ΑΡΙΘΜΟΣ 1106/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 354/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο), Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου, περί αναιρέσεως της 513Δ/2010 και 186/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα: Την εταιρεία "SEASCOPE SHIRRING AGENCY L.T.D." που εδρεύει στην πόλη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Χηνιάδη. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 7 Φεβρουαρίου 2013 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1212/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα και ως τέτοιο θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του και γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και τα θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την παρακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω για την κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως, η διάταξη της παρ.2 του ιδίου άρθρου 375 του ΠΚ, πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 όριζε ότι " Αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητάς του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Μετά δε την ως άνω αντικατάστασή της ορίζει τα εξής: " Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη δέκα ετών". Συνεπώς, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, πριν την αντικατάσταση της παρ.2 από το ν. 2408/1996 απαιτείτο η πράξη της υπεξαιρέσεως να ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν εμπιστευμένο στο δράστη, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ενώ μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από τον ανωτέρω νόμο 2408/1996, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να είναι τούτο εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στη συγκεκριμένη παράγραφο ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ιδιότητες του εντολοδόχου ή του διαχειριστή. Η νεότερη αυτή διάταξη με την οποία απαριθμούνται πλέον περιοριστικά οι περιπτώσεις που καθιστούν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως κακούργημα είναι κατά τούτο επιεικέστερη από την προηγούμενη, στην οποία η απαρίθμηση ήταν ενδεικτική και επιπλέον για κάθε μη κατονομαζόμενη περίπτωση έπρεπε να συντρέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης εκ μέρους του δράστη. Επομένως, η νεότερη διάταξη είναι εφαρμοστέα και στις αξιόποινες πράξεις υπεξαιρέσεως που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν. 2408/1996. Εκτός αν ο δράστης έχει αποκλειστικά την ιδιότητα του εντολοδόχου και το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 είναι ευμενέστερη, διότι για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος πρέπει να συντρέχει και το επιπλέον στοιχείο της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 1 παρ.9 του ν. 2408/1996 που αποβαίνει αυστηρότερη, αφού αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από τη συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος, αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη και για τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ.2 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999). Στην περίπτωση όμως που οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τη χωρεί με βάση το αντικείμενο καθεμιάς μερικότερης πράξεως, ενόψει του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98, είναι δυσμενέστερη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 513δ/2010, 186/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε, αφού του αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Δικαστήριο ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση τα ακόλουθα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικό της εκκαλουμένης απόφασης και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι: " Η προσημειωθείσα εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "SEASCOPE SHIPPING AGENCY LIMITED", που εδρεύει στη ..., έχει άδεια εγκατάστασης γραφείου της στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 89/69, 378/68 και του άρθρου 25 του Ν. 27/75, όπως εκάστοτε ισχύει. Πρώτη κοινή Υπουργική απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε η εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας και η υπαγωγή αυτής στις προαναφερόμενες διατάξεις ήταν η (μνημονευόμενη στο εν συνεχεία αναφερόμενο υπ' αριθ. πρωτ. 1385 της 27-4-2006 έγγραφο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών προς τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή Α. Π. με στοιχεία:) 58001/Φ1482/2/21622 (ΦΕΚ 101/2-2-1980) και τελευταία είναι η υπ' αρ. 