Αριθμός 1018/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Ι. Μ. Π. Κ. «Χ. που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουστάκα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/6/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος τ αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 30/6/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 17/2021 τελεσίδικη απόφαση του τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 18/8/2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η εγκυρότητα ανάκλησης δωρεών και με καταδικαστεί το εναγόμενο δήλωση βουλήσεως προκειμένου να μεταβιβαστούν σε αυτόν ως εκ διαθήκης κληρονόμου τα δωρηθέντα ακίνητα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 518, 552, 553 παρ. 1 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και κατά την άσκησή της καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή. Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο. Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή. Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά την συμπεριφορά αυτήν με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατ' αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Το διαπλαστικό δικαίωμα της ανάκληση της δωρεάς είναι προσωποπαγές και μπορεί να στρέφεται κατά δωρεοδόχου - νομικού προσώπου το οποίο ευθύνεται και α) για τις παράνομες πράξεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν σύμφωνα με το άρθρο 71 ΑΚ και β) από τις ζημιογόνες πράξεις των προστηθέντων, που δεν είναι καταστατικά όργανα, από τις διατάξεις των άρθρων 334 και 922 ΑΚ .Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 Α.Κ. (πρβλ. Α.Π. 109/2010, Α.Π. 1719/2009, Α.Π. 982/2004). Εξάλλου κατά το άρθρο 507 ΑΚ, ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι επί ανάκλησης της συμφωνηθείσης δωρεάς υπό τρόπο απόκειται στο δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει προς απαλλαγή του είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει αυτός (δωρεοδόχος) ευθύνη. Τούτο δε διότι σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 342 του ΑΚ τεκμαίρεται το πταίσμα της μη εκπλήρωσης λόγω του συμβατικού χαρακτήρα της εκ του τρόπου ενοχής και γι' αυτό το βάρος της απόδειξης της ανυπαίτιας μη εκπλήρωσης φέρει ο δωρεοδόχος. Κατά το άρθρο 509 παρ.1 ΑΚ η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, συνεπώς και με αγωγή, τα δε αποτελέσματα της ανάκλησης επέρχονται ευθύς ως περιέλθει η δήλωση σ` αυτόν περί ανακλήσεως ή τον νόμιμο αντιπρόσωπο του και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και δύναται να δικαιολογήσει την ανάκληση. Για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφενός, ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία να αποδείξει το έναντι του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης. Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ, 1192 και 1198 ΑΚ - ΑΠ 840/1994). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: " Η Β. χήρα Κ. Δ., το γένος Α. Π., γεννηθείσα το έτος 1927 και ήδη αποβιώσασα την 1/2/2014, κάτοικος εν ζωή ..., με το υπ' αριθμόν 722/8-4-2005 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Καστελλίου Ηρακλείου Ηλέκτρας Σμυρνιωτάκη Μηλαθιανάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 18-4-2005 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου Πεδιάδος στον τόμο ..., δώρισε στην «Ι. Μ. Π. Κ. «Χ., που εδρεύει στη ... τα παρακάτω ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του ... μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του ... και ειδικότερα: 1) Στη θέση ... στο ΟΤ 77, ένα οικόπεδο εκτάσεως 226,76 μ2, που συνορεύει βόρεια με παράλληλη της Εθνικής Οδού δημοτική οδό, νοτιοανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας ..., νότια και δυτικά με δημοτική οδό, 2) Στη θέση ... στο ... και στην παράλληλο της π. Εθνικής οδού ένα οικόπεδο εκτάσεως 1062,58 μ2, που συνορεύει βόρεια με παράλληλη της "Εθνικής Οδού δημοτική οδό, βορειοανατολικά με συμβολή δύο δημοτικών οδών, ανατολικά με δημοτική νότια με ιδιοκτησίες ... δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Β. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Α. Ρ. και λοιπών και με παράλληλο της εθνικής οδού δημοτικό δρόμο. Εντός του οικοπέδου τούτου έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο όροφο-κατοικία εμβαδού 104,80 τμ και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο-κατοικία εμβαδού επίσης 104,80 τμ. Η δωρεά των ακινήτων τελούσε υπό τον τρόπο που συμφωνήθηκε με το παραπάνω (σελ.9) συμβόλαιο δωρεάς ορίζοντας συγκεκριμένα ότι: "1) όσο ζει η δωρήτρια τα παραπάνω ακίνητα να χρησιμοποιηθούν για την λειτουργία οίκου ευγηρίας-γηροκομείου στη θέση αυτή πλην όμως η δωρήτρια θα έχει το δικαίωμα αποκλειστικής οίκησης ισοβίως σε τμήμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής, που έχει ανεγερθεί στο δεύτερο εκ των άνω ακινήτων, το οποίο τμήμα θα το χρησιμοποιεί η δωρήτρια ως κύρια κατοικία έχει εμβαδό 50,82 τμ, όπως αποτυπώνεται στο .......... 2) Μετά το θάνατο της δωρήτριας τα δωρούμενα ακίνητα θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για οποιονδήποτε πνευματικό ή φιλανθρωπικό σκοπό της Ι. Μ. Π. και Χ., 3) Σε περίπτωση, που η δωρήτρια καταστεί ανίκανη να αυτοσυντηρηθεί για οποιονδήποτε λόγο (ενδεικτικά ασθένεια, σωματική αναπηρία, οικονομική δυσχέρεια), αυτή θα καθίσταται αυτομάτως τρόφιμος του γηροκομείου άνευ άλλου ανταλλάγματος και θα απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις παροχές, που απολαμβάνουν και οι λοιποί τρόφιμοι διαμένουσα στο χώρο, όπου έχει αποκλειστικό δικαίωμα οίκησης". Με το ίδιο συμβόλαιο συνομολογήθηκε ότι η παρούσα δωρεά ανακαλείται μόνο στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των όρων που τέθηκαν προηγουμένως, αφού είχε προηγηθεί η σύμφωνη γνώμη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της Ιερός Μητρόπολης βάσει του υπ αρ. 2/28.3.2005 πρακτικού συνεδρίασης επ' αφορμή της από 12.3.2005 επιστολής με υπογραφή της δωρήτριας που προσκόμισε η εναγομένη, ο εκπροσωπών το ν.π.δ.δ ... αποδέχθηκε για λογαριασμό της Ιεράς μητρόπολης τη δωρεά και παρέλαβε τα ακίνητα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, αναγνωρίζοντας το αποκλειστικό δικαίωμα ισόβιας οίκησης της δωρήτριας στον παραπάνω χώρο και υποσχέθηκε επιπλέον ότι θα τηρήσει πιστά τους όρους που αυτή έθεσε. (βλ. σελ. 11 του άνω συμβολαίου δωρεάς)............. Η κατά τα παραπάνω (...) σύμβαση συνιστά, σύμφωνα με το σαφές περιεχόμενό της, δωρεά υπό τρόπο, κατά την έννοια των άνω άρθρων 496, 503 του ΑΚ, δηλαδή μεταβίβαση, με αιτία της δωρεά, χωρίς δηλαδή αντάλλαγμα, της παραπάνω οικοδομής, με τον όρο της στέγασης σ' αυτή και της λειτουργίας στο μέλλον της κύριας εγκαταστάσεως του Γηροκομείου της εναγόμενης (δωρεοδόχου) Ιεράς Μητρόπολης. Ακολούθως, με το με αρ. 854/23-11-2005 συμβόλαιο δωρεάς (διαφόρων ακινήτων κατά ψιλή κυριότητα με παρακράτηση επικαρπίας και άλλων κατά πλήρη) της συμβολαιογράφου Καστελλίου Ηρακλείου Ηλέκτρας - Μηλαθιανάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 27-12-2005 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου Πεδιάδος στον τόμο 752 με αριθμό 85140, η ίδια (Β. χήρα Κ.. Δ.) δώρισε στο εναγόμενο ν.π.δ.δ τα παρακάτω ακίνητα: Α) Στην κτηματική περιφέρεια του ... του δ.δ Μοχού Δήμου Μαλλιών μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του ... και ειδικότερα στη θέση Βαγιές και στο ΟΤ 32 ένα οικόπεδο μετά των επ' αυτού ανεγερθέντων κτισμάτων εμβαδού 223,40 τμ που συνορεύει βόρεια με δημοτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Δημητρίου Διαμαντάκη, νότια με ιδιοκτησία Εμμανουήλ Παπουτσάκη και ανατολικά με ιδιοκτησία Αθανασίου Διαμαντάκη. Εντός του ακινήτου έχει αναγερθεί διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από δύο ισόγεια καταστήματα εμβαδού καθενός 27,38 τμ και δύο διαμερίσματα στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο εμβαδού καθενός 28,37 τμ., Β) Στην κτηματική περιφέρεια ιου-οικισμού Μοχού του Δήμου Μαλλιών και ειδικότερα 1) στη θέση ΣΠΑΝΟΜΚΚΟΣ ένα ελαιόφυτο 1000 τμ με 30 ελαιόδεντρα που συνορεύει βόρεια και νότια με αγροτικό δρόμο ανατολικά με ιδιοκτησία Εuαγγελίας Διαμαντάκη-Ανυφαντάκη και δυτικά με ιδιοκτησίες Ιωάννας Σουpανάκη και Εμμανουήλ Αλατσά, 2) στη θέση ΚΑΤΩ ΑΛΩΝΙΑ ένα αγροτεμάχιο ακαλλιέργητο εμβαδού 500 μ2 που συνορεύει με ιδιοκτησίες Βασιλείου Σωμαράκη, Εμμανουήλ Διαμαντάκη και με διάβαση, Γ) Στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού ... και ειδικότερα στη θέση ΑΠΟΣΕΛΕΜΗ, ένα αγροτεμάχιο ακαλλιέργητο εμβαδού 2238,02 μ2 που συνορεύει με ιδ1οκτησίες Κασσαπάκη, Ιωάννας Σουρανάκη, δέτη και ποταμό. Αφού είχε προηγηθεί η σύμφωνη γνώμη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της Ιεράς Μητρόπολης βάσει του υπ αρ. 5/3-10-2005 πρακτικού συνεδρίασης επ' αφορμή της από 29.9.2005 επιστολής με υπογραφή της δωρήτριας που προσκόμισε η εναγομένη, ο εκπρόσωπών το ν.π.δ.δ ... αποδέχθηκε για λογαριασμό αυτού τη δωρεά και παρέλαβε τα ακίνητα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, πλην του ακινήτου ήτοι του οικοπέδου στη θέση ΒΑΓΙΕΣ του ... στο ΟΤ 32 μετά των ανεγερθέντων κτισμάτων, για το οποiο η δωρήτρια παρακράτησε για τον εαυτό της το δικαίωμα της επικαρπίας. ............ .............Έτσι ενώ είχαν τα πράγματα, η ανωτέρω δωρήτρια με την από 14-6-2010 εξώδικη δήλωσή της, την οποία νόμιμα κοινοποίησε στην εναγόμενη Ιερά Μητρόπολη όπως προκύπτει από την υπ αρ. 22446/28.6.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας Πρωτοδικείου- ... στο περιεχόμενο της οποίας τονίζεται η ψυχική αδυναμία στην οποία τελούσε κατά το χρόνο κατάρτισης των δικαιοπραξιών δωρεάς των- παραπάνω ακινήτων, ανακάλεσε ρητά τις δωρεές αυτές "αφενός για λόγους αχαριστίας, αφού διαπίστωσε ότι προστηθέντα πρόσωπα της Μητρόπολης είχαν ιδιοποιηθεί παράνομα μισθώματα που κατέβαλαν οι μισθωτές (Ιωάννης Σπανάκης και Γεώργιος Βαρδαλαχάκης) από τα καταστήματα που εκμισθώνει η ίδια στη Σταλίδα (ως επικαρπώτρια), αφετέρου διότι δεν τηρήθηκε ο τρόπος που είχε προβλεφθεί στο υπ αρ. ... συμβόλαιο, όπως της είχαν μόλις γνωστοποιήσει με την από 11.5.2010 σχετική επιστολή. Ταυτόχρονα, ζήτησε να συμπράξει η καθ' ής για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της δια της κατάρτισης των ανάλογων συμβολαιογραφικών πράξεων". Η τελευταία δε αυτή (334/11.5.2010), επιστολή της εναγομένης προς τη δωρήτρια, η οποία προηγήθηκε της ανάκλησης, απεστάλη αφότου ο εκπρόσωπος αυτής Μακαριστός (καθότι απεβίωσε την 15.10.2015) Μητροπολίτης, είχε λάβει γνώση αντίστοιχων διαμαρτυριών της δωρήτριας σχετικά με τη διαχείριση των μισθωμάτων και των χρηματικών ποσών που της ανήκαν και προφανώς είχε πληροφορηθεί την πρόθεση της δωρήτριας για ανάκληση των δωρεών και απαντώντας σχετικά επισήμανε ότι " .. δεν αξίζουν οι περιουσίες και δεν έχουμε ανάγκη από περιουσίες. Είναι δική Σας και να την κάνετε ότι θέλετε .. ". Ακολούθως, μετά την επίδοση της από 14.6.2010 εξώδικης δήλωσης ανάκλησης, απαντώντας η εναγόμενη με την από 5.7.2010 εξώδικη απάντηση που επιδόθηκε στη δωρήτρια την 20-7-2010 και για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, αρνήθηκε τη βασιμότητα της δήλωσης ανάκλησης και την καθοιονδήποτε τρόπο σύμπραξη για την αναμεταβίβαστη της κυριότητας των δωρηθέντων στοιχείων." Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι : " Όσον αφορά την τήρηση του τρόπου που συστήθηκε με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο δωρεάς, αποδείχθηκε ότι από το έτος 2005 που συνήφθη το δωρητήριο συμβόλαιο έως το έτος 2010 οπότε και ασκήθηκε η δήλωση ανάκλησης από μέρους της δωρήτριας, η εναγομένη Ιερά Μητρόπολη σε ουδεμία ενέργεια είχε προβεί σχετικά με την εκδήλωση ενδιαφέροντος για την αξιοποίηση του εν λόγω ακινήτου, προκειμένου να λειτουργήσει σε αυτό οίκο ευγηρίας - γηροκομείο, παρά μόνο μετά πάροδο πέντε ετών και για πρώτη φορά φαίνεται ότι επικαλέσθηκε την ανυπαίτια μη εκπλήρωση του τρόπου λόγω τεχνικών δυσκολιών, με την από 11-5-2010 επιστολή του Μακαριστού Μητροπολίτη, την οποία επανέλαβε με την παραπάνω από 5-7-2010 εξώδικη απάντηση, που απέστειλε η εναγόμενη στη δωρήτρια μετά την ανάκληση. Ωστόσο, καμία πράξη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου είχε μεσολαβήσει μέχρι τότε που να αιτιολογεί την επικαλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης του τρόπου ούτε υπήρξε σχετική έγγραφη γνωστοποίηση προς τη δωρήτρια, ως όφειλε να ενεργηθεί εκ της υποχρέωσης που είχε αναλάβει το εν λόγω νπδδ. Η εναγόμενη επιδόθηκε σε σχετικές διερευνητικές περί της δυνατότητας ή μη εκπλήρωσης του τρόπου ενέργειες μετά την επίδοση της κρινόμενης από 18.8.2014 αγωγής προσκομίζοντας την από 3.4.2015 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ./vου Μ., στο συμπέρασμα της οποίας αναφέρεται επακριβώς ότι: " τεκμαίρεται ότι δεν καθίσταται δυνατή η μετατροπή του συγκεκριμένου διώροφου κτίσματος σε γηροκομείο - οίκο ευγηρίας, καθόσον δεν επαρκεί η επιφάνεια του για να υλοποιηθούν όλες· οι κατ' ελάχιστον υποχρεωτικές απαιτήσεις της νομοθεσίας κατά το ΦΕΚ 271Α/1974". Από την ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου της άνω έκθεσης, προκύπτει ότι πρόκειται για οικόπεδο επιφάνειας 1.079,31 τ.μ. εντός των ορίων του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του ... Δήμου Χερσονήσου, στο ..., εκ του οποίου ρυμοτομείται τμήμα 101,12 τ.μ. απομένουσας καθαρής επιφάνειας προς ανοικοδόμηση μετά την παραχώρηση σε κοινή χρήση του παραπάνω ρυμοτομούμενου τμήματος 969, 19 τ.μ.. Το υπάρχον επί του οικοπέδου τούτου, διώροφο κτίσμα που έχει ανεγερθεί με τις υπ αρ. ... οικοδομικές άδειες, εμβαδού 104,80 τ.μ. ανά ισόγειο και α' όροφο, δεν ρυμοτομείται, ενώ οι διερχόμενες γραμμές υψηλής τάσεως της ΔΕΗ δεν επηρεάζονται από τις αποστάσεις τις σχετικές με την ύπαρξη ρέματος (βλ. παρατηρήσεις στο από 16.4.2018 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Φ. Μ. που προσκομίζει η εναγομένη). Σύμφωνα με το εγκεκριμένο με την απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου 5040/3056/28.6.1991, ΦΕΚ 493Δ/25. 7 .1991 σχέδιο του οικισμού και την "Έγκριση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (ΓΠΣ) ... ΥΑ 50281/8.5.2002 ΦΕΚΔ/28.5.2002", η αρτιότητα ορίζεται στα Π2/Ε-800 τ.μ., το ποσοστό κάλυψης 40% και ο συντελεστής δόμησης σε 0,60%. Εκ των ανωτέρω στοιχείων που εισφέρονται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα της εναγομένης, ευχερώς συνάγεται ότι η αξιοποίηση του υπάρχοντος νομίμως υφιστάμενου κτιρίου και η επέκταση αυτού με την προσθήκη μελλοντικών στο ευρύτερο οικόπεδο, σε συνδυασμό με το εύρος της συνολικής του καθαρής έκτασης (1 στρέμμα), δεν αποκλείουν την αξιοποίηση του όλου ακινήτου σε οίκο ευγηρίας. Τούτο δεν διαφαίνεται αποτρεπτικό από τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις τόσο του παραπάνω πολιτικού μηχανικού Κ.. Μ. όσο και από την 22.11.2018 σχετική έκθεση του Αρχιτέκτονα μηχανικού Ο. Σ., που επιμελήθηκε η εναγομένη, αμφότερες οι οποίες αποφαίνονται για αδυναμία μετατροπής του υφιστάμενου και μόνο κτιρίου σε γηροκομείο και ουδόλως προτείνουν την προσθήκη μελλοντικών κτισμάτων προς λειτουργία τέτοιου. Τέτοια δε επέκταση και εκμετάλλευση δεν ήταν απαγορευτική από το δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο συστήθηκε ο όρος της δωρεάς, καθώς σαφής αξίωση της δωρήτριας ήταν "η λειτουργία οίκου ευγηρίας-γηροκομείου στη θέση αυτή με το δικαίωμα αποκλειστικής οίκησης της ίδιας ισοβίως σε τμήμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής". Εξάλλου, άλλοι περιορισμοί δεν αποδείχθηκαν ώστε να καταστήσουν αδύνατη την εκπλήρωση του επίμαχου όρου. Οι επικλήσεις της εναγομένης ότι δεν υφίσταται δυνατότητα ανοικοδόμησης καθόσον δεν έχει κυρωθεί η σχετική πράξη εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου της περιοχής Σταλίδας, είναι καθόλα αβάσιμες και δεν συνιστούν αρνητική προϋπόθεση για την ανοικοδόμηση, καθώς με την παραχώρηση σε κοινή χρήση του ρυμοτομούμενου τμήματος καθίσταται εφικτή από πολεοδομικής άποψης η αξιοποίηση του οικοπέδου, ενώ δεκάδες οικοδομές έχουν ανεγερθεί νόμιμα στην εν λόγω τουριστικού χαρακτήρα κυρίως περιοχή από την έγκριση του πολεοδομικού το έτος 1991 και εντεύθεν μετά από την τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από το εγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο. Επομένως, η προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγομένης σχετικά με την εκπλήρωση του συνομολογηθέντος τρόπου της δωρεάς, συνιστά τουλάχιστον αμελή από μέρους της συμπεριφορά, η οποία διαφάνηκε αρχικά με αδράνεια και στη συνέχεια εκδηλώθηκε παράτυπα, παρερμηνεύοντας τα πολεοδομικά δεδομένα σε σχέση με την αξιοποίηση του όλου δωρηθέντος οικοπέδου και παραλείποντας συνάμα την εφαρμογή των δεοντολογικών και τυπικών προϋποθέσεων που προβλέπονται στον κανονισμό της λειτουργίας της και αρμόζουν για τη λήψη των σχετικών αποφάσεων από μέρους της.".... "Περαιτέρω, όσον αφορά τον έτερο λόγο της ανακλητικής δήλωσης της δωρήτριας σχετικά με την παράνομη ιδιοποίηση μισθωμάτων, μέσω προστηθέντων της Μητρόπολης προσώπων, από τα μισθωμένα καταστήματα επί του ακινήτου στη θέση Βαγιές ... τα οποία η ίδια ως επικαρπώτρια εκμεταλλευόταν στην άνω περιοχή εντός του ... Δήμου Χερσονήσου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη - εφεσίβλητη δια των αντιπροσωπευτικών της οργάνων αδικαιολόγητα αναμίχθηκε στην είσπραξη των μισθωμάτων αυτών από τους ενοικιαστές και τους υπέδειξε να καταβάλουν αυτά σε ξεχωριστό κοινό λογαριασμό που ανοίχθηκε την 12.2.2009 στην Εμπορική Τράπεζα (βλ. ενδεικτικά το από 5.3.2010 αντίγραφο γραμματίου είσπραξης ποσού 667,0 ευρώ σε λογαριασμό εμπορική bank με δικαιούχο τον Μητροπολίτη κατά κόσμο Π. Κ./νο - Ν. από καταβολή του μισθωτή 1. Σ.) και άλλοτε σε λογαριασμό τρίτου ήτοι του γραμματέα της Μητρόπολης ιερέα Ε. Λ. (βλ. τις από 16.12.2009 και από 17.3.2010 εντολές είσπραξης ... με δικαιούχο τον ανωτέρω ποσού 1.400,0 ευρώ εκάστη, από καταβολές του μισθωτή Γ.. Β.). Στο σημείο αυτό πρέπει να εκτεθεί ότι προ της υπογραφής του πρώτου δωρητηρίου