Αριθμός 1956/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γ. Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γ. Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τερζόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Α. Β., το γένος Ι. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τσούπη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουλίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25514/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1850/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του και τους από 3 Σεπτεμβρίου 2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, "επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν.1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή". Εξ άλλου, το άρθρο 54 § 1 του ιδίου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε αφότου ίσχυσε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, ορίζει ότι " οι διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαθίστανται με το άρθρο 15 αυτού του νόμου (1329/1983) αφορούν και περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983, εφόσον ο γάμος δεν είχε λυθεί ή ακυρωθεί μέχρι τότε". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ` αρχήν (Ολ, ΑΠ 28/1996) ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλ` η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα, (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γέννεσης της αξίωσης δηλαδή της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στην περίπτωση δε της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής του άρθρου 1400 του ΑΚ, καθόσον για τη γέννηση της αξιώσεως αυτής δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια (Α.Π. 1250/2010, Α.Π. 546/2009, Α.Π. 406/2003, Α.Π. 94/2001, Α.Π. 1658/2001). Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό προς το άρθρο 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η συμμετοχή στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση την παρ. 2 του άρθ. 1400 του Α.Κ. είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων και β) η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα, αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική. Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν ούτε του ποσοστού της ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (βλ. ΑΠ 76/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση και κατ' εκτίμηση του δικογράφου της προκύπτει, η ενάγουσα εκθέτει, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι στις 7-9-1969 τέλεσε νόμιμο γάμο στη … με τον εναγόμενο, από το γάμο τους δε αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, τον Γ. και την Κ., ηλικίας 38 και 36 ετών αντίστοιχα. Ότι από το έτος 1990 βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διαρκεί εισέτι αφού ο γάμος τους δεν λύθηκε ακόμη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Ότι κατά την τέλεση του γάμου τους ο εναγόμενος δεν είχε καμία περιουσία, όμως κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησε κατά κυριότητα ακίνητη περιουσία και συγκεκριμένα: 1) Το έτος 1977 αγόρασε διαιρετό και αυτοτελές τμήμα κληροτεμαχίου, εκτάσεως 510 τ.μ. στη ..., όπου αμέσως μετά την αγορά ανέγειραν ισόγεια κατοικία εμβαδού 50 τ.μ. και τέσσερα χρόνια πριν την άσκηση της αγωγής (ήτοι το 2005) ανήγειρε πρώτο όροφο πάνω από το ισόγειο του ίδιου εμβαδού, αξίας όλης της οικοδομής μετά του οικοπέδου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ιούλιο του 2009) 150.000 ευρώ και 2) το έτος 1999 κατέστη κύριος κατόπιν αγοράς, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1999 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγώτη, δύο βιοτεχνικές μονάδες, εμβαδού 254,20 τ.μ. καθεμία, στην περιοχή ..., συνολικής αξίας κατά το χρόνο (2009) ασκήσεως της αγωγής 500.000 ευρώ. Ότι στην απόκτηση της περιουσίας αυτής του εναγομένου συνέβαλε και η ίδια (ενάγουσα) κατά ποσοστό 1/3. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό της αγωγής της, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει νομιμοτόκως το 1/3 της συνολικής αξίας των ως άνω περιουσιακών στοιχείων, ήτοι το ποσό των 216.666 ευρώ. Η αγωγή, εφόσον υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό της, έχει ως ιστορική βάση τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των διαδίκων συζύγων και αίτημα την απόδοση της αξίας του τεκμαιρομένου (1/3) ποσοστού συμβολής της ενάγουσας στην περιουσιακή αύξηση του εναγομένου, κατά τα ως άνω ακίνητα, είναι πλήρως ορισμένη, διότι σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για το ορισμένο αυτής, ήτοι, η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, συνισταμένη στην απόκτηση απ' αυτόν κατά κυριότητα των δύο ως άνω ακινήτων και η αξία καθενός απ' αυτά κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή αυτόν της ασκήσεως της αγωγής. Τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα, ότι η ενάγουσα υπολογίζει την τελική αξία του άνω υπ' αριθ. 1 ακινήτου, δηλαδή του οικοπέδου μαζί με το υπόγειο και τον πρώτο όροφο συνολικά σε 150.000 ευρώ, χωρίς να εξειδικεύει ποια είναι η αξία του οικοπέδου και του ισογείου ορόφου, ούτε ποια είναι η κατάσταση της οικοδομής και αν το οικόπεδο που βρίσκεται είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ώστε να μη μπορεί να κριθεί η πραγματική τελική αξία της περιουσίας του, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την πληρότητα της αγωγής, καθόσον αυτό δεν ανάγεται στο νόμω βάσιμο αλλά στο κατ` ουσίαν βάσιμο της αγωγής και θα προκύψει από τις αποδείξεις. Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, κατά το ερευνόμενο μέρος αυτής, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και συνεπώς, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου και ο αντίστοιχος (πρώτος) των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, τον οποίο προέβαλε με τις πρωτόδικες προτάσεις του και επανέφερε νομίμως ενώπιόν του. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη την ένδικη αγωγή, κατά το προαναφερόμενο μέρος της, αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο αντίθετος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν επικαλέσθηκαν και δεν προσκόμισαν οι διάδικοι. Δηλαδή για να ευσταθήσει αυτός ο λόγος πρέπει να γίνει από το διάδικο όχι μόνον επίκληση αλλά και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου. Η προσαγωγή περιλαμβάνει την ενέργεια ή τις ενέργειες του διαδίκου με τις οποίες σκοπείται να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου το αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα το αποδεικτικό υλικό που προέρχεται από αυτό. Προκειμένου περί εγγράφου συνίσταται στην υλική πράξη της προσκομιδής του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μαζί με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του διαδίκου νομίμως και εμπροθέσμως. Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι προσκομίστηκε κάποιο έγγραφο, ως αναγόμενη εις πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ. και ΑΠ 2194/2009, ΑΠ 63/1987). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου και δεύτερο των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα του αγωγικού ισχυρισμού ως προς την αξία των ακινήτων που απέκτησε ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, έλαβε υπόψη την από 18-4-2011 τεχνική έκθεση ακινήτου του πολιτικού μηχανικού Ι. Κ., χωρίς όμως η έκθεση αυτή να έχει προσκομισθεί από την ενάγουσα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η βεβαίωση όμως του δικαστηρίου περί προσκομιδής του ως άνω εγγράφου (τεχνικής έκθεσης) είναι κατά τα ανωτέρω ανέλεγκτη αναιρετικά και επομένως οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 382/2008, ΑΠ 1218/2007). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 του ΑΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, αν ο γάμος λυθεί η ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Κατά δε το άρθρο 54 παρ. 1 του ίδιου ν. 1329/1983, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, οι διατάξεις του άρθρου 1400 του Α.Κ. αφορούν και περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983, εφόσον ο γάμος δεν έχει λυθεί ή ακυρωθεί μέχρι τότε. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 Α.Κ. είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου προκύπτει από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεώς του σε δύο χρονικά σημεία, δηλαδή τη στιγμή της τελέσεως του γάμου αφενός και τη στιγμή που γεννάται η αξίωση αφετέρου. Για την ορθή αποτίμηση της τυχόν αυξήσεως της περιουσίας του υποχρέου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, πρέπει να υπολογισθεί η πραγματική αύξηση της περιουσίας, με αποτίμηση και της αρχικής περιουσίας στις τιμές του χρόνου υπολογισμού της τελικής περιουσίας (ήτοι του χρόνου γεννήσεως της άνω αξιώσεως). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται στην περίπτωση λύσεως του γάμου με διαζύγιο ή ακυρώσεώς του ο χρόνος του αμετακλήτου της σχετικής αποφάσεως, στην περίπτωση δε της τριετούς διαστάσεως ενόψει του ότι η άσκηση της αξιώσεως με βάση τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση έχει ως προϋπόθεση ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί, η περιουσιακή αύξηση του υποχρέου συζύγου στην περίπτωση αυτή πρέπει να ανάγεται στο χρόνο ασκήσεως της αγωγής του άρθρου 1400 του ΑΚ, καθόσον για τη γέννηση της αξιώσεως αυτής δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια (Α.Π. 94/2001, Α.Π. 1658/2001). Εξάλλου, η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με συνεισφορά η οποία βαίνει πέραν του μέτρου που ορίζει το άρθρο 1389 ΑΚ ως υποχρέωση συμμετοχής του στις οικογενειακές δαπάνες. Αντίθετα, το παθητικό που πρέπει να αφαιρεθεί για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, αποτελεί στοιχείο ένστασης. Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από την ΑΚ 1400 τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: <<Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην …στις 19-12-1969, από το γάμο τους δε αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, τον Γ., ηλικίας ήδη 38 ετών και την Κ., ηλικίας 36 ετών. Μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε ισόγειο διαμέρισμα οικοδομής επί της οδού ... του δήμου ... νομής και κατοχής της μητέρας του εναγομένου με την οποία συγκατοικούσαν σ' αυτό. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων που αρχικά ήταν αρμονική, στη συνέχεια δεν εξελίχθηκε ομαλά και τελικά διασπάσθηκε το Νοέμβριο του έτους 1989. Ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό κατάθεσης 6955/2006 αγωγή διαζυγίου κατά της ενάγουσας, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 45647/2006 απόφαση του άνω Δικαστηρίου και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων για αντικειμενικό κλονισμό λόγω υπερτετραετούς μεταξύ των διαστάσεως και η οποία κατέστη τελεσίδικη με την έκδοση της υπ' αριθ. 3023/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Θεσσαλονίκης), αμετάκλητη δε με την υπ' αριθ. 2359/28-12-2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, ήτοι το αμετάκλητο επήλθε σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης (Ιούλιος 2009) της ένδικης αγωγής. Κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου τους οι διάδικοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης και η ενάγουσα, ως η ίδια συνομολογεί στην αγωγή της, εστερείτο οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, επίσης δε και ο εναγόμενος εστερείτο περιουσίας. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τον κτίσιμο χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής ο εναγόμενος απέκτησε κατά κυριότητα τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1) Δυνάμει του υπ' αριθ. .../17-12-1977 πωλητηρίου οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Χριστομάνου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος … αριθμός …), απέκτησε ως κύριος ένα διαιρετό και αυτοτελές τμήμα εμβαδού 510 τ.μ. εξ ενός κληροτεμαχίου υπ' αριθ. 1922 Γ' κατηγορίας συνολικής εκτάσεως 12.960 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ... του Νομού …αντί του αναγραφομένου τιμήματος των 25.000 δραχμών. Επί του διαιρετού αυτού αγροτεμαχίου ανεγέρθηκε το έτος 1977 και αποπερατώθηκε το 1980 ισόγειος οικία εμβαδού 50 τ.μ. χωρίς οικοδομική άδεια, ενώ τέσσερα χρόνια πριν την άσκηση της αγωγής, ήτοι το έτος 2005 κατασκευάσθηκε πάνω από τον ως άνω ισόγειο όροφο και άλλος (πρώτος) όροφος με ίδιο εμβαδό, ήτοι 50 τ.