1241.1482/39/21622/31-3-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 46/ΤΑΠΣ/10-4-1995), η οποία τροποποιήθηκε με την υπ' αρ. 3122.1/1482/69/61622/14-7-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 156/ΤΑΠΣ/28-8-2005). Με το από 2-2-1989 πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της, αποτελουμένου από τις Γ. Μ., Πρόεδρο, Π. Β. (κατηγορούμενο), Αντιπρόεδρο-Διευθυντή και Α. Μ., Διευθυντή Γραμματέα, η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία διόρισε τον κατηγορούμενο ως εκπρόσωπο της στη Ελλάδα και τον εξουσιοδότησε να εισπράττει, αποσύρει και καταθέτει με μόνη την υπογραφή του οποιαδήποτε χρηματικά ποσά σε τραπεζικό ή άλλο λογαριασμό της εταιρείας καθώς και να υπογράφει, οπισθογραφεί, προεξοφλεί και διαπραγματεύεται επιταγές, ομόλογα και κάθε φύσεως διαπραγματεύσιμα έγγραφα της εταιρείας ή εκδοθέντα προς όφελος αυτής, συμπεριλαμβανομένου και του ανοίγματος εξωλογιστικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος για λογαριασμό της εταιρείας, να εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον παντός Ελληνικού Δικαστηρίου παντός βαθμού και δικαιοδοσίας ως και ενώπιον πάσης Διοικητικής-Οικονομικής ή άλλης Αρχής και παντός προσώπου Δημοσίου ή Ιδιωτικού δικαίου, υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο, να εισπράττει από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, Ασφαλιστικό Οργανισμό ως και από το Ελληνικό Δημόσιο κάθε ποσό οφειλόμενο στην εταιρεία από οποιαδήποτε αιτία μηδέ των αχρεωστήτως καταβληθέντων εξαιρουμένων, ενεργώντας όλες τις απαραίτητες διατυπώσεις και υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο και να χορηγεί τις δέουσες εξοφλητικές αποδείξεις και εντάλματα πληρωμής. Επίσης, με το από 23-7-1990 πληρεξούσιο ενώπιον του συμβολαιογράφου του Λονδίνου Richard John Saville, η εταιρεία με την επωνυμία "V. SHIPPING COMPANY LIMITED" και έδρα στο ..., δια των διευθυνουσών αυτή Γ. Μ. και Β. Μ., διόρισε τον κατηγορούμενο αληθή και νόμιμο πληρεξούσιό της, προκειμένου υπέρ και εκ μέρους και αντί της εταιρείας αυτής να προβαίνει σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες και πράξεις: 1) Να αποδέχεται όρους και συνθήκες και να εκτελεί και/ή υπογράφει, σφραγίζει και παραδίδει οποιοδήποτε και όλα τα έγγραφα σχετικά με την κυριότητα από την εταιρία της θαλαμηγού υπό βρετανική σημαία "Ζ. Μ". 2) Να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη διαχείριση της προαναφερόμενης θαλαμηγού. 3) Να διορίζει αντικαταστατή ή αντικαταστάτες και να ανακαλεί τους ιδίους. Βεβαιώνει ο προαναφερόμενος συμβολαιογράφος ότι οι Γ. Μ. και Β. Μ. είναι διευθύντριες εξουσιοδοτημένες από κοινού και ατομικώς να αντιπροσωπεύουν την ανωτέρω αναφερόμενη εταιρεία (του ... υπό την επωνυμία "V. SHIPPING COMPANY LIMITED") και έχουν πραγματική εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία αυτή σύμφωνα με το Ιδρυτικό της Εταιρικό και το Καταστατικό αυτής. Με τους εν, λόγω διορισμούς, ο κατηγορούμενος κατέστη εντολοδόχος και (διαχειριστής των περιουσιακών στοιχείων αμφοτέρων των (ιδίων συμφερόντων) ανωτέρω εταιρειών, έχοντας, με το πρώτο, την πλήρη (οικονομική διαχείριση του γραφείου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας στην Ελλάδα και δικαίωμα δέσμευσης της σε όλες τις πράξεις που αναγράφονται στο από 2-2-1989 πρακτικό, και, με το δεύτερο, τη διαχείριση της (ελλιμενιζόμενης στην ...) θαλαμηγού "Ζ. Μ" , ιδιοκτησίας της εταιρείας "V. SHIPPING COMPANY LIMITED". Στη θέση του εκπροσώπου του εγκατεστημένου στην Ελλάδα γραφείου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, το οποίο διατηρούσε αυτή στον ..., παρέμεινε ο κατηγορούμενος μέχρι και τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1997. Κατά το άνω διάστημα της διαχείρισης του γραφείου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας στην Ελλάδα από τον κατηγορούμενο, αυτός συνέτασσε μηνιαίες εκκαθαρίσεις προς ενημέρωση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας σχετικά με τη διαχείριση του. Τα προκύπτοντα από αυτές μηνιαία υπόλοιπα μεταξύ των ποσών που εισέπραττε ο κατηγορούμενος με τη μορφή εμβασμάτων από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία και των ποσών που δαπανούσε αυτός ως διαχειριστής για τα πλοία και για το γραφείο της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας στην Ελλάδα, θα έπρεπε να αντιστοιχούν ακριβώς στα ποσά διαθεσίμων υπολοίπων των καταθετικών λογαριασμών που διατηρούσε η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία στην τράπεζα "National Westminster Bank". Όμως, κατά τη χρονική περίοδο από1-1-1995 έως 31-10-1997, υπήρχαν διαφορές (ελλείμματα) μεταξύ του συνολικού πιστωτικού υπολοίπου των μηνιαίων εκκαθαρίσεων και του αντίστοιχου συνόλου των μηνιαίων υπολοίπων διαθεσίμων της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς. Τα ελλείμματα αυτά συνεχώς αυξάνονταν και ανήλθαν την 31-12-1995 σε 41.409 δολάρια ΗΠΑ, την 31-12-1996 σε 111.451 δολάριο ΗΠΑ (152.860-41.409) και την 31-10-1997 σε 43.256 δολάρια ΗΠΑ (196.116-152.860). Η τελική, δηλαδή, διαφορά (έλλειμμα) ανήλθε την 31-10-1997 σε 196.116 δολάρια ΗΠΑ και μετά την αφαίρεση ποσού 49.500 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο αφορά γνωστά και αποδεκτά από μέρους της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας κονδύλια διαφορών (και δη ποσού 35.000 δολαρίων ΗΠΑ που αφορά δάνειο το οποίο είχε χορηγήσει η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία προς τον κατηγορούμενο, ποσού 4.500 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο αφορά απωλεσθείσες προκαταβολές πληρωμάτων και ποσού 10.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο αφορά δεσμευμένη κατάθεση για κάλυψη εγγυητικής επιστολής), η τελική διαφορά (έλλειμμα) ανήλθε σε 146.616 (196.116-49.500) δολάρια ΗΠΑ ή σε 39.732.936 δραχμές. Το ποσό αυτό των 146.616 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, ο κατηγορούμενος δεν το απέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, στην οποία ανήκε, αλλά, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της, που του είχε ανατεθεί από αυτή, το παρακράτησε, εκδηλώνοντας έτσι κατά την ως άνω ημερομηνία (31-10-1997) την πρόθεση του να το ενσωματώσει χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του. Στο εν λόγω ποσό των 146.616 δολαρίων ΗΠΑ περιλαμβάνεται και ποσό 15.000.000 δραχμών ή 65.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ο κατηγορούμενος με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (fax), που απέστειλε στις 18-9-1997 στον προαναφερόμενο Α. Μ. ομολογούσε ότι ανέλαβε με τη "μορφή αυτοδανείου" από τη διαχειριζόμενη περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας. Η τελευταία είχε χορηγήσει κατά το παρελθόν δάνειο στον κατηγορούμενο και αυτός κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1997 ζήτησε, μέσω του Α. Μ., την παροχή και νέου δανείου. Μετά την άρνηση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας να του χορηγήσει και δεύτερο δάνειο, ο κατηγορούμενος παρακράτησε από τη διαχειριζόμενη περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας εν αγνοία και χωρίς την έγκριση αυτής το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο χαρακτήρισε "αυτοδάνειο" και ακολούθως το ιδιοποιήθηκε παράνομα, αρνούμενος την επιστροφή του παρά την όχληση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας. Επίσης στο ίδιο ως άνω ποσό των 146.616 δολαρίων ΗΠΑ περιλαμβάνεται και ποσό 76.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο, αφού μετέφερε ο κατηγορούμενος από τον υπ' αρ. ... λογαριασμό, που διατηρούσε η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία στην τράπεζα "National Westminster Bank", στον υπ' αρ. ... λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία "VΕΝΙ SHIPPING COMPANY LIMITED" στην ίδια ως άνω Τράπεζα και στον οποίο ο κατηγορούμενος είχε πρόσβαση ως διαχειριστής της θαλαμηγού "Z. Μ." , η οποία ανήκε στην αμέσως παραπάνω εταιρεία, στη συνέχεια το ανέλαβε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανέλαβε από τον προαναφερόμενο υπ' αριθ. ... λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας στην Τράπεζα "National Westminster Bank" τα ποσά των 11.587,85 δολαρίων ΗΠΑ την 7.6.995, 6.366,45 δολλαρίων ΗΠΑ την 23.6.1995, 8.448,18 δολαρίων ΗΠΑ την 14.3.1997 και 14.593,81 δολαρίων ΗΠΑ την 24.3.1997 (και συνολικά 40.996 δολαρίων ΗΠΑ, κατά στρογγυλοποίηση), προερχόμενα από αποδεσμεύσεις κατά τις αυτές ως άνω ημερομηνίες, αντιστοίχως, δεσμευμένων καταθέσεων (και των επ' αυτών τόκων) της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας για την κάλυψη εκδοθεισών από την ως άνω Τράπεζα, με εντολή της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, εγγυητικών επιστολών υπέρ τρίτων, τα οποία όμως δεν είχαν συμπεριληφθεί από τον κατηγορούμενο στις αντίστοιχες μηνιαίες εκκαθαρίσεις, δηλαδή σης εκκαθαρίσεις των μηνών Ιουνίου 1995 και Μαρτίου 1997, τις οποίες αυτός συνέταξε και υπέβαλε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, όπως είχε υποχρέωση, προς ενημέρωση της. Έτσι, ενώ ο κατηγορούμενος, όταν είχε καταθέσει τα χρήματα αυτό, ως εγγυητικές επιστολές υπέρ τρίτων τα χρέωσε ως έξοδο στις αντίστοιχες μηνιαίες εκκαθαριστικές καταστάσεις του, όταν αποδεσμεύτηκαν και τα εισέπραξε