Αριθμός 1646/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πικραμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Μ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Μπατουδάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2021 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3561/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 5076/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-3-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 25-10-1980 Διεθνής Σύμβαση της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", η οποία κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το νόμο 2102/1992, και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 4 αυτής, για κάθε παιδί, νεότερο των δέκα έξι ετών, το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε συμβαλλόμενο κράτος αμέσως πριν από την προσβολή των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας, έχει σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1, την εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, προληπτικά με την αποθάρρυνση των γονέων που σχεδιάζουν απαγωγές και κατασταλτικά με την άμεση επαναφορά του παιδιού που μετακινήθηκε ή κατακρατείται παράνομα σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη, στην προηγούμενη κατάσταση. Προβλέπει, όμως, και εξαιρέσεις στην επαναφορά, όπου το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει άλλη αντιμετώπιση, διασφαλίζοντας ότι τα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας που υφίστανται κατά το δίκαιο ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θα είναι σεβαστά και στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη. Στη διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης ορίζονται τα ακόλουθα: "η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες, εφόσον: α) έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά, είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά. Το δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού που αναφέρεται στην περίπτωση α' μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από το νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του Κράτους". Η συγκεκριμένη διάταξη συνιστά τη θεμελιώδη αρχή της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία όταν συντρέχουν σωρευτικά οι οριζόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής της, δηλαδή μετακίνηση ανηλίκου παιδιού κατά παραβίαση υφιστάμενου δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο και πράγματι να ασκούνταν από το πρόσωπο που επικαλείται την εφαρμογή της Σύμβασης, κατά το χρόνο της μετακίνησης και θίγεται από αυτή, θέτει σε λειτουργία το μηχανισμό της Σύμβασης και οδηγεί στη λήψη του προβλεπόμενου απ' αυτή μέτρου προστασίας. Το μέτρο αυτό συνίσταται στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού στον τόπο της συνήθους διαμονής και στο πρόσωπο που ασκούσε την επιμέλειά του, από το οποίο το ανήλικο παιδί έχει παράνομα αφαιρεθεί. Η υποχρέωση επιστροφής υπάρχει μόνον αν η αφαίρεση ή κατακράτησή του είναι παράνομη. Το δικαίωμα επιμέλειας (που διακρίνεται και διαχωρίζεται από το ευρύτερο δικαίωμα της γονικής μέριμνας, χωρίς το τελευταίο να αποτελεί αντικείμενο προστασίας της Σύμβασης) μπορεί να απορρέει είτε απευθείας από το νόμο είτε από τη δικαστική απόφαση (ή απόφαση διοικητικής αρχής) που ρύθμισε το σχετικό θέμα και ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας σε κάποιο πρόσωπο είτε και με βάση ιδιωτικές συμφωνίες περί της επιμελείας που αναπτύσσουν έννομες συνέπειες στη χώρα της συνήθους διαμονής του παιδιού. Εξάλλου, η Διεθνής Σύμβαση, στο άρθρο 5 εδάφιο α' αυτής, καθορίζει την έννοια που η ίδια, για την εφαρμογή των διατάξεών της, προσδίδει στον όρο "δικαίωμα επιμέλειας" και ειδικότερα ορίζει ότι "Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το "δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του". Είναι πρόδηλο ότι μόνο το πρόσωπο που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί να προσδιορίζει και τον τόπο της συνήθους διαμονής του τέκνου. Αν την επιμέλεια έχουν, κατά τα ανωτέρω, οι δύο γονείς, από κοινού θα πρέπει να επιλέγουν τον τόπο (χώρα, πόλη, περιοχή, σπίτι) της συνήθους διαμονής του. Το δικαίωμα επιμέλειας του γονέα κατά τη Διεθνή Σύμβαση, επιδέχεται προσβολής, όχι μόνο από κάποιον τρίτο, αλλά, στην περίπτωση που το ασκούν και οι δύο γονείς, με βάση το δίκαιο του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού, και από τον ένα γονέα σε βάρος του άλλου, όπως συνιστά η μονομερής ενέργεια του ενός γονέα, που θα πάρει μόνος του το παιδί και θα το μετακινήσει σε άλλη χώρα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε νομικές διαφορές και αναφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος κατάργησε τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, έχει δε δεσμευτική ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 72 αυτού), και αποσκοπεί, κατά το προοίμιο αυτού, να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε..:, ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί...9. Ο όρος "δικαίωμα επιμέλειας" περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του... 11. Ο όρος "παράνομη μετακίνηση" ή "κατακράτηση" παιδιού σημαίνει τη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού: α) εφόσον γίνονται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από το νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) με την επιφύλαξη ότι το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά. Η επιμέλεια θεωρείται ότι ασκείται από κοινού όταν ο ένας από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας δεν μπορεί, σύμφωνα με απόφαση ή απευθείας από το νόμο, να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση άλλου δικαιούχου της γονικής μέριμνας¨. Κατά δε το άρθρο 11 του ίδιου Κανονισμού: "Επιστροφή του παιδιού 1. Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της σύμβασης της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (εφεξής "σύμβαση της Χάγης του 1980''), απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8". Έτσι, συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης. Εφόσον συντρέχει, κατά τα ανωτέρω, το παράνομο της μετακίνησης ή αφαίρεσης του ανήλικου παιδιού, όταν δηλαδή με αυτές θίγεται το δικαίωμα επιμέλειας που έχει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους στο οποίο βρισκόταν η συνήθης διαμονή του παιδιού αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτηση του, το οποίο (δικαίωμα) ασκούνταν ουσιαστικά, πριν μεσολαβήσουν τα περιστατικά που συνιστούν την απαγωγή, τότε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 εδάφιο α' της Σύμβασης, αν από τη μετακίνησή του μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αίτησης εφαρμογής της Σύμβασης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του. Εάν παρά την κατάθεση, της κατά το άρθρο 8 της Σύμβασης, αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου Κράτους εντός του έτους από την απαγωγή, η διοικητική αρχή επιλήφθηκε αφού είχε παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα, πάλι οφείλει, κατά το β' εδάφιο του άνω άρθρου, να διατάξει την επιστροφή του παιδιού. Στην τελευταία, όμως περίπτωση, προβλέπεται εξαίρεση από την υποχρέωση επιστροφής, αν αποδειχθεί, ύστερα από την προβολή σχετικού ισχυρισμού από τον καθ' ου στρέφεται η αίτηση, ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται εάν η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους επιλήφθηκε της αίτησης πριν παρέλθει έτος από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση (ΑΠ 1030/2017). Εξαιρέσεις στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού εισάγει και η διάταξη του άρθρου 13 της Σύμβασης, οι οποίες έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση παράνομης μετακίνησης του παιδιού, δηλαδή είτε η εξέταση της αίτησης που κατατέθηκε μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία γίνεται εντός έτους από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, είτε μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη αυτή, η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν υποχρεώνεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, παρά την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, εφόσον το φυσικό πρόσωπο που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει, προβάλλοντας σχετική καταλυτική ένσταση: α) ότι το φυσικό πρόσωπο που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακίνησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση. Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης, ομοίως, κατόπιν προβολής σχετικής ένστασης, να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα, που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του. Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη τις πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση του παιδιού, που παρέχονται από την Κεντρική Αρχή ή άλλη δημόσια υπηρεσία του κράτους της συνήθους διαμονής του (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 1857/2011).Οι εξαιρέσεις επιχειρούν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να προκύψουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, από αυτό καθεαυτό το γεγονός της επιστροφής πλέον του παιδιού, και όχι από έκτακτες ή άλλες εξαιρετικές συμπτώσεις, καταστάσεις μη συμβατές προς το συμφέρον του. Το παιδί πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άτομο με τις δικές του ανάγκες και δικαιώματα, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης και ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη και να μην υπάρχει κίνδυνος αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της άμεσης επιστροφή του, να έχει την τάση, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, μετά σφοδρής πιθανότητας και κατά την κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου, να εκθέσει το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση, να επιφέρει, δηλαδή, τα αποδοκιμαζόμενα από τη Σύμβαση αποτελέσματα (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 54/2021, ΑΠ 1030/2017, ΑΠ 916/2010). Πρέπει επομένως ο κίνδυνος να είναι ιδιαίτερα σοβαρός και όχι απλός, κρινόμενος με βάση συγκεκριμένες εξωτερικές καταστάσεις, που θα αντιμετωπίσει το παιδί μετά από επιστροφή του στον τόπο της συνήθους διαμονής του (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 598/2015), ενώ ως αφόρητη κατάσταση νοούνται ιδίως οι καταστάσεις εκείνες που συνδέονται με πράξεις βίας σε βάρος του παιδιού ή κακοποίησης του σωματικής ή ψυχικής και όχι απλώς λιγότερο καλές συνθήκες διαβιώσεως αυτού (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 598/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 του ανωτέρω