Αριθμός 558/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαρα-ντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20, 27 Φεβρουαρίου 2007 και 13 και 15 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1 και ήδη προσωρινά κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Σωτηρίου και Παναγιώτη Γαλάνη, κατά της υπ΄ αριθμό 55/2006 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με τη με αριθμό 55/2006 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 9.10.2006 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των αρχών της Γερμανίας, που εκδόθηκε σύμφωνα με το υπ΄αριθμ. 112 ARH 1118/2006 ένταλμα σύλληψης της Εισαγγελίας της Στουτγάρδης. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε τη με αριθμό "183" και ημερομηνία 29 Δεκεμβρίου 2006 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Μαρίας Θεοτοκά. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους του εκκαλούντος -εκζητουμένου, που ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον ΄Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως η υπό κρίση.183/2006, νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα έφεση κατά της 55/2006 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του 112 ARH 1118/2006 από 9-10-2006 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας της Στουτγκάρδης Γερμανίας κατά του εκκαλούντος Χ1, πρέπει να γίνει τυπική δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής από-φασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και 5) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινην πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον ΄Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α΄ του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β` της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα . Περαιτέρω με το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση στοιχ. η΄ του άρθρου τούτου (11), κατά την οποία απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, "αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά την ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, ώστε να εκτίσει σ` αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος", ενώ τέλος, με το άρθρο 12 του ίδιου πιο πάνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτή είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004). Η απαγόρευση της έκδοσης ή παράδοσης των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προκύπτει από το Σύνταγμα, ούτε έχει πλέον σήμερα κανένα λόγο ύπαρξης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η απαγόρευση του άρθρου 438 περ. α` του Κ.Ποιν.Δ. καθόσον η ρύθμιση του νέου νόμου είναι ειδική και στους κύκλους της τελευταίας (Ε.Ε.) έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της αρχής αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στήριξης της απαγόρευσης, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει γι` αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές είναι πλέον αδικαιολόγητοι και ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για την άσκηση ποινικής δίωξης, οι κανόνες για την παράδοση των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος συνάγονται από τις διατάξεις του άρθρου 11 στοιχ. ζ` και η΄ του Ν. 3251/2004. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ειδικότερα ότι: α) αν το ένταλμα αφορά πράξη που έχει τελέσει ο ημεδαπός εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκτελεστεί το ένταλμα (άρθρο 11 στοιχ. ζ` του άνω νόμου), ανεξάρτητα μάλιστα αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα, β) αν το ένταλμα αφορά πράξη που έχει τελεστεί εξ ολοκλήρου στην αλλοδαπή και υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών αρχών με βάση τα άρθρα 6 ή 8 του ΠΚ, τότε και πάλι δεν μπορεί να εκτελεστεί το ένταλμα αν ο ημεδαπός διώκεται για την ίδια πράξη στην Ελλάδα (άρθρο 11 στοιχ. η΄ του άνω νόμου). Στην περίπτωση αυτή, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου, το ένταλμα δεν εκτελείται ακόμη και αν η ποινική δίωξη στην Ελλάδα ασκήθηκε μεταγενέστερα, δηλαδή μετά την έκδοση του σχετικού ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Πάντως για να συντρέχει αυτή η προϋπόθεση απαιτείται