απέκρυψε την είσπραξη αυτή, χωρίς να την καταχωρήσει ως έσοδο στις ίδιες καταστάσεις. Με τον τρόπο αυτό, ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, ιδιοποιήθηκε παράνομα τη μεν 30.6.1995 το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 17.954,30 δολαρίων ΗΠΑ (δηλαδή 11.587,85+6366,45 δολαρίων ΗΠΑ) ή 4.039.717 δραχμών, τη δε 31.3.1997 το επίσης ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 23.041,99 δολαρίων ΗΠΑ (δηλαδή 8.448,18+14.593,81 δολάρια ΗΠΑ) ή 6.106.127 δραχμών, εκδηλώνοντας κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες (30.6.1995 και 31.3.1997) την πρόθεση του να ενσωματώσει και τα ποσά αυτά, χωρίς δικαίωμα, στην περιουσία του. Ο κατηγορούμενος ήταν ο εκπρόσωπος του γραφείου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας στην Ελλάδα και εντολοδόχος διαχειριστής όλων των περιουσιακών στοιχείων της πολιτικώς ενάγουσας στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων όλων των λογαριασμών αυτής (συναλλαγματικών" και δραχμικών) καθώς και ο μόνος εντεταλμένος να διακινεί τους λογαριασμούς αυτούς. Κανένας άλλος υπάλληλος, απλός μέτοχος ή μέτοχος με οποιαδήποτε Ιδιότητα στο Διοικητικό Συμβούλιο της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας δεν είχε το δικαίωμα να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων ή σε έκδοση επιταγής Τράπεζας από τους λογαριασμούς της. Ο μόνος που είχε τη δυνατότητα ανάληψης χρημάτων ήταν ο κατηγορούμενος. Ο ίδιος είχε αντίστοιχα την υποχρέωση, λόγω της ιδιότητας του εντολοδόχου διαχειριστή, να αποδίδει λογαριασμό για τις εκτελούμενες από αυτόν πληρωμές δαπανών του γραφείου και των πλοίων και καταχωρεί το σύνολο των εξόδων στις συντασσόμενες από τον ίδιο μηνιαίες καταστάσεις, τις οποίες αφού υπέγραψε ιδιοχείρως, έστελλε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία προς ενημέρωση των γενομένων διαχειριστικών του πράξεων. Συγχρόνως, υποχρεούνταν να φυλάσσει τα παραστατικά-αποδεικτικά έγγραφα των δαπανών που διενήργησε. Στις ίδιες καταστάσεις αναγράφονταν τα εμβάσματα του συναλλάγματος που εισαγόταν για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας. Στην προκειμένη περίπτωση, το επανεισπραχθεν ποσό των 40.996 δολαρίων ΗΠΑ πιστώθηκε στον συναλλαγματικό λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας. Αν το παραπάνω ποσό είχε διατεθεί για την πληρωμή δαπανών της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, τότε υποχρεωτικά θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί στις αντίστοιχες μηνιαίες καταστάσεις. Όμως, τέτοια εγγραφή ουδέποτε έγινε. Επομένως, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που είχε πρόσβαση στους λογαριασμούς της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας ήταν και ο μόνος που μπορούσε να υπεξαιρέσει το εν λόγω ποσό και μέχρι σήμερα δεν έχει δικαιολογήσει την κατ1 άλλο νόμιμο τρόπο διάθεση του ποσού αυτού. Επίσης, ο κατηγορούμενος, την 30.4.1996, εισέπραξε ποσό 10.890 δολαρίων ΗΠΑ ή 2.625.469 δραχμών που αφορούσε επιστροφή καταβληθέντος φόρου για το πλοίο "V.", που ανήκε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία και είχε κατατεθεί στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που αυτή διατηρούσε στην \ Τράπεζα "National Westminster Bank". To ιδιαίτερα μεγάλο ποσό αυτό ο κατηγορούμενος δεν συμπεριέλαβε στην εκκαθάριση του μηνός Απριλίου 1996, ώστε να ενημερωθεί η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία για την επιστροφή του φόρου αυτού, αλλά εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, το ιδιοποιήθηκε παράνομα, εκδηλώνοντας κατά την ως άνω ημερομηνία (30.4.1996) την πρόθεση του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Εν συνάψει, ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε συνολικώς το ποσό των 198.502 δολαρίων ΗΠΑ, (146.616 δολάρια ΗΠΑ + 40.996 δολάρια ΗΠΑ + 10.890 δολάρια ΗΠΑ). Το ποσό αυτό των 198.502 δολαρίων ΗΠΑ λαμβάνοντας υπόψη την επίσημη τιμή εξωτερικών συναλλαγμάτων (fixing), της "Τράπεζας της Ελλάδος, για την κρίσιμη περίοδο, αντιστοιχεί σε 52.504.249 δραχμές ή 1154.084,36 ευρώ.)Στις αρχές Νοεμβρίου 1997, η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία απευθύνθηκε στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ΣΟΛ α.ε.ο.ε.) και ζήτησε τον διορισμό ελεγκτή, προκειμένου να διενεργήσει διαχειριστικό έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία του άνω γραφείου της για το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 μέχρι 31.10.1997. Το έργο ανατέθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΣΟΛ α.ε.ο.