Αριθμός 1618/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 11η Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδωρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2021 αίτηση και τον από 18-11-2022 πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της 268/2020 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 8.3.2017 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του περιγραφόμενου κατά θέση, ιδιότητα, έκταση και όρια ακινήτου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., νομικής φύσης "Δημόσια Γαία" και φέρεται εγγεγραμμένο κατά τη θεμελιώδη εγγραφή του στο Κτηματολόγιο Ρόδου στο όνομα της Κυβέρνησης των Νήσων του Αιγαίου, δυνάμει της …/17.2.1928 πράξης του Κτηματολογικού Δικαστή, το οποίο ακολούθως περιήλθε στον Οργανισμό Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο με το ν. 2100/1952 και τελικά αυτοδικαίως δυνάμει του άρθρου 2 του ν.δ. 195/1975 στην κυριότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Ότι καίτοι έτσι είχαν οι κτηματολογικές εγγραφές, το άνω ακίνητο νεμόταν και κατείχε πριν από το έτος 1927, ήτοι πριν την κατάρτιση του Κτηματολογίου Ρόδου ο παππούς της, Μ. Κ. του Δ., ενεργώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του, λεπτομερώς αναφερόμενες πράξεις νομής μέχρι το έτος 1938, οπότε το δώρισε άτυπα στον υιό του και πατέρα της ενάγουσας, Γ. Κ. του Μ., παρέλειψε όμως να αποκτήσει δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου τίτλο κτήσης και έτσι το συγκεκριμένο ακίνητο, συμπεριλαμβανόμενο σε μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο εγγράφηκε στο όνομα του Ιταλικού Δημοσίου. Ότι από το έτος 1938 που περιήλθε το ως άνω ακίνητο στη νομή και κατοχή του πατέρα της, ο ίδιος εξακολούθησε να ενεργεί πράξεις νομής επί αυτού επί δεκαετία συμπληρωμένη μέχρι 10.1.1949, οπότε τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938, και το έτος 1980 μεταβίβασε με άτυπη δωρεά τη νομή και κατοχή του στην ενάγουσα. Επικαλούμενη δε η ενάγουσα ότι έκτοτε από το έτος 1980 η ίδια κατέχει και νέμεται το επίδικο ακίνητο, συνεχώς και αδιαλείπτως καλόπιστα και δημόσια, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής με συνέπεια να συμπληρωθεί στο πρόσωπο της ο νόμιμος χρόνος για την κτήση της πλήρους κυριότητας επί αυτού ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι σύμφωνα με τη διάταξη 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού (άρθρο 2 παρ. 1 και 8 του Ν. 510/1947 με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ ο Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου συντρέχει στο πρόσωπο της αποκλειστικά νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για τη κτήση κυριότητας με χρησικτησία επί του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 12.614 τ.μ., β) επικουρικά δε να αναγνωρισθεί ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 του ως άνω Κτηματολογικού Κανονισμού Ρόδου, είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου της ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) για την απόκτηση της ωφέλιμης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς και να αναγνωριστεί ότι ο χρόνος αυτός της κτητικής παραγραφής του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο της ως ειδικής διαδόχου του δικαιοπαρόχου της, από το έτος 1980 και μετέπειτα, προκειμένου να μεταγραφεί το επίδικο ακίνητο εξ ολοκλήρου στο όνομά της στα οικεία κτηματολογικά βιβλία. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την 145/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της και ειδικότερα, την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και την επικουρική ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από την ήδη αναιρεσείουσα και επί αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 268/2020 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η από 21.7.2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) και να συνεκδικασθεί με τους από 18.11.2022 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, καθώς το δικόγραφο τους κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό κατάθεσης 155/2022 και σύμφωνα με την 2.306/1.12.