Αριθμός 1430/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βολιώτη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Π., 2) Π. Μ. του Κ., 3) Ε. Μ. του Κ. και 4) Μ. συζύγου Κ. Μ., απάντων κατοίκων Βόλου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γκιουλέκα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-8-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 7-8-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 94/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή η από 24-4-2019 έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η υπ'αριθ. 32/2018 ερήμην τους εκδοθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και εν συνεχεία απορρίφθηκε η από 29-10-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος κατ' αυτών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 29-5-2020, ενώ η αίτηση αναιρέσεως κατ'αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 10-8-2020 (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ), κατατέθηκε δε και το νόμιμο παράβολο των 450 ευρώ. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 131 § 1 εδ.α' ΑΚ "Η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά τον χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του, κατά τα ανωτέρω, ανικάνου, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να δύναται να την προσβάλει (ΑΠ 360/2021, ΑΠ 531/2018). Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δηλώσεως της βουλήσεως, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία εμμέσως μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη (ΑΠ 10/2023). Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη συνείδησης του προσώπου, για τις πράξεις που επιχειρεί, υπάρχει, όταν λείπει απ` αυτό η δυνατότητα της διάγνωσης της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρούμενης δικαιοπραξίας, συνιστά δε αυτή παροδική διατάραξη που δεν οφείλεται σε ασθένεια. Αντίστοιχα ψυχική ή διανοητική διαταραχή (πνευματική νόσος κατά την αρχική διατύπωση του άρθ. 131 ΑΚ), που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης, υπάρχει, όταν εξ αιτίας νόσου, που μπορεί να είναι προσωρινή ή διαρκής, το πρόσωπο αδυνατεί και πάλι να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και να προσδιορίσει έτσι με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του. Για τη θεμελίωση της ακυρότητας αρκεί η επίκληση και η απόδειξη οποιοσδήποτε από τις παραπάνω καταστάσεις ανικανότητας, με συνέπεια η επίκληση της μιας από αυτές να καθιστά χωρίς αντικείμενο την επίκληση και της άλλης, εφόσον δεν εισάγεται μ` αυτή επικουρική αγωγική βάση. Ο ισχυριζόμενος την ακυρότητα οφείλει να αποδείξει τα συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η έλλειψη συνείδησης των πράξεων και η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεώς του κατά τον χρόνο της δηλώσεως. Το δε δικαστήριο κρίνει περί της εννοίας της ελλείψεως της συνειδήσεως των πράξεων και του περιορισμού αποφασιστικά της λειτουργίας της βούλησής του, με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, κάνοντας χρήση κατά την εκτίμηση αυτών και συναγωγή του εντεύθεν πορίσματος και των κοινών γνώσεων και των εν γένει κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, που κάθε νουνεχής άνθρωπος και επομένως και ο δικαστής κατέχει. Η ακυρότητα της δικαιοπραξίας, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, απαγγέλλεται συνεπεία ελαττώματος στη βούληση του δικαιοπρακτούντος, και δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 8/2013, ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 48/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2014, 7/2006). Με τον λόγο του αριθ. 1 ελέγχεται και η "νομική" αοριστία της αγωγής , η οποία υπάρχει όταν δικαστήριο για να κρίνει νόμιμη την αγωγή αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 103/2001 ΕλλΔνη 2001.178, ΑΠ 283/2011, ΑΠ 1597/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην έκθεση, ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984), δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1987/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Ε. Κ. του Α. και της Δ., κάτοικος ..., όπου και απεβίωσε στις 20-5-2014, σε ηλικία 80 ετών (ημερ. γέννησης 12-4-1934) άγαμη και χωρίς τέκνα, με μόνους πλησιεστέρους συγγενείς της τα ανίψια της εξ αδελφών της και δη τον ενάγοντα και τον αδελφό του Α. Κ., τέκνα της προαποβιωσάσης (στις 24-12-2002) αδελφής της Θ…. θυγ. Α. Κ., συζ. Ν. Κ. και τους Α.-Α. Κ. και Δ. Π.-Κ., τέκνα του προαποβιώσαντος (στις 11-2-2011) αδελφού της Σ. Κ., άφησε τέσσερις διαθήκες, α)... β)...γ)...και δ) την υπ'αριθμό ……/16-3-2011, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Βόλου Ιωάννη Παπαδόπουλο και δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. …./1-9-2014 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου. Με την τελευταία αυτή διαθήκη της, ανακαλώντας κάθε προηγούμενη, όρισε ως κληρονόμους της τον ενάγοντα, τον αδελφό του Α. Κ. και την Α.-Α. Κ., ανίψια της κατά τα προαναφερόμενα, στους οποίους κατέλειπε α) στην Α. Κ., θυγατέρα του αδελφού της ….., το σπίτι της στο Ν…. με την περιοχή του, β) στον ενάγοντα, τέκνο της αδελφής της Θ…., ολόκληρο το κτήριο Β… (Β), αποτελούμενο από ισόγειο κατάστημα και μία γκαρσονιέρα που δημιουργήθηκε από αυτό, συνολικού εμβαδού 113,50 τ.μ και τον αντίστοιχο πρώτο όροφο γραφείων, ορίζοντας περαιτέρω ότι "ο αέρας (ταράτσα) της οικοδομής αυτής θα ανήκει αποκλειστικά κατά χρήση στους εκάστοτε κυρίους της (Α) οικοδομής (γωνιακής) επί της διασταυρώσεως των οδών Δ….. και Μ…. όμορης και προς νότο της (Β) οικοδομής και γ) στον Α. Κ., αδελφό του ενάγοντος, ολόκληρη την (Α) οικοδομή του ίδιου οικοπέδου, ήτοι η τελευταία προς βορρά επί της οδού Μ…. Στη διαθήκη αυτή, όπως βεβαιώνεται στο κείμενό της, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, μέχρις προσβολής του ως πλαστού (438 ΚΠολΔ), συνέπραξε ως μάρτυρας ο πρώτος εναγόμενος, σύζυγος της τέταρτης εναγομένης και πατέρας της δεύτερης και της τρίτης των εναγομένων. Το οικόπεδο στο οποίο έχουν ανεγερθεί οι τρεις αναφερόμενες ως άνω συνεχόμενες οικοδομές, βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης του Βόλου και στη συμβολή των οδών Δ…..και Μ…, έχει εμβαδό 405 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Δ.. Κ., νότια με την οδό Δ… σε πλευρά μήκους 12.30 μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Θ. Κ. και δυτικά με την οδό Μ… σε πλευρά 32,80 μ.(...). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι λίγες ημέρες πριν τη σύνταξη της τελευταίας δημόσιας διαθήκης της, η ως άνω αποβιώσασα δια του υπ'αριθμ. …./9-3-2011 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου με όρους, του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Παπαδόπουλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στις 15-3-2011 (...) εδώρησε με δωρεά αιτία θανάτου, αμετάκλητη και χωρίς κανένα αντάλλαγμα, στους εναγομένους, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες του κτιρίου (Γ), πλην αυτής του Κ-2 καταστήματος του ισογείου. Τις ως άνω ιδιοκτησίες θα ελάμβαναν οι εναγόμενοι στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους, μετά το θάνατο της δωρήτριας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την πρώτη και τρίτη από τις ως άνω αναφερόμενες διαθήκες η αποβιώσασα όρισε ως γενικό κληρονόμο της τον ενάγοντα, ενώ με τη δεύτερη κατά σειρά διαμοίρασε τα αστικά της ακίνητα που βρισκόταν στην πόλη του Βόλου, κατά τα ειδικότερα σ'αυτή οριζόμενα στον ενάγοντα, τον αδελφό του Α. Κ. και τον μη αποβιώσαντα ακόμη - τότε - αδελφό της Σ. Κ.. Με τον ενάγοντα ανιψιό της, ο οποίος ήταν επίσης άγαμος και δεν είχε αποκτήσει τέκνα, είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση, καθώς εκείνος φρόντιζε για τις καθημερινές της ανάγκες, αλλά και για τα ζητήματα της υγείας της, συνοδεύοντάς την σε διάφορους ιατρούς για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας της. Συγκεκριμένα η ανωτέρω αντιμετώπισε προβλήματα καρδιολογικής φύσεως, για το λόγο δε τούτο είχε υποβληθεί το έτος 1999, σε χειρουργική επέμβαση σε νοσηλευτικό ίδρυμα της Αθήνας ……, όπου μετέβησαν από κοινού με τον ενάγοντα, δαπανώντας το όχι ευκαταφρόνητο -για την εποχή εκείνη- ποσό των 8.000.000 δραχμών (23.477,62 ευρώ). Επίσης αντιμετώπιζε αρθριτικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων εμφάνισε κύφωση, που εμπόδιζε την απρόσκοπτη και ευχερή μετακίνησή της. Τα τελευταία δεκαπέντε έτη προ του θανάτου της ζούσε στην ίδια οικοδομή με τον ενάγοντα (επί της οδού Δ…. και Μ….), όμορη της ξενοδοχειακής επιχείρησης με την επωνυμία "……", ιδιοκτησίας του τελευταίου. Επίσης σχέσεις διατηρούσε με τον αδελφό της Σ. Κ. και το γιο του τελευταίου Δ. Π.-Κ., οι οποίοι επίσης τη συνέδραμαν στη διαχείριση, κυρίως, της περιουσίας της. Στους δύο τελευταίους η ως άνω κληρονομούμενη είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, λόγω των αισθημάτων αγάπης που έτρεφε για αυτούς, ως πολύ κοντινών συγγενικών της προσώπων και των συχνότατων επαφών τους. Ωστόσο όταν αποκαλύφθηκε ότι κατά τη διαχείριση της περιουσίας της και συγκεκριμένα την εκπλήρωση των διαφόρων υποχρεώσεών της που τους ανέθετε, χορηγώντας τους τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά, οι τελευταίοι εκμεταλλευόμενοι την τυφλή εμπιστοσύνη που επεδείκνυε προς το πρόσωπό τους, άφηναν απλήρωτους λογαριασμούς, χρησιμοποιώντας τα χρήματα που τους έδιδε για ίδιους σκοπούς, άλλαξε στάση απογοητευόμενη από την ως άνω συμπεριφορά τους. Τη δυσαρέσκειά της δε αυτή εξέφρασε με την απόφασή της να μεταβιβάσει τα ως άνω περιγραφόμενα ακίνητα, που αποτελούσαν σημαντικό μερίδιο της περιουσίας της στον πρώτο εναγόμενο και τα μέλη της οικογένειας του. Ο τελευταίος, διευθυντής του υποκαταστήματος της Τράπεζα Εργασίας στο Βόλο, λόγω της θέσης του αυτής είχε αναπτύξει προσωπικές σχέσεις με την αποβιώσασα την οποία εξυπηρετούσε κατά τις αναλήψεις χρηματικών ποσών που χρειαζόταν εκείνη, συνήθως μέσω τρίτων προσώπων, όπως το μάρτυρα Θ. Τ., δικηγόρο, ο οποίος διαχειριζόταν τις υποθέσεις της, κυρίως την εκμίσθωση ακινήτων της. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος από λόγους συμπάθειας προς την αποβιώσασα, που ήταν μόνη και μεγάλης ηλικίας, την εξυπηρετούσε στις καθημερινές της ανάγκες, μεταφέροντάς της τα ψώνια που χρειαζόταν, την προμήθεια των αναγκαίων φαρμάκων για την καρδιά και την οστεοπόρωση, ενίοτε δε της κρατούσε και συντροφιά. Στο πλαίσιο τούτο των κοινωνικών επαφών που είχαν αναπτύξει, η ενάγουσα θέλοντας να τον τιμήσει προέβη στην επίδικη δικαιοπραξία. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αρνητική συμπεριφορά των ως άνω συγγενικών της προσώπων θεμελιώνεται στα λεγόμενα της ιδίας της διαθέτιδος, όπως αυτή εκφράστηκε στην τρίτη κατά σειρά ως άνω διαθήκη της, την υπ'αριθμό …./16-6-2010, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Βόλου Ιωάννη Κόνσουλα και δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. …./..2014 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου, στην οποία αναφέρει αυτολεξεί "Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου. Ορίζω κληρονόμο της κινητής και ακίνητης περιουσίας μου που θα βρεθεί κατά τον θάνατό μου τον ανεψιό μου Α. Ν. Κ.. Στον αδελφό μου Σ. Α. Κ. και στον ανεψιό μου Α…Ν. Κ. δεν αφήνω τίποτα γιατί σε όλη μου τη ζωή και τους έχω δώσει πολλά και έχουν πάρει και μόνοι τους. Ειδικότερα ο αδελφός μου Σ… έχει πάρει από μόνος του πολλά περιουσιακά μου στοιχεία καθώς και δύο χιλιάδες (2.000) χρυσές λίρες. Και οι δύο δεν μου φέρθηκαν καλά, με απειλούσαν πως θα με αφήσουν να πεθάνω, άφηναν απλήρωτους λογαριασμούς μου που τους έδινα χρήματα για να τους πληρώσουν και βρέθηκα με μεγάλο χρέος στην εφορία, ούτε με άφηναν να νοικιάσω το κατάστημα δίπλα στον Κ….. Με πίκραναν πολύ". Και ναι μεν δεν υπήρχαν παράπονα μέχρι τότε σε βάρος του ενάγοντα, ωστόσο και μεταγενέστερα ο ίδιος δεν έδειξε το απαιτούμενο ενδιαφέρον όσον αφορά τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της διαθέτιδος, στην συνδρομή του οποίου προσέβλεπε αυτή, καθόσον ειδικότερα αφέθηκαν απλήρωτοι λογαριασμοί ύδρευσης του ακινήτου της διαθέτιδος επί της συμβολής των οδών Δ… και Μ…, το διακανονισμό των οποίων ανέλαβαν στις 12-1-2015 οι εναγόμενοι... Για χρέη δε προς το Ελληνικό Δημόσιο της διαθέτιδος επεβλήθησαν κατασχέσεις εις χείρας τρίτων και δη μισθωτών των ακινήτων της... Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η ως άνω δωρεά αιτία θανάτου η δωρήτρια θεία του ενάγοντος, δεν είχε έλλογη κρίση, που να της επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούληση της με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία κάθε δικαιοπραξίας, συνεπώς και της δωρεάς στην οποία προέβη και τις συνέπειες που θα προκόψουν από αυτή. Ειδικότερα αν και στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται λόγος για κατάθλιψη από την οποία έπασχε η δωρήτρια, για διανοητική σύγχυση που της επέφερε η κατάσταση της υγείας της και για έκπτωση των πνευματικών λειτουργιών στην οποία περιήλθε λόγω γήρατος, δεν προσκομίζεται κανένα ιατρικό πιστοποιητικό θεράποντος ιατρού της, το οποίο ασφαλώς και θα είχε εις χείρας του ο ενάγων, σε κάθε δε περίπτωση ευχερώς θα μπορούσε να λάβει αν πράγματι η δωρήτρια είχε δεχθεί την απαραίτητη ιατρική βοήθεια για την περιγραφόμενη πιο πάνω κατάσταση, πολλώ δε μάλλον εφόσον είχε δεχθεί και την αναγκαία προς τούτο φαρμακευτική υποστήριξη, για την οποία επίσης εντελώς αόριστα, ήτοι χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα, κάνει λόγο ο ενάγων, όπως και οι μάρτυρες Κ. Θ., Ε. Β. και Α. Κ. στην με αριθμό …./2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βόλου, οι οποίοι μιλούν επίσης για γεροντική άνοια και διανοητική σύγχυση της δωρήτριας, χωρίς ωστόσο να περιγράφουν συγκεκριμένα περιστατικά που να αποδεικνύουν και να κάνουν με βεβαιότητα αντιληπτή σε άτομα όπως οι συγκεκριμένοι που δεν είχαν ιατρικές γνώσεις, αλλά και σε οιονδήποτε τρίτο αντικειμενικό κριτή, την έκπτωση των πνευματικών και διανοητικών λειτουργιών της δωρήτριας και την αδυναμία της να αντιληφθεί την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεών της. Επομένως τα όσα αναφέρονται από τους ως άνω μάρτυρες, ταξιτζή που μετέφερε την δωρήτρια σε διάφορους ιατρούς, εργαζόμενη στο ξενοδοχείο του ενάγοντος και αδελφό του αντίστοιχα, και περιλαμβάνονται στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, ήτοι ότι η δωρήτρια έπασχε από γεροντική άνοια, βρισκόταν σε διανοητική σύγχυση και ότι δεν είχε αντίληψη των πράξεων της, δεν κρίνονται πειστικά, ενόψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι την παντελή έλλειψη ιατρικής παρακολούθησης, διενέργειας διαγνωστικών εξετάσεων και συνταγογράφησης