Κανονισμού 2201/2003 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την εφαρμογή των άρθρων 12 και 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, εξασφαλίζεται ότι παρέχεται στο παιδί η δυνατότητα ακρόασης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εκτός αν αυτή αντενδείκνυται λόγω της ηλικίας του ή του βαθμού ωριμότητάς του. Εξάλλου, στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την άσκηση των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 2502/1997, ορίζεται ότι σε ένα παιδί, που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: α... β. να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του..." ενώ κατά το άρθρο 6 της ιδίας σύμβασης "Στις διαδικασίες που αφορούν ένα παιδί, η δικαστική αρχή, πριν να λάβει οποιαδήποτε απόφαση, οφείλει: α. να εξετάσει αν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες για να λάβει μία απόφαση προς το ύψιστο συμφέρον του και, ενδεχομένως, να λάβει συμπληρωματικές πληροφορίες, ειδικότερα από την πλευρά των κατόχων γονικών ευθυνών, β. όταν το παιδί θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει μία επαρκή κρίση: -να εξασφαλίσει ότι το παιδί έχει λάβει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία,- να ρωτήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις το παιδί προσωπικά, εν ανάγκη κατ' ιδίαν, η ίδια ή μέσω άλλων προσώπων ή οργάνων, με μία μορφή κατάλληλη προς την κρίση του, εκτός αν αυτή είναι εμφανώς αντίθετη προς τα ύψιστα συμφέροντα του παιδιού, - να επιτρέψει στο παιδί να εκφράσει τη γνώμη του, γ. να λάβει νόμιμα υπόψη τη γνώμη που εκφράστηκε". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ως κυρίαρχη αρχή για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού καθιερώνεται "το ύψιστο συμφέρον αυτού", για την εξυπηρέτηση του οποίου τα εκάστοτε αρμόδια όργανα, και εν προκειμένω η δικαστική αρχή, είναι αναγκαίο να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διαπιστώσει νόμιμα προηγουμένως ότι αυτό έχει την προς τούτο επαρκή κρίση, κατά το εσωτερικό δίκαιο της χώρας που εφαρμόζεται. Συνεπώς και στην περίπτωση της εξέτασης αίτησης επιστροφής παιδιού κατά την προαναφερόμενη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης, το δικαστήριο πρέπει να ζητεί και να συνεκτιμά τη γνώμη του τέκνου σχετικά με την αιτούμενη επιστροφή του στον τόπο της συνήθους, πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, διαμονής του. Αυτή η υποχρέωση του δικαστηρίου υπάρχει μόνο εφόσον κρίνει ότι το παιδί έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, σχετικά με το ζήτημα του τόπου διαμονής του, ήτοι εάν το συμφέρον του επιβάλλει να επιστρέψει στον τόπο της συνήθους διαμονής του ή να παραμείνει στον τόπο στο οποίο μετακινήθηκε. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, με βάση την ηλικία του ανηλίκου, η οποία, όμως, μόνη δεν αποδεικνύει και την ωριμότητα ή ανωριμότητά του (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 1316/2009), αλλά και τις λοιπές περιστάσεις και την πνευματική και ψυχική του κατάσταση. Για την κρίση περί της ύπαρξης ή μη της απαιτούμενης ωριμότητας, που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 283/1986), ώστε αρκεί προς βεβαίωση της συναγωγής της η μη εξέταση του τέκνου από το δικαστήριο, ούτε αυτή ελέγχεται αναιρετικά, αφού αποτελεί πόρισμα εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 952/2007). Εφόσον το δικαστήριο δέχεται την μη ύπαρξη τέτοιας ωριμότητας του παιδιού, δεν υπάρχει παραβίαση των σχετικών ως άνω διατάξεων και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τη μη εξέταση τούτου (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020, ΑΠ 1111/2002). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016). Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017). Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014). Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007). Η αντιφατικότητα είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011), μπορεί, δε, να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εκκαλών... (αναιρεσείων) είναι Έλληνας υπήκοος η δε αντίδικός του ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη), είναι Ελληνίδα υπήκοος επίσης. Οι διάδικοι γνωρίστηκαν το έτος 2005 στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, όπου ο αιτών - εκκαλών εργαζόταν ως μηχανικός αεροσκαφών της ... ΑΕ και η καθ' ης εφεσίβλητη ως προσωπικό εδάφους και συνήψαν σύντομη ερωτική σχέση. Ακολούθως, ο αιτών εκκαλών μετατέθηκε στο αεροδρόμιο ..., όπου και μένει μόνιμα έως σήμερα. Οι διάδικοι, αφού επανασυνδέθηκαν ερωτικά το έτος 2010, τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο ... στις 26.11.2010 και εγκαταστάθηκαν στο ..., όπου εργάζονταν αμφότεροι στον τομέα των αερομεταφορών. Στις 14.11.2012 γεννήθηκε στο ... η ανήλικη θυγατέρα τους Β. Σ.. Οι διάδικοι ζούσαν μόνιμα στο ... με το ανήλικο τέκνο τους, το οποίο έχει ... υπηκοότητα μόνο και φοιτούσε σε αγγλικό σχολείο και δη στο δημοτικό σχολείο του ... και επισκέπτονταν την Ελλάδα συχνά για διακοπές, προκειμένου να διατηρηθούν οι δεσμοί με τους παππούδες και τις γιαγιάδες της ανήλικης. Η έγγαμη συμβίωση καίτοι ήταν αρμονική στην αρχή, στη συνέχεια άρχισαν οι διαφωνίες και οι διαπληκτισμοί σχετικά με τον τρόπο διαπαιδαγώγησης της ανήλικης και ειδικότερα στα εκπαιδευτικά θέματα της τελευταίας, καθόσον η