ΑΡΙΘΜΟΣ 192/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Φ. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 2. Α. Χ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1536/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ρ. Ι. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους, καθώς και στο από 10 Δεκεμβρίου 2012 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1124/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, μόνο κατά το μέρος που αφορά την καταδίκη του πρώτου αναιρεσείοντος Φ. Τ. και να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση κατά τα λοιπά, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλομένη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, με την έννοια ότι η ενέργεια ή παράλειψη του δράστη είναι χαρακτηριστέα ως αιτία του αποτελέσματος, έστω και αν συγχρόνως ή μεταγενεστέρως συνέτρεξε προς παραγωγήν του και άλλη ανθρωπινή ενέργεια ή παράλειψη, χωρίς την οποία δεν θα επήρχετο τούτο. Στην τελευταία, όμως, περίπτωση, για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του δράστη, δεν αρκεί η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως αυτού και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος θεμελιώνει μόνον το αντικείμενο της νομικής εκτιμήσεως, δηλαδή την πράξη, ως πρώτο στοιχείο του εγκλήματος, αλλά απαιτείται περαιτέρω ο δράστης να μπορούσε, αν κατέβαλε την προσήκουσα προσοχή, να προβλέψει την παρεμβαλλόμενη αμελή ενέργεια ή παράλειψη του τρίτου. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όταν, κατά την έκθεση των περιστατικών, που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, παρατηρείται, είτε στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, ασάφεια ή αντίφαση, υπάρχει η ανωτέρω ελλείψει αιτιολογίας. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, επί εφέσεώς τους, σε δεύτερο βαθμό, με την αναιρεσιβαλλομένη 1536/2012 απόφασή του, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Την 7-7-2005 εκτελούνταν από κοινοπραξία τεχνικών εταιριών μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και η εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" που είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου "παράκαμψη περιφερειακής Θεσσαλονίκης", εργασίες στην περιοχή του κόμβου Καλοχωρίου με Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Κατερίνης και ειδικότερα έξω από τον κλάδο Καλοχωρίου - Θεσσαλονίκης. Η Νέα Εθνική οδός Θεσσαλονίκης - Κατερίνης είναι διπλής κατεύθυνσης και το ρεύμα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Στο σημείο του κόμβου Καλοχωρίου με το ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής οδού προς Θεσσαλονίκη δίπλα ακριβώς από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας υπάρχει η οδός εξόδου από το Καλοχώρι και δίπλα και σε επαφή προς αυτή η λωρίδα εκτάκτου ανάγκης (Λ.Ε.Α.). Η λωρίδα του Καλοχωρίου δεν είχε δοθεί ακόμη σε κυκλοφορία. Αυτή (λωρίδα Καλοχωρίου) και η λωρίδα εκτάκτου ανάγκης (Λ.Ε.Α.) συγκλίνουν και ενώνονται προοδευτικά με τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ενώ σε απόσταση 50-60 μ. πριν την εν λόγω ένωση υπάρχουν διαγραμμίσεις τύπου ζέβρα. Ο πρώτος κατηγορούμενος Φ. Τ., υπάλληλος της ως άνω εταιρίας και εργοδηγός στο έργο, στάθμευσε το με αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SUZUKI (τζιπ), ιδιοκτησίας της προαναφερθείσας εταιρίας, στο σημείο όπου ενώνονται η οδός εξόδου από Καλοχώρι και η Λ.Ε.Α. με τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου και αφού διέσχισε τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας μετέβη στη διαχωριστική νησίδα προκειμένου να εποπτεύσει τις εργασίες που εκτελούντο εκεί. Ο παραπάνω στάθμευσε το αυτοκίνητο χωρίς να έχει τοποθετήσει προειδοποιητική πινακίδα σε αρκετή απόσταση από το σταθμευμένο όχημα, προκειμένου οι οδηγοί που θα εισέρχονταν για οποιοδήποτε λόγο στην ανωτέρω λωρίδα, να πληροφορούνταν έγκαιρα τη στάθμευση του εν λόγω οχήματος και έτσι να αποκλείονταν ο αιφνιδιασμός τους από τη στάθμευση του εν λόγω οχήματος. Στη συνέχεια και περί ώρα 14.00' περίπου έστειλε τον εργαζόμενο στο έργο δεύτερο κατηγορούμενο Χ. Α. να παραλάβει το σταθμευμένο αυτοκίνητο και αφού το οδηγήσει στο σημείο όπου βρισκόταν ο ίδιος, να επιβιβασθεί σ' αυτό προς αναχώρηση. Ο τελευταίος (Χ. Α.) προκειμένου να παρακάμψει το ευρισκόμενο έμπροσθεν του αυτοκινήτου τσιμεντένιο εμπόδιο με πινακίδα με βέλος για ειδοποίηση πορείας οχημάτων αριστερά και να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του οδοστρώματος επεχείρησε οπισθοπορεία διαγωνίως αριστερά προς τη λωρίδα κίνησής του με αποτέλεσμα να εισέλθει αιφνίδια σ' αυτή (δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας) όπου εκινείτο το με αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε η κατηγορουμένη Ρ. Ι.. Λόγω της αιφνίδιας ως άνω εισόδου του