μ. Αναφορικά με την αξία του ως άνω περιουσιακού στοιχείου κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής (6-7-2009) το Δικαστήριο συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεί και λαμβάνοντας υπόψη την περιοχή που βρίσκεται αυτό (τουριστική), την θέση του, την έκταση του οικοπέδου και του εμβαδού εκάστου ορόφου του κτίσματος, το γεγονός ότι πρόκειται για αυθαίρετη εξοχική οικία, καθώς και το είδος κατασκευής όμοιων με αυτό εξοχικών κατοικιών με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), κρίνει ότι η εμπορική αξία του οικοπέδου μετά της επ' αυτού ισογείου οικίας, ενόψει και της παλαιότητας του κτίσματος, ανέρχεται κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο σε 40.000 ευρώ, ενώ λαμβανομένου υπόψη της αύξησης του κόστους ζωής και των αμοιβών για την παροχή εργασίας και αξίας των οικοδομικών υλικών κατά την επόμενη εικοσαετία (1981-2005), η εμπορική αξία του ανεγερθέντος δευτέρου ορόφου, εμβαδού 50 τ.μ. ανερχόταν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο (2009) σε 35.000 ευρώ και του όλου ακινήτου συνολικώς σε 75.000 ευρώ (40.000+35.000). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση ως προς την αξία του περιουσιακού αυτού στοιχείου από τη γενικόλογη και συμπερασματική κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, συγγενούς (αδελφού) της ενάγουσας και την επικακούμενη και προσκομιζόμενη υπό αυτής από 18-4-2011 τεχνική έκθεση εκτιμήσεως ακινήτου του πολιτικού μηχανικού Ι. Κ., διότι είναι γνωστό ότι οι κατ' επιταγήν διαδίκου διενεργούμενες πραγματογνωμοσύνες-τεχνικές εκθέσεις συμπορεύονται πάντοτε με τους ισχυρισμούς του διαδίκου αυτού. 2) Με το υπ' αριθ. .../1999 πωλητήριο οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως (τόμος … αριθμός …), ο εναγόμενος κατέστη κύριος αιτία αγοράς δύο βιοτεχνικών μονάδων, ήτοι των υπ' αριθ. 26 και 27, ισογείων κτισμένων χώρων, με αποκλειστικό χώρο χρήσης αυλής, εμβαδού 98,86 τ.μ., που είναι κτισμένες οι βιοτεχνικές μονάδες αυτές, μαζί με άλλες, σε οικόπεδο συνολικής εκτάσεως 72.368,82 τ.μ. και στο οποίο κάθε κτισμένη βιοτεχνική μονάδα έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας 9/1000 εξ αδιαιρέτου αντί του αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος των 25.000.000 δραχμών και κατ' εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. 35.333.511 δραχμών. Το συμφωνηθέν τίμημα καταβλήθηκε υπό του εναγομένου το μεν ποσό των 13.103.511 δραχμών και 2.895.489 δραχμές σε μετρητά στον πωλητή, ενώ το ποσό των 9.000.000 δραχμών συμφώνησε ο εναγόμενος αγοραστής να το εξοφλήσει καταβάλλοντας ισόποση οφειλή της πωλήτριας εταιρίας προς τρίτους. Η αξία του ακινήτου αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο (2009) ασκήσεως της αγωγής ενόψει του είδους του, της παλαιότητάς του, του εμβαδού του και της περιοχής που βρίσκεται, ανέρχεται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας σε 100.000 ευρώ για κάθε βιοτεχνική μονάδα και συνολικά σε 200.000 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος διατηρούσε ατομική επιχείρηση βιοτεχνίας μετάλλου (οδηγούς, σιδηροδρόμους και βαριές πόρτες), όπου εργάζετο χωρίς ν' απασχολεί υπάλληλο καθημερινά και είχε τη διαχείρηση και των οικονομικών της επιχείρησής του, η δε ενάγουσα προσέφερε την προσωπική της εργασία μερικές ώρες της ημέρας στην επιχείρηση του εναγομένου βοηθώντας τον σύζυγό της στην άσκηση του επαγγέλματός του, όχι όμως συστηματικά και με πλήρες ωράριο λόγω και της απασχόλησής της ως νοικοκυράς συζύγου και μητέρας στον συζυγικό οίκο. Ειδικότερα η ενάγουσα παράλληλα με την απασχόλησή της στην επιχείρηση του συζύγου της παρείχε και την προσωπική της εργασία στην συζυγική οικία για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειάς της παρέχουσα τις υπηρεσίες για την συντήρηση και λειτουργία του συζυγικού οίκου (καθαριότητα οικογενειακής στέγης, προμήθεια τροφίμων, μαγείρεμα, σιδέρωμα κλπ) και απασχολούμενη και με την προσωπική φροντίδα του εναγομένου και των δύο τέκνων τους, υπηρεσίες που είναι αποτιμητές σε χρήμα, απαλλάσσοντας με τον τρόπο αυτό τον εναγόμενο από τη δική του ανάλογη συνεισφορά εργασίας στον συζυγικό οίκο. οπωσδήποτε έως του χρόνου (Νοέμβριος 1989) διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεώς των, έτσι ώστε ο εναγόμενος να μένει απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του και να εξοικονομεί δυνάμεις και δαπάνες. Μετά τη διάπαση της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων, και συγκεκριμένα κατά το τέλος του έτους 1990 η εναγομένη άρχισε να εργάζεται σε επιχείρηση τρίτου προσώπου χωρίς να αποδειχθεί το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της εκ της εργασίας της αυτής, συνταξιοδοτήθηκε