καθ' ης εφεσίβλητη πίστευε ότι ο πατέρας της καταπίεζε την ανήλικη υπερβολικά, ώστε να βελτιώσει τις μαθητικές της επιδόσεις. Αργότερα, από τον Αύγουστο του έτους 2020, μετά την απόλυση της καθ' ης - εφεσίβλητης από την εργασία της, οι έριδες εντάθηκαν, διότι η τελευταία είχε αρχίσει να απαιτεί την επιστροφή τους στην Ελλάδα, για μόνιμη επανεγκατάσταση στη Αθήνα, με αποτέλεσμα την ψυχική αποξένωση των διαδίκων, αφού ο αιτών - εκκαλών αντιδρούσε σε αυτό. Στις 4.10.2020 και ενώ απουσίαζε ο τελευταίος στην εργασία του, η καθ' ης εφεσίβλητη μετέβη στο αστυνομικό τμήμα του ... στο ... και κατήγγειλε το σύζυγό της για επίθεση, ισχυριζόμενη ότι την έσπρωξε από μια καρέκλα, προκαλώντας της μώλωπες και ότι συχνά πιάνει την ανήλικη από το λοβό του αυτιού της. Πλην όμως οι εν λόγω καταγγελίες δεν αποδείχθηκαν βάσιμες και ως εκ τούτου ο αιτών - εκκαλών αφέθηκε ελεύθερος μετά από λίγες ώρες. Ενόσω λοιπόν διαρκούσαν οι συνεννοήσεις μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, για τον επικείμενο χωρισμό των διαδίκων, η καθ' ης - εφεσίβλητη, εκμεταλλευόμενη το γεγονός του κλεισίματος των σχολείων στην ... λόγω της πανδημίας του ιού covid-19, αναχώρησε για την Ελλάδα στις 24.1.2021 μαζί με την ανήλικη θυγατέρα τους, προκειμένου να επισκεφθεί τους γονείς της, καθόσον τα σχολεία θα επαναλειτουργούσαν στις 8.3.2021 και ισχυριζόμενη ότι θα έμενε για το διάστημα των σχολικών διακοπών. Πλην όμως, όταν τα σχολεία επαναλειτούργησαν στην ..., και ο αιτών - εκκαλών στις 8.3.2021 ζήτησε από τη σύζυγό του να επιστρέψει με το ανήλικο τέκνο τους πίσω στο ..., για να συνεχίσει εκεί το σχολείο του, η τελευταία αρνήθηκε. Όταν ο αιτών αντιλήφθηκε ότι η καθ' ης δεν προτίθεται να επιστρέφει με το ανήλικο στο ... στις 9.3.2021 προσέφυγε στη διαδικασία της Σύμβασης της Χάγης, ζητώντας με αίτηση του προς την προβλεπόμενη από τη Σύμβαση Κεντρική Αρχή του ..., ήτοι τη Μονάδα Επικοινωνίας Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών την επιστροφή των ανηλίκων στο ... (International Child Abduction Unit ICACU). Κατόπιν επεξεργασίας της αίτησής του, αυτή διαβιβάστηκε αρμοδίως στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ελλάδος, επιλήφθηκε δε αυτής το Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις. Στη συνέχεια επακολούθησε η υποβολή της αιτήσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, εκδόθηκε η από 26.3.2021 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Νίκης Παπουτσιδάκη με την οποία ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια της ανήλικης στη μητέρα της καθ' ης - εφεσίβλητης, προκειμένου να προβεί στην εγγραφή της τελευταίας σε σχολείο στη Γ Δημοτικού στην Αθήνα. Ακολούθως, εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1329/2021 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών Σοφοκλή Μορφόπουλου, με την οποία έγινε ανάκληση της προλαβούσας προσωρινής διαταγής, εν συνεχεία δε με το υπ' αριθμόν πρωτ. ... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ανεστάλη η διαδικασία περί ανάθεσης της επιμέλειας της ανήλικης, που εκκρεμεί ενώπιον του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών. Όπως δε αποδείχθηκε, η συνήθης διαμονή της οικογένειας της ανήλικης ήταν στο ..., σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή είχε προσωρινό ή ευκαιριακό χαρακτήρα, αντιθέτως χαρακτηριζόταν από σταθερότητα και μονιμότητα. Η πρόθεση των γονέων της ήταν η μόνιμη εγκατάστασή τους στο ..., σκεπτόμενοι αμφότεροι το μέλλον του τέκνου τους, το οποίο φοιτούσε όπως προαναφέρθηκε σε αγγλικό σχολείο. Είχαν δε αμφότεροι εργασία ανάλογη των προσόντων τους στον τομέα των αερομεταφορών. Από τα ανωτέρω περιστατικά, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι συνήθης διαμονή του ανηλίκου τέκνου τους, που διέμενε με τους γονείς του (άρθρο 56 ΑΚ), ο οποίος ταυτίζεται με εκείνο της κατοικίας τους, δηλαδή όπου και αυτοί κυρίως και μονίμως εγκαταστάθηκαν (άρθρο 51 ΑΚ), αμέσως πριν από την στην αίτηση αναφερόμενη κατακράτηση του ανηλίκου από την καθ' ης - εφεσίβλητη, ήταν στο ... του ..., αφού προς τούτο συνέτρεχαν κατά τον χρόνο τούτο, τόσο το υλικό στοιχείο της πραγματικής εγκατάστασης του ζεύγους και του ανηλίκου τέκνου σε αγγλικό σχολείο του τόπου τούτου, όσο όμως και το βουλητικό στοιχείο της πρόθεσης δηλαδή του ζεύγους προς μόνιμη και σταθερή, για ικανό χρόνο, παραμονή στον συγκεκριμένο αυτό τόπο. Ως προς το ζήτημα δε της μετακίνησης της ανήλικης από το ... στην Ελλάδα από την καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη το παρόν Δικαστήριο άγεται στην ίδια κρίση, ότι δηλ. αυτή έλαβε χώρα παράνομα, καθόσον α) η επιμέλεια της ανήλικης ασκείτο από αμφοτέρους τους γονείς και β) έγινε κατά παράβαση του δικαιώματος επιμέλειας που ασκούσε ο αιτών - εκκαλών, στο μέτρο που το δικαίωμα επιμέλειας (άρθρο 1518 ΑΚ) ως μέρος του ευρύτερου λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, έχει ως περιεχόμενο και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του τέκνου (σχ. Άρθ. 2 περ. 9 Καν. 2201/2003). Σε περίπτωση δε διαφωνίας των δύο διαδίκων γονέων για τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του, αυτή έπρεπε να επιλυθεί από το αρμόδιο κατά διεθνή δικαιοδοσία, καθ' ύλη και κατά τόπο Δικαστήριο. Συνεπώς, η μετακίνηση του παιδιού στην Ελλάδα, για διακοπές, ήτοι για περιορισμένο χρονικό διάστημα ήταν νόμιμη, αφού υπήρξε