ΑΡΙΘΜΟΣ 1069/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου και Γεώργιο Κοντό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Σπανάκη, περί αναιρέσεως της 1866/2012 και 1Α/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ι. Μ. του Ε. και 2) Π. Μ. συζ. Ι., ... που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 427/2013. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., " όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλομένη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευσε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του ως άνω άρθρου 28 του Π..Κ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσηκούσης προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστεψε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμελείας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.Α.Π. 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, εκήρυξε τον αναιρεσείοντα, ιατρό ένοχο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Ε. Μ. του Ι., και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής κατ' ακριβή εδώ μεταφορά των : "... Ο υιός των πολιτικώς εναγόντων Ε. Μ., ηλικίας...εννέα ετών... εμφάνιζε υπνική άπνοια (άπνοιες κατά τη διάρκεια του ύπνου του και έντονο ροχαλητό). Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού οι πολιτικώς ενάγοντες επισκέφθηκαν...τον πρώτο κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ιατρό χειρουργό ωτορινολαρυγγολόγο.., που είναι πρώτος εξάδελφος του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος, μετά τη δέουσα εξέταση του ανηλίκου πρότεινε τη χειρουργική αντιμετώπιση του προβλήματος με την εκτομή - αφαίρεση των αμυγδαλών του ασθενούς. Την προτεινόμενη λύση αποδέχθηκαν οι πολιτικώς ενάγοντες και συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών και του πρώτου κατηγορουμένου, ενόψει και της σχέσεως εμπιστοσύνης που τους συνέδεε, η επέμβαση να γίνει από τον ίδιο (πρώτο κατηγορούμενο) στη Γενική Κλινική του Ηρακλείου " Άγιος Γεώργιος". Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε, ότι η χειρουργική επέμβαση θα γινόταν το πρωί της 05.09.2005 και ότι χρέη αναισθησιολόγου θα εκτελούσε, μετά από πρόταση του πρώτου κατηγορουμένου, την οποία αποδέχθηκαν οι πολιτικώς ενάγοντες, ο δεύτερος κατηγορούμενος -ιατρός - αναισθησιολόγος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη). Στις 02.09.2005 έγινε προεγχειρητικός εργαστηριακός έλεγχος καθώς και κλινική εξέταση του ασθενούς από τον αναισθησιολόγο. Τα αποτελέσματα των προεγχειρητικών βιοχημικών εξετάσεων, η γενική αίματος και ο έλεγχος πηκτικότητας ήταν φυσιολογικά, όπως και το προεγχειρητικό ηλεκτροκαρδιογράφημα και το προεγχειρητικό SpO2 (κορεσμός σε οξυγόνο της αιμοσφαιρίνης) 97%, που έγιναν (τα δύο τελευταία) στις 05.09.2005. Ο ασθενής πράγματι εισήχθη περί ώρα 08:30 στο χειρουργείο της πιο πάνω Κλινικής, όπου και περί ώρα 08:45 έγινε εισαγωγή στη γενική αναισθησία, με 0,5 mg ατροπίνης (παρασυμπαθολυτικό φάρμακο που χορηγείται στα παιδιά για πρόληψη τυχόν βραδυκαρδίας), 35 mg Pentothal (νατριούχος θειοπεντάλη, υπνωτικό υπερβραχείας δράσης για εισαγωγή στην αναισθησία), 20 mg Lycitrope (σουκινυλοχολίνη υπερβραχείας δράσης, μυοχαλαρωτικό που διευκολύνει την ενδοτραχειακή διασωλήνωση). Η συντήρηση της γενικής αναισθησίας έγινε με χορήγηση 66% Ν2Ο (υποξείδιο του αζώτου, ήτοι ασθενούς αναισθητικού αερίου) σε 33% οξυγόνο και Tracrium (ατρακούριο, δηλαδή μυοχαλαρωτικό μέσης διάρκειας), αρχικά σε δόση 20 mg και συμπληρωματικά 7 mg. Προνάρκωση δεν χορηγήθηκε.... Η ποσότητα όμως της νατριούχου θειοπεντάλης που χορηγήθηκε, των 35 mg, ήταν πολύ μικρή και δεν ήταν εκείνη που αντιστοιχούσε για ένα παιδί 46 κιλών, όπως ήταν ο προαναφερθείς ανήλικος, αφού η συνήθης δόση για την εισαγωγή στην αναισθησία, σύμφωνα με τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της αναισθησιολογίας, για παιδιά ηλικίας 1-12 ετών ανέρχεται σε 5-6 mg/kg και επομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενδεδειγμένη δόση θα έπρεπε να κυμαίνεται από 230 έως 270 mg. Επίσης, πολύ μικρή ήταν η χορηγηθείσα δόση των 20 mg της σουκινυλοχολίνης..., δεδομένου ότι η συνήθης κατά τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της