ΑΡΙΘΜΟΣ 185/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Π. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2) Φ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρήγα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 31277/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Ιουνίου 2012 (δύο) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 811/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (Ολ.ΑΠ 3/1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (Ολ.ΑΠ 8/1995, 4/ 1995, 6, 7/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (ΑΠ 596/ 2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 31277/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, οι εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 38104/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτοί είχαν καταδικαστεί ερήμην για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Προκειμένου οι αναιρεσείοντες να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη έκαστος έφεσή του, προέβαλαν ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία επιδόθηκε στην πρώτη τούτων ως άγνωστης διαμονής και στον δεύτερο τούτων ως γνωστής διαμονής δια θυροκολλήσεως, διαλαμβάνοντας στις εφέσεις τους η πρώτη τούτων ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι ουδέποτε έλαβε γνώση ούτε της απόφασης ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ή άλλης κλήσης μολονότι ήταν γνωστής διαμονής κατά τον κρίσιμο χρόνο στην ..., οδός ... (κατοικία) και στην ..., οδός ... (έδρα επιχείρησης) και παρ' όλα ταύτα ουδέποτε κλήθηκε εκεί", ο δε δεύτερος ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι ουδέποτε έλαβε γνώση ούτε της απόφασης, ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ή άλλης κλήσης μολονότι ήταν γνωστής διαμονής κατά τον κρίσιμο χρόνο, στην ..., οδός ... και παρά ταύτα ουδέποτε κλήθηκε εκεί ούτε ... στην έδρα της επιχείρησης". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για την απόρριψη των εφέσεων τούτων ως εκπροθέσμων, διέλαβε ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και δη την κατάθεση του μάρτυρα και τα προσκομιζόμενα από τους κατηγορουμένους και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα. Οι εκκαλούντες τον Φεβρουάριο του 2012 άσκησαν, η Φ. Β. την με αρ. 1768/21-2-2012 έφεση και ο Π. Μ. την με αρ. 1769/21-2-2012 έφεση, κατά της με αρ. 38104/4-3-2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκαν ερήμην, για παράβαση του άρθρου 79 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγών" [για έκδοση της με αρ. ... ακάλυπτης επιταγής (της τράπεζας EUROBANK - ERGASIAS ΑΕ) ποσού 6.500 ευρώ, εις διαταγήν των ιδίων, υπογράφοντας σ' αυτήν υπό την εταιρική επωνυμία της ομόρρυθμης εταιρίας "Φ.Β.- Π.Μ. ΟΕ" πληρωτέας στην Εμπορική Τράπεζα ΑΕ,] πράξη που τελέστηκε στις 5-4-2003 και επιβλήθηκε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης 8 μηνών και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ στον καθένα. Η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε στους εκκαλούντες και ειδικότερα στις 4-12-2006 στη Φ. Β. ως αγνώστου διαμονής, η οποία αναζητήθηκε στη διεύθυνση ... και δεν ανευρέθη και τοιχοκολλήθηκε στις 4-12-2006 σε δημόσιο σημείο του Δήμου ...