δε το έτος 2010. Όμως, ως αποδείχθηκε η ενάγουσα δεν διέθεσε χρήματα για την αγορά από τον εναγόμενο κατά το έτος 1999 των ως άνω βιοτεχνικών χώρων, ούτε κατ' άλλο τρόπο συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το ακίνητο αυτό περιουσιακό στοιχείο, αφού ως αποδείχθηκε δεν βοήθησε τον εναγόμενο να εξοικονομήσει χρήματα με την άνευ ανταλλάγματος παροχή οικιακής εργασίας ή άλλης εργασίας, καθόσον η έγγαμη συμβίωσή τους είχε ήδη διασπαστεί οκτώ χρόνια πριν από την απόκτηση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου και η ενάγουσα διέμενε σε άλλη οικία, εργάζετο δε σε άλλη επιχείρηση τρίτου προσώπου και κατά τη διάρκεια της οκταετίας αυτής οι διάδικοι δεν είχαν οικονομικές δοσοληψίες. Αλλά, ούτε για την κατασκευή του πρώτου ορόφου κατά το έτος 2005 της εξοχικής κατοικίας στη ... συνεισέφερε οικονομικά ή με προσωπική εργασία η ενάγουσα, διότι αυτή τους μισθούς της από την από το έτος 1990 εργασία της αποταμίευε κατά ένα μέρος, ενώ το υπόλοπο διέθετε για τη διατροφή και συντήρησή της, λόγω της χωριστής από τον εναγόμενο διαβίωσής της, και για λίγο χρόνο προ της ασκήσεως της ένδικης αγωγής με τις από την εργασία της αποταμιεύσεις της και με στεγαστικό δάνειο που έλαβε, καθώς και με την οικονομική ενίσχυση της μητέρας της αγόρασε επ' ονόματί της ένα ακίνητο. Ενόψει τούτων είναι προφανές ότι η δαπάνη αγοράς και αμοιβής εργατοτεχνικού προσωπικού καθώς και κάθε άλλη δαπάνη κατασκευής κατά το έτος 2005 του πρώτου ορόφου της οικίας στη ... καλύφθηκε με χρήματα που ο εναγόμενος είχε εξοικονομήσει και αποταμιεύσει από την εργασία του σε χρόνο μεταγενέστερο της διαστάσεως (1989) των διαδίκων. Με τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος για οποιαδήποτε συμβολή της ενάγουσας (ούτε και καλυπτομένης υπό του τεκμηρίου του 1/3) ως προς την κτήση υπό του εναγομένου του πρώτου ορόφου οικίας στη ... και των δύο βιοτεχνικών μονάδων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος. Επομένως, η συμβολή της ενάγουσας περιορίζεται έτσι στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου κατά το οικόπεδο μετά του ισογείου ορόφου στην περιοχή ...,που αποκτήθηκε υπό του τελευταίου κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων, ήταν δε αυτή (συμβολή) κάτι περισσότερο από την εκπλήρωση της υποχρέωσης της ενάγουσας για την κοινή και ανάλογη προς τις δυνάμεις του κάθε συζύγου συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειάς τους (άρθρα 1389, 1390 ΑΚ), αποτιμάται δε υπό του Δικαστηρίου τούτου στο υπό του νόμου τεκμαιρόμενο και αξιούμενο (διά της αγωγής) ποσοστό του 1/3, απορριπτομένου κατά τούτο της ενστάσεως του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής. Με βάση τα ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει παρά του εναγομένου το ποσό των 13.333,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο από το νόμο τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3 της αξίας (40.000 ευρώ) του ως άνω περιουσιακού στοιχείου (40.000 Χ 1/3)... και πρέπει να αναγνωρισθεί εν τέλει ότι ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό αυτό (13.333,33 ευρώ) νομιμοτόκως, για την απόδοση κατά το 1/3 συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους>>. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως αυτής που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την εν μέρει παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, καθώς και την μερική απόρριψη της αντίστοιχης ένστασης του αναιρεσείοντος περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου τους, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι στην αύξηση της περιουσίας αυτού μέχρι την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους το 1989, συνέβαλε και η ενάγουσα κατά το προβλεπόμενο στην άνω διάταξη τεκμαρτό ποσοστό του 1/3, κατά την επί πλέον συνεισφορά της για τις ανάγκες της οικογένειας, χωρίς όμως καμιά περαιτέρω συμβολή αυτής στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, από την άνω διάσπαση, και ότι την συμβολή αυτή στην περιουσία του εναγομένου μέχρι την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους δικαιούται να αξιώσει με την ένδικη αγωγή, αφού μέχρι την άσκηση της τελευταίας (1-7-2009), είχε μεν παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της τριετίας από την