Αριθμός 1185/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Παρασκευαϊδη και του Γραμματέως Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πέππα, για αναίρεση της υπ'αριθ.10386/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 612/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο ν. 3340/2005 "Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς" (ΦΕΚ 112,Α'), με τον οποίο έγινε προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, καθώς και προς τις Οδηγίες 2003/124/ΕΚ της Επιτροπής, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ της Επιτροπής, ορίζει στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι: "Απαγορεύεται σε πρόσωπα, τα οποία κατέχουν προνομιακές πληροφορίες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 6: (α) λόγω της ιδιότητας τους ως μελών των διοικητικών, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων εκδότη ή (β) λόγω της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο εκδότη ή (γ) λόγω της πρόσβασης που έχουν στις πληροφορίες αυτές κατά την άσκηση της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους ή (δ) λόγω των εγκληματικών δραστηριοτήτων τους, να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για να αποκτήσουν ή να διαθέσουν ή για να προσπαθήσουν να αποκτήσουν ή να διαθέσουν, για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό τρίτων, αμέσως ή εμμέσως, χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφορούν οι πληροφορίες αυτές". Περαιτέρω στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι: "Μια πληροφορία θεωρείται "προνομιακή" εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) είναι συγκεκριμένη, δηλαδή: (αα) αφορά κατάσταση που υφίσταται ή που ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα υπάρξει ή γεγονός που έλαβε χώρα ή που ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα λάβει χώρα, και ββ) επιτρέπει τη συναγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την πιθανή επίπτωση αυτής της κατάστασης ή του γεγονότος στις τιμές χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδεδεμένων με αυτά παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, (β) δεν έχει δημοσιοποιηθεί, (γ) αφορά, άμεσα ή έμμεσα, έναν ή περισσότερους εκδότες ή ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, (δ) η δημοσιοποίηση της θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων που αφορά ή την τιμή των συνδεδεμένων με αυτά παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, δηλαδή πρόκειται για πληροφορία που ένας συνετός επενδυτής θα αξιολογούσε, μεταξύ άλλων, ως ουσιώδη κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων". Εξάλλου, ο ίδιος νόμος στο άρθρο 29 παρ. 1 ορίζει ότι: "Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος, με σκοπό να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος, χρησιμοποιεί εν γνώσει του προνομιακές πληροφορίες για να αποκτήσει ή να διαθέσει, ο ίδιος ή μέσω άλλου προσώπου, χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφορούν οι πληροφορίες αυτές". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 10386/2012 απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται σ' αυτήν (καταθέσεις μαρτύρων, κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και αναγνωσθέντα έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος διά συνηγόρου), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, στο αιτιολογικό του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Επειδή ο ν. 3340/2005 "Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς" (ΦΕΚ 112, Α'), με τον οποίο έγινε προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς), καθώς και προς τις Οδηγίες 2003/124/ΕΚ της Επιτροπής, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ της Επιτροπής, ορίζει στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι "Απαγορεύεται σε πρόσωπα, τα οποία κατέχουν προνομιακές πληροφορίες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 6: (α) λόγω της ιδιότητας τους ως μελών των διοικητικών συμβουλίων, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων εκδότη ή (β) λόγω της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο εκδότη ή (γ) λόγω της πρόσβασης που έχουν στις πληροφορίες αυτές κατά την άσκηση της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους ή (δ) λόγω των εγκληματικών δραστηριοτήτων τους, να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για να αποκτήσουν ή να διαθέσουν ή για να προσπαθήσουν να αποκτήσουν ή να διαθέσουν, για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό τρίτων, αμέσως ή εμμέσως, χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφορούν οι πληροφορίες αυτές", στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι "Μια πληροφορία θεωρείται "προνομιακή" εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) είναι συγκεκριμένη, δηλαδή: αα) αφορά κατάσταση που υφίσταται ή που ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα υπάρξει ή γεγονός που έλαβε χώρα ή που ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα λάβα χώρα, και ββ) επιτρέπει τη συναγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την πιθανή επίπτωση αυτής της κατάστασης ή του γεγονότος στις τιμές χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδεδεμένων με αυτά παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, β) δεν έχει δημοσιοποιηθεί, γ) αφορά, άμεσα ή έμμεσα, έναν ή περισσότερους εκδότες ή ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, δ) η δημοσιοποίηση της θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων, δηλαδή πρόκειται ψα πληροφορία που ένας συνετός επενδυτής θα αξιολογούσε, μεταξύ άλλων ως ουσιώδη κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων", στο άρθρο 5 ότι "Οι απαγορεύσεις των άρθρων 3 και 4 ισχύουν και για κάθε άλλο πρόσωπο, πέραν των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4, το οποίο κατέχει προνομιακή πληροφορία, εφόσον το πρόσωπο αυτό γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι πρόκειται για προνομιακή πληροφορία" και στο άρθρο 23 παρ. 2 και 5 ότι: "2. Σε όποιον παραβαίνει τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται στα άρθρα 10 έως 18, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει έγγραφη επίπληξη ή πρόστιμο ύψους από 3.000 μέχρι 500.000 ευρώ. Το ανώτατο όριο μπορεί να τριπλασιαστεί σε περίπτωση υποτροπής". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.1 του ν. 3340/2005 , όποιος με σκοπό να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος, χρησιμοποιεί εν γνώσει του προνομιακές πληροφορίες για να αποκτήσει ή να διαθέσει ο ίδιος ή μέσω άλλου προσώπου, χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία αφορούν οι πληροφορίες αυτές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους. Στην προκειμένη περίπτωση, από την αποδεικτική διαδικασία και δη από όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο (πλην του από 20-7-2007 σημειώματος ελέγχου της ΕΚ και της υπ' αριθμ. 