συμβολαίου ... και συγκεκριμένα την 4/4/2005, η ανωτέρω δωρήτρια έθεσε συνδικαιούχο τον παραπάνω Μητροπολίτη της εναγομένης στον ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα και σε όλες τις προθεσμιακές καταθέσεις που κινήθηκαν βάσει των ποσών αυτού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενα έγγραφα κίνησης λογαριασμού της άνω τράπεζας, την 4-4-2005 έκλεισε τον προθεσμιακής κατάθεσης λογαριασμό ... ποσού 136.317,01 ευρώ και μετέφερε αυτό με πίστωση σε νέα προθεσμιακή κατάθεση ποσού 130.000 ευρώ ..., η οποία ανά δίμηνο, όπως προκύπτει από τις αναλυτικές κινήσεις του παραπάνω βασικού λογαριασμού στον οποίο χρεώνονταν και πιστώνονταν αντίστοιχα τα χρηματικά ποσά, ανανεωνόταν με καινούργια κάθε φορά νούμερα προθεσμιακής, ενώ στον ίδιο βασικό λογαριασμό (69918) την 2/12/2005 πιστώθηκε και ποσό 27.117,89 ευρώ προερχόμενο από κλείσιμο ά άλλης προθεσμιακής κατάθεσης ... με χρέωση νέας προθεσμιακής 27.000 ευρώ Νο ..., η οποία ανανεωνόταν όπως και η προηγούμενη προθεσμιακή των 130.000 ευρώ μέχρι το έτος 2010. Την 15.4.2010, αφού τα παραπάνω ποσά μεταφέρθηκαν στον υπ αρ. ... λογαριασμό, αναλήφθηκε από τη δωρήτρια το συνολικό ποσό των 159.245,00 ευρώ, προερχόμενο από το κλείσιμο των δύο προθεσμιακών αυτών καταθέσεων, απομένοντος υπολοίπου 16,40 ευρώ. (βλ. προσκομιζόμενα από την εναγόμενη με χρονολογία 5.12.2014 έγγραφα παροχής στοιχείων της άνω Τράπεζας). Από την ανάλυση του παραπάνω αρχικού κοινού λογαριασμού της ... προκύπτει ότι εκτελούνταν τακτικές αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών (πχ. 21-7-2005, 930 ευρώ, την 3.8.2005, 520 ευρώ, 3/10/2005-96 ευρώ, 2.12.2005-704 ευρώ, 1.2.2006 - 710 ευρώ, 3.4.2006 732 ευρώ και τακτικά ακολουθούν αναλήψεις με ποσά των 1.388,54 ευρώ, 850, 820, 924, 893, 950, 980, 1033, 950, 1010, 1080, 1895, 1220, 1390, 1100, την 3.8.2009 ποσό 1.100 και την 1.2.2010 ποσό 516 ευρώ έως την 15.4.2010 που έκλεισε ο λογαριασμός), των οποίων η ανάλωση ουδόλως επαληθεύεται με συγκεκριμένες ανάγκες της δωρήτριας, πλην αυτών που αντιστοιχούν σε πληρωμή ορισμένων φορολογικών υποχρεώσεων σχετικά με τις υποχρεώσεις των ακινήτων (βλ. προσκομιζόμενα έγγραφα της ΔΟΥ Λιμένα Χερσονήσου γραμμάτια είσπραξης του έτους 2009, ήτοι ποσό 60 ευρώ την 3.8.2009, 79,01 ευρώ την 17.9.2009, ποσό 84,46 ευρώ την 20/11/2009 προς Δήμο Μαλίων, ενώ τα υπ αρ. ... γραμμάτια της άνω ΔΟΥ εκδόθηκαν για συμψηφισμό των ποσών 393, 14 και 2.694,01 ευρώ). Ωστόσο, η εναγομένη επικαλείται ότι παρά τις δαπάνες που ενήργησε για λογαριασμό της δωρήτριας, το υπόλοιπο του παραπάνω αρχικού κοινού τραπεζικού λογαριασμού στην Παγκρήτια Τράπεζα, αυξήθηκε από το αρχικό ποσό των 130.000 ευρώ σε 159.245 ευρώ όταν το έτος 2010 η δωρήτρια ανέλαβε το ποσό αυτού, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε και σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την ίδια αναλυτική κίνηση του εν λόγω λογαριασμού, εμφανώς προκύπτει ότι σε αυτόν γινόταν επιπλέον πιστοχρέωση υπάρχοντος ποσού 27.000 ευρώ το οποίο συμποσούται στην τελική ανάληψη και καμία άλλη κατάθεση δικαιολογεί την ύπαρξη του υπερβάλλοντος αυτού ποσού. Περαιτέρω, η εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ασχολήθηκε με την είσπραξη των μισθωμάτων εξαιτίας δυστροπίας των μισθωτών για την καταβολή αυτών και ότι με σκοπό να εξυπηρετήσει και να φροντίσει τη δωρήτρια, προέβαινε σε αγορές καταναλωτικών αγαθών και εξοφλούσε τις υποχρεώσεις της μέσω των εισπραχθέντων χρημάτων. Ωστόσο, και από το αντίγραφο κίνησης του 65277107 κοινού λογαριασμού, στον οποίο ο ανωτέρω κατέστη συνδικαιούχος στην Εμπορική Τράπεζα την 16.2.2009 για την είσπραξη των μισθωμάτων, ο οποίος λειτούργησε ως την 26.4.2020 με υπόλοιπο 269,61 ευρώ, προκύπτει ότι γινόταν ανάληψη όλων σχεδόν των κατατεθέντων χρηματικών ποσών (βλ. καταθέσεις και αντίστοιχες αναλήψεις ποσών 1668,64, 1.667,50, 1200,0 και 1.200,0 ευρώ), χωρίς να είναι πρόσφορη η αντιστοιχία αυτών με δαπάνες υπέρ της δωρήτριας. Επικαλείται περαιτέρω η ενανομένη-εφεσίβλητη, ότι δαπάνησε ποσό 3.000 ευρώ για την απασχόληση δικηγόρου (Α. Α..Γ..), προκειμένου κατ' εντολή της δωρήτριας να διευθετηθεί νομικά ακίνητο ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην περιοχή Ελευσίνας Αττικής - όπου και ο τόπος καταγωγής της, (νόμιμο κτίσμα ανεγερθέν με την ... οικοδομική άδεια του πολεοδομικού γραφείου Αθηνών - Προαστείων επί των οδών Ασκληπιού 30 και Καραϊσκάκη γωνία), για να εγγραφεί στο κτηματολόγιο της οικείας περιοχής και να δηλωθεί στο Ε9 της δωρήτριας, ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του. Προέκυψε και από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα της εναγομένης ότι υπήρξε απασχόληση της εν λόγω δικηγόρου για την τακτοποίηση του ακινήτου αυτού, η οποία είχε αναλάβει κατά την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα και άλλες υποθέσεις της Μητρόπολης, πλην όμως από κανένα παραστατικό στοιχείο φαίνεται η καταβολή προς αυτή αντίστοιχου χρηματικού ποσού, ενώ η όψιμη σύνταξη του προσκομιζόμενης έκθεσης πεπραγμένων που εκδόθηκε την 8.7.2010 αναφερόμενη στην ανατιθέμενη εργασία, δεν προσδιορίζει την ανάλωση της επικαλούμενης δαπάνης με αποδεικτικά καταθετήρια έγγραφα της τράπεζας. τουναντίον προκύπτει ότι η δωρήτρια μετά την υποβολή ανάκλησης της δωρεάς μετέφερε δια του ενάγοντος ανιψιού της προς την ανωτέρω δικηγόρο τα χρηματικά ποσά των 300 ευρώ την 07/07/2011, των 700 ευρώ την 20/12/2012 και των 300 ευρώ την 27 Ιουλίου 2012 προς εξόφληση της αμοιβής και των εξόδων για την ανωτέρω νομική διαδικασία. Αβάσιμος εξάλλου κρίνεται και ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι το ποσό των 1400 ευρώ που εισέπραξε ως προαναφέρθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του ιερέα Ε.. Λ., δόθηκε από τη δωρήτρια για ενίσχυση του γενικού φιλόπτωχου ταμείου, στη μνήμη του συζύγου της προσκομίζοντας σχετικό φωτοαντίγραφο απόδειξης με εμφανώς μεταβληθείσα την ημερομηνία σύνταξης αυτού, ενώ προσκομίζει διάφορες αποδείξεις αγοράς καταναλωτικών αγαθών, των οποίων η δαπάνη προφανώς και δεν φαίνεται σε ποιόν αντιστοιχεί, ακόμη πρόχειρη απόδειξη εφάπαξ αμοιβής οικιακής βοηθού και ιατρικών παροχών της δωρήτριας, όλες σχεδόν με ημερομηνίες τον Μάρτιο μήνα του 2010, οπότε είχε καταστεί γνωστή η αρνητική διάθεση της δωρήτριας και η μεταστροφή της αρχικής της στάσης ως προς τις δωρεές. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι η ανάμιξη των εκπροσώπων της εναγομένης στη διαχείριση των οικονομικών της δωρήτριας διενεργήθηκε χωρίς την ακριβή γνώση και έγκριση αυτής, τόσο σχετικά με τον πρώτο λογαριασμό όσο και με την είσπραξη των μισθωμάτων που της ανήκαν ως επικαρπώτρια των δωρηθέντων κατά ψιλή κυριότητα ακινήτων προς αυτή, που έγινε με τη δημιουργία ξεχωριστού λογαριασμού και άλλοτε σε ατομικό επίπεδο των οργάνων της, χωρίς να τηρούνται και πάλι οι τυπικές προϋποθέσεις διαχείρισης, αφού παραλείφθηκε η έγγραφη ανάληψη των καθηκόντων αυτών από το μητροπολιτικό συμβούλιο της εναγομένης, ως αναγκαία διαδικασία για την κατοχύρωση των πεπραγμένων. Ομοίως και η μεταβίβαση την 11-12-2008 της άδειας ενός άμβυκα (καζάνι παραγωγής τσίπουρου χωρητικότητας 90 κιλών) που κατείχε η δωρήτρια από κληρονομιά του συζύγου της Κ../νου Δ.. προς τον οδηγό της Μητρόπολης Ε. Σ., παρά τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η διαδικασία ενεργήθηκε κατόπιν επιθυμίας της δωρήτριας, εντούτοις δεν προκύπτει ο λόγος που αυτό παραχωρήθηκε στον ανωτέρω οδηγό ατομικά παρά στην Ιερά Μητρόπολη, ως ήταν η αρχική της επιθυμία κατά το από 29.9.2005 έγγραφο που φέρει την υπογραφή της. Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ευχερώς συνάγεται, ότι βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, η μη εκπλήρωση του τρόπου που συνομολογήθηκε με το υπ αρ. ... συμβόλαιο δωρεάς, οφειλόμενη σε υπαίτια συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, σε συνδυασμό με την εξελισσόμενη συμπεριφορά των ανωτέρω σχετικά με την άτυπη διαχείριση των οικονομικών της δωρήτριας, η οποία αποτελεί παράβαση των κανόνων δικαίου και των κρατούντων κοινωνικών αντιλήψεων, -θεμελιώνει κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 505 ΑΚ, νόμιμο και βάσιμο λόγο ανάκλησης της δωρεάς των περιουσιακών στοιχείων που συνολικά αποτελούν αυτή, καθώς σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις νομικές σκέψεις της παρούσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της από 14.6.2010 δήλωσης, δικαιολογούνταν οι προταθέντες από τη δωρήτρια λόγοι (μη εκπλήρωσης του τρόπου και συνάμα αχαριστίας) και πληρούνταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την παραγωγή των εννόμων συνεπειών της. Στην παραπάνω κρίση οδηγείται το παρόν Δικαστήριο χωρίς να αγνοεί ούτε να παραβλέπει την αποσπασματική βοήθεια και περιστασιακή συντροφιά που παρείχε η εναγομένη δια των προστηθέντων οργάνων της ή βοηθών αυτής προς τη δωρήτρια με δαπάνες της ίδιας της δωρήτριας, πλην όμως η πρωτοβουλία αυτή συνυφασμένη και με τους σκοπούς της λειτουργίας της εναγομένης Μητρόπολης, δεν ανταποκρινόταν στις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει ως δωρεοδόχος με τη σύσταση της δωρεάς ως προς την εκπλήρωση του τρόπου και των λοιπών υποχρεώσεων προς αυτή, για τις οποίες υπείχε ευθύνη προς εκτέλεση. Μετά δε την υποβολή της δήλωσης ανάκλησης ουδεμία παροχή οιασδήποτε μορφής βοήθειας ή ενδιαφέροντος από την εναγομένη δόθηκε προς τη δωρήτρια μέχρι του θανάτου της, το έτος 2014.......Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η ως άνω δωρήτρια απεβίωσε την 1/2/2014 και σύμφωνα με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ αριθμόν ... πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, μοναδικό κληρονόμο σε όλη την περιουσία της άφησε τον ενάγοντα ανιψιό της. Συνεπώς, κατά τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις, ο ενάγων ως αποκλειστικός κληρονόμος, έχει έννομο συμφέρον προς αναζήτηση των δωρηθέντων μετά τη βάσιμη ανάκληση που ενήργησε εν ζωή η δωρήτρια, υποχρεουμένης της εναγομένης εξαιτίας της ρητής άρνησής της, σε καταδίκη δήλωσης βουλήσεως προς αναμεταβίβαση αυτών, των οποίων την κυριότητα αδικαιολόγητα κατέχει ως σήμερα η τελευταία, λόγω λήξης της νόμιμης αιτίας των επίδικων μεταβιβάσεων δωρεάς, ενσωματωθείσας προς την εναγομένη αυτοδικαίως μετά το θάνατο της δωρήτριας επικαρπώτριας και του δικαιώματος της επικαρπίας που αφορά το ακίνητο στη θέση "Βαγιές" στο ... ως αναφέρεται στο υπ αρ. ... συμβόλαιο δωρεάς." Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια αναφέρει την ανάμιξη των οργάνων της αναιρεσείουσας καθώς επίσης και των προστηθέντων από αυτήν φυσικών προσώπων στη διαχείριση των οικονομικών θεμάτων της δωρήτριας χωρίς τη σύμφωνη γνώμη αυτής . Αναφέρονται με επάρκεια και χωρίς αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα απέκτησε δυνάμει δωρεάς τα ακίνητα τα οποία λεπτομερώς περιγράφονται από τη δωρήτρια Β. Κ. Δ., και ακολούθως με γνώση και υπαιτιότητα των οργάνων της και δια των προστηθέντων της αναμίχθηκε υπαίτια και αδικαιολόγητα στις οικονομικές υποθέσεις της δωρήτριας και συγκεκριμένα ότι ήλθε χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, σε επικοινωνία και εισέπραξε, κατά τον περιγραφόμενο τρόπο, ενοίκια από τους μισθωτές της σε ακίνητο, του οποίου η δωρήτρια είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας, δίχως να διατεθούν τα χρήματα αυτά προς κάλυψη των αναγκών της δωρήτριας, ότι για τους λόγους αυτούς εκείνη κοινοποίησε την από 14 Ιουνίου 2010 δήλωση ανάκλησης των ως άνω δωρεών στην αναιρεσείουσα επικαλούμενη ότι με το τρόπο αυτό η αναιρεσείουσα φάνηκε αχάριστη απέναντί της, ότι η συμπεριφορά αυτή αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και συνεπώς ότι συνιστά βαρύ της παράπτωμα που δικαιολογεί την ανάκληση των δωρεών χωρίς, κατά τα προεκτιθέμενα, να αναιρείται η ευθύνη της αναιρεσείουσας ως νομικού προσώπου λόγω της ανάμιξης προστηθέντων της. Συνεπώς οι πρώτος και ενδέκατος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση του άρθρου 505 ΑΚ (κατ'εκτίμηση της παραβιασθείσας διατάξεως) κυρίως