ς και με θυροκόλληση (έγκυρη) στις 30-11-2006 στον Π. Μ. που αναζητήθηκε στη διεύθυνση ... και δεν ανευρέθη (από 4-12-2006 και με ίδια ημεροχρονολογία βεβαίωση της δημοτικής υπαλλήλου Ε. Φ. - Μ. περί τοιχοκόλλησης στο Δήμο ...ς και 30-11-2006 αποδεικτικά επίδοσης του αρχ/κα ... του ΑΤ ...). Με τις με αρ. 1768 και 1769/2012 εφέσεις τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν γνώση της απόφασης και συγκεκριμένα η Φ. Β. ότι δεν ήταν αγνώστου διαμονής κατά το χρόνο επίδοσης της απόφασης και ότι η διεύθυνσή της ήταν στην οδό ... και ο Π. Μ. ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η κατοικία του ήταν στην οδό ... στη ... και όχι στην οδό ... και σε κάθε περίπτωση η διεύθυνση της έδρας της ομόρρυθμης εταιρίας της οποίας ήταν ομόρρυθμα μέλη ήταν η οδός ... ... και ήταν γνωστή στις εισαγγελικές αρχές και στις αρχές επίδοσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μήνυση της τράπεζας EUROBANK ERGASIAS ΑΕ κατατέθηκε στις 4-7-2003 και φέρει ως διευθύνσεις της ομόρρυθμης εταιρίας την οδό ... ... και των ομορρύθμων αυτής εταίρων της Φ. Β. την οδό ... και του Π. Μ. την οδό ... . Στις 4-7-2003 η τότε πληρεξουσία δικηγόρος των κατηγορουμένων Π. Χ., κατέθεσε αίτηση προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αιτούμενη να δοθεί εντολή να της χορηγηθεί επικυρωμένο αντίγραφο της παραπάνω μήνυσης κατά των κατηγορουμένων. Επομένως οι κατηγορούμενοι-εκκαλούντες τουλάχιστον από 4-7-2003 γνώριζαν την κατ' αυτών υποβληθείσα μήνυση και τις διευθύνσεις της έδρας της εταιρίας και των κατοικιών αυτών των ιδίων που αναγράφονταν στη μήνυση καθώς και ότι κατ' αυτών εκκρεμεί σχετική μήνυση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Αυτοί όμως ουδέποτε δήλωσαν στις αρμόδιες αρχές τυχόν μεταβολή της διεύθυνσης κατοικίας τους την οποία επικαλούνται με τις υπό κρίση εφέσεις. Η διεύθυνση που αναγράφεται επί της τραπεζικής επιταγής είναι ... οδός ... ως η έδρα της ομόρρυθμης εταιρίας. Από δε τα προσκομιζόμενα στην παρούσα δίκη έγγραφα: Ο λογαριασμός της ΔΕΗ (της Φ. Β.) ανάγεται στην χρονολογία 2-2-2012, Το με αρ. ... πιστοποιητικό του Δημάρχου Πειραιά φέρει ημερομηνία εγγραφής 14-4-2011, η κάρτα ανεργίας του συζύγου της Φ. Β. φέρει ημερομηνία εγγραφής 22-2-2012 το δελτίο ανεργίας της Βλάμη αναφέρει ως όνομα "Π." και όχι "Φ." που είναι η κατηγορουμένη και αναγράφει ημερομηνία εγγραφής 6-6-2011 ήτοι τα έγγραφα αυτά αφορούν μεταγενέστερο των ανωτέρω επιδόσεων της εκκαλουμένης αποφάσεως (2006), χρόνο. Περαιτέρω από τις με αρ. 9030 και 9031 του 2005 διαταγές πληρωμής και την από 10-2-2003 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία προς το Δήμο Χαλανδρίου κοινοποιηθείσα στους κατηγορουμένους, στις οποίες εμφαίνεται η Φ. Β. κατοικούσα στην οδό ..., όπως δηλώνεται και στην από 27-5-2003 με αρ. 2187 "βεβαίωση μεταβολής ατομικών στοιχείων φυσικού προσώπου" της Α Δ.Ο.