διάσταση, χωρίς όμως να έχει λυθεί αμετάκλητα ο γάμος τους μέχρι την ημερομηνία αυτή, γεγονός που συντελέσθηκε στις 28-12-2009 με την έκδοση της υπ' αριθ. 2359/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα, στην περίπτωση της τριετούς διάστασης, ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν την τελική περιουσία του υποχρέου συζύγου, ανάγεται στο χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, κατά τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διαρκούσε ο γάμος των διαδίκων, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα, με την μεταγενέστερη απόφαση του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου και μέχρι την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, το οποίο μόνο ενδιαφέρει εν προκειμένω, και την συμβολή της τελευταίας στην αύξηση της περιουσίας αυτής, ανερχομένης στο τεκμαρτό ποσοστό του 1/3, καθώς επίσης ότι κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής με την οποία αξιώνεται η τεκμαρτή συμβολή της λόγω τριετούς διάστασης της εγγάμου συμβιώσεως, δεν είχε λυθεί εισέτι αμετάκλητα ο μεταξύ τους γάμος. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο και τέταρτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, καθώς και τον τρίτο των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, της αύξησης δηλαδή της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων και την συμβολή της αναιρεσίβλητης σ' αυτήν, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν` ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Μόνο δε αν η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ. ΑΠ 5/2011, Ο. ΑΠ 8/2001). Έτσι, και στην περίπτωση του άρθρου 1400 ΑΚ, ο σύζυγος κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα συμμετοχής στα αποκτήματα, πρέπει να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία πληρούν τις ως άνω προϋποθέσεις της ΑΚ 281 και τα οποία, ενώ δεν αποκλείουν τη γέννηση του δικαιώματος, συνδέουν την ενέργειά του με εξαιρετικά επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο χωρίς αντίστοιχο όφελος για τον δικαιούχο έτσι ώστε να προκύπτει κατάχρηση με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ για την αποτροπή της οποίας είναι απαραίτητη η απαγόρευση της ασκήσεως αυτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε νομίμως με τις προτάσεις του και ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό, ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά διότι ενώ η άσκησή της μπορούσε να γίνει μετά την πάροδο τριών ετών από τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, ήτοι από το έτος 1993, εσκεμμένα αδράνησε επί μακρόν και μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους σπεύδει στην άσκησή της, αιτούμενη να πλουτίσει σε βάρος του αξιώνοντας την τεκμαρτή συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του, σε τρόπον ώστε η μακρά αυτή αδράνειά της επί 17 έτη στην επιδίωξη των επικαλούμενων αξιώσεών της από την παραπάνω αιτία να καθιστά καταχρηστική την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη με την προσβαλλομένη απόφασή του την υποβληθείσα ως άνω ένσταση του εναγομένου, με την αιτιολογία, "ότι ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε συγκεκριμένα γεγονότα και περιστάσεις που να συνδέουν την άσκηση της δια της ενδίκου αγωγής αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του εναγομένου με εξαιρετικά επαχθείς συνέπειες γι' αυτόν χωρίς αντίστοιχο όφελος για την ενάγουσα, αλλά ούτε και ειδικές περιστάσεις που να συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά της τελευταίας, που να έχει κατόπιν μεταβληθεί, μόνη δε η επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια αυτής για άσκηση του δικαιώματός της, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι δημιούργησε στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμά της αυτό, δεν καθιστούν την άσκηση του τελευταίου μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι πράγματι, τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου και τέταρτος των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1850/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-11-2012 αίτηση και τους από 03-09-2013 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 1850/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