5/487/17-10-2008 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚ, τα οποία μόνο ως προς το σημείο που αναφέρονται στις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες του κατηγορουμένου, δεν λαμβάνονται υπόψη, καθώς, όπως έγινε δεκτό πρωτοδίκως, αποτελούν παράνομο αποδεικτικό μέσο ενώ περαιτέρω τα αναφερόμενα τέσσερα ξενόγλωσσα έγγραφα, όπως αναφέρονται στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου δεν ανεγνώσθησαν ούτε λαμβάνονται υπόψη ως ξενόγλωσσα) (αρθρ.171 περ.1δ ΚΠΔ), καθώς και από τις καταθέσεις της μάρτυρος κατηγορίας και του μάρτυρα υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου δια των συνηγόρων του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αρμόδια διεύθυνση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για τη διενέργεια ελέγχων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 4 και 78 παρ. 15 του ν.1969/91 και του άρθρου 22 του ν. 3340/2005, διερεύνησε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές επί της μετοχής της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρίας με την επωνυμία "Ναυτιλιακή Εταιρία Λέσβου Α.Ε." (ΝΕΛ), που διενεργήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από 5-12-2005 έως 13-12-2005, για το ενδεχόμενο κατάχρησης προνομιακής πληροφόρησης. Ο εκκαλών/κατηγορούμενος, αδελφός του Α. Β. (διευθύνοντος συμβούλου και βασικού μετόχου της ως άνω εταιρείας, "Ναυτιλιακή Εταιρία Λέσβου A.E.") και εκπρόσωπος (controlling interest) της συσταθείσης κατά τους νόμους της Λιβερίας εταιρείας με την επωνυμία "Vidalient Corporation", κατά το ελεγχθέν χρονικό διάστημα από 5-12-2005 έως 13-12-2005 προέβη, για λογαριασμό αυτής, σε αγορά συνολικά 885.727 μετοχών της εταιρείας "Ναυτιλιακή Εταιρία Λέσβου Α.Ε". Συγκεκριμένα, στις 12-12-2005 προέβη σε αγορά 383.213 τεμαχίων και στις 13-12-2005 σε αγορά 502.514 τεμαχίων, ενώ κατά το προγενέστερο του ελέγχου χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-6-2005 (ημερομηνία εκκαθάρισης συναλλαγών) έως 4-12-2005 (ημερομηνία εκκαθάρισης συναλλαγών), δεν είχαν διενεργηθεί επί της ίδιας μετοχής συναλλαγές από τον κατηγορούμενο ή την εταιρεία "Vidalient Corporation". Επιπλέον, η τελευταία, με την από 5-12-2005 "αίτηση για απόκτηση αδιάθετων μετοχών από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου", υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο/εκκαλούντα, απέκτησε 1.700.000 μετοχές, από τις αδιάθετες μετοχές της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, οι οποίες πιστώθηκαν, όπως προκύπτει από την "καρτέλα διαθεσίμων", στη μερίδα του λογαριασμού της στις 31-12-2005, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "Π. & Κ. ΑΧΕΠΕΥ", με την αιτιολογία "διανομή χωρίς αντίκρισμα". Στα πλαίσια του ελέγχου ελήφθησαν υπόψη τα αναφερόμενα στην από 31-1-2007 επιστολή της ως άνω εταιρίας ΝΕΛ προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στοιχεία τα οποία κοινοποίησε η Επιτροπή στον προσφεύγοντα με την υπ' αριθ. 281/22-1-2008 επιστολή της και συγκεκριμένα ότι: α) στις 5-12-2005 η ΝΕΛ εξουσιοδοτεί τον Θ. Β. να την αντιπροσωπεύσει για τις τελικές διαπραγματεύσεις, στις 6 και 7 Δεκεμβρίου, στο Παρίσι, με τη γαλλική τράπεζα Caiyon, περί ρυθμίσεως των οφειλών της προς την τράπεζα αυτή και τις εκπροσωπούμενες από αυτήν τράπεζες που συμμετείχαν στο δάνειο, β) στις 7-12-2005 (18:30 μμ) μετά από διαπραγμάτευση με τον Θ. Β., η τράπεζα Calyon γνωστοποιεί τους όρους της συμφωνίας της για συμβιβασμό, γ) στις 8-12-2005 η τράπεζα Calyon