Αριθμός 1324/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. συζ. Α. Γ., το γένος Σ. Θ., κατοίκου ... και 2) Ι. συζ. Ε. Β., το γένος Σ. Θ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Σπυράτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-6-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη 18-6-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 27/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 25-6-2021 και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 12-2-2020 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αγωγής: "Πας αξιών δικαίωμα κυριότητας ή άλλο πλην της νομής εμπράγματον δικαίωμα επ` ακινήτου κατεχομένου υπό του Δημοσίου οφείλει πριν ή υποβάλλει σχετικήν αγωγήν εις το αρμόδιο δικαστήριο να κοινοποιήσει δια δικαστικού κλητήρος προς το Δημόσιον αίτησιν περιλαμβάνουσαν τας αξιώσεις του, ήτοι το δικαίωμά του, το είδος, την έκτασιν, την ακριβή θέσιν ένθα κείται και τα όρια του αξιουμένου ακινήτου, τους τίτλους επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμά του και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνσιν της κατοικίας των μαρτύρων, οίτινες δύναται να κατατέθωσιν υπέρ αυτού". Κατά δε την παράγραφο 4 ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου "Μόνον εξ μήνας μετά την επίδοσιν της ως άνω αιτήσεως ή εις την περίπτωσιν του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 11, μόνον μετά την λήξιν της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης κατά παράτασιν προθεσμίας, δύνανται οι εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου μνημονευόμενοι, αν δεν λάβουν ειδοποίησιν περί της αποδοχής των αξιώσεών των εν όλω ή εν μέρει, να εγείρωσι αγωγήν". Κατά το άρθρο 220 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 1 ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 21 Ν. 3994/2011, (ΦΕΚ Α 165/25.7.2011) "Αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα Ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφερείας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες". Από την ισχύ, από 6-5-2001, του κώδικα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων (ν.2882/2001) και κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 26 ν.2882/2001 "Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος", ενώ κατά την παράγραφο 11 ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 132 παρ.2 Ν.4070/2012, ΦΕΚ Α 82/10.4.2012 "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ` αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο Δημόσιο ... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ` αυτού, κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή, κατά τη γραμματική διατύπωση της οποίας, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ` αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία, χωρίς αυτή να συνδέεται με την αξίωση αναγνώρισης του αιτούντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης, προκύπτει, ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για τους ανωτέρω λόγους και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα. Επομένως, στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, (με την οποία τροποποίηση απαιτείται η τήρηση της από το άρθρο αυτό προβλεπομένης διαδικασίας ανεξαρτήτως κατοχής του επιδίκου από το Δημόσιο) προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αιτήσεως, που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 1 εδ. τελ. του ν. 1539/1938. Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω κύριου αντικειμένου της διεξαγόμενης κατά την τακτική διαδικασία δίκης, μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για το παραδεκτό της άνω αγωγής, η οποία έχει τον χαρακτήρα εμπράγματης αγωγής περί ακινήτου, απαιτείται και η κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγραφή αυτής στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων, άλλως είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ` αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 1067/2022, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 201/2017). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 3109/8-1-2007 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύθηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων με αριθ. 28/30-1- 2007) και μεταγράφηκε νομίμως στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αμαρίου, κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για λόγους Δημόσιας Ωφέλειας και ειδικότερα για την εκτέλεση του έργου "Οδικός Άξονας Ρέθυμνο - Απόστολοι - Μάνδρες" 7° υποέργο "Οδικό Τμήμα Φράγμα Ποταμών - Παντάνασσα", έκταση συνολικού εμβαδού 219.266 τ.μ., που βρίσκεται στον Δήμο ….. νομού Ρέθυμνου. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από Ιανουάριο 2006 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που έχουν συντάξει οι Κ.. Κ., X.. Χ., Τ.. Τ., Σ.. Α. και Γ.. Μ. και έχει εγκρίνει ο Δ/ντής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρέθυμνου …στις 19-4-2006 με την υπ' αριθ. 1582/19-4-2006 εγκριτική Απόφασή του. Η εν λόγω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες τόσο του ίδιου, όσο και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών. Ακολούθως, ύστερα από σχετικές αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και των λοιπών ενδιαφερομένων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 62/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 64/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που κατέστη αμετάκλητη, με τις οποίες καθορίστηκε προσωρινά και οριστικά αντίστοιχα η τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι τα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ... Με την υπ' αριθ. καταθ. ΜΕΙ.143/2011 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου η Μ. Ζ. (αδελφή των αναιρεσειουσών) από κοινού με άλλους ομοδίκους της αιτήθηκε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως που αντιστοιχούσε στα ως άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 121/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία απείχε να αποφανθεί επί του αιτήματος των αιτούντων (πλην των έξι εξ αυτών) αναγνώρισης αυτών ως δικαιούχων της αποζημίωσης και διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας ήτοι για την εκτέλεση του έργου "Οδικός Άξονας Ρέθυμνο - Απόστολοι - Μάνδρες" και συγκεκριμένα για το 7° υπο έργο αυτού "Οδικό Τμήμα Φράγμα Ποταμών - Παντάνασσα" στον Δήμο Συβρίτου του νομού Ρεθύμνου. Κατόπιν τούτου, οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 5-10-2016 αγωγή τους, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί των με αριθμού κτηματολογικού πίνακα ... ακινήτων (για τα οποία είχε αιτηθεί η αδελφή τους Μ. Ζ. να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως). Με την υπ' αριθ. 153/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου απορρίφθηκε η αγωγή τους ως μη νόμιμη κατά το αίτημα που αφορά την αναγνωριστική της κυριότητάς τους αγωγή, διότι μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως η σχετική αξίωσή τους τρέπεται σε ενοχική, ήτοι δικαιούνται μόνο να αξιώσουν την αναλογούσα στα ακίνητα αποζημίωση. Μετά ταύτα άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης την από 22-10-2018 έφεσή τους, το οποίο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτήν, απέρριψε δε την αγωγή ως απαράδεκτη , επειδή δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από άρθρο 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 προδικασία. Συγκεκριμένα από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, τα εξής: "Η κρινόμενη αγωγή, ασκηθείσα κατόπιν εκδόσεως της υπ' αρ. 121/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (ορθό Ρεθύμνου), που απείχε από την έκδοση απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης για τα επίδικα ακίνητα, ως προς το αίτημα της για την αναγνώριση της κυριότητας των εναγόντων επί των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (με την εν συνεχεία αναγνώριση τους ως δικαιούχων της σχετικής αποζημίωσης), κρίνεται συμφώνως με τα ως άνω ήδη εκτεθέντα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938, πλέον της αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, υφιστάμενης διάστασης μεταξύ ιστορικού και αιτητικού, σχετικώς με τα ακίνητα επί των οποίων το δικαίωμα των εναγουσών - ως προς δε το αίτημά της καταβολής της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, η αγωγή κρίνεται, ομοίως απορριπτέα, ως μη νόμιμη, καθόσον όπως οι ίδιες οι ενάγουσες εξάλλου εκθέτουν - η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, έναντι του οποίου μπορούν να στραφούν, κατά τα ως άνω εκτεθέντα (βλ. ΟλΑΠ 5/2007). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επομένως, εφόσον το παρόν Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου το παραδεκτό και νόμιμο της αγωγής (άρθ. 522, 524§1, 525§ 1, 536 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθ. 535§1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το αίτημα αναγνώρισης κυριότητας των εναγόντων, και ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα καταβολής της αποζημίωσης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο νομίμως κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1539/1938, η οποία ήταν στην προκειμένη περίπτωση υποχρεωτική, ενόψει του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κύριο αντικείμενο στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους παραπάνω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση δικαιούχων αποζημίωσης, που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, μετά από σχετική αγωγή του ενδιαφερομένου, είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που κρίνονται σ` αυτήν τη δίκη και όχι η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες, ότι εσφαλμένα το δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, μολονότι δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938 προδικασία και δεν είχε εγγραφεί αυτή στα βιβλία διεκδικήσεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά την τακτική διαδικασία, μετά την αποχή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου να αναγνωρίσει την αιτούσα Μ. Ζ. κατ` άρθρο 26 του ν. 2882/2001, δικαιούχο της αποζημίωσης που καθορίστηκε για την αναγκαστική απαλλοτρίωση των επιδίκων ακινήτων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αυτά για τα οποία οι αναιρεσείουσες αιτήθηκαν με την αγωγή τους να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητας τους επ' αυτών). Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, απαραδέκτως δε προβάλλονται οι λοιποί λόγοι της αναίρεσης, καθόσον η προσβαλλομένη δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης . Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους, μειωμένα όμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 189 παρ. 1 ΚΠολΔ, 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της υπ` αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 40/2012, ΑΠ 479/2012), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής απόφασης ορίζεται ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-6-2021 αίτηση των 1) Δ. Γ. και 2) Ι. Β. για αναίρεση της υπ` αριθ. 27/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