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ά. Ν. Π. επιδόθηκε στις 1.12.2022 στο αναιρεσίβλητο ήτοι εντός προθεσμίας τριάντα τουλάχιστον ημερών πριν από την ορισθείσα δικάσιμο της 11.1.2023, για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχείο α ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30.12.1947) εισήχθηκαν στα Δωδεκάνησα ο Αστικός Κώδικας, ο Εισαγωγικός αυτού Νόμος και το ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου". Με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ ορίζεται ότι η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ του 1865 στα Δωδεκάνησα, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το άρθρο 7 του με αριθμό 200/1931 Διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη η ακίνητη περιουσία στα Δωδεκάνησα ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο. Με το άρθρο 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε (α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ) στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ), γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό, δ)γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων των κατοίκων ενός μόνο χωριού, οι οποίες είναι δημόσιες, και ε)νεκρές γαίες οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες. Στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες, τα δάση. Οι ως άνω εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσεως, οπότε εκδιδόταν σχετικός τίτλος (ταπίο). Με την παραχώρηση, όμως, αυτή οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας εκτάσεως, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), το δε δικαίωμα ψιλής κυριότητας διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο. Ανεξαρτήτως, όμως, της πιο πάνω παραχωρήσεως ειδικά επί καλλιεργησίμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 78 του ως άνω νόμου περί γαιών σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων ταπίων και χωρίς να απαιτείται η έκδοση τίτλου (ταπίου) στο όνομα του σφετεριστή, η έκδοση του οποίου άλλωστε ήταν αποδεικτική και όχι συστατική του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως. Προϋπόθεση, όμως, για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132/29 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30.12.47 ισχύοντος νόμου 510/47, διατηρείται κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες: α) δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ, μιρί κ.λπ.), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) και γ) βακουφιών, όπως είχε κατά το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο. Ως δημόσια κτήματα (γαίαι) της κατηγορίας "εραζί εμιριέ" θεωρούνται οι γαίες που είχαν παραχωρηθεί κάποτε σε ιδιώτες με παραχωρητήρια (ταπία) μόνο για την ωφέλιμη κυριότητα "τεσσαρούφ", καθώς και εκείνες οι οποίες λόγω ελλείψεως τίτλου, θέλουν αναγνωρισθεί και ταξινομηθεί από τα όργανα του Κτηματολογίου κατά την ενέργεια της βεβαιώσεως, στην ανωτέρω κατηγορία, οπότε η καταγραφή αυτή, μετά την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 37 και 39, καθίσταται αμετάκλητη (άρθ. 61 εδ. β'). Κατά δε το άρθρο 63 παρ. 5 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού δεν συγχωρείται εις βάρος των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες "μιρί" ή "εραζί-εμιριέ". Από το τελευταίο αυτό άρθρο συνδυαζόμενο και προς το άρθ. 4 εδάφ. στ' με το οποίο, προβλέπεται η από της ισχύος του Κανονισμού παραχώρηση της ωφέλιμης κυριότητας των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων μόνο με πράξη του Κυβερνήτη, σαφώς συνάγεται, ότι επιτρέπεται πλέον μόνο η παραγραφή (κτητική) του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) των δημοσίων κτημάτων και μάλιστα οπωσδήποτε αυτών που έχουν παραχωρηθεί, ενώ αντιθέτως δεν συγχωρείται η παραγραφή του δικαιώματος ψιλής κυριότητας των ίδιων κτημάτων. Με το άρθρο όμως 65 του ίδιου Κτηματολογικού κανονισμού ορίσθηκε ότι τα δημόσια κτήματα οποτεδήποτε και αν αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια, ακόμη και αν η παραχώρηση τους σε ιδιώτες έγινε μετά την ιταλική κατάληψη των νήσων του Αιγαίου (1912), εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε κατά τον χρόνο της κατάληψης, εφόσον συμβιβάζονται προς τις παρούσες κτηματολογικές διατάξεις. Επομένως ισχύει για τα ανωτέρω κτήματα και το άρθρο 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών, με το οποίο αναγνωρίζεται δικαίωμα ανάλογο προς την χρησικτησία, κατ' εξαίρεση των διατάξεων του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν τον θεσμό της χρησικτησίας, ως κτητική παραγραφή, και μάλιστα με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο που αποκτάται με έκδοση τίτλου και παραχώρηση από το Δημόσιο (τεσσαρούφ), αφού η ανωτέρω διάταξη ορίζει ότι εκείνος ο οποίος έχει εξουσιάσει και καλλιεργήσει για 10 συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ) όχι όμως βακουφικές, αποκτά επ' αυτών δικαίωμα διηνεκούς εγκαταστάσεως, νομιμοποιούμενος στην δημιουργηθείσα και υφιστάμενη πραγματική κατάσταση (δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας). Έτσι και μετά την ισχύ του Κτηματολογικού Κανονισμού στην Δωδεκάνησο είναι κατά νόμο δυνατή η απόκτηση δικαιώματος "τεσσαρούφ" επί δημοσίου κτήματος όχι μόνο με παραχώρηση από το Κράτος (τον Κυβερνήτη ), αλλά και με δεκαετή εξουσίαση του, και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο, στη δεύτερη περίπτωση, να έχει αυτό παραχωρηθεί προηγουμένως σε ιδιώτη και να έχει καταγραφεί η σχετική πράξη στο κτηματολόγιο. (Α.