Αριθμός 576/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) κλπ και 6)…., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Σιδερή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου-οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης (Ν.Π.Δ.Δ.-Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο αυτού, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Ευκλείδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 136/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5469/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αρ. 9γ KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/03), ΑΠ 86/2018, 1180/2017, 780/2014, 1586/08). Για την ευδοκίμηση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 1881/07). Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην περίπτωση κατά την οποία, από το διατακτικό προκύπτει η απόρριψη της αίτησης στο σύνολό της (ΑΠ 353/2020, 814/2019, 780/2014, 528/09). Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, "ενώ με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ορθώς ότι το επίδομα αδείας είναι καταβλητέο σε δήλη ημέρα και ειδικότερα το αργότερο την τελευταία ημέρα του οικείου έτους και ότι ως εκ τούτου, ομοίως με το Δώρο Χριστουγέννων του έτους 2007, το αντίστοιχο επίδομα αδείας του ίδιου έτους δεν έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, παρέλειψε να επιδικάσει σε έκαστο από τους αριθμούς 1 έως 4 και 6 απ' αυτούς το επίδομα αδείας του έτους 2007, δυνάμει της κριθείσης ορθώς ως νόμιμης επικουρικής βάσης της αγωγής τους από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αν και επεδίκασε το Δώρο Χριστουγέννων του έτους 2007". Με το λόγο αυτό προβάλλεται πράγματι, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, αιτίαση από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες από τον αρ. 1 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο άφησε αίτησή τους αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή ως κατ` ουσίαν βάσιμης της έφεσης των εναγόντων-αναιρεσειόντων, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής τους, ως προς το κύριο αίτημά τους καταβολής διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, δέχθηκε ότι οι σχετικές αξιώσεις τους για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι το μήνα Νοέμβριο 2007, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2004, 2005, 2006 και του επιδόματος του Πάσχα του έτους 2007, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, κατ' αποδοχή της προβληθείσης υπό του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ένστασης, ενώ οι ίδιες αξιώσεις για το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2007 και για επίδομα αδείας του ίδιου έτους, δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, ακολούθως έκανε δεκτή μερικώς αυτή κατά το κύριο αίτημά της και υποχρέωσε τον εναγόμενο, να καταβάλει σε κάθε ένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων τα αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά για Δώρο Χριστουγέννων έτους 2007, χωρίς όμως ν` αποφανθεί και επί του υποβληθέντος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, αιτήματος περί επιδικάσεως και του επιδόματος αδείας του έτους 2007, που ήταν καταβλητέο έως την 31-12-2007. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο περιέλαβε στο αιτιολογικό του παραδοχές και κρίση περί της ουσιαστικής βασιμότητος του αιτήματος των αναιρεσειόντων περί επιδικάσεως σ' αυτούς του δώρου Χριστουγέννων έτους 2007 και στη συνέχεια αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό του, υποχρεώνοντας το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα αντιστοίχως χρηματικά ποσά, χωρίς όμως να περιλάβει παραδοχές στο αιτιολογικό ως προς τη βασιμότητα του αιτήματος καταβολής και του επιδόματος αδείας έτους 2007 (το οποίο πράγματι είναι βάσιμο και κατ' ουσία), αλλά ούτε και αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό, η διάταξη δε του οποίου, " Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο", προφανώς και δεν καλύπτει την ως άνω αξίωση των αναιρεσειόντων. Επομένως το Εφετείο, σιώπησε, ως προς το προαναφερθέν αίτημα των εναγόντων-αναιρεσειόντων, το οποίο δεν ερεύνησε, ως όφειλε και το άφησε αδίκαστο. Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του κράτους, (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της". Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και κατ' επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α` του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ. 6 και αρ. 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (πρβλ. ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1052/2018). Ακόμη, κατά το άρθρο 93 του ίδιου ως άνω νόμου (2362/1995), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του Ν.Π.Δ.