αρχικά συναπόφαση και των δύο γονέων, πλην όμως από τις 8.3.2021 κατακρατείται παράνομα στην Ελλάδα η ανήλικη, χωρίς την συγκατάθεση του αιτούντος, κατά παράβαση του δικαιώματος επιμέλειας που έχουν αμφότεροι οι γονείς εν τοις πράγμασι. Η ανήλικη ευρίσκεται στην Ελλάδα λόγω της μονομερούς απόφασης της μητέρας της, η οποία αρνήθηκε κατηγορηματικά να επιστρέψει με αυτήν στο .... Η μητέρα της εξακολουθεί να την παρακρατεί στην Ελλάδα, χωρίς την συγκατάθεση του τελευταίου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ένα μήνα, χωρίς σχέδιο επιστροφής, παραβιάζοντας το δικαίωμα της επιμέλειας και το δικαίωμα του πατέρα ως γονέα να προσδιορίσει τον τόπο διαμονής τους. Η ως άνω μετακίνηση έγινε μεν νόμιμα, όμως με την ως άνω Σύμβαση προστατεύεται, όχι μόνον η μετακίνηση αλλά και η μη επιστροφή του παιδιού, ώστε να θεωρείται παράνομη, βάσει των προπαρατεθεισών διατάξεων της Σύμβασης της Χάγης του 1980 και Κανονισμού 2201/2003 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφού στον όρο μη επιστροφή καλύπτεται και η περίπτωση κατακράτησης παιδιού, μετά από νόμιμη μετακίνησή του, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ο δε ισχυρισμός της καθ' ης - εφεσίβλητης ότι ήταν απαραίτητη η εν λόγω αναχώρηση από την ... και η επιστροφή στην Ελλάδα, όπου αισθανόταν ασφαλής, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ψυχική υγεία της ανήλικης από τις επιθέσεις του πατέρα της προς την τελευταία καθώς και στην καθ' ης - εφεσίβλητη, ενόψει του ότι η προαναφερθείσα καταγγελία εις βάρος του αιτούντος - εκκαλούντος δεν κρίθηκε βάσιμη από τις αρμόδιες αρχές στη ..., δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον ήταν η εκπλήρωση της επιθυμίας της τελευταίας να επιστρέψει στην Ελλάδα, αφού ο μόνος λόγος διαμονής της εκεί μετά την απώλεια της εργασίας της, ήταν η έγγαμη συμβίωση με τον αιτούντα - εκκαλούντα, συνθήκη η οποία έχει εκλείψει οριστικά. Στην ..., δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα αυξημένα έξοδα διαβίωσης μακριά από την οικία των γονέων της, δεν έχει φίλους ούτε εργασία ούτε ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, συνεπώς, δεν υπάρχει περίπτωση στο μέλλον η μητέρα να επιστρέψει εκεί. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από το χρόνο μετακίνησης του τέκνου μέχρι τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης προς παροχή δικαστικής προστασίας από μέρους του συζύγου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήτοι της εφαρμογής της Σύμβασης της Χάγης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (14.6.2021) διέρρευσε διάστημα μικρότερο του ενός έτους. Συντρέχει επομένως κατ' αρχήν περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 12 εδ. α της Σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο η επιληφθείσα Αρχή (εν προκειμένω το Δικαστήριο) οφείλει να διατάξει την άμεση επιστροφή του τέκνου στη χώρα της συνήθους διαμονής του. Απομένει να ερευνηθεί αφού και από την καθ' ης προβλήθηκαν, τόσο κατά την πρωτόδικη δίκη όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σχετικοί ισχυρισμοί, εάν συντρέχει περίπτωση από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 13 ν. 2102/1992, η οποία και καθιστά μη υποχρεωτική την υποχρέωση του Δικαστηρίου όπως διατάξει την επιστροφή του παιδιού, ήτοι μη ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος επιμέλειας από μέρους του αιτούντος ή συναίνεση ή έγκριση αυτού στην κατακράτηση του παιδιού ή ύπαρξη σοβαρού κινδύνου έκθεσης, με την επιστροφή του παιδιού σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή περιαγωγή τούτου με οποιοδήποτε τρόπο σε αφόρητη κατάσταση ή αντίθεση του παιδιού στην επιστροφή του. Ενόψει του ότι η καθ' ης - εφεσίβλητη μητέρα του δεν πρόκειται να επιστρέψει στην ..., υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού στο ... του ... να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία και να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση, αφού θα στερηθεί την παρουσία της μητέρας και την αδιάλειπτη φροντίδα αυτής, που ο αιτών - εκκαλών αδυνατεί να προσφέρει και θα του προκαλέσει σοβαρό ψυχολογικό τραύμα. Και τούτο διότι θα βρεθεί παρά την μικρή του ηλικία εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την μητέρα του με την οποία είναι στενά συνδεδεμένη, απομονωμένο σε μια χώρα με την οποία ο μοναδικός δεσμός που είχε αναπτύξει προηγουμένως ήταν εκείνος με τους γονείς του (δηλαδή το στενό άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, που έχει πλέον διαρραγεί λόγω του μετά το γάμο εκ νέου διαχωρισμού των γονέων του), χωρίς την ύπαρξη οργανωμένης καθημερινότητας καθώς ο αιτών - πατέρας του δεν μπορεί να προσφέρει το κατάλληλο για την ψυχοσωματική ανάπτυξή της υποστηρικτικό περιβάλλον (συγγενικό, φιλικό, κοινωνικό), καθώς τέτοιο, πλην του αυστηρού σχολικού, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε κατά τη διαμονή του στην αλλοδαπή. Ο τελευταίος δεν μπορεί να προσφέρει την απαιτούμενη για την παιδική του ηλικία φροντίδα, που αντικειμενικά δεν μπορεί να προσφέρει σε συνεχή βάση, ενόψει της επαγγελματικής του θέσης στην αεροπορική εταιρεία, εργασία που απαιτεί αυτοπρόσωπη και επί πολλές ώρες παρουσία καθημερινή στο Αεροδρόμιο του .... Τέλος, τυχόν ανάθεση της εποπτείας και της φροντίδας του κατά τις ώρες εργασίας του αιτούντος σε τυχαία και άγνωστα στο τέκνο πρόσωπα (έστω και εξειδικευμένα λ.