Π. 1584/2021, Α.Π. 399/2018, Α.Π. 2015/2014).. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η ανωτέρω δεκαετής διαρκής εξουσίαση της κυριότητος επί δημοσίας γης (τεσσαρούφ) ισχύει και κατά του Δημοσίου, εφόσον αυτή έχει συμπληρωθεί μέχρι την 10.1.1949, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του α.ν. 1539/1938 και για την περιοχή της Δωδεκανήσου, σύμφωνα με το β.Δ/γμα της 31.12.48/10.1.1949, διότι έκτοτε τα δημόσια κτήματα ήσαν ανεπίδεκτα νομής χρησικτησίας (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 α.ν. 1539/1938. Το δικαίωμα δε αυτό διηνεκούς εξουσίασης μετατράπηκε σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας με βάση τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2100/1952. (Α.Π. 1584/2021, Α.Π. 399/2018, Α.Π. 458/2016). Επιπροσθέτως, υπό την ισχύ τόσο του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, όσο και του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, για την έγκυρη μεταβίβαση από επαχθή ή χαριστική αιτία των προαναφερομένων δημοσίων γαιών (εραζί μιριγιέ) απαιτείται αντίστοιχα η τήρηση ορισμένων διατυπώσεων. Ειδικότερα, το άρθρο 36 του Ν. περί γαιών ορίζει ότι "ο κάτοχος των δια ταπίου κατεχομένων γαιών δύναται να παραχωρήσει αυτάς εις ον τίνα θελήσει τη άδεια του αρμοδίου υπαλλήλου, είτε δωρεάν, είτε αντί γνωστού τιμήματος. Άκυρος είναι πάσα παραχώρησις δημοσίων γαιών, άνευ της αδείας και συμπράξεως του ειδικού υπαλλήλου", επί πλέον δε σύμφωνα με το άρθρο 67 του ανωτέρω Κτηματολογικού Κανονισμού "Δια την μεταβίβασιν λόγω επαχθούς ή χαριστικής αιτίας των εν παραχωρήσει δημοσίων γαιών απαιτείται συν τη προηγουμένη αδεία του Κυβερνήσου και έγγραφον αυθεντικόν ή αυθεντικοποιημένον έγκυρον και ισχυρόν. Εάν εν των προαπαιτούμενων στοιχείων ελλείπει είναι άκυρος οιαδήποτε μεταβίβασις...". Υπό τα δεδομένα αυτά για την έγκυρη μεταβίβαση από επαχθή ή χαριστική αιτία των ως άνω δημοσίων γαιών (εραζί μιριγιέ) απαιτείται τόσο η προηγούμενη άδεια του Ιταλού Κυβερνήτη όσο και η ύπαρξη έγκυρης και ισχυρής εγγραφής, επίσημης ή επικυρωμένης πράξεως. Κατά συνέπεια, το πιο πάνω δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας είναι συνδυασμένο με το πρόσωπο εκείνου που το απέκτησε και δεν μεταβιβάζεται με ειδική διαδοχή παρά μόνο με τις διατυπώσεις του ως άνω άρθρου 67 του κτηματολογικού κανονισμού, δηλαδή αν συντάχθηκε έγγραφη πράξη επίσημη ή επικυρωμένη, έγκυρη και ισχυρή, διαφορετικά οποιαδήποτε μεταβίβαση είναι άκυρη και μόνο κληρονομική διαδοχή σ' αυτό μπορεί να νοηθεί. (Α.Π. 2015/2014, Α.Π. 1209/2014). Τέλος, ο νόμος 2100/1952 "περί συστάσεως οργανισμού ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω κλπ." με το άρθρο 9 παρ.1, 2 του οποίου ορίζεται ότι επί των ακινήτων της κατηγορίας δημοσίων γαιών ("εραζί-εμιριέ"), επί των οποίων υπάρχει δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) αποσβέννυται οποιοδήποτε δικαίωμα του Δημοσίου και οι έχοντες δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτούν αυτοδικαίως, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα επ' αυτών, έχει εφαρμογή ειδικώς για τα κτήματα των περιφερειών των κτηματολογίων Ρόδου και Κω, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ανωτέρω δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτήθηκε πριν από την έναρξη της καταρτίσεως του Κτηματολογίου και διατηρήθηκε τούτο εξακολουθητικώς μέχρι τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου (26.4.1952), με την έννοια ότι φέρεται καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο στο όνομα κάποιου εξουσιαστή (παραχωρησιούχου). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επίσης, η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 268/2018). Αμφότεροι οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση' του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019 ). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 268/2020 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, προκύπτει ότι μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατά το ενδιαφέρον στην παρούσα περίπτωση μέρος, έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής: "... Στη Κτηματική Περιφέρεια ... και στην τοποθεσία "..." κείται ένας αγρός, συνολικής αρχικής έκτασης 48.580 τ.