Αριθμός 521/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Ά. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Νικολαΐδη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "Σχολή Κάμπιον Ινκ - Campion school Inc" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλέαρχο Κανελλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 752/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5982/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/3/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 18/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/3/2012 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί μολονότι, κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή, όταν, υπό την επίκληση από τον εργοδότη λόγων που δικαιολογούν την καταγγελία, υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα αυτού, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της καταγγελίας. Η καταγγελία, όμως, δεν είναι καταχρηστική, όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως, λόγους, δεν είναι άνευ άλλου καταχρηστική, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 και 3 του Ν. 4862/1931 "περί των ξένων σχολείων", που αναφέρονται στην πειθαρχική τιμωρία και τις ποινές των καθηγητών των λειτουργούντων στην Ελλάδα ξένων σχολείων, ορίζεται, ότι "παρ.2: Το διδακτικόν προσωπικόν των ξένων σχολείων υπόκειται εις τας αυτάς ποινάς και τιμωρείται δι` ας αιτίας και καθ` όν τρόπον και το των δημοτικών σχολείων. παρ. 3: Αι κατά το άρθρον τούτο ποιναί επιβάλλονται υπό του Υπουργού της Παιδείας και θρησκευμάτων κατ` απόφασιν του Εκπαιδευτικού Διοικητικού Συμβουλίου και μετ' έγγραφον απολογίαν του κατηγορουμένου." - Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη είναι αγγλόφωνο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η διδασκαλία των μαθημάτων γίνεται στην Αγγλική γλώσσα και οι μαθητές της είναι στην πλειοψηφία τους αλλοδαποί, οι οποίοι μετά την περάτωση των σπουδών τους, λαμβάνουν το Διεθνές απολυτήριο (International Baccalaureate) και συνήθως συνεχίζουν την τριτοβάθμια εκπαίδευσή τους σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Ο ενάγων, ο οποίος είναι καθηγητής, προσελήφθη από την εναγομένη την 1/9/2004 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (ενός έτους), η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε καθ' ομολογία της εναγόμενης σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως καθηγητής Φυσικής μέσης εκπαίδευσης κατά τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως. Σε εκτέλεση της παραπάνω εργασιακής συμβάσεως ο ενάγων εργάστηκε μέχρι την 22.6.2007, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αρκετοί από τους καθηγητές της εναγομένης επί σειρά ετών παρέδιδαν ιδιαίτερα μαθήματα στους μαθητές των τάξεών τους, οι οποίοι φοιτούσαν συνήθως στην τελευταία τάξη, χωρίς να υπάρχει εκ μέρους της διεύθυνσης της σχολής επίσημη απαγόρευση αυτών. Τον Μάιο του 2006 το θέμα των ιδιαίτερων μαθημάτων αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των καθηγητών και της διευθύνσεως της εναγομένης, καθόσον παρατηρήθηκε το φαινόμενο υποβολής εργασιών των μαθητών από τους καθηγητές, στα πλαίσια των "ιδιαιτέρων μαθημάτων," έναντι αμοιβής. Έτσι, ο διευθυντής της εναγομένης με το από 11.6.2006 έγγραφό του, ζήτησε από τους καθηγητές να τον ενημερώσουν ποιοι εξ αυτών παραδίδουν ιδιαίτερα μαθήματα και σε ποιους μαθητές, ώστε να έχει ιδία γνώση. Στη συνέχεια μετά από την ενημέρωση του διευθυντή και τη συνεργασία του τελευταίου με τους καθηγητές, αποφασίσθηκε από τη διεύθυνση της σχολής, ότι είναι επιτρεπτή η παράδοση ιδιαίτερων μαθημάτων, σε μαθητές των τελευταίων τάξεων της σχολής από τους καθηγητές της, υπό την προϋπόθεση της έγκρισής τους από τον διευθυντή. Ειδικότερα, ο διευθυντής θα ενημερώνετο προηγουμένως από τον καθηγητή που επρόκειτο παραδώσει τα μαθήματα και θα έκρινε την αναγκαιότητά τους. Για την απόφαση αυτή, ενημερώθηκε το εκπαιδευτικό προσωπικό της εναγομένης, με το από 1.11.2006 έγγραφο του διευθυντή της. Την 21.3.2007 ο διευθυντής της εναγομένης κατέστη αποδέκτης παραπόνων των γονέων του μαθητή του ενάγοντος Φ. Χ., οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι διέκοψαν την παράδοση των ιδιαιτέρων μαθημάτων εκ μέρους του ενάγοντος προς τον γιό τους, λόγω του μεγάλου κόστους αυτών, κατήγγειλαν δε ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος προς τον μαθητή του ήταν ανάρμοστη. Την ίδια ημέρα ο ενάγων κλήθηκε στο γραφείο της διεύθυνσης, όπου του γνωστοποιήθηκαν τα όσα είχαν λάβει χώρα και του ζητήθηκε να δώσει εξηγήσεις για την παράδοση των ιδιαιτέρων μαθημάτων, πλην όμως αυτός αρνήθηκε την ύπαρξη αυτών. Την επομένη όμως ημέρα (22.3.2007) με επιστολή του προς τον διευθυντή της εναγομένης ενημέρωσε τον τελευταίο ότι παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα σε τρεις μαθητές της σχολής τους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Φ. Χ., τα οποία δεν είχαν προηγουμένως εγκριθεί από τη διεύθυνση, "παραδέχθηκε" δε ότι οι ενέργειες του ήταν αντίθετες με την πολιτική της Σχολής και ότι έφεραν το σχολείο σε δυσχερή θέση. Σημειώνεται, ότι κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους, μαθητές και γονείς της εναγομένης εξέφραζαν παράπονα σε συναδέλφους του ενάγοντος ότι ο τελευταίος "πίεζε" τους μαθητές του να κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα, για να έχουν καλύτερη βαθμολογία, έναντι μάλιστα υψηλής αμοιβής, γεγονός που αποδεικνύεται και από την κατάθεση του συναδέλφου του ενάγοντος R. N., στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος είχε ενημερώσει τον ενάγοντα για τα σχόλια των μαθητών και των γονέων για την άνιση μεταχείριση που αυτοί εκτιμούσαν όχι υπήρχε εκ μέρους του ενάγοντος, μεταξύ των μαθητών του. Εξ αιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του ενάγοντος, η εναγομένη στις 3 Μαΐου 2007, δια του διευθυντή της γνωστοποίησε εγγράφως στον τελευταίο ότι από 31 Αυγούστου του 2007 και εφεξής θα σταματούσε τη συνεργασία τους, στις δε 22.6.2007 κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντος και την νόμιμη αποζημίωση. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη καταγγελία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν υπήρξε καταχρηστική, αφού αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα αποκλειστικά για σπουδαίους λόγους, που αφορούσαν καθαρά την υπηρεσιακή στάση και συμπεριφορά του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος, με τις προεκτεθείσες ενέργειές του, οι οποίες μάλιστα καθ' ομολογίαν του ήταν αντίθετες με τον κανονισμό της εναγομένης, κλόνισε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπό του, ως δασκάλου. Η έλλειψη δε αυτή της εμπιστοσύνης δεν μπορούσε να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε άλλη τυχόν πειθαρχική τιμωρία, αφού στο εκπαιδευτικό περιβάλλον και δη στο ιδιωτικό, η ύπαρξη εμπιστοσύνης αποτελεί προϋπόθεση, άνευ ετέρου, για την παροχή υπηρεσιών διδασκαλίας". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο, αφού, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει, ως απαράδεκτη, την αγωγή του περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (και συνακόλουθα περί επιδικάσεως σ' αυτόν μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητας του ιδίου από την επικαλούμενη άκυρη καταγγελία) και, ακολούθως, απέρριψε αυτήν, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν παραβίασε τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 και 3 του Ν. 4862/1931 "περί των ξένων σχολείων", που αναφέρονται στην πειθαρχική τιμωρία και τις ποινές των καθηγητών των λειτουργούντων στην Ελλάδα ξένων σχολείων, εφόσον, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, δοθέντος ότι αντικείμενο της δίκης, η οποία ήχθη προς κρίση ενώπιόν του, δεν ήταν η τυχόν πειθαρχική τιμωρία του αναιρεσείοντος αλλά το κύρος της καταγγελίας από την αναιρεσίβλητη της εργασιακής του συμβάσεως, η οποία (καταγγελία), κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι αναιτιώδης, υποκείμενη μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., που αφορά την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, η οποία δεν συνέτρεξε επί του προκειμένου, σύμφωνα με την περί τούτου ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.- Επί του προκειμένου, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο συμπέρασμα περί μη συνδρομής περιπτώσεως άκυρης απολύσεως του αναιρεσείοντος στη συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς απόδειξη σε σχέση με τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο επί μέρους κρίσεις της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όμως, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος, διότι, καθώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλων χωρίς εξαίρεση των εγγράφων, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και, επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός λόγος, υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και είναι απαράδεκτος, καθόσον δι' αυτού προβάλλονται αποσπασματικώς αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, αφού για τη στοιχειοθέτησή του αναφέρεται, ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των στηριζόμενων επί ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσείοντος αγωγικών αιτημάτων, τα οποία απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας, που πηγάζει από τα άρθρα 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από αυτούς πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν σημαίνει ότι καθιερώνεται και υποχρέωσή του να αναφέρει και καθένα από αυτά, εξειδικεύοντάς το στην απόφασή του ιδιαιτέρως και διεξοδικώς, ενώ η στάθμιση της αποδεικτικής τους βαρύτητας σε σχέση με το θέμα της απόδειξης απόκειται στην ελεύθερη κρίση του. - Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση άκυρης καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσείοντος, εκτιμώντας, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικώς αναφέρει και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του. Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και την από 22-3-2007 επιστολή του, καθώς και τις τελικές βαθμολογίες και τις εξωτερικές αναβαθμολογήσεις των τελικών διαγωνισμών, πλην το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά από ό,τι ο αναιρεσείων την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του. Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος, ενώ, σε σχέση με την επί μέρους αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι διάβασε πλημμελώς την ανωτέρω επιστολή του αναιρεσείοντος, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως της αντιφατικότητας του εν λόγω ισχυρισμού σε σχέση με τη διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την επιστολή αυτή, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-3-2012 αίτηση του Ι. Γ., για αναίρεση της 5982/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