να έχει πράγματι ασκηθεί τουλάχιστον έως την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως στο εφετείο, η ποινική δίωξη και όχι απλώς να έχει το ελληνικό κράτος τη δυνατότητα να ασκήσει ποινική δίωξη με τα αρμόδια όργανά του για την ίδια πράξη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση αν ο ημεδαπός δεν διώκεται, δεν έχει δηλαδή ασκηθεί δίωξη εναντίον του για την ίδια πράξη, τότε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται μόνο αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, ώστε να εκτίσει σ` αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί τυχόν εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος (άρθρο 11 στοιχ. η΄ εδ. τελευταίο του άνω νόμου). Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το ακροτελεύτιο άρθρο 43 του Ν. 3252/2004, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (9-7-2004) και ότι στις μεταβατικές διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρα 37 έως 39) δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει διαφορετικό χρόνο ισχύος για κάποιες από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Από δε τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του άνω νόμου, που ορίζει ότι "οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση", κατ` αντιδιαστολή, συνάγεται ότι για τις αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή για τις εκδόσεις με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου αυτού (3251/2004). Τέλος, από το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, γίνεται φανερό ότι ο νόμος αυτός είναι, ως προς τις άνω διατάξεις του, ποινικός δικονομικός νόμος και όχι ουσιαστικός ποινικός νόμος, αφού αυτός δεν περιέχει διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά προβλέπει απλώς τις διαδικασίες της σύλληψης και της, μετά από δικαστική κρίση, παράδοσης του εκζητουμένου προσώπου μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της μεταξύ τους δικαστικής συνεργασίας, η οποία με τις σύγχρονες εξελίξεις της διακρατικής εγκληματικότητας γίνεται ολοένα και πιο επιβεβλημένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο πιο πάνω νόμος, ως δικονομικός νόμος, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά το ατέλεστο μέρος τους, υποθέσεις, δηλαδή και για τις αξιόποινες πράξεις που έχουν τελεστεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, χωρίς να τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του ΠΚ (ΑΠ 2135/2005). την προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και οι παραστάντες συνήγοροί του προφορικώς και με τα υποβληθέντα έγγραφα υπομνήματά του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του 112 ARH 1118/2006 από 9-10-2006 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας της Στουτγκάρδης Γερμανίας κατά του εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου Χ1 . Ειδικότερα, με το ΕΚΔ 279 3 /ΦΕ 5 7 69/22-12-2006 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, διαβιβάσθηκε στο Συμβούλιο Εφετών το με αριθμό φακέλου 112 ΑRΗ 1118/2006 από 9-10-2006 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως των Γερμανικών Αρχών (Εισαγγελία Στουτγκάρδης Γερμανίας), που αφορά τον αιτούντα-εκζητούμενο Έλληνα υπήκοο Χ1, με τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, προκειμένου να συζητηθεί η εκτέλεση του πιο πάνω εντάλματος σε βάρος του εκζητουμένου-εκκαλούντος, ο οποίος κρατείται προσωρινά στις φυλακές Κορυδαλλού δυνάμει της 35/17-12-2006 εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για προσωρινή κράτηση του. Η Εισαγγελική Αρχή της Στουτγκάρδης Γερμανίας εξέδωσε το πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (112 ΑRΗ 1118/2006 από 9-10-2006), το οποίο επιδόθηκε δυνάμει του 4 GS 146/06 από 19-9-2006 εντάλματος σύλληψης του τοπικού Δικαστηρίου του Ludwigsburg, σε βάρος του εκκαλούντος - εκζητουμένου, ο οποίος διώκεται για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τον Γερμανικό Ποινικό Νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε (5) ετών (για κάθε επιμέρους πράξη), σύμφωνα με την παράγραφο 370 εδ. 1 αριθ. 2 Φορολογικού Κανονισμού, 52 και 53 του Ποινικού Κώδικα, η δε πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 