μ. και κατόπιν αποσπάσεων τμημάτων 40.790 τ/μ., με στοιχεία τόμος …, Φύλλο …, Μερίδα … Γαιών Ασγούρου και Φάκελος … του Κτηματολογίου Ρόδου, νομικής φύσης "Δημόσια Γαία"... Το ακίνητο αυτό είναι εγγεγραμμένο εξ ολοκλήρου κατά την αρχική (θεμελιώδη) καταγραφή του στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, στο όνομα της Κυβέρνησης των Νήσων του Αιγαίου, δυνάμει της υπ'αριθμ. …/17-02-1928 Διάταξης του Κτηματολογικού Δικαστή. Με το από 7 Οκτωβρίου 1960 Πρωτόκολλο Παραδόσεως και Παραλαβής που εκδόθηκε κατόπιν της υπ'αριθμ. 31498/21-09- 1960 αποφάσεως του Νομάρχη Δωδεκανήσου, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχωρισθείσας πράξης 5453/05-11-1971) το ακίνητο περιήλθε στον Οργανισμό Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο και μετά την κατάργηση του τελευταίου περιήλθε αυτοδικαίως χωρίς καμία άλλη διατύπωση, δυνάμει του άρθρου 2 του Ν.Δ. 195/1975(ΦΕΚ 267 τεύχος Α' 1973) στην κυριότητα του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, αριθμός καταχωρισθείσας πράξης 3321/31-05-1974). Η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι τμήμα του ακινήτου αρχικής έκτασης 13.255 τ.μ. και βάσει συντεταγμένων 12.614 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται με τα στοιχεία γωνιών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή από Ιούνιος 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου, …, το νεμόταν και το κατείχε πριν από το έτος 1927, ήτοι πριν την κατάρτιση του Κτηματολογίου Ρόδου και μέχρι το έτος 1938 ο παππούς της Μ. Κ. του Δ. ασκώντας σε αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής ήτοι το καλλιεργούσε με φακές και σιτηρά, φύτεψε 2-3 ελαιόδενδρα και κατασκεύασε δύο ασβεστοκάμινο για την παραγωγή ασβέστη. Ότι ο πατέρας της από το έτος 1938 οπότε και ανέλαβε την νομή του ακινήτου από τον δικό του πατέρα εξακολούθησε να ασκεί τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, ήτοι να το καλλιεργεί με φακές και σιτηρά, και να διατηρεί τα ασβεστοκάμινο για την παραγωγή ασβέστη, πωλώντας τόσο την παραγωγή του από τις προαναφερόμενες καλλιέργειες, όσο και τον ασβέστη για την συντήρηση της οικογενείας του, φυτεύοντας εντός αυτού λοιπά δένδρα ελαιόδενδρα και οπωροφόρα έως το έτος 1980 οπότε το δώρισε άτυπα στην ίδια. Προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών η εκκαλούσα προσκομίζει πέντε καταθέσεις ενόρκων βεβαιώσεων...". Ακολούθως το Εφετείο αναφέρεται στις με αριθμούς 31666/2010, 31667/2010, 31668/2010, 36738/2019 και 36739/2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, Α. Β. του Φ., Δ. Μ. του Ν., Α. Ι. του Δ., Χ. Γ. του Δ. και Φ. Ζ. του Τ. αντίστοιχα, μετά δε την εκτενή μνεία του περιεχομένου των καταθέσεών τους διαλαμβάνει στις παραδοχές του τα εξής: ".... Από τους παραπάνω οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος που καταθέτουν ως χρόνο γνώσης του επιδίκου το έτος 1940, 1945 και 1957 αντίστοιχα, ο πέμπτος γεννηθείς το 1927 καταθέτει ότι θυμάται από παιδί χωρίς να αναφέρεται σε χρόνο, ουδείς επιβεβαιώνει τον αγωγικό ισχυρισμό καλλιέργειας της δημόσιας γαίας από το 1938. Ακόμη και ο τρίτος μάρτυρας που αναφέρεται σε ανάληψη της νομής του επιδίκου από τον πατέρα της εκκαλούσας κατά το έτος 1938 δεν αναφέρεται ρητά σε πράξεις καλλιέργειας της δημόσιας γης από το έτος 1938. Όσον αφορά το ζήτημα της καλλιέργειας του επιδίκου από τον πατέρα της εκκαλούσας από το έτος 1938, ο αγωγικός ισχυρισμός αντικρούεται και από τα κατωτέρω στοιχεία: Με αίτησή του στις 10-09-1949 ο πατέρας της εκκαλούσας Γ. Κ. του Μ., είχε ζητήσει από την Αγροτράπεζα, μακροπρόθεσμο δάνειο, ύψους 2.000.000 δραχμών, για την κατασκευή δεξαμενής και την επισκευή μιας υδραντλίας για τον επίδικο αγρό. Συνεπώς από το σκοπό του δανείου συνάγεται ότι το επίδικο στις 10-09-1949 δεν είχε εντός του επαρκείς υποδομές νερού ώστε να υποστηριζόταν τυχόν καλλιέργειά του. Στην ίδια αίτηση δήλωσε ότι εντός του αγρού υπήρχαν 40 ελαιόδενδρα καθώς και καλλιέργειες βρώμης και κριθαριού. Με τον υπ'αρ. πρωτ. 15205 12051ΑΒΠ 81/1953 Προσωρινό Τίτλο Παραχωρούμενης Δημόσιας Δασικής Εκτάσεως ο πατέρας της εκκαλούσας απέκτησε προσωρινό παραχωρητήριο για δενδροκομική καλλιέργεια με καταβολή αντιτίμου ύψους 132.500 δρχ. Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι το πρώτον το έτος 1953 του παραχωρήθηκε η κατοχή του δημοσίου κτήματος για δενδροκομική καλλιέργεια έναντι τιμήματος. Επομένως δεν επιβεβαιώνεται ότι σε χρόνο προγενέστερο είχε φυσική εξουσίαση και καλλιέργεια χωρίς αμφισβήτηση από τον αληθή δικαιούχο. Ακολούθως πραγματοποιήθηκε αυτοψία στο επίδικο και συντάχθηκε η από 4-03-1969 έκθεση αυτοψίας του διενεργήσαντα αυτήν δασολόγου Κ. Ν., στην διαπιστώνεται ότι εις ον παραχωρήθηκε δεν είχε καλλιεργήσει σύμφωνα με τους όρους του προσωρινού παραχωρητηρίου το όλο ακίνητο καθώς και ότι το μεγαλύτερο τμήμα του ακινήτου που παραχωρήθηκε λόγω της μορφής και της σύστασης του εδάφους είναι ακατάλληλο