απευθύνει στη ΝΕΛ το αντίγραφο του προσυμφώνου που υπεγράφη στις 7-12-2005 και δ) στις 12-12-2005 ο Θ. Β. πληροφορεί την τράπεζα Calyon ότι η ΝΕΛ συγκέντρωσε 19.100.000 ευρώ. Μετά τη διενέργεια των ανωτέρω περιγραφόμενων συναλλαγών επί της μετοχής, και συγκεκριμένα στις 14-12-2005 η ανωτέρω εταιρεία "Ναυτιλιακή Εταιρία Λέσβου Α Ε." προέβη στην εξής ανακοίνωση: "Σε συνεχεία των σχετικών, αναφορών στο ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Ναυτιλιακής Εταιρίας Λέσβου ΑΕ, η εταιρία ανακοινώνει προς το επενδυτικό κοινό ότι επίκειται υπογραφή προσυμφώνου για την ρύθμιση των οφειλών της προς την τράπεζα Calyon, οι οποίες ανέρχονταν κατά την 31-12-2004 σε ευρώ 94,5 εκ. περίπου και κατά την 30-9-2005 σε ευρώ 97,8 εκ. περίπου. Οι βασικοί όροι της συμφωνίας αυτής προέβλεπαν: α) την εντός προθεσμίας εφ' άπαξ καταβολή ποσού τριάντα εκατομμυρίων ευρώ (€30.000.000) προς την τράπεζα Calyon και β) εκχώρηση ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) του καθαρού ποσού, που προσδοκάται ότι θα εισπραχθεί ως αποζημίωση στα πλαίσια της υποβολής αιτήματος αποζημίωσης κατά της εταιρίας Pielstick, με αντάλλαγμα την πλήρη εξόφληση του ανωτέρω δανείου και την απαλλαγή της Ναυτιλιακής Εταιρίας Λέσβου ΑΕ από τις δανειακές της υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας Calyon. Η τράπεζα Calyon ενεργεί στην συγκεκριμένη περίπτωση ως εκπρόσωπος των λοιπών τραπεζών που συμμετείχαν στο δάνειο (CALYON, JP MORGAN, NATEXIS BANQUES POPULAIRES, CREDIT FONCIER DE FRANCE, KBC BANK NV). Εφ' όσον ολοκληρωθεί η ανωτέρω συμφωνία και μετά την αφαίρεση των σχετικών εξόδων, η καθαρή θέση της εταιρίας αναμένεται να ωφεληθεί κατά ευρώ 61 εκ. περίπου". Κατά τη διενέργεια του ελέγχου, πραγματοποιήθηκε δειγματοληπτικός έλεγχος τηλεφωνικών συνομιλιών στα γραφεία της χρηματιστηριακής εταιρίας "Π & Κ ΑΧΕΠΕΥ", σχετικά με εντολές για διενέργεια συναλλαγών επι της κρίσιμης μετοχής. Από το περιεχόμενο των ανωτέρω συνομιλιών ο έλεγχος κατέληξε ότι ο εκκαλών/κατηγορούμενος κατείχε την προνομιακή πληροφορία ότι επίκειται υπογραφή προσυμφώνου για την ρύθμιση των οφειλών της εταιρείας "Ναυτιλιακή εταιρία Λέσβου ΑΕ" " προς την τράπεζα Calyon, την οποία χρησιμοποίησε για τη διενέργεια των αγορών μετοχών κατά τις ημερομηνίες 12-12-2005 και 13-12-2005 και την απόκτηση, στις 5-12-2005, μετοχών από τη διάθεση των αδιάθετων μετοχών της. Στη συνέχεια η αρμόδια Διεύθυνση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απέστειλε στον εκκαλούντα την υπ' αριθμ. 5603/17-12-2007 επιστολή, με την οποία του έθεσε υπόψη τις διαπιστώσεις και την εκτίμηση του ελέγχου ότι είχε υποπέσει σε παράβαση του άρθρου 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 3340/2005 περί απαγόρευσης της καταχρηστικής εκμετάλλευσης προνομιακής πληροφορίας και του ζήτησε να εκφράσει τις απόψεις του. Ο κατηγορούμενος, με την με αριθ. πρωτ. ΕΚ/2302/4-2-2008 επιστολή του, ισχυρίστηκε ότι οι τηλεφωνικές συνομιλίες είχαν καταγραφεί παρανόμως και μαγνητοφωνήθηκαν εν αγνοία του (υποκλαπείσες), ισχυρισμός που έγινε δεκτός τόσον πρωτοδίκως όσον και από το Δικαστήριο τούτο και γι' αυτό κατά το σημείο τούτο δεν αναγνώστηκε το σημείωμα ελέγχου. Όμως, το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεφαλαιαγοράς, εκτιμώντας όσα εκτέθηκαν ενώπιον του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η στις 7-12-2005 πρόταση της Calyon προς την ΝΕΛ για ρύθμιση των οφειλών της τελευταίας ήταν συγκεκριμένη, διότι αφορούσε γεγονός που