Δ. να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 796/2018, 1643/2017, 1938/2008). Επιπλέον η παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατ` άρθρο 94 εδ. δ` ν. 2362/1995 (ΣτΕ 4024/2010) σε αντίθεση με τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή της με αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 399/2021, 1233/2019, 2203/2014, 1310/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 KΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, τα άρθρα 1-590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες (όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών των άρθρων 664-676), εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)...β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 256 παρ. 1 στοιχ. δ` του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά συνεδρίασης που συντάσσονται από το γραμματέα πρέπει να περιέχουν όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές ...... Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1193/2018, 98/2015, 698/2014, 9/2014).Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και για τους ισχυρισμούς που προτείνονται ως αντένσταση κατά καταλυτικών ενστάσεων του εναγομένου, εφόσον η αντένσταση αυτή προκύπτει από έγγραφα προγενέστερου χρόνου (ΑΠ 98/2015, 575/2015, 799/2013, 602/2010, 941/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 KΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ισχύει δε από 1- 1-2016 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση: " Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.". Έτσι, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής. Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως, αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι. Όμως, κατά των εν λόγω ισχυρισμών του εφεσιβλήτου, που προβάλλονται παραδεκτώς, ο εκκαλών, για την τήρηση της αρχής της ισότητας των διαδίκων, μπορεί προς απόκρουση αυτών να αντιτάξει, στην ίδια συζήτηση που προβλήθηκε ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, νέους ισχυρισμούς. Έτσι, κατά της ενστάσεως παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως, που προβάλλει ο εφεσίβλητος, μπορεί αυτός να αντιτάξει, χωρίς περιορισμό, την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής αυτής (ΑΠ 1043/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 § 1 KΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ. ΑΠ 472/1983). Για την πληρότητα δε της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, δεν αρκεί μόνο η έκθεση γεγονότων που γίνεται προς θεμελίωση άλλου ισχυρισμού ή ένστασης, καθώς απαιτείται, αναγκαίως, να αναφέρεται και το αίτημα αυτής, για απόρριψη της ένστασης παραγραφής λόγω διακοπής και μη συμπλήρωσης αυτής (ΑΠ 1497/2008,). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 212/2019, 1357/2010, 496/2007). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 KΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στο δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 961/2019, 538/2009). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..), προκύπτουν τα κατωτέρω: Κατά την συζήτηση της από 29-12-2009 αγωγής, μεταξύ άλλων και των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, το εναγομένο ήδη αναιρεσίβλητο, στο ακροατήριο προφορικά αλλά με τις προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε στο ακροατήριο, σύμφωνα με την επισημείωση επ` αυτών του αρμοδίου γραμματέως, πρότεινε την ένσταση της παραγραφής της κατ` αυτού αξιώσεως ενός εκάστου των εναγόντων-ήδη αναιρεσειόντων κατ` άρθρον 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, εφ` όσον, από 1-1-2004 έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 μέχρι της επιδόσεως σ' αυτό της αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας. Η 13η ενάγουσα-ήδη 5η αναιρεσείουσα Λ. Φ., με την προσθήκη των προτάσεων, που έγινε μετά την συζήτηση, πρότεινε, κατά της ενστάσεως αυτής, την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, συνεπεία της επικαλουμένης υποβολής προς την αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου της με αρ. πρωτ. ...-2008 αιτήσεως για την πληρωμή της απαίτησής της απ' αυτόν. Η ένσταση παραγραφής του εναγομένου παραδεκτώς προβλήθηκε, ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, ενώ η αντένσταση διακοπής της παραγραφής απαραδέκτως προβλήθηκε υπό της ως άνω ενάγουσας με την προσθήκη επί των προτάσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ένσταση και αντένσταση, καθόσον απέρριψε την αγωγή και κατά τις δύο βάσεις της, κύρια και επικουρική, ως μη νόμιμες. Ακολούθως, προς απόκρουση της εφέσεως, που ασκήθηκε από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, το εφεσίβλητο-εναγόμενο, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, πρότεινε παραδεκτώς την ένσταση της παραγραφής της κατ` αυτού αξιώσεως, ενώ η εκ των εκκαλούντων- εναγόντων 13η ενάγουσα-εκκαλούσα, με τις νομίμως ωσαύτως κατατεθείσες προτάσεις κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, αντέταξε, κατ` αυτής, την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής. Η αντένσταση αυτή στην ένσταση της παραγραφής προτάθηκε παραδεκτώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας. Ειδικότερα, ως προς την αντένσταση αυτή, στις σελίδες 5 και 6 των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου εκτίθεται: "Σε ότι ειδικότερα αφορά τις επίδικες αξιώσεις της υπ' αρ, 13 από εμάς, από 31-12-2006 και εντεύθεν δεν έχουν υποπέσει στην ως άνω παραγραφή, δεδομένου ότι με την υποβολή της αριθμ. πρωτ. ...