προς μόνιμη γεωργοδεντροκομική καλλιέργεια. Για τον λόγο αυτόν, το έτος 1972 ο πατέρας της εκκαλούσας με την υπ' αρ. πρωτ. 2439/70/1972 απόφαση κήρυξη έκπτωτου του παραχωρησιούχου κηρύχτηκε έκπτωτος και στις 23-03-1972 του κοινοποιήθηκε το από 28-0201972 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής. Να σημειωθεί ότι δεν προκύπτει ότι ο πατέρας της εκκαλούσας άσκησε κάποιο ένδικο βοήθημα κατά της αποβολής αυτής. Οι διαπιστώσεις αυτές δεν επιβεβαιώνουν ούτε τον ισχυρισμό ότι τουλάχιστον τον Οκτώβρη του 1949 υπήρχαν στο επίδικο τα 40 δένδρα που δηλώθηκαν από τον παραχωρησιούχο κατά την αίτηση λήψεως του αναφερόμενου δανείου, αφού δεν διαπιστώθηκε μεταγενέστερα η ύπαρξή τους στην αυτοψία αλλά και ούτε εξηγείται από την εκκαλούσα ο λόγος για τον οποίο δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξή τους στην ίδια αυτοψία. Ακολούθησε η υποβολή από την εκκαλούσα των από 07-04-1993 και με αριθμ. πρωτ. 5760/5-11-1992 και από 07-04-1993 και με αριθμ. πρωτ. 1827/8-04- 1993 αιτήσεων απευθυνόμενων προς τη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου με τις οποίες ζητούσε φωτοαντίγραφα του φακέλου της άνω παραχώρησης και τη διενέργεια αυτοψίας ώστε να της δοθούν πληροφορίες αναφορικά με τη φύση και την υφιστάμενη κατάσταση του ακινήτου προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την εκ νέου παραχώρηση σε αυτήν προς καλλιέργεια. Επ' αυτών η άνω υπηρεσία απάντησε με το με αριθμ. πρωτ. 1827/27-10-1993 έγγραφο της όπου αναγράφεται το έως τότε ιστορικό της παραχώρησης και της ανάκλησης αυτής με τη σημείωση ότι μετά την αποβολή του πατρός της απαγορεύεται η επανακαλλιέργεια καθώς και κάθε άλλη πράξη πάνω σε αυτήν την έκταση που να μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα κατοχής. Στη συνέχεια η εκκαλούσα με την με αριθμό 5656/22-11-2005 αίτηση της προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Ροδίων ζήτησε την εξαγορά του δημόσιου ακινήτου. Επ' αυτής η Διεύθυνση Πολεοδομίας με το με αριθμό 556/05/29- 12-2005 έγγραφο της απέρριψε την αίτηση αναφέροντας σε αυτό ότι κατόπιν διενέργειας αυτοψίας εκ μέρους των υπαλλήλων της διαπιστώθηκε ότι το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης είναι δασικό ενώ στο υπόλοιπο εν δυνάμει καλλιεργήσιμο τμήμα δεν υφίστανται σημαντικές καλλιέργειες. Σημειώνεται δε ότι το ακίνητο γειτνιάζει με δημόσιες χρήσεις, μουσικό σχολείο και στρατιωτικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στην περιοχή. Ακολούθησε νέα αυτοψία που πραγματοποιήθηκε στις 22-01-2007σε εκτέλεση εντολής του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι η εκκαλούσα προέβη με τον αδελφό της στην αυθαίρετη κατάληψη τμήματος του δημοσίου ακινήτου και στην παρέμβαση επ' αυτού ως εξής: ανέγερση κατά μήκος του τμήματος του ανατολικού ορίου της KM 260 περίφραξης με πασσάλους και συρματόπλεγμα. Στη συνταχθείσα δε από 5-11-2007 έκθεση ελέγχου διαπιστώνεται ότι πέραν ελαχίστων παλιών ελαιοδέντρων και μέχρι να παρέμβει επ' αυτού η εκκαλούσα, το ακίνητο παρέμενε ακαλλιέργητο και χέρσο. Ότι έκτοτε και έως τον ενδέκατο του 2007 η εκκαλούσα προέβη σε ισοπέδωση τμημάτων και φύτεμα μικρών ελαιοδέντρων και ξινόδεντρων και μόλις στις 4-11-2007 προέβη σε άρωση του ακινήτου, γεγονός που διαπίστωσε ο προϊστάμενος της υπηρεσίας. Αυτοψία διενεργήθηκε και στις 22-05-2008 όπου και πάλι διαπιστώθηκε η αυθαίρετη κατάληψη με τον απώτατο χρόνο έναρξής της να ορίζεται στις 1-07-2206. Μετά τούτων εκδόθηκαν το με αριθμ. 16/2008 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής καθώς και το με αριθμ. 9/2008 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης ποσού 46.852.08 ευρώ για την αυθαίρετη χρήση του χώρου από 01-07-2006 έως 30-04-2008. Κατά αυτών η εκκαλούσα άσκησε ανακοπές. Επί της ασκηθείσας κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης ανακοπή εκδόθηκε η με αριθμό 109/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου η οποία απέρριψε την ανακοπή και κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 127/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Περαιτέρω εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 30589/25-04-2016 πράξη της Διευθύντριας Δασών Δωδεκανήσου κατ'εφαρμογήν του άρθρου 5 παρ. 3 "εννοιολογικός προσδιορισμός των χορτολιβαδικών και βραχωδών εκτάσεων του ΠΔ 32/2016 "Επιστημονικά κριτήρια υπαγωγής εκτάσεων σε διατάξεις άρθρ. 