η προαναφερόμενη οδηγός δεν μπόρεσε ν' αντιδράσει και να πραγματοποιήσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό και επέπεσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματός της στην οπίσθια αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο Χ. Α., το οποίο, στη συνέχεια, προσέκρουσε στις προστατευτικές μεταλλικές μπάρες της οδού. Από τη σύγκρουση η οδηγός του δευτέρου οχήματος Ρ. Ι. υπέστη τις βαρύτατες διαλαμβανόμενες στο διατακτικό σωματικές κακώσεις. Το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού Χ. Α., ο οποίος πραγματοποίησε ανεπίτρεπτα οπισθοπορεία και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του κανονικά κινούμενου οχήματος της κατηγορουμένης Ρ. Ι. χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και βεβαιωθεί όπως όφειλε από τους κανόνες του ΚΟΚ αλλά και αυτούς της επιμελούς και συνετής οδήγησης ότι μπορεί να προέλθει εκ του ασφαλούς στην κίνηση αυτή. Η τελευταία εκινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα που δεν υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη των 60 χ/ω, ενώ δεν μπόρεσε ν' αντιδράσει λόγω της όλως αιφνίδιας κίνησης με οπισθοπορεία του κατηγορουμένου Χ. Α. όπως κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία η προαναφερθείσα κρίθηκε αθώα της αποδιδόμενης σ' αυτή αξιόποινης πράξης της εξ αμελείας σωματικής βλάβης σε βάρος του Χ. Α. και η εν λόγω κρίση δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο. Το ατύχημα όμως οφείλεται και σε συγκλίνουσα αμέλεια του κατηγορουμένου Φ. Τ., ο οποίος παρότι στάθμευσε το όχημά του στο προαναφερθέν σημείο ακριβώς στης σύγκλισης των ως άνω οδών με τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου όλως αμελώς φερόμενος δεν έλαβε τα εκ του ΚΟΚ επιβαλλόμενα για τη διασφάλιση της ομαλής και ακίνδυνου επί της οδού κυκλοφορίας των οχημάτων μέτρα, τα οποία και ήταν απολύτως σε θέση να λάβει και ειδικότερα απομακρύνθηκε από το σημείο ακινητοποίησης του οχήματός του χωρίς να επισημάνει τη θέση του δια τοποθετήσεως κατάλληλης πινακίδας (τριγώνου ασφαλείας) σε ικανή προ αυτού απόσταση ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός του εγκαίρως από τα κινούμενα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου οχήματα. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι το περί του ατυχήματος πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Σίνδου που σημειώνει το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων εντός της οδού εξόδου Καλοχωρίου καθώς και την κίνηση του οχήματος της κατηγορουμένης Ι. εντός αυτού, δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα αφού συνετάγη εκ των υστέρων και μόνο από πληροφορίες και υποδείξεις του κατηγορουμένου Χ. Α.. Επομένως και αφού το αποτέλεσμα του ατυχήματος δηλαδή ο τραυματισμός της Ρ. Ι. συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων Φ. Τ. και Α. Χ., πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι της αντιστοίχου αποδιδομένης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης της εξ αμελείας σωματικής βλάβης σε βάρος της προαναφερομένης ...". Ακολούθως με τις σκέψεις αυτές, το Τριμελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: 1) Ο μεν πρώτος Φ. Τ. "στο 498° χλμ. της Ε.Ο. Αθηνών -Θεσσαλονίκης, στις 7-7-2005 κατά την οδήγηση οχήματος, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, το οποίο δεν προέβλεψε. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ενώ οδηγούσε το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο επί της ανωτέρω οδού, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη το στάθμευσε στο δεξί άκρο του οδοστρώματος και δη στην υπό κατασκευή λωρίδα έκτακτης ανάγκης, χωρίς να έχει τοποθετήσει προειδοποιητική πινακίδα σε αρκετή απόσταση από το σταθμευμένο όχημα, προκειμένου οι οδηγοί που θα εισέρχονταν για οποιοδήποτε λόγο στην άνω λωρίδα, να πληροφορούνται έγκαιρα τη στάθμευση του εν λόγω οχήματος και έτσι να αποκλείονταν ο αιφνιδιασμός τους από τη στάθμευση του εν λόγω οχήματος, με αποτέλεσμα η οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ρ. Ι., η οποία εισήλθε στην προαναφερθείσα λωρίδα, να μην αντιληφθεί έγκαιρα το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και να προσκρούσει στο πίσω μέρος αυτού. Από την περιγραφείσα σύγκρουση τραυματίσθηκε η οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου καθώς αυτή υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλική αιμορραγία, πολλαπλά κατάγματα πλευρών, πνευμονική εμβολή και κάταγμα Θ8 σπονδύλου". 2) Ο δε δεύτερος Α. Χ. "....