Υ ... και ο Π. Μ. στην οδό ... στην ..., όσον αφορά τη Φ. Β., αποδεικνύουν ότι είχε δηλώσει στην τράπεζα μόνο και όχι στην Εισαγγελία Πρωτοδικών τη διεύθυνση ..., η δε διεύθυνση του Π. Μ. (...) επιβεβαιώνεται ότι ήταν η πραγματική του διεύθυνση στην οποία θυροκολλήθηκε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Εξάλλου η Φ. Β. στο από 2-10-2000 καταστατικό της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας την ... η οποία ορίστηκε και ως έδρα της εταιρίας και ο Π. Μ. την οδό ... δηλαδή αυτή στην οποία επιδόθηκε με θυροκόλληση στον τελευταίο η εκκαλουμένη απόφαση. Το έγγραφο μισθοδοσίας του Π. Μ. δεν αναγράφει διεύθυνση κατοικίας και εκδόθηκε το 2012 ήτοι μεταγενέστερα από την επίδοση της απόφασης, η από 13-10-2003 ληξιαρχική πράξη γάμου του Π. Μ. αναγράφει ως διεύθυνση κατοικίας την ... η οποία δεν αποδεικνύεται εάν ήταν η διεύθυνση της πατρικής του κατοικίας ή αυτής της οικογενειακής στέγης ενώ οι ανωτέρω διαταγές πληρωμής τον φέρουν ως κάτοικο ... χωρίς να αποδεικνύεται ότι έφερε αντιρρήσεις κατά το χρονικό εκείνο διάστημα για την ανωτέρω διεύθυνση κατοικίας του, το από 13-10-2008 μισθωτήριο έγγραφο του ίδιου κατηγορουμένου περί μισθώσεως κατοικίας στην οδό ... με διάρκεια έως 1-11-2011 επίσης είναι μεταγενέστερο της επίδοσης της απόφασης. Ήδη η Φ. Β. ισχυρίζεται ότι είναι κάτοικος ... και ο Π. Μ. κάτοικος ..., διευθύνσεις οι οποίες δεν γνωστοποιήθηκαν ουδέποτε μέχρι την άσκηση των εφέσεων στην αρμόδια αρχή ήτοι στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ενώ από 4-7-2003 γνώριζαν ότι εκκρεμεί κατ' αυτών η μήνυση βάσει της οποίας εκδόθηκε η καταδικαστική εκκαλουμένη απόφαση σε βάρος τους, κατά ανωτέρω αποδειχθέντα. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η Φ. Β. αναζητήθηκε κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης (2006) σε πραγματική διεύθυνση και δεν ανευρέθη και συνεπώς εγκύρως επιδόθηκε η απόφαση σε αυτήν ως αγνώστου διαμονής με τη σχετική τοιχοκόλληση, ο δε Π. Μ. είχε πραγματική διεύθυνση κατά το χρόνο επίδοσης της απόφασης (2006) την οδό ... και εγκύρως επιδόθηκε με θυροκόλληση στην εν λόγω διεύθυνση η εκκαλουμένη απόφαση. Τέλος ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός τους ότι έπρεπε να επιδοθεί η εκκαλουμένη στην οδό ... ..., όπου ήταν η έδρα της ομόρρυθμης εταιρίας Φ. Β. - Π. Μ. ΟΕ που ιδρύθηκε το 2000 με αναγραφόμενη στο καταστατικό της έδρα την οδό ..., της οποίας αυτοί ήταν μέλη είναι απορριπτέος διότι υπήρχε άλλη γνωστή διεύθυνση δηλαδή αυτές στις οποίες επιδόθηκε η απόφαση και από 4-7-2003 οι εκκαλούντες έλαβαν γνώση της μήνυσης χωρίς να γνωστοποιήσουν μεταβολή της διεύθυνσης του τόπου κατοικίας τους ενώ δεν αποδεικνύεται εάν στην πραγματικότητα κατά το έτος 2006 η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία διατηρούσε την ίδια διεύθυνση ως έδρα της καθόσον το με αρ. 9912/2012 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, βεβαιώνει ότι μέχρι την 20-2-2012, δεν επήλθε καμία μεταβολή στην ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία πλην όμως δεν αποδεικνύει την έδρα αυτής ούτε αν μεταβλήθηκε η έδρα της. Εξάλλου στο από 2-10-2000 καταστατικό της εταιρίας ορίζεται ως έδρα η οδός ...