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας δασών " εν όψει του νέου νομοθετικού καθεστώτος, η οποία χαρακτήρισε μεν το επίδικο ακίνητο μη δασικού χαρακτήρα διότι δεν ευρίσκεται επί ορεινού - ημιορεινού εδάφους, διαπίστωσε όμως ότι η έκταση από τα έτη 1960 και διαχρονικά 1980, 1990 μέχρι και το έτος 1998 καλύπτονταν από άγρια βλάστηση αποτελούμενη κυρίως από φρύγανα σε ποσοστό άνω του 80% και ότι κατά τα έτη 2007-2009 και μεταγενέστερα παρατηρείται στο ανατολικό μέρος της έκτασης περίπου 2, 7 στρέμματα να παρουσιάζει σημεία γεωργικής δραστηριότητας ενώ το υπόλοιπο της έκτασης είναι ακαλλιέργητο και καλύπτεται από χέρσο έδαφος και αραιά ποώδη βλάστηση σε ποσοστό 3%-5% και το υπόλοιπο μικρά διάκενα. Εξαιτίας όλων των προαναφερόμενων ενεργειών του ελληνικού δημοσίου κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας νεμόταν και κατείχε το επίδικο χωρίς ποτέ να αναγνωρίσει κανέναν άλλο ως κύριο του επιδίκου τμήματος. Να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα παρέλειψε να επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τόσο την έκθεση φωτοερμηνείας του 2010 όσο και φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζονται τα δέντρα επί του επιδίκου, προφανώς λόγω του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε διαπιστώσει αφενός ότι στην φωτοερμηνεία φωτογραφιών του 1960 δεν εντοπίσθηκαν ίχνη της επικαλούμενης με την αγωγή καλλιέργειας αλλά και τα επικαλούμενα στην αγωγή δέντρα αφετέρου προέβη στην κρίση ότι τα οπωροφόρα δένδρα που παρίστανται στις φωτογραφίες είναι με αρκετά λεπτούς κορμούς και χωρίς ιδιαίτερο ύψος και έκταση, ούτε εμφαίνονται εξάλλου καλλιέργειες αμπέλων ή σιτηρών ή ίχνη οργώματος, άρα φυτεύτηκαν πρόσφατα..." Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε: α) ότι το επίδικο ακίνητο (αγρός) εμβαδού, βάσει συντεταγμένων, 12.614 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., στην τοποθεσία "..." και αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού, κατόπιν αποσπάσεως τμημάτων του, 40.790 τ.μ., νομικής φύσεως "Δημόσια Γαία", είναι εγγεγραμμένο εξ ολοκλήρου κατά την αρχική (θεμελιώδη) καταγραφή του στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου στο όνομα της Κυβέρνησης των Νήσων του Αιγαίου, περιελθόν μετέπειτα στον Οργανισμό Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο και μετά την κατάργηση του τελευταίου αυτοδικαίως, δυνάμει του άρθρου 2 του Ν.Δ. 195/1975 στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και γειτνιάζει με δημόσιες χρήσεις, όπως μουσικό σχολείο και στρατιωτικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στην περιοχή, β) ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, πατέρας της, Γ. Κ. του Μ., δεν καλλιέργησε το επίδικο δημόσιο κτήμα από το έτος 1938 επί δεκαετία μέχρι 10.1.1949, οπότε τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938, ώστε να αποκτήσει κυριότητα επί αυτού με ωφέλιμη κτητική παραγραφή, διότι έκτοτε τα δημόσια κτήματα ήσαν ανεπίδεκτα νομής χρησικτησίας. γ) ότι, αντιθέτως, πράξεις ενασχόλησης του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας με το επίδικο ακίνητο εμφανίζονται από 10.9.1949, οπότε ο ίδιος επιχείρησε να λάβει δάνειο από την Αγροτράπεζα για κατασκευή δεξαμενής και επισκευή μιας υδραντλίας, δηλώνοντας στην οικεία αίτησή του ότι εντός αυτού υπήρχαν 40 ελαιόδεντρα και καλλιέργειες βρώμης και κριθαριού, η ύπαρξη των οποίων δεν διαπιστώθηκε σε αυτοψία που διενεργήθηκε μεταγενέστερα το έτος 1969 από τον δασολόγο Κ. Ν., μετέπειτα δε το έτος 1953, ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας για πρώτη φορά με Προσωρινό Τίτλο Παραχωρούμενης Δημόσιας Δασικής Εκτάσεως απέκτησε προσωρινό παραχωρητήριο για δενδροκομική καλλιέργεια έναντι τιμήματος. δ) ότι το έτος 1972 ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας κηρύχθηκε έκπτωτος παραχωρησιούχος και του κοινοποιήθηκε το από 28-02-1972 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, επειδή διαπιστώθηκε κατόπιν της ως άνω αυτοψίας ότι αυτός δεν είχε καλλιεργήσει σύμφωνα με τους όρους του προσωρινού παραχωρητηρίου το όλο ακίνητο, καθώς και ότι το μεγαλύτερο τμήμα του ακινήτου που παραχωρήθηκε λόγω της μορφής και της σύστασης του εδάφους είναι ακατάλληλο για μόνιμη γεωργοδεκτροκομική καλλιέργεια, ε) ότι οι αλλεπάλληλες αιτήσεις που υπέβαλε η αναιρεσείουσα κατά τα έτη 1992-1993 προς τη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου με αιτήματα τη διενέργεια αυτοψίας αναφορικά με την υφιστάμενη κατάσταση του επίδικου ακινήτου, προκειμένου να της παραχωρηθεί εκ νέου αυτό προς καλλιέργεια, καθώς και το έτος 2005 προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Ρόδου για την εξαγορά του, απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι μετά την αποβολή του πατρός της από το επίδικο δημόσιο ακίνητο απαγορεύεται η επανακαλλιέργειά του και κάθε άλλη πράξη επί αυτού που να μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα κατοχής, καθώς και ότι το μεγαλύτερο μέρος του είναι δασικό, ενώ στο υπόλοιπο εν δυνάμει