ευλόγως μπορούσε να αναμένεται ότι θα υπάρξει (η επικείμενη επίτευξη συμφωνίας για ρύθμιση των οφειλών της ΝΕΛ προς την τράπεζα Calyon), επιτρέπουσα την συναγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τη θετική επίπτωση του αναμενόμενου αυτού γεγονότος στην τιμή της μετοχής της ΝΕΛ και στην ωφέλεια της καθαρής θέσης της εταιρείας, μη έχοντας δημοσιοποιηθεί το γεγονός αυτό κατά τον κρίσιμο χρόνο πραγματοποίησης των κρίσιμων συναλλαγών (12 και 13-12-2005), αποτελούσε προνομιακή πληροφορία και της οποίας, έκτοτε, ήταν κάτοχος ο προσφεύγων ήδη στις 5-12-2005, όταν υπέβαλε την αίτηση για την απόκτηση των 1.700.000 μετοχών, για λογαριασμό της εταιρείας "Vidalient Corporation", και τη χρησιμοποίησε για την απόκτηση των μετοχών στις 12 και 13-12-2005 (383.213 και 502.514 αντιστοίχως). Στη συνέχεια το Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απέδωσε στον προσφεύγοντα παράβαση του άρθρου 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 3340/2005 και επέβαλε σε βάρος του πρόστιμο ποσού 150.000 ευρώ, για την επιμέτρηση του οποίου έλαβε υπόψη ότι η εταιρεία "Vidalient Corporation" ήταν συμφερόντων του, ότι η αξία των κρισίμων συναλλαγών ήταν πολύ μεγάλη (συνολικού ποσού 500.522 ευρώ), ότι αυτός επεδίωξε οικονομικό όφελος, βασίμως προσδοκών ότι η δημοσιοποίηση της πληροφορίας θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την τιμή της μετοχής της ΝΕΛ, ότι επηρεάσθηκε σε μεγάλο βαθμό η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, καθ' όσον ο εκκαλών χρησιμοποίησε μια πληροφορία σε βάρος των υπολοίπων επενδυτών και μετόχων της ΝΕΛ, οι οποίοι δεν είχαν στη διάθεση τους την κρίσιμη αυτή πληροφορία. Από τον πίνακα της πορείας της μετοχής της ΝΕΛ για όλο το μήνα Δεκέμβριο του 2005, αποδεικνύεται ότι η τιμή της διαμορφώθηκε ως ακολούθως (σε τιμές ευρώ): 1-12-2005 0,27, 2-12-2005 0,27, 5-12-2007 0,31, 6-12-2005 0,32, 7-12-2005 0,30, 8-12-2005 0,35, 9-12-2005 0,41, 12-12-2005 0,49, 13-12-2005 0,57, 14-12-2005 0,64, 15-12-2005 0,53, 16-12-2005 0,53, 19-12-2005 0,54, 20-12-2005 0,62, 21-12-2005 0,61, 22-12-2005 0,59, 23-12-2005 0,58, 27-12-2005 0,64, 28-12-2005 0,61, 29-12-2005 0,54 και 3012-2005 0,50 και με όγκο συναλλαγών αντιστοίχως: 161.262, 183.229, 927.755, 469.648, 326.542, 1.286.342, 1.595.988, 1.861.011, 2.274.093, 2.376.788, 1.445.145, 1.343.258, 586.551, 1.355.641, 600.385, 293.935, 253.231, 1.028.752, 452.699, 981.100 και 2.423.897. Το Διοικ. Εφετείο Αθηνών, στο οποίο προσέφυγε ο νυν κατηγορούμενος, με το σκεπτικό ότι επειδή η πορεία της τιμής της μετοχής της ΝΕΛ ήταν συνεχώς ανοδική και ο όγκος συναλλαγών έβαινε αυξανόμενος μετά τις 5-12-2005, οπότε άρχισε η διαδικασία συναινετικής ρύθμισης των οφειλών της ΝΕΛ προς τη γαλλική τράπεζα Calyon, ανοδική πορεία η οποία συνεχίσθηκε και μετά τις 7-12-2005, οπότε, με την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, η τράπεζα Calyon διατύπωσε τους όρους της προς τη ΝΕΛ και γεννήθηκε η πληροφορία, μέχρι και την δημοσιοποίηση της στις 14-12-2005 στο επενδυτικό κοινό από την ΝΕΛ, περί επικείμενης υπογραφής του σχετικού προσυμφώνου, επομένως και στις ημερομηνίες 12-12-2005 και 13-12-2005, κατά τις οποίες ο εκκαλών/κατηγορούμενος προέβη στις επίμαχες αγορές των 383.213 και 502.514 μετοχών για λογαριασμό της ελεγχόμενης από αυτόν εταιρείας "Vidalient Corporation", δέχθηκε ότι η πληροφορία αυτή ήταν ευρέως γνωστή σε κύκλους επενδυτών, οι οποίοι, πριν την επίσημη δημοσιοποίηση της, προέβησαν σε συναλλαγές επί της συγκεκριμένης μετοχής, όπως έπραξε και ο εκκαλών, οπότε έπαυσε πλέον να έχει το χαρακτήρα της προνομιακής πληροφορίας και γι' αυτό με την υπ' αριθμ. 