χ. babysitters), θα επιφέρει κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας ισχυρό πλήγμα στην ψυχική του υγεία, το τέκνο θα το βιώσει με βεβαιότητα ως εγκατάλειψη (απόρριψη) και εντεύθεν ως ψυχική κακοποίηση και θα του προκαλέσει αισθήματα άγχους και ανασφάλειας με περαιτέρω δυσμενή επίδραση στη μετέπειτα εξέλιξή του, καθόσον θα έχει στερηθεί την φροντίδα της μητέρας της, όπως προαναφέρθηκε και των προσφιλών της προσώπων, όπως τα οικεία πρόσωπα της ευρύτερης οικογένειας της (παππούς, γιαγιά, θεία, εξαδέλφια). Ο δε ισχυρισμός του αιτούντος - εκκαλούντος, ότι είναι ικανή να αναλάβει την φροντίδα του ανηλίκου η ετεροθαλής ενήλικη αδελφή του Ά., με την οποία το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν την αναχώρησή της στην Ελλάδα, ζούσαν μαζί στην οικία του αιτούντα - εκκαλούντα, δεν κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος, ενόψει του ότι η τελευταία έχει άλλη ηλικία, ενδιαφέροντα, έντονη προσωπική ζωή, ενώ τρέφει αισθήματα ζήλιας και ανταγωνιστικότητας για την ανήλικη Σ.. Εξάλλου, όπως επισημαίνεται στην προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από 8.12.2020 αξιολόγηση της κοινωνικής λειτουργού του τοπικού συμβουλίου του Σ. Φ. Α., κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας της καθ' ης - εφεσίβλητης για επίθεση του συζύγου της εις βάρος της, η ανήλικη ανέφερε ότι δεν είχαν καλή σχέση και δεν θα της έλειπε η αδελφή της εάν ζούσε μακριά στην Ελλάδα. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, η καθ' ης - εφεσίβλητη μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα διαμένει στην πατρική της οικία στην ..., μαζί με τους γονείς της και ασχολείται αποκλειστικά με την ανατροφή και εκπαίδευση του ανηλίκου τέκνου, συνεπικουρούμενη από τους τελευταίους και την αδελφή της. Το ανήλικο έτσι δέχεται την στοργή και την αγάπη των συγγενών και φίλων της οικογένειας, που το περιβάλλουν, με τους οποίους διατηρεί άριστες σχέσεις. Αυτό κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης διανύει το όγδοο (8ο) έτος και με τη μητέρα του έχει αναπτύξει στενότατο ψυχικό δεσμό, καθώς από γεννήσεώς του αυτή ουδέποτε έχει απομακρυνθεί από κοντά του, ενώ δεν έχει αποδειχθεί κακή ή επιβλαβής συμπεριφορά απέναντί του. Πριν την αναχώρησή της η ανήλικη, όπως προαναφέρθηκε φοιτούσε στο δημοτικό σχολείο του ... στο ..., μετά δε την επιστροφή της στην Ελλάδα Αθήνα, ολοκλήρωσε την Γ τάξη του Δημοτικού Σχολείου που είχε ξεκινήσει στην ..., και έχει εγγραφεί ήδη στην Δ Δημοτικού, την οποία παρακολουθεί, με συνομηλίκους της με τους οποίους συνεννοείται στην ελληνική γλώσσα. Έχει αποκτήσει μια ισορροπημένη καθημερινότητα στην Αθήνα, κατανοεί έχει ενσωματωθεί σε αυτό και στον συγκεκριμένο τρόπο ζωής των συνομηλίκων της έχοντας προσαρμοστεί επαρκώς στο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον. Απολαμβάνει τη στοργή και τις φροντίδες των παππούδων από τη μητρική γραμμή. Της αρέσει το νέο της σχολείο και έχει δημιουργήσει φιλίες με τους συμμαθητές της. Ομιλεί την μητρική της γλώσσα ως καθομιλουμένη και η ένταξή της τόσο στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα όσο και γενικότερα στο περιβάλλον της Ελλάδας είναι ομαλή. Αντίθετα, το γεγονός της επανόδου της στο ... του ... θα επιφέρει αρνητικές επιδράσεις και θα επιδράσει στην ψυχοκοινωνική της κατάσταση και στην πνευματική της ισορροπία, καθώς με σφοδρή πιθανότητα και υπό τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά την κρίση του λογικού και επιμελούς ανθρώπου θα είναι αδύνατον να προσαρμοσθεί στο εκεί περιβάλλον, αποκοπτόμενη από τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο και το σχολικό της περιβάλλον στην Ελλάδα, όπου η ενσωμάτωση και προσαρμογή είναι σχεδόν πλήρης, δεδομένου ότι ήδη από τον χρόνο της επιστροφής της στην Ελλάδα μέχρι το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης εφέσεως ήδη έχει παρέλθει διάστημα εννέα (9) μηνών, όσο δε περισσότερος χρόνος διέρχεται, τόσο περισσότερο προσαρμόζεται το τέκνο στο νέο της περιβάλλον. Άλλωστε, ούτε ο ίδιος ο αιτών - εκκαλών ούτε οι προς τούτο εξετασθέντες μάρτυρές του πρόβαλαν ότι υπάρχουν ιδιαίτεροι συγκεκριμένοι λόγοι οι οποίοι να επιβάλλουν την επιστροφή του παιδιού στον τόπο της συνήθους διαμονής του. Όλα δε τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την προσωπική επικοινωνία του Δικαστηρίου με την ανήλικη, από την οποία αποδείχθηκε ότι αυτή πράγματι αντιτίθεται στην επιστροφή της στο ... στον πατέρα της, όπου θα υποχρεωθεί να συμβιώνει με την ετεροθαλή αδελφή της, με την οποία δεν έχει καλές σχέσεις. Επιπλέον, ο πατέρας της την καταπιέζει υπερβολικά, προκειμένου να βελτιώσει τις μαθητικές της επιδόσεις και μάλιστα της έβαζε τις φωνές όταν δεν ήταν ευχαριστημένος με αυτήν. Δήλωσε δε κατηγορηματικά ότι επιθυμεί να παραμείνει στην Ελλάδα με τη μητέρα της και τους γονείς αυτής, που της εξασφαλίζουν ένα ήρεμο περιβάλλον. Η ίδια ανέφερε ότι διαμένει σε μεγάλο διαμέρισμα στην ... ..., ότι έχει δημιουργήσει φιλίες με τους συμμαθητές της και ότι είναι πολύ χαρούμενη που ζει πλέον μόνιμα στην Ελλάδα. Κρίνεται δε ότι έχει την ηλικία είναι (8,5 ετών) και ως εκ τούτου δεν στερείται της συναισθηματικής ωριμότητας και της κριτικής ικανότητας που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη της. Σε καμία δεν περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η ανήλικη είναι πλήρως εξαρτημένη νοητικά και ψυχικά και υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της μητέρας της όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας βάσιμες τις προβληθείσες από την αναιρεσίβλητη ενστάσεις από το άρθρο 13 στοιχ.