Αριθμός 940/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ... και 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" νομίμως εκπροσωπούμενου ως ειδικού διαδόχου της Ελληνικής Ανώνυμης Εταιρείας Ασφαλίσεων Ζημιών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ Ε.Α.Ε.Α.Ζ" της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αντώνιο Ανσάλντο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 8-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάζοντας τις αγωγές, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2650/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5602/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-8-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 23-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 του Ν.ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ.β', 914, 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, ζημία και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή αυτή, η οποία αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου θα καθιστούσε δυνατή την ανατροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομος συμπεριφορά του οδηγού ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η παραβίαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει καθ' εαυτή υπαιτιότητα, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση, στην έκβαση της δίκης (Ολομ. ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι την 12-10-2007 και ώρα 01.20' περίπου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησία του και έβαινε στην μεσαία λωρίδα, δεύτερη από δεξιά, στην οδό ... στην …με κατεύθυνση από την οδό … προς την …. Στο παραπάνω όχημα ήταν συνεπιβάτες ο Γ. Α., στη θέση του συνοδηγού, και ο Α. Α. στην πίσω δεξιά θέση. Όταν πλησίαζε στο ύψος της οδού όπου ο αριθμός .., έβαινε με υπερβολική ταχύτητα και οπωσδήποτε ανώτερη των 60 χιλιομέτρων την ώρα, που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας βάσει ρυθμιστικής πινακίδας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον αναγκαίο έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ούτε είχε μειώσει την ταχύτητά του λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες που επικρατούσαν, και ειδικά το ότι ήταν νύχτα, δεξιά στροφή και το οδόστρωμα ολισθηρό, με συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, να εκτραπεί προς τα δεξιά, να εξέλθει από τη μεσαία λωρίδα, να διέλθει τη δεξιά λωρίδα, να εισέλθει στην ασφάλτινη εσοχή της οδού και να προσκρούσει το όχημά του με σφοδρότητα με το πλάγιο αριστερό μέρος του στο πίσω αριστερό μέρος (καρότσα) του με αριθμό κυκλοφορίας ... Φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου Ι. Σ., το οποίο ήταν σταθμευμένο στο άκρο δεξιό της οδού στην εσοχή αυτή με το εμπρόσθιο μέρος προς τη …. Το αυτοκίνητο του ενάγοντος κατά την πρόσκρουση εισήλθε κάτω από την καρότσα, από την ένταση της πρόσκρουσης παραμορφώθηκε ολοκληρωτικά και καταστράφηκε, τον δε απεγκλωβισμό των επιβατών ενήργησε η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Το αποτέλεσμα του ατυχήματος αυτού ήταν να τραυματιστεί ο ενάγων οδηγός Ι. Α.. Ειδικότερα υπέστη σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ήτοι αιμορραγικές θλάσεις στο φλοιό και στην υποφλοιώδη λευκή ουσία μετωπιαία άμφω, στο στέλεχος και στην αριστερή παραιπποκάμπειο έλικα, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά κροταφοβρεγματικά, υπαραχνοειδής αιμορραγία, κάταγμα δεξιάς ωμοπλάτης και αριστερής κλείδας, κατάγματα πλευρών δεξιά, θλάσεις πνεύμονα και αιμοπνευμοθώρακα δεξιά. Στο χώρο του ατυχήματος, που συνέβη νύχτα, η παραπάνω οδός είναι οριζόντια με δεξιά στροφή, διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα προς τη … και ασφάλτινη εσοχή, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα, το πλάτος του οδοστρώματος στο ίδιο ρεύμα της οδού είναι 10,50 μέτρα και το πλάτος της εσοχής είναι 3,80, το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 60 Km/h με βάση ρυθμιστική πινακίδα, η ορατότητα ήταν καλή και δεν περιοριζόταν, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν υγρή και σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες υπήρχε ελαφρά βροχόπτωση. Στη θέση στην εσοχή της οδού, στην οποία είχε σταθμεύσει το όχημα του πρώτου εναγομένου Ι. Σ., η στάθμευση απαγορευόταν με ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-40) που είχε τοποθετηθεί σε απόσταση30 μέτρων πριν από τη θέση του φορτηγού. Δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι ήταν τέσσερις οι λωρίδες του ρεύματος πορείας του ενάγοντος, αλλά τρεις, όπως προαναφέρθηκε και σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας και το σχετικό σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, το δεν όχημα του πρώτου εναγομένου είχε σταθμεύσει στην εσοχή του ρεύματος και όχι στη δεξιά λωρίδα. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός στο δικόγραφο της αγωγής του Ι. Α. ότι το φορτηγό όχημα του εναγομένου Ι. Σ. ήταν σταθμευμένο στη δεξιά λωρίδα, δεν είναι βάσιμος. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι προπορευόμενο αυτού όχημα, αγνώστων στοιχείων, ελάττωσε αιφνίδια ταχύτητα και ότι τότε για να αποφύγει τη σύγκρουση ενήργησε ελιγμό και εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας δεν είναι βάσιμος ..... Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο ενάγων Ι. Α. είναι ο ίδιος, καθόσον κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του ενήργησε με αμέλεια, ήτοι με έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, αφού δεν έλαβε υπόψη του τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο του ατυχήματος, ήτοι την ελαφρά βροχόπτωση (ψιλή βροχή), την στροφή και το ότι ήταν νύχτα, ώστε να μειώσει την ταχύτητα με την οποία έβαινε, αλλά έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, ούτε είχε μειώσει την ταχύτητά του για να διακόψει έγκαιρα την πορεία του σε περίπτωση που παραστεί ανάγκη προς τούτο. Δεν οδηγούσε δε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο στο όχημά του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να το ακινητοποιήσει με ασφάλεια σε περίπτωση κινδύνου. Δεν αποδεικνύεται παντελώς υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος και των συνεπειών αυτού του οδηγού S. E., αλβανού υπηκόου, ο οποίος είχε σταθμεύσει το φορτηγό όχημα στην άκρο δεξιό της εσοχής πλάτους 3.80 μ. της παραπάνω οδού, καθόσον η θέση στην οποία το είχε σταθμεύσει ήταν στο άκρο δεξιό της εσοχής, το όχημα δεν παρεμπόδιζε παντελώς την κυκλοφορία των οχημάτων στην παραπάνω οδό στις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η στάθμευση του φορτηγού στην παραπάνω θέση στην εσοχή από το γεγονός και μόνο ότι ήταν απαγορευμένη, αφού υπήρχε απαγορευτική προς τούτο πινακίδα, και χωρίς να υπάρχει αντικειμενικά καμιά παρεμπόδιση της ομαλής κυκλοφορίας των οχημάτων και στις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος προς …, ούτε ειδικότερα παρεμπόδιση της κυκλοφορίας του οχήματος του ενάγοντος που έβαινε στη μεσαία λωρίδα (και όχι στη δεξιά), δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα και τη σωματική βλάβη του ενάγοντος καθόσον δεν αποτελεί παντελώς, πρόσφορο αίτιο για την πρόσκρουση σ' αυτό του οχήματος του ενάγοντος, που κινιόταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και εκτράπηκε της πορείας του από τη λωρίδα αυτή κατά τα προαναφερόμενα λόγω της απώλειας του ελέγχου από τον ενάγοντα από αμέλειά του. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει η προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας για να υπάρχει ευθύνη του πρώτου εναγομένου και συνακόλουθα της δεύτερης εναγομένης για αποζημίωση του ενάγοντος, το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του ενάγοντος Ι. Α.. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμους τους λόγους της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με την υπαιτιότητα των ως άνω οδηγών και δη του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως κράτησε και δίκασε τόσο την αγωγή του αναιρεσείοντος, όσο και την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την πρώτη απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ τη δεύτερη αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ι. Σ. την δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 1.152 ευρώ για τις αναφερόμενες αιτίες. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 330 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της έλλειψης υπαιτιότητος του ως άνω οδηγού του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, καθώς και της μη υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του τελευταίου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου και της επελθούσας ζημίες, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα στην απόφαση εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για την ένδικη πρόσκρουσή του στο αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου και θεμελιώνουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του και του επελθόντος αποτελέσματος δηλαδή την πρόσκρουσή του επί του σταθμευμένου αυτοκινήτου. Εξάλλου προσδιορίζονται: 1) οι οδικές συνθήκες στο κρίσιμο σημείο (τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και μία λωρίδα - εσοχής πλάτους 14,30 μ. συνολικά, αραιή κυκλοφορία, επαρκής φωτισμός κλπ), ο προαναφερόμενος αμελής τρόπος οδήγησης του αυτοκινήτου από τον αναιρεσείοντα με αποτέλεσμα να εξέλθει από τη μεσαία λωρίδα, να διέλθει τη δεξιά λωρίδα, να εισέλθει στην ως άνω εσοχή της οδού και να προσκρούσει το όχημά του με σφοδρότητα στο πίσω αριστερό μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου, με τα προαναφερόμενα δυσμενή αποτελέσματα και 2) ότι η στάθμευση του τελευταίου αυτοκινήτου (φορτηγού) στην ως άνω θέση ήταν απαγορευμένη πλην όμως δεν τελούσε σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, αφού δεν παρεμπόδιζε τη κυκλοφορία του οχήματος του αναιρεσείοντος που εκινείτο στη μεσαία λωρίδα και εκτράπηκε λόγω της απωλείας του ελέγχου από τον οδηγό αυτού και αποκλειστικά από δική του αμέλεια, ήτοι του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 Ν. 4055/2012). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-8-2012 αίτηση του Ι. Α. για αναίρεση της 5602/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