αναισθησιολογίας δόση της σουκινυλοχολίνης για διασωλήνωση της τραχείας είναι 1-1,5 mg/kg σε παιδιά και για το (συγκεκριμένο ανήλικο ασθενή 45-65 mg... Με βάση λοιπόν τις άνω χορηγηθείσες ποσότητες για την εισαγωγή και τη διατήρηση της αναισθησίας σε συνδυασμό με την απουσία προνάρκωσης και αναλγησίας, καταδεικνύεται ότι υπήρχε πολύ ελαφρύ βάθος αναισθησίας. Το ελαφρύ βάθος γενικής αναισθησίας, δηλαδή εκείνο που ο ασθενής δεν κοιμάται, συνεπάγεται μη καταστολή έντονων αντανακλαστικών από το συμπαθητικό (ταχυκαρδία) και παρασυμπαθητικό σύστημα (βραδυκαρδία).... Η επέμβαση άρχισε περί ώρα 09:00, όταν εισήλθε στο χειρουργείο και ο...Δ. Κ., που είναι και αυτός χειρουργός - ωτορινολαρυγγολόγος και μάλιστα ήταν τότε επιστημονικός υπεύθυνος του τμήματος Ω.Ρ.Λ. της πιο πάνω Κλινικής... Αρχικά ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην εκτομή της δεξιάς αμυγδαλής του ανήλικου ασθενούς και αιμόσταση, μετά όμως το πέρας της σχετικής διαδικασίας και λίγο πριν ασχοληθεί με την εκτομή της δεύτερης (αριστερής) αμυγδαλής του ασθενούς, περί ώρα 09:30, διαπιστώθηκε βραδυκαρδία του ασθενούς, γεγονός που επισημάνθηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο προς τον πρώτο κατηγορούμενο και το Δ. Κ. και εν γένει εμφανίσθηκαν στον ασθενή σημεία που φανέρωναν ανακοπή της καρδιάς... Η επέμβαση διεκόπη και αφαιρέθηκαν από τον πρώτο των κατηγορουμένων τα χειρουργικά εργαλεία από το στόμα του ασθενούς και τα αποστειρωμένα πεδία από το σώμα αυτού. Ο δεύτερος κατηγορούμενος χορήγησε άμεσα στον ασθενή 1 mg ατροπίνης και ο Κ., λόγω της έλλειψης σφυγμού που παρατήρησε και της μη ανταπόκρισης του οργανισμού με μόνη τη χορηγηθείσα ατροπίνη, ζήτησε να χορηγηθεί, όπως και έγινε, με τη σύμφωνη γνώμη και του αναισθησιολόγου ..., 0,4 mg αδρεναλίνης (adrenaline) ήτοι επινεφρίνης αδρενεργικού αγγειοσυσπαστικού φαρμάκου, που ενδείκνυται στην καρδιακή ανακοπή. Επίσης, στο διάγραμμα αναισθησίας καταγράφηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο, ότι χορηγήθηκαν στον ασθενή και 200 mg Ringer's Lactated, δηλαδή κρυσταλλοειδές διάλυμα για υποκατάσταση των απωλειών σε υγρά σώματος, 120 mg Solumedrol bolus, δηλαδή μεθυλπρεδνιζολόνη σε εφάπαξ δόση ...και 50 mg Zandac, δηλαδή ρανιτιδίνη σε εφάπαξ δόση .. Παράλληλα ο Κ. έκανε μαλάξεις (θωρακικές συμπιέσεις της καρδιάς με τα χέρια) στον ασθενή, ενώ αντικαταστάθηκε το μόνιτορ της επέμβασης με άλλο που διέθετε απινιδωτή, η χρήση όμως του οποίου δεν κατέστη αναγκαία, αφού, μετά τις άνω ενέργειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (χορήγηση ατροπίνης και ιδίως αδρεναλίνης και μαλάξεις) και μετά την πάροδο ενός και ημίσεως περίπου λεπτού ..., η καρδιακή λειτουργία και η αρτηριακή πίεση του ασθενούς επανήλθαν, με κάποια βέβαια αρχική ταχυκαρδία (ρυθμικός σφυγμός 130-140 σφίξεις το λεπτό και αρτηριακή πίεση 130/80), που σύντομα επανήλθε σε φυσιολογικά επίπεδα. Προκύπτει, με βάση τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ότι ο ανήλικος ασθενής υπέστη περί ώρα 09:30 καρδιακή ανακοπή και δη κοιλιακή ασυστολία, η οποία με τη χορήγηση των άνω φαρμάκων, τις μαλάξεις και εν γένει την καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, ανετάχθη, μέσα σε ενάμιση περίπου λεπτό της ώρας...., η βραδυκαρδία και στη συνέχεια η ανακοπή που παρουσιάσθηκαν στον ασθενή οφείλονταν στην πτώση της αρτηριακής του πίεσης, που προήλθε από την εσφαλμένη χορήγηση, κατά τα ανωτέρω, χαμηλού βάθους αναισθησίας..., σε συνδυασμό με την απουσία προνάρκωσης και αναλγησίας, που είχε σαν αποτέλεσμα να μην κοιμηθεί ο ανήλικος ασθενής και να αισθάνεται τον πόνο, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει λόγω της μυοχάλασης, με αποτέλεσμα λόγω και των αναγκαίων χειρουργικών χειρισμών που επιχειρήθηκαν στον ανώτερο αεραγωγό αυτού για την εκτομή της δεξιάς αμυγδαλής να προκληθεί έκλυση παρασυμπαθητικών αντανακλαστικών και πτώση της αρτηριακής του πίεσης, που οδήγησε στη βραδυκαρδία και την ανακοπή. Μετά την ανάταξη της ανακοπής και την, επάνοδο των φυσιολογικών τιμών αρτηριακής πίεσης και καρδιακού σφυγμού του ασθενούς, αποφασίσθηκε η διακοπή της εγχείρησης και συγκεκριμένα σε ερώτηση του δεύτερου