ε. στον (εξετασθέντα και ως μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) ορκωτό ελεγκτή λογιστή Α. Π., ο οποίος διενήργησε έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία του γραφείου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας στην Ελλάδα (και δη στον ..., επί της οδού ... αριθ 5-7), για το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 μέχρι 31.10.1997 και συνέταξε σχετικώς την από 5.1.1998 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου και την από 12.6.2000 συμπληρωματική έκθεση διαχειριστικού ελέγχου. Διαπίστωσε και αυτός έλλειμμα συνολικού ύψους 198.502 δολαρίων ΗΠΑ, που περιλαμβάνει τα αυτά ως άνω επί μέρους ποσά των 146.616, 40.996 και 10.890 δολαρίων ΗΠΑ. Θεωρεί, όμως, με την από 5.1.1998 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου, ο ως άνω ορκωτός λογιστής-ελεγκτής Α. Π. ότι, λόγω της αδυναμίας λήψης, από τα ελεγμένα βιβλία και στοιχεία, περαιτέρω διευκρινιστικών πληροφοριών σχετικά με τις αιτίες και τους λόγους μεταφοράς του ποσού των 76.000 δολαρίων ΗΠΑ στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας "V. SHIPPING COMPANY LIMITED", η συνολική διαφορά (έλλειμμα) πρέπει να μειωθεί κατά το εν λόγω ποσό των 76.000 δολαρίων ΗΠΑ περιοριζόμενη στο ποσό των 122.502 δολαρίων ΗΠΑ (198.502-76.000). Αλλά, το ποσό των 76.000 δολαρίων ΗΠΑ, μετέφερε ο κατηγορούμενος από τραπεζικό λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας "V. SHIPPING COMPANY LIMITED" εν αγνοία της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, από την οποία και απέκρυψε τη μεταφορά του παραπάνω χρηματικού ποσού με σκοπό την ιδιοποίηση του, όπως τούτο καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι η μεταφορά του ποσού αυτού δεν συμπεριελήφθη στις εκκαθαριστικές καταστάσεις της διαχείρισης του κατηγορουμένου, τις οποίες αυτός συνέτασσε, υπέγραφε και απέστελλε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, παρότι, ως διαχειριστική πράξη, θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί σ' αυτές, ακολούθως δε ο κατηγορούμενος ανέλαβε το ποσό αυτό από τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας "V. SHIPPING GOMPAΝΥ LIMITED", τον οποίο μόνον αυτός διακινούσε, δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου, και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, αφού δεν αναφέρθηκε σε άλλο έγγραφο, δεν ανευρέθη κατά τον γενόμενο διαχειριστικό έλεγχο και δεν δικαιολογείται η διάθεση αυτού για κάλυψη δαπανών της θαλαμηγού "Z. Μ", καθώς δεν έχουν προσκομισθεί μέχρι σήμερα παραστατικά πληρωμής δαπανών προς κάλυψη του εν λόγω χρηματικού ποσού, το οποίο ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής των εξόδων λειτουργίας της θαλαμηγού "Ζ. M" (μισθοί πληρωμάτων, καύσιμα, τροφοδοσία, ελλιμενισμός, συντήρηση και επισκευές) όφειλε να τηρεί για να δικαιολογήσει τη σχετική δαπάνη, τούτο δε ασχέτως του ότι τα έξοδα λειτουργίας της θαλαμηγού,"Ζ. Μ" καλύπτονταν αποκλειστικά και μόνο με εμβάσματα που απέστελλε η ιδιοκτήτρια αυτής εταιρεία "V. SHIPPING COMPANY LIMITED". Κατόπιν μηνύσεως του κατηγορουμένου ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς ποινική δίωξη κατά του προαναφερόμενου Α. Π. για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση με σκοπό το αθέμιτο όφελος άνω των 73.000 ευρώ, αναφορικά με τις προμνημονευόμενες από 5.1.1998 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου και την από 12.6.2000 συμπληρωματική έκθεση διαχειριστικού ελέγχου. Με την υπ' αριθ.96/2006 διάταξη του Ανακριτή του 22ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών ορίσθηκε ο Δ. Κ., οικονομολόγος - λογιστής, ως πραγματογνώμονας προκειμένου να αποφανθεί εάν υπήρχε ή όχι έλλειμμα ύψους 122.502 δολαρίων ΗΠΑ στην οικονομική διαχείριση του ήδη κατηγορουμένου Π. Β. ως εκπροσώπου του γραφείου της εταιρείας "SEASCOPE SHIPPING AGENCY LIMITED", κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 31.10.1997 και εάν ο τότε κατηγορούμενος Α. Π. συνέταξε ακολουθώντας τους κανόνες της λογιστικής επιστήμης την από 5.1.1998 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου καθώς και την από 12.6.2000 συμπληρωματική έκθεση διαχειριστικού ελέγχου. Ο ως άνω Δ. Κ., αφού εξέτασε το σύνολο των λογιστικών πράξεων διαχείρισης της εταιρείας "SEASCOPE SHIPPING AGENCY LIMITED" από τον Π. Β. κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 31.10.1997, μεταβαίνοντας στο γραφείο της ευθύς ως άνω εταιρείας στον Πειραιά, ελέγχοντας τα λογιστικά βιβλία και στοιχεία, παρουσία και του Χ. Μ. (ορκωτού ελεγκτή-λογιστή), τεχνικού συμβούλου του τότε πολιτικώς ενάγοντος Π. Β., και λαμβάνοντας υπόψη τα υπομνήματα και λοιπά έγγραφα που παραδόθηκαν και από τον ανωτέρω τεχνικό σύμβουλο Χ.