καλλιεργήσιμο τμήμα δεν υφίστανται συστηματικές καλλιέργειες, στ) ότι η αναιρεσείουσα και ο αδελφός της πραγματοποίησαν αυθαίρετη κατάληψη του επιδίκου ακινήτου με χρόνο έναρξης στις 1.7.2006 και εκδόθηκαν Πρωτόκολλα Διοικητικής Αποβολής και Καθορισμού Αποζημίωσης, η ασκηθείσα δε από την αναιρεσείουσα ανακοπή κατά του Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημίωσης απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 127/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο Δωδεκανήσου δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εκ πλαγίου ερμηνεία των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 2 παρ. 1 στ. α' του ν. 510/1947, του άρθρου 51 του ΕισνΑΚ, του άρθρου 7 του 200/1931 Διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη, των άρθρων 1 και 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856), καθώς και των άρθρων 1, 2, 4, 37, 39, 61, 63, 65 και 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το 139/1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30.12.1947 ισχύοντος νόμου 510/1947, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα ότι στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της ωφέλιμης κτητικής παραγραφής για την κτήση κυριότητας του επιδίκου δημοσίου ακινήτου, ήτοι της συμπλήρωσης δεκαετούς εξουσίασης και καλλιέργειάς του από το έτος 1938 μέχρι 10.1.1949. Επομένως είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα με την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον με ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου δημοσίου ακινήτου με ωφέλιμη κτητική παραγραφή. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του που αφορά σε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο Δωδεκανήσου περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόσον άλλοτε χαρακτηρίζει το επίδικο ακίνητο ως δημόσια δασική έκταση και άλλοτε αρνείται το δασικό του χαρακτήρα, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του ότι αυτό με την μεταγενέστερη με αριθμό πρωτ. 30589/25-04-2016 πράξη της Διευθύντριας Δασών Δωδεκανήσου χαρακτηρίσθηκε ως μη δασικού χαρακτήρα, διότι δεν ευρίσκεται επί ορεινού - ημιορεινού εδάφους, με την πρόσθετη διαπίστωση ότι η έκταση από τα έτη 1960 και διαχρονικά 1980, 1990 μέχρι και το έτος 1998 καλύπτονταν από άγρια βλάστηση αποτελούμενη κυρίως από φρύγανα σε ποσοστό άνω του 80% και ότι κατά τα έτη 2007-2009 και μεταγενέστερα παρατηρείται στο ανατολικό μέρος της έκτασης περίπου 2, 7 στρέμματα να παρουσιάζει σημεία γεωργικής δραστηριότητας, ενώ το υπόλοιπο της έκτασης είναι ακαλλιέργητο και καλύπτεται από χέρσο έδαφος και αραιά ποώδη βλάστηση σε ποσοστό 3%-5% και το υπόλοιπο μικρά διάκενα, είναι απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω παραδοχές αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου, για την ενίσχυση της κρίσης του ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας δεν καλλιέργησε το επίδικο δημόσιο κτήμα από το έτος 1938 μέχρι 10.9.1949, οπότε δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ο νόμιμος χρόνος για την κτήση της κυριότητάς του με ωφέλιμη κτητική παραγραφή. Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των κατΊδίαν λόγων της αναίρεσης θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Έτσι αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1397/2022, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 918/2019, 755/2018), δηλαδή αιτιολογίες οι οποίες ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στις παραδοχές της, χωρίς να είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντες κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμούς των διαδίκων. Στην περίπτωση των πλεοναστικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή αιτιολογιών που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 551/2017). Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση μετά τις ως άνω παραδοχές της που οδήγησαν στην, με αντικατάσταση αιτιολογιών, επικύρωση αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως για την απόρριψη της επικουρικής βάσεως της αγωγής της αναιρεσείουσας, δέχθηκε επίσης και τα εξής: "...