κατηγορουμένου προς τους δύο χειρουργούς εάν θα συνεχισθεί η επέμβαση, αυτοί απάντησαν ότι η τελευταία διακοπτόταν οριστικά. Ακολούθησε έλεγχος από τον πρώτο κατηγορούμενο της αιμοστάσεως που αξιολογήθηκε ως ικανοποιητικός και αφαίρεση του ταμπόν από το φάρυγγα του ασθενούς. Κλήθηκε και καρδιολόγος, που προέβη σε ηλεκτροκαρδιογράφημα στον ασθενή, χωρίς να προκύπτει πλέον, κατά το χρόνο εκείνο, μετά δηλαδή την ανάταξη της ανακοπής που είχε υποστεί ο ανήλικος ασθενής και ενόσω αυτός παρέμενε ακόμη διασωληνωμένος, πρόβλημα στην καρδιακή του λειτουργία η οποία είχε επαρκώς αποκατασταθεί. Σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ο ασθενής, εφόσον είχε προηγηθεί το προπεριγραφέν επεισόδιο της καρδιακής ανακοπής (ασυστολίας) κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, θα έπρεπε, προς αποφυγή περαιτέρω επιπλοκών και για τη διασφάλιση της ανάνηψης του με ασφάλεια, να παραμείνει διασωληνωμένος (αφού η εγκεφαλική υποξία που προκαλείται στον ασθενή με την ανακοπή αντιμετωπίζεται με διαρκή ενδοτραχειακή διασωλήνωση, οξυγόνωση και υποστήριξη της αναπνοής και κυκλοφορίας, αγωγή ενδεδειγμένη για την υποχώρηση του εγκεφαλικού οιδήματος μετά την ανακοπή), και να μεταφερθεί το συντομότερο δυνατό με το Ε.Κ.Α.Β. στο πλησιέστερο διαθέσιμο νοσοκομείο, ώστε να γίνει η ανάνηψη του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Νοσοκομείου αυτού, αφού δεν υπήρχε τέτοια μονάδα στην Κλινική όπου γινόταν η χειρουργική επέμβαση. Τούτο (η αναγκαιότητα δηλαδή μεταφοράς του ασθενούς, μετά από καρδιακή ανακοπή κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης και την ανάταξη αυτής, σε Μ.Ε.Θ.) αποτελεί μάλιστα γνώση γενικής ιατρικής, την οποία κάθε ιατρός, ανεξαρτήτως ειδικότητας, οφείλει να γνωρίζει και εφαρμόζει (βλ... περί τούτου και απολογία πρώτου κατηγορουμένου στο παρόν Δικαστήριο, όπου αναφέρει, ότι, είναι ενδεδειγμένη η μεταφορά του ασθενή μετά από ανακοπή στην Μ.Ε.Θ., κλπ.). Παρ' όλα αυτά ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατά καταφανή παράβαση της άνω αρχής, αποφάσισε να προβεί σε αποσωλήνωση του ανήλικου ασθενούς, παρά τις αντιρρήσεις που εξέφρασαν ο πρώτος κατηγορούμενος και ο δεύτερος χειρουργός Δ. Κ. Έτσι περί ώρα 10:40 με 10:45, ο δεύτερος των κατηγορουμένων προέβη στην αποσωλήνωση του ασθενούς και μάλιστα τη στιγμή που δεν είχαν ληφθεί μέχρι τότε αέρια αίματος από τον ασθενή, ώστε να διαπιστωθεί το επίπεδο του μεταβολισμού του, κρίνοντας εσφαλμένα, ότι συνέτρεχαν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις προς τούτο. Μετά την αποσωλήνωση ο ασθενής έκλαψε, με ακατάληπτους όμως ήχους, δηλαδή είχε φαρυγγικά αντανακλαστικά, και αντιδρούσε στα επώδυνα ερεθίσματα, πλην όμως δεν αντιδρούσε στα παραγγέλματα, δεν μίλησε, ούτε άνοιξε τα μάτια του... Με βάση την κλίμακα Γλασκώβης (GCS), που χρησιμοποιείται στην ιατρική για την αξιολόγηση της νευρολογικής καταστάσεως του ασθενούς, καθώς και τις άνω αντιδράσεις του ασθενούς μετά την αποσωλήνωσή του, στο στάδιο όπου θα έπρεπε αυτός κανονικά να ανανήψει και να αφυπνισθεί, η νευρολογική του κατάσταση βαθμολογείται ... περίπου 7-8 (1= μη άνοιγμα οφθαλμών + 2 κλάμα = ακατάληπτοι ήχοι + 5 εντοπισμός του πόνου ή 4 αντιδρά στον πόνο). Σημειώνεται πως η χαμηλότερη βαθμολογία της Κλίμακας Γλασκώβης είναι 3 και η υψηλότερη 15, η πιο πάνω δε βαθμολογία (7-8) σημαίνει κώμα. Επισημαίνεται, πως, σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ώρα του χρονικού διαστήματος από 10:35 έως 11:00 της 05.09.2005 ...έγινε κλήση από τον πρώτο κατηγορούμενο προς τη Μ.Ε.Θ. του ΠΑΓΝΗ (Νοσοκομείου Ηρακλείου), προκειμένου να εξευρεθεί κρεβάτι στην εντατική του Νοσοκομείου αυτού και γνωστοποιήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, ότι υπήρχε κρεβάτι, στο οποίο μπορούσε να μεταφερθεί ο ανήλικος ασθενής. Ο τελευταίος...