17 και 18 Ν 2523/1997 και 93 Ν. 2238/Ι994), τιμωρούμενη με ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε (5) ετών ή καθείρξεως μέχρι δέκα (10) ετών, ανάλογα με τη βαρύτητα της φορολογικής παραβάσεως (ΑΠ 2483/2005). Το προαναφερθέν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί από τις Γερμανικές Αρχές στις 9.10.2006 σε εναρμόνιση με τις ισχύουσες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατάξεις. Ειδικότερα, η Ομοσπονδιακή Βουλή της χώρας αυτής (Γερμανίας) ψήφισε, καινούργιο εκτελεστό νόμο του άρθρου 16 § 2 εδ. 2 του Συντάγματος, τον 092.22/3762/25-6-2006, περί εφαρμογής της απόφασης στο πλαίσιο αναφορικά με το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που τέθηκε σε ισχύ στις 2.8.2006 και επομένως δεν τίθεται πλέον θέμα εγκυρότητας ή μη του νόμου ΕUHBG της 21-7-2004, το οποίο είχε ανακύψει μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2ΒνR 2236/2004 της 18-7-2005 αποφάσεως του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας (βλ.ΑΠ 2483/2005). Με το ένταλμα αυτό ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του εκζητουμένου προσώπου ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που εξέδωσε το ένταλμα αυτό με σκοπό την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης για παράβαση των προαναφερομένων ποινικών διατάξεων του Γερμανικού Νόμου. Για την περίπτωση δε που αυτός κριθεί ένοχος και επιβληθεί εις βάρος του ποινή στερητική της ελευθερίας, έχει παρασχεθεί η διαβεβαίωση της Γερμανικής Δικαστικής Αρχής (Εισαγγελίας Στουτ-γκάρδης) ότι ο εκζητούμενος θα διαμεταχθεί για την έκτιση αυτής στην Ελλάδα. Ενόψει δε της μη συγκατά-θεσης του εκζητουμένου να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος (Γερμανία), αρμόδια δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου έχει συλληφθεί ο εκζητούμενος, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση. Από το ένδικο ένταλμα συλλήψεως, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος προς άσκηση κατ' αυτού ποινικής διώξεως, και οι οποίες φέρονται τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-2003 έως 16-6-2005 στην ευρύτερη περιοχή της Στουτγκάρδης Γερμανίας με επικρατέστερη την πόλη ..... , συνίστανται, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλλήψης, στο ότι: "Ο Χ1 (ο οποίος διώκεται χωριστά από τον συγκατηγορούμενο του .... ) είναι ύποπτοι ότι έχουν διαπράξει τα ακόλουθα αδικήματα: Μεταξύ Φεβρουαρίου 2003 και Ιουνίου 2005 οργάνωσαν ως χρηματοδότες τη λαθραία μεταφορά αφορολόγητων τσιγάρων από την Ελλάδα στη Μεγάλη Βρεττανία μέσω Γερμανίας, και κατά συνέπεια απέφυγαν να πληρώσουν το ποσό των 1.564.263,446 που αναλογεί στο Γερμανικό φόρο για τα τσιγάρα. Κάθε φορά τα τσιγάρα μεταφέρονταν σε τουλάχιστον 25 διαδοχικά φορτία, με φορτηγά από την Ελλάδα, καμουφλαρισμένα σε καλύμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα οποία παραδίδονταν προσωρινά σε εγκαταστάσεις για αποθήκευση, στην ευρύτερη περιοχή της Στουτ-γκάρδης, με επικρατέστερο το κτίριο της εταιρείας ενός συνεργού στο .... . Από εκεί με "βαν" ή με φορτηγό μεταφέρονταν στην Αγγλία". Ο εκζητούμενος φέρεται στο εν λόγω ένταλμα σύλληψης ως συνεργός των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων , ενώ οι πράξεις αυτές για τις οποίες ζητείται η προσαγωγή του στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή της Στουτγκάρδης χαρακτηρίζονται από το Γερμανικό Δίκαιο ως "φοροδιαφυγή", που, όπως προαναφέρθηκε, τιμωρούνται στο Κράτος Έκδοσης του ενδίκου Εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή, η στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε (5) ετών, κατά τιςπροεκτιθέμενες διακρίσεις, και συνεπώς, ανήκουν σ' εκείνες τις πράξεις που, κατά το άρθρο 10 § 2 του ν. 325 1/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, φέρει (στο πρωτότυπό του) ημερομηνία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του Δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει (στο πρωτότυπο και τη μετάφραση) όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3 251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία του με αριθμό φακέλλου 4GS 146/2006 από 19-9-2006 εντάλματος συλλήψεως του