Μ., (ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), κατέληξε στο συμπέρασμα, με την από 26.6.2006 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, ότι ο Α. Π. ορθώς βεβαίωσε έλλειμμα ύψους 122.502 δολαρίων ΗΠΑ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. 1954/22.6.2007 βούλευμα του, το οποίο κατέστη αμετάκλητο, όπως προκύπτει από τις επ' αυτού υπηρεσιακές βεβαιώσεις (ήτοι την από 15.5.2008 βεβαίωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ότι το βούλευμα επιδόθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα Π. Β. την 28.7.2007, και την από 15.5.2008 βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι κατά του βουλεύματος δεν ασκήθηκαν τα ένδικα μέσα της έφεσης ή αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι την 14.5.2008) αποφάνθηκε vα μη γίνει κατηγορία κατά του Α. Π. για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη που του αποδόθηκε. Ο ίδιος ο Α. Π. έθεσε την εργασία του υπό την κρίση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, το Εποπτικό Συμβούλιο του οποίου με το υπ' αριθ. πρωτ. 1385 της 27.4.2006 έγγραφο του προς τον Α. Π., γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι έκανε ομόφωνα αποδεκτή την υπ' αρ. 130/20-3-2006 γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου, την οποία παραθέτει στο ανωτέρω έγγραφο. Προκύπτει από τη γνώμη αυτή, ότι από την εξέταση τόσο του περιεχομένου των ανωτέρω εκθέσεων του Α. Π., όσο και του περιεχομένου των σχετικών φακέλων του διαχειριστικού ελέγχου, το Επιστημονικό Συμβούλιο της ΣΟΛ α.ε.ο.ε. διαπιστώνει την ορθότητα και αρτιότητα του πορίσματος του διενεργηθέντος ελέγχου από τον εν λόγω Ορκωτό ελεγκτή-λογιστή Α. Π.. Επίσης, το αυτό Εποπτικό Συμβούλιο με το υπ' αρ. πρωτ. 3756/10-11-2006 έγγραφο του γνωστοποίησε στον Α. Π. ότι με την απόφαση του E11/1/11-10-2006 έκανε ομόφωνα αποδεκτή τη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου της ΣΟΛ α.ε.ο.ε. που περιέχεται στο υπ' αρ. 138/22-9-2006 πρακτικό του και έκρινε, κατόπιν της από 5-5-2006 καταγγελίας-διαμαρτυρίας του Π. Β. (κατηγορουμένου), ότι ο Α. Π. διενήργησε τον διαχειριστικό έλεγχο της περιόδου 1-1-1995 έως 31-10-1997 της εταιρείας "SEASCOPE SHIPPING AGENCY LIMITED" σύμφωνα με την εντολή του Διοικητικού Συμβουλίου (της εταιρείας ΣΟΛ α.ε.ο.ε.), τις σχετικές διατάξεις του νόμου και τους κανόνες της Ελεγκτικής. Ισχυριζόμενοι οι εκπροσωπούντες τον κατηγορούμενο συνήγοροι ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι αμοιβές της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας για την υπ' αυτής διαχείριση πλοίων, οι οποίες συμποσούμενες κατά τη χρονικό περίοδο από 1-1-1995 έως 31-10-1997 υπερβαίνουν το καταλογισθέν στον κατηγορούμενο έλλειμμα των 122.502 δολαρίων ΗΠΑ, ζητούν τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Αλλά, τίθεται υπ' αυτών των εκπροσωπούντων τον κατηγορούμενο συνηγόρων ότι τις εν λόγω αμοιβές δικαιούται η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία και όχι ο κατηγορούμενος ώστε να πιστωθεί προσωπικώς με τα ποσά των αμοιβών και να συμψηφισθούν αυτά με το έλλειμμα. Τέλος, στην αντίστοιχη πολιτική δίκη, το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 638/2006 απόφαση το επεδίκασε υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας το αυτό ως άνω χρηματικό ποσό των 154.084,36 ευρώ ως αποζημίωση για την τελεσθείσα εις βάρος της υπόψη αδικοπραξία. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αιτήσεως του Π. Β. για αναίρεσή της, με την υπ' αριθ. 1528/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Υπό τα ως άνω δεδομένα, απορριπτόμενων των αιτημάτων των εκπροσωπούντων τον κατηγορούμενο συνηγόρων περί αναβολής της δίκης, προκειμένου αφενός να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη και αφετέρου να κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας ο Α. Μ., καθόσον τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία κρίνονται επαρκή για τον σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, όπως η πράξη αυτή περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό". Εν συνεχεία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στον Πειραιά, στις 31-10-97, 30-6-95, 31-3-97 και 30-4-96 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που περιήλθαν στην κατοχή του και ήταν εμπιστευμένα σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και συγκεκριμένα για το ότι ενώ είχε διοριστεί με το από 2-2-89 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της μηνύτριας εταιρείας "Seascope Shipping Agency LTD",-η οποία εδρεύει στη ... και είναι εγκατεστημένη νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με τον Α.