780/2011 απόφαση του ακύρωσε την υπ' αριθμ. 5/487/7-10-2008 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Εντούτοις, αποδείχθηκε ακριβώς το αντίθετο. Συγκεκριμένα, προέκυψε ότι η εν λόγω κρίσιμη πληροφορία δεν ήταν ευρέως γνωστή, καθώς για να ισχύει κάτι τέτοιο θα έπρεπε να έχει δημοσιοποιηθεί ή στο ημερήσιο δελτίο χρηματιστηρίου ή στο διαδίκτυο με τις πληροφορίες για το χρηματιστήρια, γεγονότα τα οποία δεν έλαβαν χώρα εν προκειμένω, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας κατηγορίας. Πέραν τούτου το γεγονός ότι ο εκκαλών εισήλθε αιφνιδίως στις χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα χωρίς κάποια εμφανή αιτία ή άλλη αφορμή και πραγματοποίησε τόσο μεγάλο όγκο συναλλαγών, οδηγεί στο αβίαστο συμπέρασμα ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις, αντικειμενικά και υποκειμενικά, για τη διάπραξη υπ' αυτού του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται. Το ότι δεν αγόρασε όταν η μετοχή είχε μικρότερη τιμή στις 5-12-2005 αλλά μεταγενέστερα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση βασιζόμενη σε υποθέσεις. Άλλωστε στις 5-12-2005 που ο εκκαλών υπέβαλε αίτηση για αγορά μετοχών, φαινόταν ως πιθανό το ενδεχόμενο της ρύθμισης των οφειλών της εταιρίας προς την τράπεζα Calyon, αφού στις 6 και στις 7/12/2005 θα γίνονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ της εταιρίας και της ως άνω τράπεζας, γεγονός που γνώριζε. Από την αλληλουχία των γεγονότων, σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι επρόκειτο περί προνομιακής πληροφορίας και με σκοπό να αποκομίσει όφελος, εκμεταλλεύτηκε την προνομιακή αυτή πληροφόρηση, αγόρασε τον μεγάλο όγκο μετοχών, όπως αποδείχθηκε, και παρέσυρε στη συνέχεια την τιμή της μετοχής σε ανοδική πορεία. Oι κακές συγγενικές σχέσεις του με τον αδελφό του Α. Β. δεν αποδείχθηκαν και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση, αφού τα γεγονότα δείχνουν ότι ο εκκαλών είχε την ασφαλή αυτή πληροφόρηση εκ των έσω, την οποία εκμεταλλεύθηκε για να αποκτήσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος, αγοράζοντας μεγάλο αριθμό μετοχών και ισχυροποιώντας τη θέση του στην εταιρία εξαιτίας της προκύψασας διαφοράς της τιμής τους. Έτσι, κατά την κρίση της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου, τα παραπάνω γεγονότα, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο αποδείχθηκαν και συνεπώς θα πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος. Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών κατ' εξακολούθηση. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 29 παρ. 1 ν. 3340/2005, αφού δέχθηκε ότι για να είναι ευρέως γνωστή μια πληροφορία, ώστε να μη χαρακτηρίζεται ως προνομιακή, θα έπρεπε να έχει δημοσιοποιηθεί ή στο ημερήσιο δελτίο χρηματιστηρίου ή στο διαδίκτυο με τις πληροφορίες για το χρηματιστήριο. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ως άνω νόμου δεν αναφέρει τα στοιχεία αυτά ως αποκλειστικά μέσα δημοσιοποιήσεως, προκειμένου μια πληροφορία να μη χαρακτηρίζεται ως προνομιακή, αλλά απλώς επιβάλλει να μη έχει δημοσιοποιηθεί η πληροφορία. Η δημοσιοποίηση όμως δεν σημαίνει αναγκαστικά ανακοίνωση της πληροφορίας με τον τρόπο που δέχθηκε το δικαστήριο, κατ' αποκλεισμό κάθε άλλου μέσου και τρόπου, αφού στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχθηκε και η μειοψηφούσα άποψη, η Ναυτική Εταιρεία Λέσβου (Ν.