παρέμεινε ... επί μιάμιση ώρα περίπου αποσωληνωμένος, χωρίς ουδέποτε να ανανήψει, στο χειρουργείο της Κλινικής, παρακολουθούμενος από το δεύτερο των κατηγορουμένων, ο οποίος χορηγούσε υποβοηθητικά οξυγόνο με απλή προσωπίδα, διάστημα κατά το οποίο ο ασθενής άρχισε σταδιακά ... να παρουσιάζει πτώση του κορεσμού, σπασμούς του σώματός του και να εμφανίζεται προοδευτικά κυανωτικός. Παρόλα αυτά ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν επαναδιασωλήνωσε τον ασθενή, όπως όφειλε αμέσως να πράξει, με βάση τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρική επιστήμης..., ώστε να υποχωρήσει το εγκεφαλικό οίδημα που είχε δημιουργηθεί λόγω και της προηγηθείσας ανακοπής.... Έτσι, λόγω της προοδευτικά επιδεινούμενης υποξυγοναιμίας κατά το προαναφερθέν διάστημα της αποσωλήνωσης, προκλήθηκε σταδιακά στον ασθενή καρδιακή ανεπάρκεια (οξύ πνευμονικό οίδημα), με την κατάσταση αυτού να επιδεινώνεται δραματικά κατά το τελευταίο ιδίως μισάωρο του προαναφερθέντος διαστήματος της αποσωλήνωσης. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί, ότι περί τις 11:25 κλήθηκε στο χειρουργείο και παθολόγος για να προχωρήσει σε εξέταση μέτρησης των αερίων του αίματος του ασθενούς, ο οποίος...και πράγματι προσήλθε και επιχείρησε να διενεργήσει την παραπάνω ιατρική εξέταση, η οποία όμως υπήρξε ανεπιτυχής, γιατί ήταν φλεβικό το αίμα που ελήφθη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν στοιχεία και μάλιστα αξιόπιστα για τις τιμές των αερίων του αίματος του ασθενούς... Επίσης, περί ώρα 11:30 ο πρώτος κατηγορούμενος επιχείρησε να επικοινωνήσει με την αδελφή του, Μ. Μ., που είναι, κατά τα ανωτέρω, αναισθησιολόγος, μίλησε τηλεφωνικώς με τη σύζυγο του, ιατρό εντατικολόγο, που υπηρετούσε στο ΠΑΓΝΗ, η οποία κατάφερε να ειδοποιήσει την αδελφή του (πρώτου κατηγορουμένου), η οποία και προσήλθε στο χειρουργείο περί ώρα 12:05 - 12:10 και όπως αναφέρει στις καταθέσεις της... είδε ένα παιδί κυανωτικό, με 55 σφυγμούς, που έχρηζε άμεσης διασωλήνωσης. Ζήτησε, μάλιστα, από το δεύτερο κατηγορούμενο να διασωληνώσει τον ασθενή. Στις 12:08:03 ο πρώτος κατηγορούμενος κάλεσε το πρώτον τηλεφωνικώς το Ε.Κ.Α.Β., προκειμένου να ζητήσει την άμεση διακομιδή με αυτό του ασθενούς στη Μ.Ε.Θ. του ΠΑΓΝΗ, όπως και έπραξε. Στη συνέχεια τηλεφώνησε για δεύτερη φορά στο Ε.Κ.Α.Β. στις 12:09:39, κατά την οποία ζήτησε να μιλήσει στο γιατρό του Συντονιστικού Κέντρου του Ε.Κ.Α.Β., στις δε 12:13:45 έγινε κλήση από το γιατρό του Συντονιστικού Κέντρου στον Ιατρό της Κεντρικής Μονάδας για διαβίβαση του σήματος. Ουδεμία άλλη και δη προγενέστερη κλήση προς το Ε.Κ.Α.Β. δεν έγινε από τον πρώτο κατηγορούμενο ή οποιονδήποτε άλλο ιατρό της Γενικής Κλινικής Άγιος Γεώργιος για το επίδικο περιστατικό. Τούτο προκύπτει, μετά βεβαιότητας....το 533/12.02.2009 έγγραφο του Ε.Κ.Α.Β. Ηρακλείου προς τον πρώτο κατηγορούμενο, σύμφωνα με το οποίο, σε απάντηση σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας και κατόπιν σχετικής εντολής του Προέδρου του Ε.Κ.Α.Β. για άνοιγμα του καταγραφικού του Ε.Κ.Α.Β., το άνοιγμα αυτό έγινε από την Επιτροπή Απομαγνητοφώνησης...που εντόπισε μόνον τις άνω κλήσεις και ουδεμία έτερη, σε συνδυασμό με το 1161/31.03.2009 έγγραφο του Ε.Κ.Α.Β. Ηρακλείου προς τον πρώτο κατηγορούμενο, στο οποίο αναφέρεται, ότι μετά από απομαγνητοφώνηση του καταγραφικού του τηλεφωνικού κέντρου του Ε.Κ.Α.Β. δεν ανευρέθη άλλη προγενέστερη χρονικά κατηγορουμένου προς το Ε.Κ.Α.Β. στις 05.09.2005 και δη κατά το διάστημα από 08:08 έως 12:08, την 1476/29.02..2008 βεβαίωση μεταφοράς με ασθενοφόρο του Παραρτήματος Ηρακλείου του Ε.Κ.Α.Β., αλλά και την από 05.09.2005 ηλεκτρονική καρτέλα του Ε.Κ.Α.Β, για τον ασθενή Μ. Μ., η οποία επισυνάπτεται στο 2030/31.03.2006 έγγραφο του Ε.Κ.Α.Β. προς την Πταισματοδίκη Ηρακλείου Μαρία Αλεβιζάκη. Ο πρώτος Κατηγορούμενος διατείνεται ... ότι κάλεσε τηλεφωνικά και άλλες φορές και δη και προ της 12ης μεσημβρινής ώρας το Ε.Κ.Α.Β. και μίλησε με τη Μ. Ζ. (που μετείχε στην άνω επιτροπή απομαγνητοφώνησης) από την οποία ζήτησε την αποστολή άμεσα κινητής μονάδας για τη διακομιδή του ασθενούς στη Μ.Ε.Θ. του ΠΑΓΝΗ και ότι παρόλα αυτά η τελευταία αδικαιολόγητα δεν απέστειλε τότε κινητή μονάδα, παρά μόνο πολύ αργότερα μετά την κλήση της 12.08. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του πρώτου κατηγορουμένου καταρρίπτεται πλήρως από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), αλλά και από την 21.599/30.07.2010 ένορκη κατάθεση της ίδιας της Μ. Ζ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κωνσταντινιάς Σταυρακάκη (που λήφθηκε στα πλαίσια της πολιτικής δίκης), με την οποία διαβεβαιώνει ότι ουδεμία συνομιλία τηλεφωνική είχε με τον πρώτο κατηγορούμενο πριν από την 12:08 εκείνης της ημέρας, οπότε (12:08) και μίλησε για πρώτη φορά μαζί του και της υπέβαλε το αίτημα για αποστολή κινητής μονάδας στην Κλινική "Άγιος Γεώργιος", καθώς επίσης και ότι η απομαγνητοφώνηση της κάρτας έγινε από την άνω τριμελή επιτροπή, στην οποία συμμετείχε και η ίδια με πάσα ακρίβεια. Ομοίως καταρρίπτεται από τα άνω αποδεικτικά μέσα και η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Ε. Δ., πλαστικού χειρουργού..., σύμφωνα με την οποία, στις 11:00, 11:15 και 11:30 ο πρώτος κατηγορούμενος έπαιρνε τηλέφωνο το Ε.Κ.Α.Β. και ότι ο ίδιος (Δ.) απάντησε στην κλήση του Ε.Κ.Α.Β. για το νοσοκομείο, γύρω στις 12:00. Μάλιστα, η κατάθεση αυτή του εν λόγω μάρτυρα υπεράσπισης υπερακοντίζει ακόμη και τους ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου... Εξάλλου, ο μάρτυρας αυτός ουδόλως εκλήθη από τον πρώτο κατηγορούμενο...ενώπιον του πρωτοβάθμιου πολιτικού...και... του πρωτοβάθμιου ποινικού Δικαστηρίου και για πρώτη φορά κατέθεσε ... με ένορκη βεβαίωση που προσκομίσθηκε στο δευτεροβάθμιο πολιτικό Δικαστήριο, πέντε περίπου έτη μετά το συμβάν και ενώπιον...του παρόντος δευτεροβάθμιου ποινικού Δικαστηρίου πέραν των επτά ετών μετά το επίδικο συμβάν. Επιπλέον, και η κατάθεση του Δ. Κ. αναφορικά με το ζήτημα αυτό, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος είχε καλέσει και πριν τις 12:00 το Ε.Κ.Α.Β, δεν κρίνεται πειστική, αφού πέραν του ότι αναιρείται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν προέρχεται από άμεση αντίληψη του, αλλά απ' όσα του είπε ο ίδιος ο πρώτος ο κατηγορούμενος, δεδομένου ότι ο Δ. Κ. είχε αποχωρήσει από το χειρουργείο αμέσως μετά την αποσωλήνωση του ασθενούς περί ώρα 10:45 - 10:50 της 05.09.2005... Για τον ίδιο λόγο, δεν κρίνεται πειστική αναφορικά με το ίδιο ζήτημα και η κατάθεση της μάρτυρα Μ. Μ., αδελφής του πρώτου κατηγορουμένου, ότι το Ε.Κ.Α.Β. κλήθηκε για πρώτη φορά στις 11:00, αφού η ίδια δεν έχει άμεση αντίληψη περί τούτου, αλλά στηρίζει την κατάθεση της σε όσα της είπε ο αδελφός της πρώτος κατηγορούμενος και πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε και η κατάθεση αυτή καταρρίπτεται πλήρως από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα.... Σημειώνεται, πως τα ίδια περί του χρόνου κλήσεως του Ε.Κ.Α.Β. έγιναν δεκτά και με την 437/2011 απόφαση του (πολιτικού) Εφετείου Κρήτης, ότι δηλαδή πρώτη κλήση προς το E.K.A.B. από τον πρώτο κατηγορούμενο έλαβε χώρα μόλις στις 12:08. Η κινητή μονάδα του Ε.Κ.Α.Β. έφθασε στην Κλινική " Αγιος Γεώργιος" στις 12:18:55 ...Η κατάσταση της υγείας του ασθενούς είχε ήδη δραματικά επιδεινωθεί, αφού ήταν κυανωτικός, με πολύ χαμηλό κορεσμό του αρτηριακού αίματος (55%), ενώ οι φυσιολογικές τιμές είναι 98-100%, είχε 140-145 σφίξεις, αρτηριακή πίεση 105/55 mm/Hg, παρουσίαζε δε εικόνα οξέος πνευμονικού οιδήματος (διάσπαρτοι παχείς ολοεισπνευστικοί τρίζοντες ρόγχοι άμφω, έξοδος άφθονων αφρωδών ροδόχροων εκκρίσεων από τον τραχειοσωλήνα), για την αναστροφή του οποίου λήφθηκαν διάφορα μέτρα, χωρίς όμως ουσιαστική βελτίωση... Στη συνέχεια, και ενόσω συνεχίζονταν οι προσπάθειες σταθεροποίησης της κατάστασης του ασθενούς, αποφασίσθηκε από το σύνολο των παρευρισκομένων ιατρών (μεταξύ των οποίων και οι δύο κατηγορούμενοι), η επιβίβαση του ασθενούς στην κινητή μονάδα του Ε.Κ.Α.Β., η οποία και έγινε, με σκοπό τη διακομιδή του στη Μ.Ε.Θ. παίδων του ΠΑΓΝΗ. Τρία με πέντε λεπτά μετά την επιβίβαση και ενώ το ασθενοφόρο δεν είχε ακόμη ξεκινήσει, ο ασθενής υπέστη και πάλι - δεύτερη ανακοπή, η οποία αντιμετωπίσθηκε εντός της κινητής μονάδας επί τριάντα (30) περίπου λεπτά, με εξειδικευμένη καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, η οποία και συνεχίσθηκε, μετά την αναχώρηση του ασθενοφόρου από την Κλινική (περί ώρα 13:09:40), χωρίς διακοπή μέχρι την παράδοση του ασθενούς στη Μ.Ε.