Ν. 89/1967, ως νόμιμος εκπρόσωπος της στην Ελλάδα και διευθυντής του γραφείου της έχοντας την πλήρη οικονομική διαχείριση της αφού είχε εξουσιοδοτηθεί να εισπράττει, αποσύρει και καταθέτει, με μόνη την υπογραφή του οποιαδήποτε χρηματικά ποσά σε τραπεζικό ή άλλο λογαριασμό της εταιρείας, καθώς και να υπογράφει, οπισθογραφεί, προεξοφλεί και διαπραγματεύεται επιταγές, ομόλογα και κάθε φύσεως διαπραγματεύσιμα έγγραφα της εταιρείας, με μόνη την υπογραφή του, παρακράτησε χωρίς δικαίωμα τα παρακάτω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικά ποσά, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 198.502 δολαρίων ΗΠΑ ή 52.504.249 δρχ. και ειδικότερα κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα: 1) την 31-10-97 ποσό 146.616 δολαρίων ΗΠΑ ισόποσο των 39.732.936 δρχ., που είναι η διαφορά (έλλειμμα) μεταξύ του συνολικού πιστωτικού υπολοίπου των μηνιαίων εκκαθαρίσεων που συντάχθηκαν από αυτόν (κατηγορούμενο), προς ενημέρωση της μηνύτριας εταιρείας σχετικό με τη διαχείριση αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-95 μέχρι 31-10-97 και του αντίστοιχου συνόλου των μηνιαίων υπολοίπων διαθεσίμων της μηνύτριας εταιρείας σε τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε στην τράπεζα "National Westminster Bank", το ποσό δε αυτό των 146.616 δολαρίων ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 15.000.000 δρχ., το οποίο ο κατηγορούμενος τον Σεπτέμβριο του 1997 είχε κατακρατήσει και ακολούθως το ιδιοποιήθηκε παράνομα χαρακτηρίζοντάς το "αυτοδάνειο", καθώς και το ποσό των 76.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο, αφού μετέφερε από τον με αρ. ... Λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας στον οποίο ήταν κατατεθειμένο, σε λογαριασμό της εταιρείας "V. Shipping Co. LTD, στη συνέχεια το ανέλαβε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. 2) Την 30-6-1995 ποσό 17.954,3 δολαρίων ΗΠΑ ή 4.039.717 δρχ και την 31-3-1997 ποσό 23.041,99 δολαρίων ΗΠΑ ή 6.106.127 δρχ., που ανήκαν στη μηνύτρια εταιρεία και ήταν κατατεθειμένα στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της στην τράπεζα "National Westminster Bank" από 7-6-95 κατά το ποσό των 11.587,85 δολαρίων ΗΠΑ, από 23-6-95 κατά το ποσό των 6.366,45 δολαρίων ΗΠΑ, από 14-3-97 κατά το ποσό των 8.448,18 δολαρίων ΗΠΑ και από 24-3-97 κατά το ποσό των 14.593,81 δολαρίων ΗΠΑ, προερχόμενα από επανεισπράξεις δεσμευμένων καταθέσεων και τόκων της μηνύτριας εταιρείας για την κάλυψη εκδοθεισών από την ως άνω τράπεζα με εντολή της μηνύτριας εγγυητικών επιστολών υπέρ τρίτων, τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί από αυτόν (κατηγορούμενο) στις αντίστοιχες μηνιαίες εκκαθαρίσεις των μηνών Ιουνίου 1995 και Μαρτίου 1997, τις οποίες συνέταξε και υπέβαλε στη μηνύτρια εταιρεία για ενημέρωση της, ιδιοποιηθείς έτσι τα ποσά αυτά και συγκεκριμένα την 30-6-95 το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 17.954,3 δολαρίων ΗΠΑ (δηλ. 11.587,85 + 6.366,45 δολαρίων ΗΠΑ) ή 4.039.717 δρχ., και την 31-3-97 το επίσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 23.041,99 δολαρίων ΗΠΑ (δηλ. 8.448, 18 + 14.593,81 δολαρίων ΗΠΑ) ή 6.106.127 δρχ. και 3) Την 30-4-96 ποσό 10.890 δολαρίων ΗΠΑ ή 2.625.469 δρ., που αφορούσε επιστροφή καταβληθέντος φόρου για το πλοίο "V.", που ανήκε στη μηνύτρια εταιρεία και είχε κατατεθεί στο λογαριασμό που αυτή (μηνύτρια) διατηρούσε στην τράπεζα "National Westminster Bank". Και το ποσό αυτό, που ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ο κατηγορούμενος δεν το συμπεριέλαβε στην εκκαθάριση του μηνός Απριλίου 1996, ώστε να ενημερωθεί η μηνύτρια εταιρεία για την επιστροφή του φόρου αυτού, αλλά εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων της μηνύτριας το ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντας το στην περιουσία του την 30-4-1996.". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική αι υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ.1,2 του ΠΚ και 98 ΠΚ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης των μερικότερων πράξεων της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, τις οποίες (διατάξεις) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το Δικαστήριο αιτιολογημένα δέχθηκε τη συνδρομή όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο σαφώς δέχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος ήταν εντολοδόχος και διαχειριστής, στον οποίον είχαν ανατεθεί από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία καθήκοντα διαχειριστή αναφορικά με το γραφείο της στην Ελλάδα, τα οποία αυτός άσκησε στο αναφερόμενο στο σκεπτικό χρονικό διάστημα, και τα οποία, κατά τις παραδοχές της ίδιας, ως άνω, απόφασης, συνίσταντο, εκτός των άλλων, στην είσπραξη, απόσυρση, κατάθεση με μόνη την υπογραφή του οποιουδήποτε χρηματικού ποσού σε τραπεζικό ή άλλο λογαριασμό της εταιρείας, υπογραφή, οπισθογράφηση επιταγών και σύνταξη μηνιαίων εκκαθαριστικών καταστάσεων προς ενημέρωση της πολιτικώς ενάγουσας σχετικά με τη διαχείρισή του. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε: Α) ότι ο κατηγορούμενος α) παρακράτησε στις 31-10-1997 το περιελθόν στην κατοχή του, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της πολιτικώς ενάγουσας, χρηματικό ποσό των 146.616 δολαρίων, το οποίο, αυτός ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει την αυτήν, ως άνω, ημερομηνία β) στις από 30-6-1995 και 31-3-1997 μηνιαίες εκκαθαριστικές καταστάσεις, τις οποίες συνέταξε και υπέβαλε ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή, στην πολιτικώς ενάγουσα, δεν καταχώρησε, ως έσοδο, τα ποσά των 17.954,30 δολαρίων ΗΠΑ και 23.041,99 δολάρια ΗΠΑ, αντίστοιχα, προερχόμενα από αποδεσμεύσεις δεσμευμένων καταθέσεων της πολιτικώς ενάγουσας για την κάλυψη από την Τράπεζα εγγυητικών επιστολών υπέρ τρίτων, αν και τα είχε χρεώσει ως έξοδο στις αντίστοιχες μηνιαίες, εκκαθαριστικές καταστάσεις, όταν είχε καταθέσει αυτά στην τράπεζα, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και γ) στην από 30-4-1996 μηνιαία εκκαθαριστική κατάσταση, την οποία συνέταξε υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή και υπέβαλε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, δεν συμπεριέλαβε ως έσοδο το ποσό των 10.890 δολ. ΗΠΑ, το οποίο αφορούσε επιστροφή καταβληθέντος φόρου για το πλοίο "V.", που ανήκε στην κυριότητα της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και β) ότι κάθε επί μέρους ποσό ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από τις παραπάνω παραδοχές της αποφάσεως σαφώς προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος, με το να παρακρατήσει το ποσό των 146.616 δολαρίων, το οποίο, ανήκε κατά κυριότητα στην πολιτικώς ενάγουσα και ήταν υποχρεωμένος να το αποδώσει σ' αυτήν στις 31-10-1997, και με το να μη συμπεριλάβει στις μηνιαίες εκκαθαριστικές καταστάσεις στις 30-6-1995, στις 31-3-1997, και στις 30-4-1996, τα προαναφερόμενα ποσά των 17.954,30 δολ., 23.041,99 δολ. και 10.890 δολ., αντίστοιχα, ως έσοδο της πολιτικώς ενάγουσας, εξέδηλωσε τη βούλησή του να τα ιδιοποιηθεί παράνομα δηλαδή να ενσωματώσει αυτά στην περιουσία του κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο κατηγορούμενος μέρος εκ των 146.616 δολαρίων, ποσού 65.000 δολ., το χαρακτήρισε ως "αυτοδάνειο", δεν αναιρεί τη διαπιστωθείσα και δεχθείσα από την απόφαση παράνομη ιδιοποίηση του ποσού αυτού, το οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αρνήθηκε να επιστρέψει ο κατηγορούμενος, παρά τις οχλήσεις της πολιτικώς ενάγουσας. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο να αιτιολογηθεί ειδικότερα η ύπαρξη του δόλου του κατηγορουμένου όσον αφορά τη γνώση του ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του παράνομα, καθόσον για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή ορισμένος περαιτέρω εγκληματικός σκοπός. Τέλος το Δικαστήριο εφόσον δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε όχι μόνον ως εντολοδόχος αλλά και ως διαχειριστής της περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας κατά το χρόνο τελέσεως εκάστης μερικότερης πράξεως της υπεξαιρέσεως, ορθώς δεν απαίτησε για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ για το πριν την ισχύ του ν. 2408/1996 χρόνο επιπλέον και τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου του στοιχείου της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, καθόσον αρκεί μόνη η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως διαχειριστή, πέραν της συνδρομής και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως. Συνεπώς, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμες. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι. Μετά απ' αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι δια ιδίου δικογράφου πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Οκτωβρίου 2012 αίτηση (δήλωση) του Π. Β. του Ν., κατοίκου ... και τους με το από 7 Φεβρουαρίου 2013 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 513δ/2010 και 186/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Αποχωρησάντων από την υπηρεσία του Αντιπροέδρου αλλά και του αμέσως αρχαιότερου Αρεοπαγίτη, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