικουρικά προβληθείσας βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ο ενάγων επικαλέσθηκε μόνο έγκυρη σύμβαση εργασίας και όχι, επικουρικά, ακυρότητα αυτής, απαιτουμένη σε κάθε περίπτωση (χωρίς να είναι ανάγκη, λόγω της επικουρικής σώρευσης της βάσης αυτής, να αναφέρει και τους λόγους της ακυρότητας), μη νοουμένης, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, για την θεμελίωση της βάσης αυτής "έμμεσης επίκλησης" της ακυρότητας της σύμβασης, αφού σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο των ενδίκων αγωγών για την θεμελίωση και της σωρευομένης βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ρητά γίνεται επίκληση έγκυρης μόνο σύμβασης εργασίας, διέλαβε δε επαρκείς συναφώς αιτιολογίες, κρίνοντας ως εκ περισσού και επί της ουσίας, και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου έβδομος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης ως προς όλα τα σκέλη του από τους αριθ. 1, 14 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Πρέπει συνακόλουθα ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-1-2011 αίτηση του Π. Ε. για αναίρεση της 1610/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του 1ου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