Αριθμός 2084/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3044/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1857/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 8/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με το 8 άρθρο εδ. β' του ν. 3198 /1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 3788/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. άρθρο 1 του ν. 435/1976 ορίστηκαν τα εξής : "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις, δύνανται, εάν ... έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότη των, λαμβάνοντες...οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς το 50 % της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου. Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1,2,3,4,5,6,7,8 και 9 του ν. 3198/1955, ως και των διατάξεων του ν. 2112/1920 και του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Η ως άνω διάταξη του εδαφίου β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στις οποίες για τη διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο τη μείωση της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη και ιδρύει για πρώτη φορά δικαίωμα λήψης της ίδιας αποζημιώσεως από το μισθωτό, όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία του, μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος ( Ολ.Α.Π. 1 / 2006 ). Η εν λόγω διάταξη, όμως, είναι δυνατό να εφαρμοστεί και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στο νόμο ή τον κανονισμό της επιχειρήσεως ορίου ηλικίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης θα καταγγείλει τη σύμβαση ή ο μισθωτός θα αποχωρήσει εκούσια από την εργασία του, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, πριν συμπληρώσει ο τελευταίος το προβλεπόμενο όριο ηλικίας. Και τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ορισμένου χρόνου τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη καταγγελίας της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, με την πλήρωση της αιρέσεως αυτής, η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου και μπορεί έτσι να εφαρμοσθεί και επ' αυτής, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 (Ολ. Α.Π. 1110/1986). Σύμφωνα με τα ανωτέρω η διάταξη αυτή αφορά μόνο τους μισθωτούς που συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πλήρους συντάξεως γήρατος, οι οποίοι όμως μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, γιατί δεν υπάρχει εμπόδιο από τη σύμβασή τους, είτε γιατί αυτή είναι αορίστου χρόνου, είτε γιατί είναι ορισμένου μεν χρόνου, αλλά αυτός δεν έχει λήξει. Δεν αφορά, όμως, εκείνους, των οποίων η σχέση είναι ορισμένου χρόνου, η οποία λύθηκε αυτοδικαίως είτε με τη συμπλήρωση του κατά τον κανονισμό ορίου ηλικίας, οπότε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως, κατ' άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ., είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου αυτής, αφού στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός ούτε αποχωρεί οικειοθελώς ούτε απομακρύνεται από τον εργοδότη. Σ' αυτούς που χάνουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εργάζονται δίνει ο νόμος ως αντάλλαγμα αποζημίωση για να αποχωρήσουν, ή να απομακρυνθούν. Σ' εκείνους, όμως, που δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, γιατί λήγει ο χρόνος διάρκειας της συμβάσεως τους, δεν παρέχει ο νόμος αποζημίωση, αφού αυτοί δεν χάνουν τίποτε (Ολ.Α.Π. 25/2000). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης τράπεζας, που έχει συμβατική ισχύ, η υπαλληλική σχέση λύεται, α ) με καταγγελία από την τράπεζα, β ) με παραίτηση του υπαλλήλου και γ) με απόλυση και κατά το άρθρο 19 του ίδιου Κανονισμού, οι υπάλληλοι που έχουν διοριστεί οριστικά απολύονται μόνο : α ) Λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, ήτοι του 63ου έτους της ηλικίας για τους Διευθυντές, τον Οικονομικό Σύμβουλο, τους Υποδιευθυντές και όσους εξομοιώνονται με αυτούς και του 60ου έτους για τους εντεταλμένους Τμηματάρχες, Προϊσταμένους κ.λ.π. Εξάλλου με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 ορίζεται ότι, "Η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώρισις του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα αφ' ού χρόνου έδει να είχε συντελεσθεί η προαγωγή τούτου. Εις περίπτωσιν ακυρώσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως ανατρέπεται η επί ταύτης βασισθείσα προαγωγή". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση με την οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα προαγωγής υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης στο βαθμό του Υποδιευθυντή, η προαγωγή που βασίσθηκε στην απόφαση που αναιρέθηκε ανατρέπεται και εφόσον ο υπάλληλος, που συνδέεται με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ,έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας του βαθμού που κατέχει, με την ανατροπή της τελεσίδικης αποφάσεως, λύεται αυτοδικαίως, κατ' άρθρο 669 αρ. 1 Α.Κ., η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του και δεν καταλείπεται έδαφος παραιτήσεως αυτού ,αφού ο υπάλληλος αποχωρεί από την εργασία του με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου και όχι οικειοθελώς, με συνέπεια να μη δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β'του ν. 3198/1955. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία αυτός, επικαλούμενος ότι έχει συμπληρώσει πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την υπηρεσία του στην αναιρεσίβλητη, από την οποία παραιτήθηκε στις 18/2/2008 και με την οποία ζητούσε την επιδίκαση της αποζημιώσεως του Ν. 3198/1955, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. " στις 16 /7/1969 με σύμβαση εργασίας και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή, στις 22/12/2005. Στις 31/12/2005 συμπλήρωνε το όριο ηλικίας των 60 ετών, που προβλεπόταν από το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισμού των υπαλλήλων της εργοδότριας τράπεζας στον οποίο ο ίδιος είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψη του. Με την από 12/2/2008 αίτησή του προς την εναγομένη υπέβαλε την παραίτηση του, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ. 174/2008 Πράξη του Διοικητή της εναγομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του Γενικού κανονισμού Καταστάσεως των υπαλλήλων της, δηλαδή εντός μηνός από την υποβολή της και έτσι αυτός διαγράφηκε από τη δύναμη του προσωπικού της εναγομένης από 18/2/2008. Κατά την αποχώρησή του είχε συνεχή πραγματική υπηρεσία 38 ετών και 7 μηνών. Η σύμβαση εργασίας του διεπόταν από τον συμβατικής ισχύος Κανονισμό της εναγομένης, που προέβλεπε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και γι' αυτό χαρακτηρίστηκε στην αρχή ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού. Συνεπώς, συνεχίζει το Εφετείο, υπήρχε διαλυτική αίρεση στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, κατά τα άρθρα 669 και 202 ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με την προαναφερόμενη δήλωση παραίτησης του και έτσι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατέστη αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εναγομένης, η οποία αποδέχτηκε την παραίτηση από την ημερομηνία που αυτός ζητούσε. Ο ενάγων προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1/5/2002 κατόπιν της 9190/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε με την 102/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο εκδικάζοντας εκ νέου αυτή (υπόθεση) απέρριψε τελεσίδικα την αγωγή του ενάγοντος, ως προς την ερευνώμενη δεύτερη επικουρική της βάση, με συνέπεια ο ενάγων επανερχόμενος στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχου - Προϊσταμένου, έχοντας γεννηθεί το έτος 1945, να έχει καταληφθεί από το άρθρο 19 παρ. 1β του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού και έπρεπε να είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία. Η αποχώρηση αυτή λαμβάνει χώρα αυτοδίκαια, δηλαδή συντελέστηκε με την έκδοση της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, καθόσον όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση (17/1/2008) ο ενάγων είχε ήδη (από 31/12/2005) συμπληρώσει το 60° έτος της ηλικίας του. Ωστόσο, η τράπεζα συνέχισε να τον απασχολεί για ένα ακόμη μήνα, μέχρι την 18/2/2008, οπότε και αποδέχτηκε την παραίτηση του. Κατόπιν τούτου, συνεχίζει το Εφετείο, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, η οποία είναι ορισμένου χρόνου - διεπόμενη από συμβατικής ισχύος κανονισμό που προβλέπει την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας του μισθωτού - έληξε αυτοδικαίως στις 17/1/2008, η εργασία δε που παρασχέθηκε μετά την ημερομηνία αυτή και μέχρι την πραγματική αποχώρηση αυτού στις 18/2/2008, λόγω της μικρής διάρκειάς της, δεν ανατρέπει το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας ως ορισμένου χρόνου. Εξάλλου, η Τράπεζα κατά την αποδοχή της παραίτησης δεν γνώριζε την έκβαση της δίκης στον Άρειο Πάγο, ότι δηλαδή η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος είχε λήξει, ώστε να θεωρηθεί ότι συναίνεσε σε παράταση της εργασιακής σχέσης, μετά τη λήξη της, σύμφωνα με το άρθρο 671 ΑΚ., η δε παροχή εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος και η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα δεν οφείλεται σε βούληση της Τράπεζας να παρατείνει τη σύμβαση εργασίας πέραν της λήξης αυτής, αφού εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 19 παρ. 2 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων, που προβλέπει προηγούμενη απόφαση του Γενικού Συμβουλίου μετά από πρόταση του Διοικητή. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι με βάση τα προαναφερθέντα, ο ενάγων είχε ήδη συμπληρώσει το 60° έτος της ηλικίας του, εντός του 2005 και συνεπώς, αν δεν μεσολαβούσε η έκδοση της υπ'αρ. 9190/2005 εφετειακής αποφάσεως, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να προαχθεί από 1/5/2002, θα αποχωρούσε λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας την 31/12/2005 ή και νωρίτερα χωρίς να δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3198/1955. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα, αν η συνδέουσα τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εργασίας, η οποία ήταν ορισμένου χρόνου κατά την κατάρτισή της, κατέστη ή όχι αορίστου χρόνου με την παραίτηση του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, ενώ αρχικά δέχεται ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, η οποία κατά την κατάρτισή της ήταν ορισμένου χρόνου, με την παραίτηση του στις 12/2/2008 και την αποδοχή της παραιτήσεώς του από την αναιρεσίβλητη (στις 18/2/2008) κατέστη από την αρχή αορίστου χρόνου, στη συνέχεια δέχεται ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος είναι ορισμένου χρόνου και λύθηκε αυτοδικαίως στις 17/1/2008, με τη δημοσίευση της 102/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και ότι η εργασία που παρασχέθηκε μετά την 17/1/2008 μέχρι την πραγματική αποχώρησή του στις 18/2/2008 λόγω της μικρής διάρκειάς της δεν ανατρέπει το χαρακτήρα της συμβάσεως ως ορισμένου χρόνου. Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1857/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