Θ. παίδων του προαναφερθέντος Νοσοκομείου, όπου αφίχθη περί ώρα 13:19. Στη μονάδα εντατικής θεραπείας παίδων του άνω Νοσοκομείου εισήχθη ο ασθενής στις 13:30 σε κατάσταση καρδιακής ανακοπής, με μυδρίαση άμφω, χωρίς αντίδραση στο φως, αγγειοκινητικές διαταραχές και υποστάσεις κάτω άκρων, με κεντρική κυάνωση, διασωληνωμένος, με άφθονη εκροή αιματηρών εκκρίσεων από τον τραχειοσωλήνα, με πλημμελή έως μηδενική είσοδο αέρα σε αμφότερους τους πνεύμονες και ασυστολία. Η αναζωογόνηση με ΚΑΡΠΑ και επαναληπτικές δόσεις αδρεναλίνης συνεχίσθηκαν επί δύο ώρες περίπου, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατόπιν τούτων αποφασίσθηκε στις 15:25 η διακοπή της ΚΑΡΠΑ και καταγράφηκε ο θάνατος του ανήλικου ασθενούς. Η νεκροψία - νεκροτομή που διενεργήθηκε... κατέδειξε οίδημα εγκεφάλου (υπεραιμία μαλακών μορίων κεφαλής, διογκωμένος εγκέφαλος με επιπέδωση των ελίκων και εξάλειψη των σχισμών στην επιφάνεια αυτού, διόγκωση των πόλων της παρεγκεφαλίδας μεταξύ των οποίων "στραγγαλίζεται" ο προμήκης μυελός) και πνευμονικό οίδημα (βαρείς και συμφορητικοί πνεύμονες σε διατομές των οποίων διακρίνεται εικόνα οιδήματος, ενώ στο βρογχικό δέντρο διακρίνεται υπεραιμία του βλεννογόνου αυτού) και καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι ο θάνατος του ασθενούς οφείλεται σε εγκεφαλική ανοξία από σύμβαμμα κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης αμυγδαλεκτομής, για την περαιτέρω διευκρίνηση του οποίου κρίθηκε απαραίτητη ειδική πραγματογνωμοσύνη από αναισθησιολόγο.... Ακολούθως διενεργήθηκε η προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη της καθηγήτριας αναισθησιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, που κατέληξε, κατ' αρχήν, στα συμπεράσματα που προαναφέρθηκαν και συνάδουν με όσα προπεριγραφέντα περιστατικά αποδείχθηκαν και έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, τα οποία και επιβεβαίωσε η ίδια πλέον απολύτως πειστικώς και με βεβαιότητα με τις καταθέσεις της τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο ανήλικος ασθενής υπέστη κατά τη διάρκεια της γενικής αναισθησίας για αμυγδαλεκτομή έντονη αντανακλαστική βραδυκαρδία λόγω των χειρουργικών χειρισμών στον αεραγωγό παρουσία ανεπαρκούς βάθους αναισθησίας, που οδήγησε σε καρδιακή ανακοπή (ασυστολία), η οποία ανατάχθηκε με αδρεναλίνη, ότι μετά την ανακοπή ο ασθενής δεν ανένηψε, ότι αιτία του κώματος (κλίμακα Γλασκώβης 7-8) θεωρείται η εγκεφαλική υποξία από πλημμελή εγκεφαλική αιμάτωση και οξυγόνωση, που δεν αντιμετωπίσθηκε με ενδοτραχειακή διασωλήνωση, οξυγόνωση και υποστήριξη της αναπνοής και της κυκλοφορίας, ενδεδειγμένη αγωγή για την υποχώρηση του εγκεφαλικού οιδήματος μετά την ανακοπή, ότι ο ασθενής υπέστη δεύτερη καρδιακή ανακοπή, ως αιτία της οποίας θεωρείται η καρδιακή ανεπάρκεια (οξύ πνευμονικό οίδημα) λόγω προοδευτικά επιδεινούμενης υποξαιμίας κατά την περίοδο της αποσωλήνωσης μετά την πρώτη ανακοπή και ότι η δεύτερη καρδιακή ανακοπή δεν κατέστη δυνατό να αναταχθεί παρά τις παρατεταμένες προσπάθειες αναζωογόνησης, γιατί η καρδιακή ασυστολία μετά από παρατεταμένη υποξυγοναιμία (μυοκαρδίου και εγκεφάλου) είναι πολύ ανθεκτική στις προσπάθειες αναζωογόνησης. Με βάση τα προπαρατεθέντα πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει, ότι οι κατηγορούμενοι υπό τις άνω ιδιότητες τους, από συντρέχουσα αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και επέφεραν το θάνατο άλλου, μη αποτρέποντας αυτόν, παρότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του. Συγκεκριμένα: Ο δεύτερος κατηγορούμενος.... Ο πρώτος κατηγορούμενος, στον ίδιο πιο πάνω τόπο και χρόνο, μολονότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τη θέση του ως ειδικευμένος ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος, σύμφωνα με το προπαρατεθέν άρθρο 24 του Ν. 1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος" και τη συνακόλουθη απορρέουσα από την παραπάνω διάταξη εγγυητική του θέση απέναντι στην ασφάλεια της ζωής του συγκεκριμένου ασθενούς (με κριτήριο την εγγύτητα της θέσης του προς ανάσχεση του αποτελέσματος του θανάτου αυτού κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της χειρουργικής επέμβασης αμυγδαλεκτομής που είχε αναλάβει να διενεργήσει κατόπιν σχετικής συμφωνίας με τους πολιτικώς ενάγοντες - γονείς του ανήλικου ασθενούς), από αμέλεια και δη, επειδή παρέλειψε να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ιατρού -ωτορινολαρυγγολόγου, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν διέγνωσε, ως όφειλε, τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε για την υγεία του ανήλικου ασθενούς, η καθυστέρηση διακομιδής του στη Μ.