λόγω της ιδιότητάς της ως προστήσασας, που της αποδόθηκε με την αγωγή και που, κατά τους ισχυρισμούς της, καθιστούσε την αγωγή αυτή μη νόμιμη, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των γενόμενων δεκτών λόγων αχαριστίας, του εμπρόθεσμου της ανακλήσεως της δωρεάς ασκήσεως καθώς επίσης και της εγκυρότητας της ανάκλησης των δωρεών, για το λόγο, που αναφέρεται, δηλαδή της υπαίτιας παραβίασης του τρόπου υπό τον οποίο έγιναν οι προσδιοριζόμενες δωρεές. Συγκεκριμένα αναφέρονται με σαφήνεια επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης. Η δωρήτρια μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα δυνάμει της ... σύμβασης δωρεάς της συμβολαιογράφου Καστελλίου Ηλέκτρα Σμυρνιωτάκη τα ακίνητα τα οποία ειδικότερα περιγράφονται στην πράξη αυτή, ότι η ως άνω δωρεά τελούσε υπό τον τρόπο ότι όσο ζει η δωρήτρια τα παραπάνω ακίνητα να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία οίκου ευγηρίας - γηροκομείο στη θέση αυτή πλην όμως η δωρήτρια έχει το δικαίωμα αποκλειστικής οίκησης ισοβίως σε τμήμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής που έχει ανεγερθεί στο δεύτερο εκ των άνω ακινήτων, το ποιο τμήμα θα το χρησιμοποιεί δωρήτρια ως κύρια κατοικία και έχει εμβαδόν 50, 82 τετραγωνικά μέτρα και μετά το θάνατο της δωρήτριας τα δωρούμενα ακίνητα θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για οποιοδήποτε πνευματικό ή φιλανθρωπικό σκοπό της ιεράς μητρόπολης Πέτρας και Χερρονήσου, σε περίπτωση δε που η δωρήτρια καταστεί ανίκανη να αυτοσυντηρηθεί για οποιοδήποτε λόγο αυτή θα καθίσταται αυτόματα τους τρόφιμος του γηροκομείου άνευ άλλου ανταλλάγματος και θα απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις παροχές που απολαμβάνουν και οι λοιποί τρόφιμοι και θα διαμένει στο χώρο που έχει αποκλειστικό δικαίωμα οίκησης, ότι με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι η ως άνω δωρεά θα μπορούσε να ανακληθεί στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των όρων που τέθηκαν προηγουμένως και ότι την ως άνω δωρεά και τον τρόπο η αναιρεσείουσα αποδέχτηκε νόμιμα κατά τη σύναψη της πράξης καθιστάμενη κυρία των ακινήτων, ότι η αναιρεσείουσα υπαιτίως επιδεικνύοντας τουλάχιστον αμέλεια δεν εκπλήρωσε τον επίμαχο πρώτο όρο του με αριθμό ... συμβολαίου δωρεάς, αν και μπορούσε και όφειλε να επιδείξει τη δέουσα από τις περιστάσεις επιμέλεια και να λειτουργήσει εντός των οικοπέδων γηροκομείο, ότι μη εκπλήρωση του πρώτου όρου συμπαρασύρει και τη μη εκπλήρωση και των λοιπών προϋποθέσεων που έθεσε η δωρήτρια, καθιστώντας αδύνατη την ένταξη της ως τροφίμου στο εν λόγω γηροκομείο σε περίπτωση αδυναμίας της και ακυρώνοντας την επιθυμία της η αναιρεσείουσα να χρησιμοποιήσει τα ακίνητα μετά το θάνατό της για τους φιλανθρωπικούς και πνευματικούς σκοπούς, ότι η δωρήτρια πληροφορήθηκε το πρώτον με την από 11.5.2010 επιστολή του μακαριστού μητροπολίτη της αναιρεσείουσας ο οποίος την ενημερώνει σχετικά και ότι κατόπιν τούτων κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα νομίμως και εμπροθέσμως την από 14 ης Ιουνίου 2010 δήλωση ανάκλησης των με αριθμό ... και ... συμβάσεων δωρεάς της μεταξύ άλλων λόγω μη εκπλήρωσης του συσταθέντος με εκείνη τρόπο ώστε υπό τις περιστάσεις αυτές να είναι έγκυρη η ανάκληση της δωρεάς αυτής. Επομένως ο πέμπτος, έκτος και δέκατος λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, περί αντιφατικότητας των αιτιολογιών, είναι αβάσιμος . Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 520 παρ. 1 και 522 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αιτίαση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αιτίαση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη, εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της σχετικά με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται, είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου (ΑΠ 824/2007). Στα τελευταία περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται, ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 Κ.Πολ.Δ.), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι με βάση τα τυχόν αποδιδόμενα, ειδικότερα, σφάλματα εκτίμησης (ΑΠ 1677/2007). Εξ άλλου: α) Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται, αν δεν ελήφθησαν υπ' όψιν "πράγματα", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, με την προεκτεθείσα έννοια, είναι και οι λόγοι έφεσης, όπως ο λόγος έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1640/2009). 'Ετσι, αν το Εφετείο υπερβεί θετικά ή αρνητικά το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τον αρ. 8 ή 9 Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι, παραδεκτώς, προτείνονται στον 'Αρειο Πάγο (άρθρ. 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), αφού τότε που δικάζονταν η έφεση, δεν είχε, ακόμη, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης (ΑΠ 1635/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014). Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1004/2015). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το α και γ σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό για τον οποίο δεν είχε προταθεί λόγος έφεσης και ειδικότερα ότι το εφετείο ασχολήθηκε με την μεταβίβαση ενός άμβυκα χωρίς να υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης για το παραπανω αυτό θέμα. Η λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος καθώς δεν αναφέρονται οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης για την συγκεκριμένη αιτιάση αλλά σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος επειδή από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ, 561 παρ. 2) προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 11.10.2016 έφεση του ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται, ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 Κ.Πολ.