-... και οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η έδρα της εταιρίας το 2006 ήταν στην οδό ... στην ... χωρίς να την έχουν γνωστοποιήσει ποτέ ή να εμφαίνεται σε κάποιο έγγραφο η μεταβολή αυτή. Παραθεωρουμένης δε της αοριστίας του ισχυρισμού του Π. Μ. ότι δεν έλαβε γνώση για λόγους ανώτερης βίας καθόσον έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης με θυροκόλληση (ΑΠ 862/2010 αδημ. Ηλεκτρ. διευθ. ΝΟΜΟΣ), διότι δεν ισχυρίζεται γεγονότα που τον εμπόδισαν να λάβει γνώση της απόφασης, δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο η ύπαρξη τέτοιας ανώτερης βίας. Τέλος, τόσο η αρμόδια προς επίδοση Εισαγγελική αρχή, όσο και τα όργανα επίδοσης, δεν έχουν την υποχρέωση, αλλά ούτε και την ευχέρεια να προσφεύγουν, σε άλλες αρχές ή πηγές πληροφοριών προς ανακάλυψη της διαμονής των παραληπτών των προς επίδοση εγγράφων, κατά το χρόνο της επίδοσης. Κατόπιν τούτων, η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε στην τελευταία στην εισαγγελική αρχή γνωστή διαμονή των εκκαλούντων (οι οποίοι σημειωτέον κατά τα εκτιθέμενα είχαν κατά καιρούς διαφορετικές διευθύνσεις τόσο οι ίδιοι ατομικά όσο και η ομόρρυθμη εταιρία της οποίας είναι μέλη) και η έφεσή τους κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε εκπρόθεσμα λόγω παρόδου της προθεσμίας των τριάντα ημερών για τη Φ. Β. (επίδοση 4-12-2006 άσκηση έφεσης 21-2-2012) και αυτής των δέκα ημερών για τον Π. Μ. (επίδοση απόφασης 30-11-2006 και άσκηση έφεσης 21-2-2012), από την επίδοση της απόφασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας και πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως ασκηθείσα." Η άνω αιτιολογία του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, ήτοι στις 4-12-2006 στην πρώτη τούτων ως άγνωστης διαμονής (αφού προηγουμένως αναζητήθηκε στην διεύθυνση ... περιοχής ... και δεν ανευρέθη και στον δεύτερο τούτων στις 30-11-2006 δια θυροκολλήσεως στην κατοικία του στην οδό ... περιοχής ..., εκείνον της άσκησης των εφέσεων (21-2-2012) και τα από 4-12-2006 και 30-11-2006, αποδεικτικά επίδοσης του αρχιφύλακα ... του ΑΤ ... αντίστοιχα. Οι επιδόσεις αυτές έγιναν νομίμως, στην πρώτη τούτων ως αγνώστου διαμονής, και στο δεύτερο στην άνω πραγματική του κατοικία, αφού οι διευθύνσεις αυτές ήταν οι τελευταίες γνωστές διαμονές των αναιρεσειόντων στην Εισαγγελική αρχή Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, οι άνω δε διευθύνσεις τους αναφέρονται στη σχετική από 4-7-2003 μήνυση της Τράπεζας EUROBANK ERGASIAS ΑΕ. Εξάλλου δε, στις άνω εφέσεις τους οι αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνουν, όπως όφειλαν, ότι οι πιο πάνω διευθύνσεις τους ήταν γνωστές στην αρμόδια εισαγγελική αρχή Αθηνών. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν οι αναιρεσείοντες διέμεναν ή όχι στη διευθύνσεις που αναφέρουν οι ίδιοι στις εφέσεις τους. Όμως, η προσβαλλόμενη διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και περί τούτων. Επομένως, η επίδοση της εκκαλουμένης νομίμως εγένετο κατά τα ανωτέρω και ως εκ τούτου, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει οι κρινόμενες αναιρέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικαστεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 11-6-2012 αιτήσεις των Φ. Β. του Ι., κατοίκου ... και Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 31277/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