Ε.Λ.) είχε ήδη από 16-11-2005 εξαγγείλει στο κοινό ότι βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τη γαλλική Τράπεζα CAYLON, προς την οποία η Ν.Ε.Λ. όφειλε 97.000.000 ευρώ περίπου, για τη ρύθμιση των χρεών της, το σχετικό δε προσύμφωνο υπογράφηκε στις 7-12-2005. Επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3340/2005. Ειδικότερα, η απόφαση δέχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος εισήλθε αιφνιδίως στις χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα χωρίς κάποια εμφανή αιτία ή άλλη αφορμή και πραγματοποίησε μεγάλο όγκο συναλλαγών, γεγονός που οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι πληρούνται στο πρόσωπο του οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται". Η παραδοχή ωστόσο αυτή αντιφάσκει με την αναφερόμενη στην απόφαση παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ήδη πριν την 7-12-2005, -ημέρα κατά την οποία φέρεται να περιήλθε σε γνώση του η προνομιακή πληροφορία για την υπογραφή προσυμφώνου ρυθμίσεως των χρεών της Ν.Ε.Λ. προς τη γαλλική Τράπεζα CAYLON-, είχε προβεί ο ίδιος για λογαριασμό της εταιρείας "Vidalient Corporation", συμφερόντων του, στην αγορά 1.700.000 αδιάθετων μετοχών της Ν.Ε.Λ. ενόψει της διενεργούμενης από μηνών αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου. Ο αριθμός μάλιστα αυτός των μετοχών ήταν υπερτριπλάσιος του αριθμού των μετοχών της Ν.Ε.Λ. που αγόρασε ο κατηγορούμενος κατά το διήμερο 12 και 13 Δεκεμβρίου 2005, κατά το οποίο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, προχώρησε στην αγορά των μετοχών αυτών, καταχρώμενος της ως άνω προνομιακής πληροφορίας. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι "το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν αγόρασε όταν η μετοχή είχε μικρότερη τιμή στις 5-12-2005, αλλά μεταγενέστερα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, βασιζόμενη σε υποθέσεις". Η παραδοχή, ωστόσο, αυτή δεν αιτιολογεί, για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος, αν πράγματι είχε υπόψη του την προνομιακή πληροφορία ήδη από 7-12-2005, δεν αγόρασε τα δυο επίμαχα πακέτα μετοχών της Ν.Ε.Λ. την αμέσως επομένη, δηλαδή στις 8-12-2005, όταν η τιμή της μετοχής ήταν ακόμη 0,30 ευρώ, και αγόρασε τελικά αυτές στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2005, όταν η τιμή της μετοχής, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ανερχόταν ήδη σε 0,49 και 0,57 ευρώ, αντίστοιχα. Τέλος, η παραδοχή της αποφάσεως ότι στις 5-12-2005, που ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση για αγορά μετοχών, φαινόταν ως πιθανό το ενδεχόμενο της ρύθμισης οφειλών της εταιρείας προς την Τράπεζα CAYLON, αφού στις 6 και στις 7-12-2005 θα γίνονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ της εταιρείας και της ως άνω Τράπεζας, γεγονός που γνώριζε αυτός, αφενός μεν είναι παντελώς αναιτιολόγητη, γιατί πουθενά στην απόφαση δεν αναφέρεται οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει ότι η όποια προνομιακή πληροφορία δόθηκε στις 5-12-2005, αφετέρου δε είναι και αντιφατική, γιατί σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι η φερόμενη ως προνομιακή πληροφορία προέκυψε την 7-12-2005, όταν υποβλήθηκε η πρόταση της Τράπεζας CAYLON προς την Ν.Ε.Λ. για τη ρύθμιση των οφειλών της τελευταίας. Κατόπιν τούτου οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10386/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