Δ.), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι με βάση τα τυχόν αποδιδόμενα, ειδικότερα, σφάλματα εκτίμησης . Για το ίδιο αποδειχθέν πραγματικό γεγονός η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το β σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 με την αιτίαση ότι το Εφετείο έχει περιλάβει αντιφατική αιτιολογία εξ αιτίας της περιγραφής του αντικειμένου άλλοτε ως καζάνι άλλοτε ως άμβυκας και άλλοτε ως "άδεια του άμβυκα". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού σ' αυτόν δεν παρατίθενται οι αιτιολογίες και οι παραδοχές της προσβαλλομένης ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφασή τους, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Σε κάθε περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ομοίως και η μεταβίβαση την 11-12-2008 της άδειας ενός άμβυκα (καζάνι παραγωγής τσίπουρου χωρητικότητας 90 κιλών) που κατείχε η δωρήτρια από κληρονομιά του συζύγου της Κ../νου Δ.. προς τον οδηγό της Μητρόπολης Ε. Σ., παρά τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η διαδικασία ενεργήθηκε κατόπιν επιθυμίας της δωρήτριας, εντούτοις δεν προκύπτει ο λόγος που αυτό παραχωρήθηκε στον ανωτέρω οδηγό ατομικά παρά στην Ιερά Μητρόπολη, ως ήταν η αρχική της επιθυμία κατά το από 29.9.2005 έγγραφο που φέρει την υπογραφή της". Η ανωτέρω παραδοχή δεν περιέχει αντιφάσεις και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι και αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες, όμως, αυτοί εφαρμόζονται τότε μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων. Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το ότι το δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τους εφάρμοσε (ΑΠ 1.463/2006, 168/2006, 421/2000). Στην κρινόμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, όσον αφορά την προσθήκη ορόφων και κατασκευών στην δωρηθείσα ιδιοκτησία προκειμένου να εκπληρωθεί ο όρος της δωρεάς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γιατί το δικαστήριο, αν και διαπίστωσε κενό στην αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών, δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 173 και 200 του ΑΚ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα : "Εκ των ανωτέρω στοιχείων που εισφέρονται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα της εναγομένης, ευχερώς συνάγεται ότι η αξιοποίηση του υπάρχοντος υφιστάμενου κτιρίου και η επέκταση αυτού με την προσθήκη μελλοντικών στο ευρύτερο οικόπεδο, σε συνδυασμό με το εύρος της συνολικής του καθάρισα εκτάσεις (1 στρέμμα) δεν αποκλείουν την αξιοποίησή του όλου ακινήτου σε οίκο ευγηρίας" . Καθώς επίσης και ότι "Τέτοια δε επέκταση και εκμετάλλευση δεν ήταν απαγορευτική από το δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο συστήθηκε ο όρος της δωρεάς, καθώς σαφής αξίωση της δωρήτριας ήταν "η λειτουργία οίκου ευγηρίας - γηροκομείου στη θέση αυτή με το δικαίωμα αποκλειστικής οίκησης της ίδιας ισοβίως σε τμήμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής. Εξάλλου άλλοι περιορισμοί δεν αποδείχθηκαν ώστε να καταστήσουν αδύνατη την εκπλήρωση του επίμαχου όρου." . Από τις παραδοχές αυτές καθίσταται φανερό, ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τους αποτελούντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι στην περίπτωση αυτή δεν επρόκειτο περί ερμηνείας συμβάσεως ή δηλώσεως βουλήσεως συμβληθέντων, αλλά αποδεικτικό πόρισμα ενώ η αναφορά στον όρο της δωρεάς έγινε για να καταδειχθεί η σαφήνεια του όρου (τρόπου) και όχι για να προβεί σε ερμηνεία αυτού. Επομένως, ο σχετικός έβδομος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία, ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε ν' αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χρόνο γνώσεως της ματαίωσης πλήρωσης του τρόπου κατά το σκέλος της λειτουργίας του γηροκομείου. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η επιστολή του μακαριστού μητροπολίτη δεν αποτελεί αφετηρία για την έναρξη της ενιαύσιας προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς αλλά απλώς πληροφοριακό έγγραφο και η δωρήτρια γνώριζε ήδη ότι υπήρχε αδυναμία τήρησης του παραπάνω τρόπου ο όποιος μετετίθετο χρονικά για μετά το θάνατό της. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε σε αντιφατική αιτιολογία δεχόμενο αφενός μεν ότι η δωρήτρια διέμενε στο δωρηθέν ακίνητο συνεχώς κατά τα έτη 2005 και 2006 και συνεπώς είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει εάν υλοποιούνταν ή όχι έργα για την ανέγερση γηροκομείου και αφετέρου ότι η δωρήτρια την πλήρη γνώση για τη μη πιθανότητα κατασκευής του οικοδομήματος την έλαβε το 2010. Η αναιρεσιβαλλομένη κατά την ανέλεγκτη κρίση της δέχθηκε ότι : "όμως σαφώς αποδείχθηκε ότι η δωρήτρια το πρώτον πληροφορήθηκε τη ματαίωση εκπλήρωσης του τρόπου κατά το σκέλος της λειτουργίας γηροκομείου με την αποσταλθεί σα προς αυτή από 11/05/2010 επιστολή του μακαριστού μητροπολίτη, στην οποία, χωρίς αναλυτικά στοιχεία ο τελευταίος μεταξύ άλλων την ενημέρωνε για το επίμαχο ζήτημα". Η πιο πάνω κρίση του εφετείου δεν ενέχει αντιφατικότητα και σε κάθε περίπτωση είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη καθώς ανάγεται στην κατ' ουσία εξέταση της κρινόμενης διαφοράς, Επομένως ο ένατος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος πρέπει να περιλαμβάνονται στο αναιρετικοί οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 235/2019). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι " ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε με την έφεση του κατά της... απορριπτικής απόφασης ότι ναι μεν δεν επαρκούσε το διώροφο κτίσμα για τη νόμιμη λειτουργία γηροκομείου πλην όμως, ότι "... μπορούσε να ιδρυθεί και να λειτουργήσει γηροκομείο μόνο με επέκταση της υπάρχουσας οικοδομής. Επέκταση της υπάρχουσας οικοδομής καθώς και διασκευές στην υπάρχουσα οικοδομή μπορούσαν να γίνουν ώστε να καταστεί δυνατή η ίδρυση και λειτουργία του γηροκομείου στο δωρηθέν ακίνητο" , ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε το πρώτον με την έφεσή του και ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αντί να απορρίψει τον παραπάνω ισχυρισμό ως απαράδεκτο τον έλαβε υπόψη του με αποτέλεσμα να εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση και να δεχθεί την αγωγή του. Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές της απόφασης σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό ενώ αυτός είναι απαράδεκτος και διότι η επικληθείσα με την έφεση δυνατότητα εκπλήρωσης του τρόπου δι'ορισμένων ενεργειών της αναιρεσείουσας αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της έλλειψης υπαιτιότητάς της, την οποία εκείνη είχε προσβάλει πρωτοδίκως. Περαιτέρω με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου λαμβάνοντας υπόψη όχι τον ισχυρισμό του ότι η ανάκληση των δωρεών συνίστατο στην παράνομη ιδιοποίηση από πρόσωπα προστηθέντα από την αναιρεσείουσα των μισθωμάτων από τα καταστήματα που εκμίσθωνε η δωρήτρια αλλά από την ανάμειξη των εκπροσώπων της στη διαχείριση των οικονομικών της δωρήτριας η οποία όμως σύμφωνα με την αναιρεσείουσα δεν είχε προταθεί. Και ο λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές της απόφασης σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό, ενώ σε κάθε περίπτωση η υπαίτια ανάμιξη στην ανωτέρω διαχείριση εμπεριέχεται ως ελασσον στην παράνομη ιδιοποίηση, δεδομένης και της παραδοχής ότι τα εισπραχθέντα μισθώματα δεν διατέθηκαν προς κάλυψη αναγκών της δωρήτριας. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (ΚΠολΔ 106), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 914/2008). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι επιδικάσθηκε στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα ότι πέραν από την ανάκληση της με αριθμό ... δωρεάς αναγνώρισε την ανάκληση και της με αριθμό ... δωρεάς της συμβολαιογράφου Καστελλίου Ηλέκτρας Σμυρνάκη την οποία ουδέποτε αιτήθηκε. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων με την από 18/08/2014 αγωγή του ζητούσε την ανάκληση των δωρεών που περιγράφονται και στα δύο προαναφερόμενα συμβόλαια. Το αίτημα επομένως της αναιρεσείουσας εδράζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που παρέχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου (Ολ,ΑΠ 12/2000, 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός ή το περί αυτού αίτημα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη πλημμέλεια, μη αρκούσης της προβολής του περί απαραδέκτου ισχυρισμού μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 530/2022, ΑΠ 420/2020, ΑΠ 1874/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσαμε τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την εις βάρος αυτού ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσίβλητο αγωγή, διότι α) δεν αναφέρονται ποια είναι τα πρόσωπα που είχε προστήσει β) ποια είναι το ποσό των μισθωμάτων που τα πρόσωπα αυτά ιδιοποιήθηκαν παράνομα , γ) πως το ποσό αυτό και ο αποστακτήρας περιήλθαν στην κατοχή των εν λόγω προσώπων , ποια είναι η υπηρεσία που είχε αναθέσει στα πρόσωπα αυτά. Έτι με τον δωδέκατο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι επανέφερε στο εφετείο με τις προτάσεις της, προς απόκρουση της έφεσης του αναιρεσίβλητου τον ισχυρισμό ότι η αγωγή είναι αόριστη καθό μέρος στηρίζεται στη δήθεν μη εκπλήρωση εκ μέρους του τρόπου χρήσης των παραπάνω δωρηθέντων με το ... συμβόλαιο ακινήτων και τούτο διότι ενώ κατά την αγωγή αυτή δεν είχε συμφωνηθεί προθεσμία εκπλήρωσης του παραπάνω τρόπου, αφού δεν αναφέρεται στην εν λόγω αγωγή τέτοια συμφωνηθείσα προθεσμία, ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε με την αγωγή του, όπως για το ορισμένο και την πληρότητα αυτής θα έπρεπε, ότι του τάχθηκε εύλογη προθεσμία για να εκπληρώσει τον παραπάνω τρόπο και ότι η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη και επομένως δεν κατέστη υπερήμερος περί εκπλήρωση του τρόπου αυτού .Οι ερευνώμενοι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι προέβαλε τους άνω περί απαραδέκτου ισχυρισμούς αυτούς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν αναφέρει τον τρόπο επαναφοράς τους στο εφετείο, ούτε άλλωστε από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του παραπάνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς απόκρουση της κατ' αυτής ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο έφεσης, προκύπτει, κατά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκαν από αυτή τέτοιοι ισχυρισμοί . Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για την αναιρεσείουσα. Δεν περιλαμβάνει, όμως, την περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 2/2008). Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για την αναιρεσείουσα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 295/2018). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 81/2022, Α.Π. 646/2020, Α.Π. 1563/2014). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα, εκτός των άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο και β) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η από τον Άρειο Πάγο κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1348/2017, Α.Π. 709/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα αποδίδεται παραμόρφωση του περιεχομένου της από 11.5.2010 επιστολής του Μακαριστού (σήμερα) τέως Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου Νεκταρίου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο δικόγραφο το πλήρες περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, ώστε να ερευνηθεί αν, όντως, εχώρησε ή μη διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, προκειμένου να κριθεί, εντεύθεν, η βασιμότητα του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου και που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε διαφορετικό αναιρετικό αποτέλεσμα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.), η οποία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Ιουνίου 2021 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " Ιερά Μητρόπολις Πέτρας και Χερρονήσου" για αναίρεση της 17/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης . ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου , τα οποία ορίζει, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