Ε.Θ. παίδων του ΠΑΓΝΗ, ενόψει και της επί μία και μισή ώρα περίπου παραμονής του αποσωληνωμένου, παρότι είχε προηγηθεί καρδιακή ανακοπή του ασθενούς, και δεν ειδοποίησε άμεσα και εγκαίρως το Ε.Κ.Α.Β., προκειμένου να παραλάβει αυτόν έγκαιρα από την κλινική και να τον μεταφέρει στη Μ.Ε.Θ. παίδων του ΠΑΓΝΗ, παρά έπραξε τούτο μόλις στις 12:08:03 της προαναφερθείσας ημέρας (05.09.2005), καθυστερώντας κατά τρόπο αδικαιολόγητο την αναγκαία για τη διάσωση του ασθενή διακομιδή του στη Μ.Ε.Θ. του ΠΑΓΝΗ, παράλειψη που είχε ως συνέπεια ο τελευταίος να υποστεί και δεύτερη καρδιακή ανακοπή και να αποβιώσει περί ώρα 15:25 της ίδιας ημέρας από υποξία εγκεφάλου. Η παραπάνω συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου, να παραλείψει να ειδοποιήσει το ΕΚΑΒ αμέσως μετά την οριστική διακοπή της χειρουργικής επέμβασης (λόγω της μεσολαβήσασας και αναταχθείσας καρδιακής ανακοπής που υπέστη κατά τη διάρκειά της ο ανήλικος ασθενής) και επί μακρό χρονικό διάστημα, παρότι μάλιστα ο ασθενής παρέμεινε αποσωληνωμένος για χρονικό διάστημα τουλάχιστον μίας και μισής ώρας περίπου, και να ειδοποιήσει τούτο μόλις στις 12:08:03 της 05.09.2006, συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς, με το οποίο τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια ....., καθόσον, εάν... ειδοποιούσε άμεσα το ΕΚΑΒ αμέσως μετά την οριστική διακοπή της χειρουργικής επέμβασης, όπως όφειλε να κάνει, ενόψει του ότι ο ανήλικος ασθενής είχε υποστεί καρδιακή ανακοπή, όπως καλώς γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσας από αυτόν, ως ιατρού ωτορινολαρυγγολόγου, χειρουργικής επεμβάσεως αμυγδαλεκτομής, ώστε να διακομισθεί ο ασθενής στη ΜΕΘ του ΠΑΓΝΗ και να ανανήψει με ασφάλεια, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα κοινώς παραδεδεγμένο ιατρικό κανόνα, που αποτελεί δίδαγμα της γενικής ιατρικής και οφείλουν να τον γνωρίζουν όλοι οι ιατροί, ανεξαρτήτως ειδικότητας, και επομένως και οι χειρουργοί-ωτορινολαρυγγολόγοι, όπως ο πρώτος κατηγορούμενος, τότε ο ανήλικος ασθενής θα είχε με βεβαιότητα διασωθεί, αφού θα αντιμετωπιζόταν έτσι ευχερώς ή εγκεφαλική υποξία (που είχε προκληθεί λόγω της ανακοπής που διήρκεσε επί 1,5 λεπτό της ώρας περίπου), δεν θα συνεχιζόταν αυτή (με την παραμονή επί μακρό διάστημα του ασθενούς αποσωληνωμένου) και δεν θα προκαλείτο οξύ πνευμονικό οίδημα, ούτε θα συνέβαινε η μοιραία δεύτερη καρδιακή ανακοπή (ασυστολία)... Το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή τη διάσωση του ασθενούς και την αποφυγή του θανάτου του, θα είχε με πολύ μεγάλη πιθανότητα, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας ακόμη και η κλήση προς το ΕΚΑΒ και η σχετική ειδοποίηση αυτού από τον πρώτο κατηγορούμενο, ακόμη και εάν αυτή γινόταν και μετά την αποσωλήνωση (περί ώρα 10:40 έως 10:45 της 05.09.2005) του ασθενούς από το δεύτερο κατηγορούμενο και πάντως εντός ενός ευλόγου χρόνου (ενόψει και των ενδείξεων που υπήρχαν για μη αφύπνιση του ασθενούς μετά την αποσωλήνωση, που έγιναν αντιληπτές και από τον πρώτο κατηγορούμενο και τον ενέβαλαν σε ανησυχία όπως ο ίδιος αναφέρει στην απολογία του) και όχι τόσο καθυστερημένα, όπως έγινε από τον πρώτο κατηγορούμενο μόλις στις 12:08:03 για πρώτη φορά. Το δε ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψαν οι κατηγορούμενοι, μπορούσαν να το προβλέψουν και να αποφύγουν λόγω των προσωπικών τους επιστημονικών γνώσεων, των ικανοτήτων τους, της πολύχρονης εμπειρίας τους, ο πρώτος ως ειδικευμένος ιατρός χειρουργός ωτορινολαρυγγολόγος ... Όμως, από έλλειψη της προσοχής, δεν έπραξαν αυτό. Τα ίδια κρίθηκαν αναφορικά με την αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων και με την 437/2011 απόφαση του πολιτικού Εφετείου Κρήτης. Όσα δε έγιναν δεκτά από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου Ηρακλείου..., που απάλλαξε τον πρώτο κατηγορούμενο από κάθε πειθαρχική ποινή δεχθέν ότι έκανε κάθε δυνατή ιατρική προσπάθεια για να αποφύγει την έλευση του μοιραίου, καταρρίπτονται πλήρως από τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ πρέπει να σημειωθεί, ότι το πειθαρχικό αυτό συμβούλιο ουδόλως ερεύνησε την πιο πάνω παράλειψη του πρώτου κατηγορουμένου να καλέσει άμεσα το ΕΚΑΒ για να διακομισθεί ο ασθενής στη ΜΕΘ του ΠΑΓΝΗ, παράλειψη που δεν συνδέεται με την ειδικότητα αυτού ως ωτορινολαρυγγολόγου, αλλά με την ιδιότητά του ως ιατρού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί δίδαγμα και κοινώς παραδεδεγμένο κανόνα της γενικής ιατρικής, ανεξάρτητα από ειδικότητες, ότι μετά από ανακοπή που υφίσταται ο ασθενής κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης, πρέπει αυτός (αφού αναταχθεί η ανακοπή και επανέλθει η κανονική καρδιακή λειτουργία, όπως έγινε εν προκειμένω) να μεταφερθεί το συντομότερο δυνατό σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ώστε να ανανήψει με ασφάλεια . Επομένως , οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ως άνω αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτουμένη, κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 β', 28 και 302 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο εξέθεσε στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, εντοπιζομένη στο ότι ως ειδικευμένος ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος, που είχε αναλάβει την διενέργεια χειρουργικής επεμβάσεως αμυγδαλεκτομής του ανήλικου ασθενούς, δεν διέγνωσε, ως όφειλε, τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε για την υγεία του ανήλικου ασθενούς, η μη έγκαιρη διακομιδή του στη Μ.Ε.Θ. παίδων του ΠΑΓΝΗ, ενόψει της εκδηλωθείσης κατά την διάρκεια της επεμβάσεως καρδιακής ανακοπής του ασθενούς που είχε ως συνέπεια και την διακοπή της επεμβάσεως, και η παραμονή αυτού αποσωληνωμένου στο χώρο ανανήψεως της κλινικής. Έτσι αυτός καθυστέρησε, κατά τρόπο αδικαιολόγητο να ειδοποιήσει εγκαίρως το Ε.Κ.Α.Β. για την άμεση διακομιδή του ανηλίκου στην Μ.Ε.Θ. του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου (ΠΑΓΝΗ), που ήταν απολύτως αναγκαία για την ασφαλή ανάνηψη και διάσωση του. Τούτο δε έπραξε μόλις την 12:08:03 ώρα της ιδίας ημέρας, δηλαδή με καθυστέρηση μιάς και ημίσειας ώρας περίπου, που είχε ως συνέπεια ο ανήλικος ασθενής να υποστεί και δεύτερη καρδιακή ανακοπή και να αποβιώσει περί ώρα 15:25 της ίδιας ημέρας από υποξία εγκεφάλου. Περαιτέρω δε το δίκασαν Εφετείο έκρινε ότι προαναφερομένη αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, να παραλείψει την άμεση ειδοποίηση του ΕΚΑΒ, συνδέεται αμέσως αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς, διότι, εάν ο τελευταίος είχε εγκαίρως διακομισθεί στη ΜΕΘ του ΠΑΓΝΗ θα είχε με βεβαιότητα διασωθεί, αφού θα αντιμετωπιζόταν έτσι ευχερώς η εγκεφαλική υποξία, λόγω της προηγηθείσης της ανακοπής, δεν θα συνεχιζόταν αυτή (με την παραμονή επί μακρό διάστημα του ασθενούς αποσωληνωμένου) και δεν θα προκαλείτο οξύ πνευμονικό οίδημα, ούτε θα συνέβαινε η μοιραία δεύτερη καρδιακή ανακοπή (ασυστολία). Το ίδιο δε αποτέλεσμα, δηλαδή τη διάσωση του ασθενούς θα είχε με πολύ μεγάλη πιθανότητα, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας ακόμη και αν η κλήση προς το ΕΚΑΒ είχε γίνει αμέσως μετά την αποσωλήνωση του ασθενούς από τον συγκατηγορούμενό του αναισθησιολόγο, ενόψει και των ενδείξεων που υπήρχαν για μη αφύπνιση του ασθενούς, οι οποίες έγιναν αντιληπτές και από τον αναιρεσείοντα και τον ενέβαλαν σε ανησυχία. Έτσι το Εφετείο με πειστικές σκέψεις αιτιολόγησε στην πληττομένη απόφαση του τον υφιστάμενο άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ με τις ρητές αναφορές στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων δεν προέβλεψε το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του, δέχεται σαφώς ότι συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλεια του τελευταίου. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Δ του Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ως προς την κρίση περί ενοχής του αναιρεσείοντος ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνακολούθως δε, η κρινομένη αίτηση που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-3-2013 (αριθμ.4/2013) αίτηση του Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1866/2012, 1 Α/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