σχετικών φαρμάκων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα η επίδικη χαριστική δικαιοπραξία. Μάλιστα αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η μάρτυρας του ενάγοντος Χ. Μ., κατά την εξέτασή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ουδόλως αναφέρεται σε περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι η δωρήτρια, κατά το χρόνο σύνταξης της δωρεάς, αδυνατούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο και την ουσία των πράξεών της. Η συνομολογουμένη από όλους κινητική της δυσκολία λόγω κύφωσης, η οποία την είχε "κλείσει στο σπίτι" δεν συνεπαγόταν και τη νοητική της αδυναμία να αναγνωρίζει πρόσωπα, να αντιλαμβάνεται το νόημα των καταστάσεων και των πράξεων της και να διαχειρίζεται αυτές, κατά την αληθινή της βούληση, ανεπηρέαστη από οποιαδήποτε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό της. Αντίθετα από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Θ. Τ., ο οποίος γνώριζε αυτή προσωπικά και ως δικηγόρος της είχε αναλάβει και υποθέσεις της, προκύπτει ότι η ανωτέρω κατά την κατάρτιση της επίδικης δωρεάς αιτίας θανάτου ήταν σε πλήρη πνευματική και διανοητική διαύγεια και μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως την ουσία και τις συνέπειες των πράξεών της. Η ίδια δηλαδή είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεων, στις οποίες είχε προβεί κατά το τελευταίο διάστημα της ζωής της, όπως την τελευταία δημόσια διαθήκη της, την οποία ο ενάγων με την ιδιότητα του κληρονόμου, καθόλου δεν προσβάλλει για τον ίδιο λόγο, ήτοι την ανικανότητα στο πρόσωπο της διαθέτιδος, αν και θα είχε έννομο συμφέρον καθόσον σε αυτή την περίπτωση θα ίσχυε η προγενέστερη διαθήκη της που τον όριζε ως γενικό της κληρονόμο, στοιχείο το οποίο επίσης συνηγορεί υπέρ της εγκυρότητας της επίδικης δωρεάς, συναφθείσας μόλις επτά ημέρες πριν τη σύνταξη της διαθήκης. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω δωρήτρια δεν είχε κατά το χρόνο συντάξεως του συμβολαίου δωρεάς την απαιτούμενη πνευματική διαύγεια, ώστε να αντιλαμβάνεται τι πράττει, ούτε ότι έπασχε από κάποια ασθένεια συνεπεία της οποίας αδυνατούσε να διαχειριστεί τη λογική της. Ούτε μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα από μόνο του το γεγονός ότι η ανωτέρω φέρεται ότι κατά την διάρκεια των ετών 2004 έως 2011 συνέταξε τέσσερις διαφορετικές δημόσιες διαθήκες (που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό της), καθόσον αφενός μεν παραπάνω εκτέθηκαν οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες αυτές συντάχθηκαν, τουλάχιστον οι δύο τελευταίες διαθήκες, αφετέρου δε είναι λογικά αποδεκτή η ανησυχία ενός άγαμου και άτεκνου ηλικιωμένου ατόμου, όπως ήταν και η ως άνω αποβιώσασα, και η σχολαστική ενασχόλησή του με την διανομή της κληρονομιάς του, πολλώ δε μάλλον στην περίπτωση που, όπως και εν προκειμένω, πρόκειται για μία αξιόλογη περιουσία με ακίνητα μεγάλης αξίας εντός του κέντρου του Βόλου. Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον ο έχων το βάρος της αποδείξεως ενάγων δεν απέδειξε τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά της έλλειψης συνειδήσεως των πραττομένων της δωρήτριας και της αδυναμίας της για ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς κατά το κρίσιμο χρόνο της επίδικης δωρεάς αιτία θανάτου, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, λόγω της ερημοδικίας τους στον πρώτο βαθμό, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης δωρεάς αιτία θανάτου, ως κατ' ουσία αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 του ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της εν λόγω διάταξης και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, αφού σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο συντάξεως του συμβολαίου δωρεάς η ως άνω δωρήτρια δεν είχε την απαιτούμενη πνευματική διαύγεια, ώστε να αντιλαμβάνεται τι πράττει, ούτε ότι έπασχε από κάποια ασθένεια συνεπεία της οποίας αδυνατούσε να διαχειριστεί τη λογική της, αλλά αντιθέτως αυτή ήταν σε πλήρη πνευματική και διανοητική διαύγεια και μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως την ουσία και τις συνέπειες των πράξεών της, έχοντας την ικανότητα να ορίζει τη βούλησή της με λογικούς υπολογισμούς. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της μη ανικανότητας της δωρήτριας για κατάρτιση της επίμαχης δικαιοπραξίας της δωρεάς, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 131 του ΑΚ. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, από τον αριθ. 1 και τρίτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά την προβαλλόμενη με τον ως άνω δεύτερο λόγο αιτίαση, ότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως η παραδοχή του εφετείου, σύμφωνα με την οποία η αποβιώσασα δωρήτρια "είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεων, στις οποίες είχε προβεί κατά το τελευταίο διάστημα της ζωής της, όπως την τελευταία δημόσια διαθήκη της, την οποία ο ενάγων με την ιδιότητα του κληρονόμου, καθόλου δεν προσβάλλει για τον ίδιο λόγο, ήτοι την ανικανότητα στο πρόσωπο της διαθέτιδος, αν και θα είχε έννομο συμφέρον καθόσον σε αυτή την περίπτωση θα ίσχυε η προγενέστερη διαθήκη της που τον όριζε ως γενικό της κληρονόμο, στοιχείο το οποίο επίσης συνηγορεί υπέρ της εγκυρότητας της επίδικης δωρεάς, συναφθείσας μόλις επτά ημέρες πριν τη σύνταξη της διαθήκης", δεδομένου ότι η διαθήκη αυτή προσβλήθηκε με αγωγή και ακυρώθηκε για ακυρότητες κατά τη σύνταξή της με την υπ'αριθ. 93/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ενώ εξάλλου ναι μεν ο αναιρεσείων τιμήθηκε με την τελευταία διαθήκη, πλην όμως η βλάβη του είναι προφανής διότι με τη δωρεά μειώθηκε σημαντικά η κληρονομιαία περιουσία, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η εν λόγω αιτιολογία είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, ως επιχείρημα από την εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς δεν συνιστά παραδοχή επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως λόγους αναιρέσεως, υπό την επίφαση, κατά περίπτωση, των αναιρετικών αυτών λόγων από τους αριθ. 1 και 19, πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 849/2010). Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης θα πρέπει στο αναιρετήριο :α) να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, β) να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του (ΑΠ 960/2017, ΑΠ 1264/2017) και ο πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1324/2011), γ) να αναφέρεται κατά τρόπο ορισμένο ότι έγινε νόμιμη επίκληση, ακόνη κι αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1511/2011, ΑΠ 675/2019), δ) να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 901/2019). Ειδικότερα, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση, πρέπει, εκτός αυτών, να αναφέρεται ο αριθμός της, ο ειρηνοδίκης, ο συμβολαιογράφος, ο δικηγόρος ή ο πρόξενος ενώπιον των οποίων αυτή δόθηκε και να γίνεται επίκληση του ότι αυτή λήφθηκε μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση προς τον αναιρεσίβλητο καθώς και ότι προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός από την ένορκη βεβαίωση και η έκθεση επιδόσεως (ΑΠ 970/2010, ΑΠ 1263/2010,ΑΠ 677/2019). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθ. 11 εδ.