Αριθμός 1420/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Μ., κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/3/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 237/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/9/2018 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 131/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εάν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με αρ.4051Γ της 12.6.2019 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ρόδου Ε. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης της αναιρεσείουσας, μετά της επ' αυτού πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσης προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο να εμφανισθεί κατά την ορισθείσα επί της κλήσης προς συζήτηση της αναιρέσεως δικάσιμο της 18.10.2019 , επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Εισαγγελέα για τον αγνώστου διαμονής πρώτο αναιρεσίβλητο, κατ' άρθρο 134 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώ δημοσιεύθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο έγινε η επίδοση, ήτοι στην "ΕΣΤΙΑ" των Αθηνών, στο με αρ. 41381 της 19.6.2019 φύλλο αυτής και στη "ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ" της Ρόδου, στο με αρ. 11097/19.6.2019 φύλλο αυτής, περίληψη του άνω δικογράφου που κοινοποιήθηκε, με αναφορά των κατ' άρθρο 135 ΚΠολΔ στοιχείων. Ενόψει αυτών, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να εμφανισθεί κατά τη σημειούμενη ανωτέρω δικάσιμο (19.10.2019). Μετά την από την 131/2022 πράξη του Προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 κώδικα πολιτικής δικονομίας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 16.9.2018 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας μετά νομότυπη κλήτευση, οίκοθεν, όλων των διαδίκων. Κατά την άνω δικάσιμο δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν α) η αναιρεσείουσα, η οποία όμως είχε παρασταθεί με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά την αρχική συζήτηση στη δικάσιμο της 21ης Οκτωβρίου 2018, της οποίας αποτελεί συνέχεια η σημερινή συζήτηση και β) ο πρώτος αναιρεσίβλητος ο οποίος ήταν απών κατά την ανωτέρω δικάσιμο και επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αρχική δικάσιμο (19.10.2019) πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α' και γ' ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 237/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δίκασε και τυπικά και ουσιαστικά την από 26.11.2009 έφεση κατά της με αριθμό 75/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου για τον αγνώστου διαμονής απόντα εφεσίβλητο Α. Τ. (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) στις 5.6.2018 , όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 3438/5.6.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ρόδο, Ε. Μ., ενώ δημοσιεύθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο έγινε η επίδοση, ήτοι στην "ΕΣΤΙΑ" των Αθηνών, στο με αρ. ... της 7.6.2018 φύλλο αυτής και στη "ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ" της Ρόδου, στο με αρ. 10785 /7.6.2018 φύλλο αυτής, περίληψη του άνω δικογράφου που κοινοποιήθηκε, με αναφορά των κατ' άρθρο 135 ΚΠολΔ στοιχείων. Ο πρώτος εφεσίβλητος δεν άσκησε κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας μέσα στην κατ' άρθρο 503 ΚΠολΔ νόμιμη προθεσμία, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό 103/19-9-2018 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου και, συνεπώς, η άνω απόφαση έγινε τελεσίδικη και μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, επομένως, νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 34 ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας Δημοσίων Κτημάτων", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 Εισ.Ν.Α.Κ του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του ΒΔ/τος της 31 Δεκεμβρίου 1948 Ιανουαρίου 1949 ορίζονται τα ακόλουθα: (παρ.1) Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλότριων (παρ.2). Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου λαμβάνοντας προς τούτο ειδική εντολή του Υπουργείου Οικονομικών (Διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων) και του Προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου (παρ. 3). Εφόσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδία υπηρεσία περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτου καταχωρείται εις τα Βιβλία Μεταγραφών εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλότριων (παρ. 4). Η προς τον ιδιοκτήτη απόδοσις του καταλειφθέντος κτήματος γίνεται κατ' αίτηση αυτού, κοινοποιουμένη προς το Δημόσιον δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην του κατά το άρθρο 10 του Συμβουλίου. Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω (παρ. 6). Εάν απορριφθεί αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθεί απόφασις του Υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός των από του κατά άρθρον 10 Συμβουλίου ταχθείσης κατά την παρ. 4 του άρθρου 11 προθεσμίας δύναται ούτος να ζητήσει την απόδοσιν δι' αιτήσεως του υποβαλλομένης προς τον αρμόδιο, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, Πρόεδρο Πρωτοδικών (παρ. 7). Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα της κυριότητας αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιο (παρ. 8). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπος του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, (β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής). Εξάλλου, η κατάληψη του ακινήτου από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, δεν θίγει ή βλάπτει το θεσμό της χρησικτησίας, η οποία έτσι ή αλλιώς είναι ένας πρωτότυπος τρόπος απόκτησης κυριότητας. Έτσι, εάν ένα εγκαταλελειμμένο ακίνητο καταληφθεί από τρίτο με τις νόμιμες προϋποθέσεις της χρησικτησίας και συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ο οριζόμενος χρόνος γι' αυτή, τότε αυτός νομίμως, πάντοτε δικαστικά, αναγνωρίζεται ότι απέκτησε επ' αυτού την κυριότητα. Όταν λοιπόν ένα ακίνητο, έστω και εγκαταλελειμμένο, δεν ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, αλλά στην κυριότητα ιδιώτη, είναι δεκτικό νομής από τρίτο σε βάρος του τελευταίου και κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Σε κάθε περίπτωση δε, που ο τρίτος έχει συμπληρώσει την κτητική παραγραφή πριν την κατάληψη (είτε η κατάληψη είναι νόμιμη είτε μη νόμιμη) η χρησικτησία του τρίτου δεν επηρεάζεται (ΑΠ 656/2012). Εξάλλου, αν διοικητική αρχή εκδώσει πρωτόκολλο καταλήψεως ακινήτου, έστω και κατά του αρχικού τιτλούχου, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αγωγή αναγνωρίσεως της κυριότητας του. Τούτο δε, διότι, η έκδοση αυτή (του πρωτοκόλλου καταλήψεως), δημιουργεί έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματος του, από την οποία απειλείται βλάβη για τα έννομα συμφέροντά του, προς αποτροπή δε αυτής η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο (ΑΠ 2142/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας, (μούλκ), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε. Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσης της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30-12- 1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ.Α.Π 188/1980). Επομένως, μετά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί κατά τα άρθρα 974,976-979 και 1045 Α.Κ, προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου (ΑΠ 787/2021,ΑΠ 743/2019, ΑΠ 1480/2014 , ΑΠ 887/2002, ΑΠ 1298/2000 ). Με το άρθρο 974 ΑΚ, για τον καθορισμό της έννοιας της νομής ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του, κατά το καθοριζόμενο στο νόμο χρονικό διάστημα, πράγματος γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) και από το άρθρο 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος είτε με καθολική είτε με ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, δεδομένου ότι η γενομένη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή, η συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διάταξης (ΑΠ 641/2017). Ειδικότερα άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, αποτελούν, προκειμένου για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πράξεις, που ενεργούνται σε αυτό, από τις οποίες συνάγεται η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως δικό του. Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του αυτός που επικαλείται τη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, πρέπει να αποδεικνύονται από αυτόν. Και δεν αρκεί η έκφραση, ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου και με τα λοιπά νόμιμα προσόντα, χωρίς αναφορά και των εμφανών υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο (ΑΠ 641/2017, ΑΠ 478/2015, ΑΠ 305/2015, ΑΠ 2015/2014, ΑΠ 1426/2014, ΑΠ 1259/2013, ΑΠ 954/2013 ) Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση μόνο από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο . Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 Α.Κ. και 216 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι ο κύριος ακινήτου δικαιούται, με αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, να ζητήσει να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο. Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (ΑΠ 419/ 2004). Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο, διαδικασία (ΑΠ 8/1987) . Συνεπώς, έχει ως προς την αγωγή (εισαγωγικό δικόγραφο), την αυτή όπως και εκείνο εξουσία (ΑΠ 414/1976 ΝοΒ 24.941, ΑΠ 622/1974 ΝοΒ 23.173), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψει αν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία (ΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 42.925, ΑΠ 497/1981, ΑΠ 660/1979, ΑΠ 2457/1984). Ειδικότερα, εάν νόμω αβάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ' ουσία εν όλω ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο, να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες (ΑΠ 1216/1997 ΕλλΔνη 39.573, ), αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της, έστω για άλλους λόγους (ΑΠ 347/2020 , ΑΠ 1216/1997). Και τούτο γιατί με την απόφαση αυτή καθίσταται επωφελέστερη η θέση του εκκαλούντος. Στην περίπτωση δε αυτή, εφόσον επέρχεται αλλαγή του διατακτικού, εξαφανίζεται προηγουμένως η προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 131/2020, ΑΠ 140/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 92/2015, ΑΠ 1103/2018 ) III. Στην προκειμένη περίπτωση η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, από 13.3.2008 αγωγή κατά των αναιρεσιβλητων η αναιρεσείουσα -ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα δύο ακίνητα, αγρός και οικοδομή, που περιγράφονται λεπτομερώς, καταλήφθηκαν από το δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, μετά από 30/10/1974 πρωτόκολλα καταλήψεως που καταχωρήθηκαν στα οικεία βιβλία του κτηματολογίου Ρόδου. Κατόπιν αιτήσεως τριών από τους συγκυρίους αποδόθηκαν σε καθένα από αυτούς τα ακίνητα κατά ποσοστά κυριότητας που έκαστος αιτήθηκε, και συνολικά κατά ποσοστό 27/36 εξ αδιαιρέτου για κάθε ακίνητο. Ότι από παραδρομή δεν ζητήθηκε το υπόλοιπο ποσοστό, από 9/36 εξ αδιαιρέτου για κάθε ακίνητο, που ανήκει κατά κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο- αναιρεσίβλητο. Όσον αφορά τα ακίνητα κατά ποσοστό 27/36 εξ αδιαιρέτου ακολούθησαν οι αναφερόμενες στην αγωγή μεταβιβαστικές της κυριότητας πράξεις, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ώστε στις 13/06/2005 η ενάγουσα και ο αδερφός της κατέστησαν κύριοι των ακινήτων κατά ποσοστό 13,5/36 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσοστό κυριότητας 9/36 εξ αδιαιρέτου, τα ακίνητα δεν ήταν εγκαταλελειμμένα και ότι από το έτος 1970 ο πατέρας της, κατόπιν παραχώρησης από τους εγγεγραμμένους τιτλούχους, ενεργούσε τις αναφερόμενες υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου, που συνέχισε από το έτος 1991 η μητέρα της κατόπιν μεταβίβασης από τον πατέρα της και από το έτος 2005, κατόπιν μεταβίβασης από τη μητέρα της, η ίδια η ενάγουσα-αναιρεσείουσα. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 75/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και κατόπιν εφέσεως εκδόθηκε η 237/2017 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου το οποίο έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα διαδικασία, ότι: "...η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι αόριστη, καθώς ενώ αναφέρεται ότι τα επίδικα ακίνητα κατά το ένδικο ποσοστό κυριότητας δεν ήταν εγκαταλελειμμένα από τον κύριο αυτό κατά τον χρόνο κατάληψης από το δεύτερο εναγόμενο και ότι κύριος ήταν ο εγγεγραμμένος τιτλούχος- πρώτος εναγόμενος, συγχρόνως αντιφατικά γίνεται επίκληση ότι στα ακίνητα ασκούσε υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου ο πατέρας της από το έτος 1970, κατά παραχώρηση από τον μέχρι τότε κύριο, ο οποίος έτσι είχε παραιτηθεί από τη φυσική εξουσίαση τους με τη θέληση να μην νέμεται αυτά, με αποτέλεσμα να είναι εγκαταλελειμμένα από τον κύριο αυτόν..... Περαιτέρω ενώ μνημονεύονται οι υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου που ενεργούσε ο πατέρας της ενάγουσας από το έτος 1970 μέχρι το έτος 1991, στη συνέχεια η μητέρα της μέχρι το έτος 2005 και έκτοτε η ίδια η ενάγουσα, συγχρόνως γίνεται επίκληση ότι από 31/10/1974 έλαβε χώρα η κατάληψη των ακινήτων από το δεύτερο εναγόμενο - Ελληνικό Δημόσιο με τα από 30/10/1974 πρωτόκολλα καταλήψεως, που συντάχθηκαν κατόπιν απόφασης του Νομάρχη και καταχωρήθηκαν στα βιβλία του κτηματολογίου ρόδου, διακόπτοντας με τον τρόπο αυτό την άσκηση νομής από τον πατέρα, τη μητέρα και την ίδια την ενάγουσα, χωρίς να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα επαρκές για την κτητική παραγραφή σε βάρος του πρώτου εναγομένου τιτλούχου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή ως μη νόμιμη εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος δικαστηρίου χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης..". Κατόπιν των ανωτέρω το εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κράτησε την υπόθεση και την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Έτσι κρίνοντας η προσβαλλόμενη δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή και συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του αρ. 1 και αληθώς εκ του αριθμ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει μειωμένα κατ` άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ 495 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16.9.1017 αίτηση αναίρεσης κατά της 237/2017 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου . Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