στη Θεσσαλονίκη στις 7-7-2005 οδηγός του υπ' αριθ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προείδε το από τις πιο κάτω πράξεις του αξιόποινο αποτέλεσμα και προκάλεσε σωματική βλάβη σε άλλον ... και ειδικότερα, οδηγώντας το πιο πάνω όχημα και κινούμενος επί της Ε. Ο. Αθηνών Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη (στο δεξί ρεύμα αυτής) στο ύψος του 498,6ου χιλιομέτρου της Ε. Ο. επεχείρησε οπισθοπορεία, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το ομορρόπως κινούμενο υπ' αριθ. Κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ρ. Ι., με αποτέλεσμα να τραυματισθεί η τελευταία και να υποστεί "κάκωση κεφαλής (υπαραχνοειδή αιμορραγία-ισχαιμικά έμφρακτα- οίδημα), κάκωση θώρακος (πολλαπλά κατάγματα πλευρών- αιμοπνευμοθώρακα άμφω -κάταγμα 08 σπονδύλου - θρόμβωση πνευμονικής αρτηρίας". Με τις παραδοχές αυτές το δίκασαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Α. Χ., αφού, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμον, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και το από 7-7-2005 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, οι δε ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις ότι δημιουργείται αμφιβολία περί του αν συνεκτίμησε αυτό το δικαστήριο, από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να το σχολιάσει, είναι αβάσιμες. Επίσης, παρατίθενται στην απόφαση οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο τραυματισμός της Ρ. Ι., οφειλόμενες σε αμέλεια του ανωτέρω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, (παράλειψη προηγουμένου ελέγχου και βεβαιώσεως ασφαλούς οπισθοπορείας, πραγματοποίηση ανεπίτρεπτης οπισθοπορείας, είσοδος στη λωρίδα κυκλοφορίας του κινουμένου οχήματος της Ρ. Ι.), το είδος της αμελείας (μη συνειδητή), καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του αποτελέσματος ήτοι του τραυματισμού της Ρ. Ι., ενώ, αντιθέτως προς τα διά του αναιρετηρίου υποστηριζόμενα, ρητώς παρατίθενται στην απόφαση, μεταξύ των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, το άρθρο 314 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 315 του ιδίου Κώδικα. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που ασκήθηκαν εμπροθέσμως (στις 14.12.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 ΚΠοινΔ) με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση, αίτηση αναιρέσεως κατ' ουσία, κατά το μέρος που αφορά στον δεύτερο αναιρεσείοντα Α. Χ., να επιβληθούν δε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Ως προς τον αναιρεσείοντα Φ. Τ., το Τριμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την θεμελίωση της παραδοχής της, ότι αιτία του τραυματισμού της Ρ. Ι. είναι η υπό του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου "μη τοποθέτηση προειδοποιητικής πινακίδας σε αρκετή απόσταση από το σταθμευμένο όχημά του", καθόσον υπάρχουν αντιφάσεις, ως προς κρίσιμες παραδοχές των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη, ως αληθή. Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ενώ δέχεται ότι το ατύχημα προκλήθηκε επειδή ο Α. Χ. επεχείρησε ανεπίτρεπτη οπισθοπορεία με αποτέλεσμα να εισέλθει αιφνίδια στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο το με αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε η κατηγορουμένη Ρ. Ι. και λόγω της αιφνίδιας αυτής εισόδου του η προαναφερόμενη οδηγός δεν μπόρεσε ν' αντιδράσει και να πραγματοποιήσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό, παράλληλα δέχεται ότι: "το ατύχημα οφείλεται και σε συγκλίνουσα αμέλεια του κατηγορουμένου Φ. Τ., ο οποίος στάθμευσε το όχημά του και απομακρύνθηκε από το σημείο ακινητοποίησης του οχήματός του χωρίς να επισημάνει τη θέση του δια τοποθετήσεως κατάλληλης πινακίδας (τριγώνου ασφαλείας) χωρίς όμως να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν η τοποθέτηση της εν λόγω πινακίδας σε αρκετή απόσταση (που δεν προσδιορίζεται), θα εμπόδιζε τυχόν την μεταγενέστερη αιφνίδια και ανεπίτρεπτη οπισθοπορεία και είσοδο του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Α. Χ. στη λωρίδα της παθούσας, και επομένως τότε το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν. Πέραν αυτού, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ελλιπής, αφού δεν παρατίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Φ. Τ. προέβλεψε ως δυνατή ή μπορούσε να προβλέψει, αν κατέβαλε την προσήκουσα προσοχή, την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου Α. Χ. από την οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, επήλθε ο τραυματισμός της Ρ. Ι.. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μόνον κατά το μέρος που αφορά στον αναιρεσείοντα Φ. Τ., και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. υπ' αριθ. 1536/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο κατά το μέρος που αφορά την καταδίκη του πρώτου αναιρεσείοντος Φ. Τ., και απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπό κρίση αίτηση και τους από 14 Δεκεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Επιβάλλει τα εκ διακοσίων πενήντα 250 ευρώ δικαστικά έξοδα, σε βάρος του Α. Χ.. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