β' περ.α'και β' της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, απέρριψε, με δύο επάλληλες (κύριες) αιτιολογίες, την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αίτησή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία του, έκανε δεκτή την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση περί έκφρασης αντίθεσης, εκ μέρους του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, για την επιστροφή του στο ..., και αρνήθηκε, συνακόλουθα, να διατάξει την επιστροφή αυτού στον πιο πάνω τόπο όπου διέμενε πριν την μετακίνησή του από την αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 περ. β εδ. β' του ν. 2102/1992, δεδομένου ότι, από την προσωπική επικοινωνία του δικαστή με την ανήλικη, διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι αυτή είχε την ηλικία, την συναισθηματική ωριμότητα και την κριτική ικανότητα για να ληφθεί υπόψη η γνώμη της και, επίσης, ότι η εν λόγω ανήλικη, χωρίς να τελεί υπό την νοητική και ψυχική επιρροή της αναιρεσίβλητης μητέρας της, εξέφρασε με σοβαρότητα την αντίθεσή της να επιστρέψει στο ... στον πατέρα της, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι επιθυμεί να παραμείνει στην Ελλάδα, και συνεπώς, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της πιο πάνω ένστασης της αναιρεσίβλητης και δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της βασιμότητας της πιο πάνω, καταλυτικής της αίτησης επιστροφής του ανηλίκου, ένστασης της αναιρεσίβλητης, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης, που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές: α) ότι από την προσωπική επικοινωνία του Δικαστηρίου με την ανήλικη, αποδείχθηκε ότι αυτή πράγματι αντιτίθεται στην επιστροφή της στο ... στον πατέρα της, όπου θα υποχρεωθεί να συμβιώνει με την ετεροθαλή αδελφή της, με την οποία δεν έχει καλές σχέσεις, δηλώνοντας επί πλέον ότι ο πατέρας της την καταπιέζει υπερβολικά, προκειμένου να βελτιώσει τις μαθητικές της επιδόσεις και μάλιστα της έβαζε τις φωνές όταν δεν ήταν ευχαριστημένος με αυτήν, β) ότι κατηγορηματικά δήλωσε ότι επιθυμεί να παραμείνει στην Ελλάδα με τη μητέρα της και τους γονείς αυτής, που της εξασφαλίζουν ένα ήρεμο περιβάλλον, αναφέροντας ότι διαμένει σε μεγάλο διαμέρισμα στην ... ..., ότι έχει δημιουργήσει φιλίες με τους συμμαθητές της και ότι είναι πολύ χαρούμενη που ζει πλέον μόνιμα στην Ελλάδα, και γ) ότι η ανήλικη είχε την ηλικία (8,5 ετών) και ωριμότητα και δεν εστερείτο της συναισθηματικής ωριμότητας και της κριτικής ικανότητας που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη της ούτε και αποδείχθηκε ότι είναι πλήρως εξαρτημένη νοητικά και ψυχικά και υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της μητέρας της. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί συνδρομής σοβαρού κινδύνου από την επιστροφή της ανήλικης στο ... δεν είναι αντιφατική προς την έτερη παραδοχή ότι η ανήλικη "αντιτίθεται στην επιστροφή της στο ... στον πατέρα της", αφού καθεμιά αφορά τη θεμελίωση διαφορετικής ένστασης, και ειδικότερα, η πρώτη της περιπτώσεως του άρθρου 13 περ.β' εδ. α' του πιο πάνω νόμου, η δε δεύτερη αναφέρεται στην ένσταση από το άρθρο 13 περ. β'εδ. β'. Επομένως, ο δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, αφενός εσφαλμένη υπαγωγή και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 περ. β εδ. β του ν. 2102/1992, και αφετέρου ότι διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, καθώς και ο συναφής τρίτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Στην περίπτωση λοιπόν που το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες ή επικουρικές αιτιολογίες οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με την αίτηση αναιρέσεως ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, τότε οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες ταυτοχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία, πρωτίστως στην κυρία και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ 34/2020, 859/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο, κρίνοντας, με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, ως ουσιαστικά βάσιμη την έτερη ένσταση της αναιρεσίβλητης, ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του ανηλίκου τέκνου στο ... να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία και να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 13 περ. β εδ. α' του ν. 2102/1993, καθόσον ο κίνδυνος, κατά την ως άνω διάταξη πρέπει να ιδιαίτερα σοβαρός κι όχι απλώς σοβαρώς, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, ενώ εξάλλου διέλαβε για ως άνω ουσιώδες ζήτημα ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες. Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η δεύτερη επάλληλη (κύρια) αιτιολογία, πλήττεται ανεπιτυχώς, ο συγκεκριμένος λόγος που αφορά την πρώτη επάλληλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση περί αντίθεσης της ανήλικης να επιστρέψει στον τόπο όπου διέμενε πριν την μετακίνησή της από την αναιρεσίβλητη στην Ελλάδα. Ανεξαρτήτως αυτού, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την προαναφερόμενη ένσταση της αναιρεσίβλητης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 περ. β εδ. α' του ν. 2102/1993, κατά τη συγκεκριμενοποίηση των αορίστων νομικών εννοιών του συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου και της έκθεσης αυτού σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία και περιαγωγής του σε μια αφόρητη κατάσταση, δεδομένου ότι τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την αόριστη νομική έννοια του συμφέροντος του ανηλίκου και στοιχειοθετούν το πραγματικό της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη σχετικής ένστασης, όσον αφορά την φυσική και ψυχική δοκιμασία αυτού, εφόσον τα περιστατικά αυτά, έχουν την γενική τάση, μετά σφοδρής, πιθανότητας και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά την κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου να επιφέρουν τα αποδοκιμαζόμενα από τη Διεθνή Σύμβαση αποτελέσματα. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Στις υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα αρκεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή μικρότερος βαθμός δικανικής πεποίθησης ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και το ίδιο ισχύει και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή (ΑΠ 287/2016, ΑΠ 1284/2004). Ειδικά, όμως, στις υποθέσεις απαγωγής παιδιού απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση για την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης επιστροφής του, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από περισσότερες της μιας διατάξεις της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης και συγκεκριμένα: α) από το άρθρο 12 αυτής που επιτρέπει στο δικαστήριο να μην διατάξει την επιστροφή του απαχθέντος παιδιού αν αποδειχθεί (και όχι απλώς πιθανολογηθεί) ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, β) από το άρθρο 13 αυτής, κατά το οποίο η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του απαχθέντος παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει (και άρα όχι απλώς πιθανολογεί) κάποια από μνημονευόμενα στο ίδιο άρθρο γεγονότα και γ) από το άρθρο 14 της ίδιας Σύμβασης, στο οποίο γίνεται λόγος για διαπίστωση (και όχι απλώς για πιθανολόγηση) παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού (ΑΠ 317/2016, ΑΠ 1857/2011). Περαιτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αρκέστηκε σε πιθανολόγηση, ενώ απαιτείται από το νόμο πλήρης απόδειξη, αφού στην περίπτωση αυτή δέχεται ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 1470/2017, ΑΠ 317/2016, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 1857/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι με την παραδοχή "Τέλος, τυχόν ανάθεση της εποπτείας και της φροντίδας του κατά τις ώρες εργασίας του αιτούντος σε τυχαία και άγνωστα στο τέκνο πρόσωπα (έστω και εξειδικευμένα λ.χ. babysitters), θα επιφέρει κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας ισχυρό πλήγμα στην ψυχική του υγεία, το τέκνο θα το βιώσει με βεβαιότητα ως εγκατάλειψη (απόρριψη) και εντεύθεν ως ψυχική κακοποίηση και θα του προκαλέσει αισθήματα άγχους και ανασφάλειας με περαιτέρω δυσμενή επίδραση στη μετέπειτα εξέλιξή του, καθόσον θα έχει στερηθεί την φροντίδα της μητέρας της, όπως προαναφέρθηκε και των προσφιλών της προσώπων, όπως τα οικεία πρόσωπα της ευρύτερης οικογένειας της (παππούς, γιαγιά, θεία, εξαδέλφια)", το Εφετείο πιθανολόγησε έναν ουσιώδη κίνδυνο και δεν τον δέχθηκε ως πλήρως αποδεδειγμένο παρά τις επιταγές του νόμου και οδηγήθηκε έτσι στον σχηματισμό της κρίσεώς του κατά πιθανολόγηση και όχι κατά πλήρη απόδειξη. Ωστόσο, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο σχημάτισε την δικανική του πεποίθηση κατά πλήρη απόδειξη κάνοντας μάλιστα χρήση του ρήματος αποδείχθηκε, το οποίο είναι ο τεχνικός όρος για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης κατά πλήρη απόδειξη χωρίς να γίνεται πουθενά χρήση του ρήματος "πιθανολογήθηκε", το οποίο αποτελεί τον τεχνικό όρο για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Άλλωστε ο αναιρεσείων επισημαίνει για τη θεμελίωση του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως τη χρήση από την προσβαλλόμενη απόφαση της λέξεως "τυχόν" η οποία στην παρατιθέμενη ανωτέρω περικοπή δεν συναρτάται καθόλου με το βαθμό αποδεικτικής βεβαιότητας και μάλιστα της πλήρους αποδείξεως. Επομένως, ο κρινόμενος ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ομοίως, αβάσιμος είναι και ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση (αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) της διάταξης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται η οικογενειακή ζωή του προσώπου, εξαιτίας της αναιτιολόγητης και εσφαλμένης αποδοχής εξαίρεσης κατά το άρθρο 13 περ. β ή/και 13 παρ. 2 του ν. 2102/1992, καθόσον υπό την επίφαση συνδρομής των προβαλλόμενων ως άνω αναιρετικών πλημμέλειών, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου του λόγου αυτού, δεδομένου ότι ο πιο πάνω κανόνας ουσιαστικού δικαίου δεν περιλαμβάνεται στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε και παρατίθενται συγκεκριμένες παραδοχές αυτής, από τις οποίες μπορεί να κριθεί αν συντρέχει παραβίασή του, ήτοι αντίστοιχο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αναίρεση κατά της υπ' αριθμόν 5076/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