Να σημειωθεί ότι, πέραν του αποδειχθέντος, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας- εκκαλούσας δεν καλλιέργησε το επίδικο δημόσιο κτήμα από το έτος 1938 με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, η ενάγουσα - εκκαλούσα δεν απέδειξε ούτε τη διαδικαστική προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος της. Ειδικότερα το αίτημα της να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου πατέρα της ο νόμιμος χρόνος των δέκα ετών για την κτητική παραγραφή του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας του άρθρου 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού στο επίδικο ακίνητο στερείται εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας το έτος 1980 της μεταβίβασε ατύπως τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου, χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 67 του Κτηματολογικού Κανονισμού..., ενόψει του ότι το δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας δεν μεταβιβάζεται με ειδική διαδοχή, παρά μόνο με τις διατυπώσεις του άρθρου 67 του Κτηματολογικού Κανονισμού, οι οποίες δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω, είναι δηλαδή συνδεδεμένο με το πρόσωπο αυτού που το απέκτησε και μόνο κληρονομική διαδοχή μπορεί να νοηθεί, την οποία η ενάγουσα δεν επικαλείται ώστε να προκύπτει το έννομο συμφέρον της...". Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές του ότι πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη στην αγωγή της ενάγουσας συμπλήρωση στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου πατέρα της του νόμιμου χρόνου των δέκα ετών για την κτητική παραγραφή του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας του άρθρου 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση και η διαδικαστική προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας - αναιρεσείουσας για την άσκησή της: "α) εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας το έτος 1980 της μεταβίβασε ατύπως τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου, με ειδική διαδοχή, χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 67 του Κτηματολογικού Κανονισμού, σύμφωνα με τις οποίες για τη μεταβίβαση με επαχθή ή χαριστική αιτία, των υπό παραχώρηση δημοσίων γαιών απαιτείται η προηγούμενη άδεια του Κυβερνήτη και έγγραφη πράξη επίσημη ή επικυρωμένη, έγκυρη και ισχυρή και β) ότι το δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας, όντας συνδεδεμένο με το πρόσωπο αυτού που το απέκτησε δεν μεταβιβάζεται με ειδική διαδοχή, παρά μόνο με τις ως άνω προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 67 του Κτηματολογικού Κανονισμού, οι οποίες δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω, καθώς και ότι μόνο κληρονομική διαδοχή μπορεί να νοηθεί, την οποία η ενάγουσα δεν επικαλείται ώστε να προκύπτει το έννομο συμφέρον της. Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας - ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αγωγής, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν σε αυτήν και δεν ήταν απαραίτητες για την ήδη προηγηθείσα κρίση του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη στην αγωγή της ενάγουσας συμπλήρωση στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου πατέρα της ο νόμιμος χρόνος των δέκα ετών για την κτητική παραγραφή του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας του άρθρου 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Συνεπώς ο πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλείται ευθεία παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων καθώς και των διατάξεων του άρθρου 36 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, του άρθρου 45 του 40/16.2.1939 Διατάγματος του Κυβερνήτη των Ιταλικών νήσων του Αιγαίου, των άρθρων 67 και 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού και του άρθρου 1 του Ν. 1999/1952, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι με το άρθρο 1 του ν. 1999/1952, ερμηνεύθηκε αυθεντικά η διάταξη του άρθρου 45 του Κυβερνητικού Διατάγματος 40/16.2.1939 ορίζοντας, ότι η αληθής έννοιά της είναι ότι η έλλειψη της κατά τη διάταξη αυτή απαιτούμενης αδείας του Κυβερνήτη για την μεταβίβαση των υπό παραχώρηση δημοσίων γαιών, κατ'αναφορά με το άρθρο 67 του Κτηματολογικού Κανονισμού δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτών και συνεπώς εγκύρως ο δικαιοπάροχος μεταβίβασε στην ίδια με άτυπη δωρεά την κτηθείσα από εκείνον ωφέλιμη κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 67 του Κτηματολογικού Κανονισμού, οπότε συντρέχει στο πρόσωπο της το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της αγωγής, είναι αβάσιμος, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως και πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 19 και 1 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα με τα παραπάνω εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η από 21.7.2021 ένδικη αίτηση και ο από 18.11.2022 πρόσθετος λόγος της Α. Κ., για αναίρεση της 268/2020 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί αυτή ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21.7.2021 αίτηση και τον από 18.11.2022 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της 268/2020 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