Τοπικού Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου) του Ludwigsburg, στο οποίο βασίσθηκε η έκδοση του ελεγχόμενου εντάλματος, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο. περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για τις πράξεις αυτές κατά το Κράτος έκδοσης του εντάλματος και διάφορες άλλες πληροφορίες σχετικές με αυτές και τις συνέπειες τους και πληροί κατά συνεπεία τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 § 1 του Συντάγματος και τους όρους τυπικής νομιμότητας του κατά το ν. 325 1/2004. Μετά τη λήψη του ένδικου εντάλματος από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, εκδόθηκε βάσει αυτού η 3 5/17-12-2006 Εισαγγελική εντολή συλλήψεως του εκζητουμένου, ο οποίος συνελήφθη αυθημερόν και προσήχθη ενώπιον του παραπάνω Εισαγγελέα στις 18-12-2006, ο οποίος βεβαίωσε την ταυτότητα του εκζητουμένου και τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος καθώς και για όλα τα λοιπά ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 15 § 1 και 17 § 1 του ν. 3251/2004. Μετά την νομότυπη σύνταξη της προβλεπόμενης από 18-12-2006 έκθεσης για την προσαγωγή, την ενημέρωση και τις δηλώσεις του εκζητουμένου, μεταξύ των οποίων και η δήλωσή του ότι δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής του εκζητούντος Κράτους, διαβιβάσθηκε ακολούθως το ένδικο ένταλμα συλλήψεως με όλα τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, ως αρμοδίου δικαιοδοτικού οργάνου για την κρισιολόγηση της κράτησης του εκζητουμένου και της παράδοσης του στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος. Συνεπώς, το ως άνω ένταλμα, α) περιέχει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία, β) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επιτρεπτού της εκδόσεως του εντάλματος γ) συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του ιδίου νόμου προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεσή του και δ) δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του πιο πάνω νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητα να απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος Ειδικότερα δεν συντρέχει ούτε η περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης, που προβλέπεται από το άρθρο 11 στοιχ. η΄ του Ν. 3251/2004, κατά την οποία η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση αυτού, αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχειεκδοθεί το ένταλμα προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημε-ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, αφού ο εκζητούμενος είναι μεν ημεδαπός, αλλά δεν είχε ασκηθεί, κατά το χρόνο έκδοσης του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ούτε και μέχρι του χρόνου κρισιολόγησης αυτού από το Συμβούλιο Εφετών, αλλά ούτε και από τον ΄Αρειο Πάγο, σε βάρος του εκζητουμένου ποινική δίωξη στην Ελλάδα για την παραπάνω πράξη, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στη Γερμανία και για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη αυτή από το αρμόδιο Γερμανικό Δικαστήριο. H προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. η΄ του Ν. 3251/2004 δεν ορίζει ρητά το χρόνο άσκησης κατά του εκζητουμένου της ποινικής δίωξης στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, αλλά, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, είναι αυτονόητο ότι η ποινική δίωξη πρέπει να έχει ασκηθεί το αργότερο κατά το χρόνο κρισιολόγησης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από το αρμόδιο ελληνικό δικαιοδοτικό όργανο, αφού η πραγμάτωση της σχετικής ενέργειας τάσσεται από το νόμο ως ουσιώδης προϋπόθεση μη εκτέλεσης του ελεγχόμενου εντάλματος, της οποίας η συνδρομή (όπως και των λοιπών όρων υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του εντάλματος) είναι ερευνητέα κατά το χρόνο της δικαστικής κρισιολόγησης του εντάλματος. Ο διαλαμβανόμενος στην κρινόμενη έφεση ισχυρισμός του αρνουμένου την κατηγορία εκκαλούντος- εκζητουμένου ότι το κατ' αυτού εκδοθέν ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως δεν είναι νόμιμο, διότι παραβιάστηκαν "θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές που διατυπώνονται στο Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης Σύνδεσης (άρθρο 1 παρ.2 Ν.3251/04)", καθόσον δεν κλητεύθηκε πριν από την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος, ενώ είχε μόνιμη και ιδιόκτητη κατοικία στην Ελλάδα, είναι αβάσιμος. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ο εκκαλών εκζητούμενος αναζητήθηκε από τις Γερμανικές Αρχές, πριν από την έκδοση του εντάλματος σύλληψής του, αλλά "δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί ο τόπος διαμονής του στην Ελλάδα ακόμη και μετά τις πραγματοποιηθείσες στα πλαίσια της δικαστικής συνδρομής έρευνες". Όπως δε αναφέρει και ίδιος στο υπόμνημα που κατέθεσε, αναζητήθηκε από τη αρμόδια Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών στην παλαιά και γνωστή σε αυτήν διεύθυνση (.....), αλλά εκείνος είχε μεταβάλει κατοικία, αρχικά στον .... και τελικά στην ... (... ), που ήταν γνωστή στη δημοτική και την τοπική αστυνομική αρχή. Δεν προέκυψε όμως ότι ο εκκαλών είχε γνωστή διαμονή κατά το χρόνο που αναζητήθηκε στην τελευταία αυτή διεύθυνση, αφού σε αυτή αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε - ως τελευταία γνωστή - από την αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, όπως τούτο αναφέρεται και στο ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα. Επίσης αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος- εκζητουμένου ότι κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους δεν υπάρχει αδίκημα φοροδιαφυγής στο "διερχόμενο" κράτος και συνεπώς δεν είναι επιτρέπεται κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.3251/04, να εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Πλέον των όσων ήδη έχουν εκτεθεί σχετικά με την ύπαρξη αντίστοιχου αδικήματος (φοροδιαφυγής) και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 στοιχ.α εδ. β του Ν.3251/04, "...στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα σχετικά με φόρους, τέλη τελωνεία και συνάλλαγμα, δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Ελληνικό κράτος δεν επιβάλλει ίδιου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ίδιου τύπου ρύθμιση για φόρους τέλη τελωνεία και συνάλλαγμα με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος". Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αρνουμένου την κατηγορία εκζητουμένου ότι και αν το αδίκημα τελέσθηκε, επειδή η υλική πράξη φέρεται να έχει τόπο εκκίνησης την Ελλάδα, αφού τα εμπορεύματα διήλθαν και εκ του Ελληνικού εδάφους, αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα Ελληνικά Δικαστήρια, δεν ευσταθεί, διότι, ακόμα και αν τα εμπορεύματα διήλθαν από το Ελληνικό έδαφος, οι αξιώσεις του Γερμανικού Κράτους για φορολόγηση των με τον προαναφερόμενο τρόπο εισαχθέντων στη Γερμανία εμπορευμάτων είναι αυτοτελής, όπως και η πράξη της φοροδιαφυγής που φέρεται ότι τέλεσε ο εκζητούμενος με την εισαγωγή στο εκζητούν Κράτος των πιο πάνω εμπορευμάτων αποτελεί αδίκημα τελεσθέν εν όλω στη Γερμανία και ως εκ τούτου η αξίωση του Γερμανικού Δημοσίου δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη του Ελληνικού Δημοσίου. Ακόμα και αν τα εμπορεύματα διήλθαν από την Ελλάδα, όπως διατείνεται ο εκζητούμενος, δεν πρόκειται για ένα ενιαίο αδίκημα αλλά για περισσότερα αδικήματα που τελέσθηκαν σε βάρος περισσοτέρων Κρατών διέλευσης, το καθένα απ' τα οποία, εφόσον επλήγησαν τα δικαιώματα του, έχει αυτοτελή και ξεχωριστή αξίωση για ποινική καταστολή και όχι ενιαία. Κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και γι` αυτό το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και γι` αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες, οι με την κρινόμενη έφεσή του προβαλλόμενοι αντίθετοι ισχυρισμοί και οι συναφείς λόγοι έφεσης του εκκαλούντος- εκζητουμένου. Ειδικότερα ο εκκαλών ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η εκτέλεση του ένδικου εντάλματος σύλληψης εμποδίζεται από το γεγονός ότι η αξιόποινη πράξη που αποδίδεται σ` αυτόν τελέστηκε πριν από τη θέση σε ισχύ του Ν. 3251/2004 όπου δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοση Ελλήνων. Όπως ,όμως, ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, από τις μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 38 στοιχ. δ` και 39 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, που