γ'του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την υπ' αριθ. 1220/2-12-2019 ένορκη βεβαίωση των τριών μαρτύρων του αναιρεσείοντος, τους οποίους αναφέρει ονομαστικά, η οποία δόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του ειρηνοδίκη Βόλου, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων του και προσκομίστηκε με επίκληση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες δεν είχαν ιατρικές γνώσεις. Ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης, αλλά ούτε τον πραγματικό ισχυρισμό, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτήν. Σε κάθε περίπωση όμως είναι αβάσιμος, καθόσον ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι η προσβαλλομένη, η οποία αναφέρει ρητά ότι έλαβε υπόψη της την ως άνω ένορκη βεβαίωση, εκτίμησε αυτήν μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε, ανελέγκτως, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που υποστηρίζει ως ορθό ο αναιρεσείων. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 του ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, λόγω ουσιώδους πλάνης, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, πλάνη είναι η άγνοια ή η εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούληση εκείνου που καταρτίζει τη δικαιοπραξία, μπορεί δε να αφορά και στο αντικείμενο της. Το τελευταίο συμβαίνει, όταν το αναφερόμενο, στη δήλωση, προσδιοριστικό της ταυτότητας, γνώρισμα εξατομικεύει πράγμα διαφορετικό από εκείνο που εννοεί ο δικαιοπρακτών. Η ένεκα πλάνης ακύρωση δικαιοπραξίας επέρχεται με δικαστική απόφαση, συνεπεία αγωγής περί τούτου ή ενστάσεως, αν ο πλανηθείς ενάγεται από τον δανειστή για να εκπληρώσει αξιώσεις που απορρέουν από τη δικαιοπραξία, ενώ, μέχρι την ακύρωσή της, η ένεκα πλάνης ακυρώσιμη δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια και μόνον μετά την απαγγελλόμενη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακύρωση της εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη, λογιζόμενη ως μη γενομένη. Όμως, ακόμη και στην περίπτωση που η ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας ασκείται με ένσταση, απλή επίκληση της ακυρωσίας της δικαιοπραξίας, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος ακυρώσεως, δεν αρκεί, δεν μπορεί δε καν να εξετασθεί παρεμπιπτόντως ως απλή ακυρωσία (δυνατότητα ακυρώσεως), εφόσον η ακύρωση, όπως προαναφέρθηκε, απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 472/1983 ΝοΒ 1984. 48, ΑΠ 623/2013, ΑΠ 638/2012). Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 29-10-2014 αγωγής σαφώς συνάγεται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ενώ αναφέρει τις προϋποθέσεις εφαρμογής, εκτός του άρθρου 131 ΑΚ και αυτές του άρθρου 140 ΑΚ, στην παράθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής του αναφέρει (σελ.10, τελ. παράγρ.) ότι "...λαμβάνοντας υπόψη το βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό της θείας μου και την έλλειψη πλήρους πνευματικής διαύγειας που ανά διαστήματα την χαρακτήριζε, η μόνη λογική ανάγνωση της υπ' αριθμ. …../9.3.2011 δωρεάς αιτία θανάτου ακινήτου με όρους της Ε. Κ. του Α. και της Δ…. ενώπιον του Συμ/φου Βόλου Ιωάννη Παπαδόπουλου του Δημητρίου είναι το ότι η θεία μου δεν ευρισκόταν σε κατάσταση ικανότητας προς σύνταξη δικαιοπραξίας τη στιγμή που κατήρτισε την ως άνω δικαιοπραξία και δεν κατάλαβε τι υπέγραφε. Είναι εντελώς παράταιρο, ασύνδετο, ανορθολογικό και παράδοξο η θεία μου να με βαπτίσει καθημερινά τον κληρονόμο της, να με αφήνει να νέμομαι ήδη πριν το θάνατό της το σημαντικότερο τμήμα της περιουσίας της (τις τέσσερις αυτοτελείς ιδιοκτησίες), να με προορίζει για κληρονόμο αυτού και ξαφνικά, μετά το θάνατό της, να εμφανίζεται μια δωρεά αιτία θανάτου δια της οποίας ένας άσχετος τρίτος λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος από την ακίνητη περιουσία της θείας μου. Η ψυχοσωματική ταλαιπωρία της θείας μου από την πολυετή ιατρική παρακολούθηση, η υποβολή της σε εγχείρηση καρδιάς στο …. που την κατέβαλε, και κυρίως δε η διαρκώς επιδεινούμενη υγεία της με τη διαρκή λήψη φαρμάκων και την κατάθλιψη που της προκαλούσε, σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ηλικίας της στην περίπτωση ενός ατόμου με βεβαιωμένα ιατρικά προβλήματα, είναι αναμφίβολο ότι αλλοίωσαν την πραγματική της βούληση, φέρνοντάς την σε μία κατάσταση που ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να εκφράσει αυτό που πραγματικά ήθελε, αφού ακριβώς τη στιγμή εκείνη του φωτεινού διαλείμματος εξέλειπε η ίδια η ικανότητα προς το δικαιοπρακτείν (...). Είναι πραγματικά αντίθετο σε κάθε λογική ικανού προς δικαιοπραξία ανθρώπου που καταλαβαίνει τι υπογράφει να δίνει με τέτοια ευκολία την περιουσία του σε άσχετους τρίτους και να φτάνει στο σημείο να μην μπορεί να διαβιώσει ο ίδιος. Συγκεφαλαιωτικά, η θεία μου στο πλαίσιο των ιατρικών της προβλημάτων, των φωτεινών διαλειμμάτων που αντιμετώπιζε, της απομόνωσης και της συνεκδοχικής απώλειας επαφής με την πραγματικότητα, είχε απωλέσει τη δυνατότητα να μπορεί να καταλαβαίνει τα πράγματα ως είχαν και να αποφασίζει ανάλογα. Μην έχοντας τη δυνατότητα εκ των πραγμάτων να κατανοήσει τι ήταν αυτό που υπέγραφε με την υπογραφή της υπ' αριθμ. …/9.3.2011 δωρεάς αιτία θανάτου ακινήτου με όρους της Ε. Κ. του Α. και της Δ…. ενώπιον του Συμ/φου Βόλου Ιωάννη Παπαδόπουλου του Δημητρίου, προέβη στην κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας ακυρώσιμης, οι συνέπειες της οποίας στερούνται κάθε ορθολογικού, ηθικού αλλά και νομικού εν προκειμένω ερείσματος, και ούτω πρέπει η ένδικη δωρεά αιτία θανάτου να ακυρωθεί". Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, καθόσον δεν περιείχε βάση ακύρωσης της σύμβασης δωρεάς αιτία θανάτου λόγω πλάνης, απορρίπτοντας ως αβάσιμη (αλυσιτελή) την ένσταση των εναγομένων/εφεσιβλήτων εκ του άρθρου 157 ΑΚ, με το σκεπτικό ότι ο ενάγων δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία να στηρίξουν αυτοτελή βάση εκ του άρθρου 140 ΑΚ, "...καθόσον καθόλου δεν αναφέρεται αν υφίσταται πλάνη και σε τι συνίσταται αυτή, αν η αποβιώσασα δωρήτρια υπέγραφε την ως άνω σύμβαση μετά την ανάγνωσή της ή χωρίς ανάγνωση ή αν όταν την υπέγραφε γνώριζε το περιεχόμενο της ή τελούσε εν αγνοία αυτού και σ' αυτή τη περίπτωση αν είχε συνείδηση ότι προβαίνει σε δικαιοπρακτική δήλωση και αποδέχθηκε το οποιοδήποτε περιεχόμενο του ή τελώντας εν αγνοία του περιεχομένου το οποίο υπέγραψε με την εσφαλμένη εντύπωση ότι περιλαμβάνει το περιεχόμενο που αυτή ήθελε". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ και όχι και σ' αυτή του άρθρου 140 ΑΚ, απορρίψασα, κατ' εκτίμηση, την τελευταία ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, και δεν αξίωσε για τη θεμελίωσή της στην ως άνω διάταξη περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί αυτή για την εφαρμογή της. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, παρόλο που συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, ενώ αν την εφήρμοζε και δεν απέρριπτε την αγωγή λόγω νομικής αοριστίας, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα περί της ουσιώδους πλάνης της δωρήτριας, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του κατά το βάσιμο αίτημά τους με τις κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-8-2020 αίτηση του Α. Κ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 94/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Αυγούστου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