-2008 αιτήσεώς μου, με την οποία ζήτησα την καταβολή των ένδικων απαιτήσεών μου από τον αντίδικο, διέκοψα την παραγραφή των αξιώσεών μου" και στη συνέχεια "...πριν την πάροδο της διετίας, άσκησα την από 29-12-2009 υπό κρίση αγωγή μου την 30-12-2009, όπως προκύπτει από την 3276Β/30-12-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Ι.. Γ.. Επομένως δεν έχει παρέλθει διετία και κατά συνέπεια οι αξιώσεις της υπ' αρ. 13 από εμάς από 31-12-2006 και εντεύθεν δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, αφού η από 29-12-2009 αγωγή μου ασκήθηκε εντός της διετίας από τη διακοπή κατά τα άνω....". Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε επί του ζητήματος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων της πέμπτης αναιρεσείουσας-13ης ενάγουσας, για την καταβολή σ` αυτή διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών Δεκεμβρίου 2006 έως Νοέμβριο 2007, κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης του αυτού χρονικού διαστήματος, του επιδόματος αδείας έτους 2006 και επιδόματος- δώρου Πάσχα 2007, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η 13η ενάγουσα (Λ. Φ. του Σ.) προέβαλε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής καθόσον ισχυρίζεται ότι κατέθεσε την 31.12.2008 στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου την με αριθμ. πρωτοκ....2008 αίτηση για την πληρωμή της απαίτησής της και επομένως οι απαιτήσεις της των ετών 2006 και 2007 δεν έχουν παραγραφεί. Ο ισχυρισμός αυτός ως αντένσταση διακοπής της προταθείσας από το εναγόμενο ένστασης παραγραφής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, και τούτο διότι η αντένσταση κατά της καταλυτικής ένστασης παραγραφής που πρότεινε ο εναγόμενος, δεδομένου ότι η αντένσταση αυτή προκύπτει από έγγραφο προγενεστέρου χρόνου, έπρεπε να προταθεί προφορικά κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και επί πλέον να καταχωριστεί στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αντένσταση, κατά την τριήμερη δε προθεσμία αντικρούσεως του εδ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 591 ΚΠολΔ η ενάγουσα είχε το δικαίωμα μόνον να αναπτύξει λεπτομερώς την αντένστασή της με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών της, που κατατίθενται έως την 12η ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση, όπως αναφέρεται και ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, και όχι να προβάλει το πρώτον την ένσταση διακοπής της παραγραφής. Περαιτέρω........". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αν και η 5η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραδεκτώς κατ` άρθρο 527 περ. 1, 6 του KΠολΔ, πρότεινε, για πρώτη φορά στην πραγματικότητα, ενώπιόν του, την ως άνω αντένσταση διακοπής της παραγραφής, η οποία είναι καθ` όλα ορισμένη, καθόσον για το ορισμένο αυτής εκτίθεντο, στις προτάσεις, τα από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις θεμελιωτικά στοιχεία, (διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και ορισμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής λόγω διακοπής και μη συμπλήρωσης αυτής, καλυπτόμενο από το περιεχόμενο, στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα της αντενισταμένης αυτής για παραδοχή όλων των ισχυρισμών της και την απόρριψη της ένστασης παραγραφής και αποδοχή της αγωγής της), αποδεικνυόταν δε και εκ των προσκομιζομένων υπ' αυτής εγγράφων, και απορρίπτοντας αυτήν ως απαράδεκτη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του KΠολΔ, της παρά το νόμο και ειδικότερα κατά παράβαση των προαναφερθεισών δικονομικών διατάξεων των άρθρων 262, 527 περ. 1,6 του KΠολΔ κήρυξης απαραδέκτου και ο περί τούτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή των προαναφερομένων μοναδικών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαια ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 KΠολΔ.). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός των, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 KΠολΔ) μειωμένα όμως στο 50% των κατωτάτων ορίων του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5469/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