ισχύει από 9-7-2004, με την πρώτη άρθρ. 38 στοιχ. δ` από τις οποίες αντικαταστάθηκε με το νόμο αυτό (3251/2004) η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης της 27-9-1996, ενώ, κατά τη δεύτερη (του άρθρου 39 παρ. 2), οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση και κατ` αντιδιαστολή συνάγεται ότι ο εν λόγω νόμος (3251/2004) είναι πράγματι εφαρμοστέος τόσο για την έκδοση όσο και για την εκτέλεση του παραπάνω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Τούτο δε διότι, κατά τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση το περί ου ο λόγος ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε στις 9-10-2006 ήτοι μετά την κατά την 9-7-2004 έναρξη ισχύος του Ν. 3251/2004 και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω ο εκκαλών εκζητούμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος σύλληψης και η παράδοσή του στις Γερμανικές δικαστικές αρχές αντίκειται στις διατάξεις 5 παρ. 2 εδ. γ` και 4 του Συντάγματος. Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι "απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας" (άρθρ. 5 παρ. 2 εδ. γ`) και ότι "απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδό του σ` αυτήν" (άρθρ. 5 παρ. 4) και, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών- εκζητούμενος, απαγορεύουν την έκδοση Ελλήνων πολιτών σε οποιοδήποτε ξένο κράτος. Όμως η απαγόρευση έκδοσης Ελλήνων πολιτών , όπως αναπτύχθηκε και πιο πάνω, δεν κατοχυρώνεται ούτε από τις προαναφερόμενες ούτε από καμία άλλη συνταγματική διάταξη, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα δίωξης του εκκαλούντος εκζητουμένου για δράση του υπέρ της ελευθερίας, ενώ η άρση με την εισαγωγή της από 13-6-2002 Σύμβασης - Πλαίσιο στην ελληνική έννομη τάξη της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών συμπορεύεται με την προώθηση της δικαστικής συνεργασίας και την κοινή τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία με απόφαση- πλαίσιο έχουν αναλάβει ομόφωνα σχετικές δεσμεύσεις στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας με απώτερο στόχο την από κοινού εγκαθίδρυση ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. η΄ εδ. β` του Ν. 3251/2004, που επιτρέπει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ημεδαπού με σκοπό τη δίωξη για αξιόποινη πράξη που τέλεσε στο εκζητούν κράτος, εφόσον δεν έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη σε βάρος του για την ίδια πράξη και εφόσον διασφαλιστεί ότι, μετά την ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα για να εκτίσει σ` αυτή τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα του επιβληθεί από το κράτος έκδοσης του εντάλματος, δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ ή της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ειδική τοιαύτη, υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 438 εδ. α` του ΚΠΔ και έχει αυτή εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και γι` αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος εκζητουμένου. Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον, όπωςπροαναφέρθηκε, το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 απαιτούμενα τυπικά στοιχεία, και συνεπώς είναι τυπικά έγκυρο και δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση. Έξοδα δεν επιβάλλονται κατ΄ άρθρο 37 ν.3251/2004. Το (επικουρικό) αίτημα του εκζητουμένου να αναβληθεί η εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 του Ν.3251/2004, ώστε να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για πράξη για την οποία έχει υποβληθεί εναντίον του μήνυση - έγκληση από εταιρεία η οποία του είχε πουλήσει εμπορεύματα με πίστωση, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν συντρέχει προς τούτο νόμιμος λόγος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσίαν την από 29/12/2006 και με αριθ. 183/2006 έφεση του ...... , κατά της με αριθ. 55/29-12-2006 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση του 112 ARH 1118/2006 από 9-10-2006 Eυρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας της Στουτγκάρδης Γερμανίας κατά του ανωτέρω και ό,τι άλλο κρίθηκε πως πρέπει να απορριφθεί. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