Αριθμός 208/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή,Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντες: Ι. Τ. του Π., κατοίκου ..., o oποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Κ. του Δ. και 2.Σ. συζ. Π. Κ., το γένος Λ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ευαγγελίας Μαράντου και κατέθεσαν προτάσεις. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, άλλως, δεν νομιμοποιείται από τον αναιρεσείοντα για να τον εκπροσωπήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:7/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 15-9-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 7-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο της από 15-9-2011 κρινόμενης αίτησης του Ι. Τ. του Π. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 87/2008 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατικής 'Εδρας Λιβαδειάς) με την πράξη ορισμού δικασίμου για συζήτηση αυτής την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και την κλήση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για παράσταση κατά τη συζήτηση αυτής, που νόμιμα κοινοποιήθηκε σ'αυτόν, όπως προκύπτει από τη σχετική από 5-9-2012 σημείωση επάνω στο προαναφερόμενο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς …, προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδει ο ως άνω αναιρεσείων. Ο τελευταίος όμως όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού δεν εμφανίσθηκε νόμιμα ( άρθρα 94 παρ.1 και 96 ΚΠολΔ) ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την παραπάνω αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσείων. Κατά το άρθρο 574 ΑΚ με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Κατά δε το άρθρο 596 ΑΚ ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο. Έχει δικαίωμα όμως να αφαιρέσει από το μίσθωμα καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής χρησιμοποιώντας το μίσθιο με άλλο τρόπο. Από τις παραπάνω διατάξεις που ισχύουν και επί εμπορικών μισθώσεων (άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995, προκύπτει ότι επί μισθώσεως ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής, στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στο μισθωτή, και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει του από 1-5-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στον εναγόμενο ένα ακίνητο, το οποίο βρίσκεται εντός αγροτεμαχίου, κειμένου στη θέση "Γούρνες Λιβαδιού Αράχωβας" και αποτελείται από υπόγειο, εμβαδού 90 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 290 τ.μ. και πρώτο όροφο 145 τ.μ., του οποίου οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, έκαστος εξ αυτών, προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει ως εστιατόριο-ταβέρνα-μπαρ-καφέ-διασκεδαστήριο κατάστημα πώλησης και ενοικίασης εξοπλισμού σκι. Η διάρκεια της ως άνω μίσθωσης ορίσθηκε για εννέα έτη, ήτοι από 1-5-2004 έως 30-4-2013, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.500 ευρώ για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, αναπροσαρμοζόμενου για καθένα των επομένων ετών (μετά τη διετία) με βάση το μέσο όρο του ισχύοντος πληθωρισμού προσαυξανόμενου κατά δύο μονάδες. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε το μίσθωμα να προκαταβάλλεται εντός του πρώτου πενθημέρου έκαστου μηνός, της καταβολής του αποδεικνυόμενης είτε με έγγραφη απόδειξη των εκμισθωτών εναγόντων, είτε με απόδειξη της τράπεζας, στην οποία θα γίνεται η κατάθεση του μισθώματος από το μισθωτή σε λογαριασμό των εκμισθωτών, ενώ το επ' αυτού αναλογούν τέλος χαρτοσήμου θα βαρύνει εξ ολοκλήρου τον εναγόμενο - μισθωτή. Ο τελευταίος, αφού εξέτασε το μίσθιο το βρήκε κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζε, ενώ σύμφωνα με τον έβδομο όρο του μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι απαιτούνται επισκευές, μεταβολές και προσθήκες, οι οποίες θα γίνουν με επιμέλεια και δαπάνες του μισθωτή, εκτός των ρητώς αναφερομένων στον όρο αυτό δαπανών, οι οποίες θα βαρύνουν αποκλειστικά τους εκμισθωτές. Μάλιστα δε με τον ίδιο ως άνω όρο συμφωνήθηκε, ότι ο μισθωτής δεν θα καταβάλλει μίσθωμα για διάστημα έξι μηνών εξαιτίας των εξόδων στα οποία θα προβεί για την εν γένει διαμόρφωση του μισθίου, προκειμένου τούτο να καταστεί κατάλληλο για τη χρήση που προοριζόταν. Μεταξύ δε των άλλων δαπανών, με τις οποίες θα επιβαρύνονταν οι εκμισθωτές ήταν και τα έξοδα κατασκευής του αναγκαίου κόμβου ηλεκτροδότησης του μισθίου από τη ΔΕΗ και της σύνδεσης αυτού με ρεύμα, σύμφωνα με την περί τούτου εκδοθείσα 31481/14-5-1997 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας (Β' Γενική Δ/νση Υποδομών - Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών - Τμήμα Τεχνικών 'Εργων). Με την ανωτέρω απόφαση εγκρίθηκε η κυκλοφοριακή σύνδεση, τύπου Γ' του υπό κατασκευή κατά το χρόνο εκείνο (1997) μισθίου, μετά της επαρχιακής οδού Αράχωβας - Επταλόφου (θέση ΛΙΒΑΔΙ) σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του ΒΔ 465/1970, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 143/1989 και 401/1993, ενώ, περαιτέρω, ορίσθηκε ότι τη μελέτη ηλεκτροφωτισμού της οδού, των ζωνών επιταχύνσεως και επιβραδύνσεως και του περιβάλλοντος χώρου της προαναφερόμενης κυκλοφοριακής σύνδεσης καθώς και τη μελέτη απαγωγής των όμβριων υδάτων, το σχέδιο διατομών της οδού και τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες στη θέση της σύνδεσης θα εγκρίνει το ΤΤΕ του νομού Βοιωτίας. Η ανωτέρω απόφαση και η δυνάμει αυτής σύνδεση του μισθίου μέσω κόμβου με το επαρχιακό δίκτυο αποτελούσε μια από τις προϋποθέσεις για την έκδοση νόμιμης άδειας λειτουργίας, προκειμένου να λειτουργεί σύννομα η επιχείρηση του εναγόμενου στο μίσθιο. Πράγματι ο τελευταίος προσκόμισε στην αρμόδια προς τούτου αρχή, ήτοι στο Δήμο Αράχωβας, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και την προρρηθείσα απόφαση και εκδόθηκε στο όνομά του η με αριθ.πρωτ. …/2004 άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και, όπως συνομολογείται, η εν λόγω επιχείρηση καφετέριας - εστιατορίου άρχισε να λειτουργεί από το Νοέμβριο 2004, ενώ από το Νοέμβριο 2005, άρχισε να λειτουργεί στο μίσθιο και παγοδρόμιο. Από την έναρξη της ένδικης μίσθωσης ο εναγόμενος έκανε ανενόχλητα χρήση του μισθίου και η επιχείρησή του λειτουργούσε αδιακώλυτα, σύμφωνα με όσα είχαν περιληφθεί στο μισθωτήριο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το …/12-6-2000 έγγραφό της η Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας γνωστοποίησε στους ενάγοντες εκμισθωτές ότι η κυκλοφοριακή σύνδεση, η οποία είχε εγκριθεί με την ανωτέρω απόφαση, δεν ισχύει επειδή παρήλθε τριετία από την έγκρισή της, χωρίς να έχουν περατωθεί οι εργασίες κατασκευής των εγκαταστάσεων, καθώς και ότι για τη νέα απόφαση έγκρισης απαιτείται νέα αίτηση και νέα τοπογραφικά σχέδια, αφού έχουν προκύψει νέα στοιχεία, που διαφοροποιούν τις διαστάσεις του ακινήτου. Περαιτέρω με το …./9-6-2003 έγγραφό της, η ίδια ως άνω Υπηρεσία, απευθυνόμενη στους ενάγοντες, αφού επανέλαβε τα όσα ανέφερε στο προγενέστερο ανωτέρω έγγραφό της, ακολούθως τους εφιστούσε την προσοχή, ότι παρανόμως προχώρησαν στην κατασκευή της κυκλοφοριακής σύνδεσης, αφού έπαυσε να ισχύει η προς τούτο εκδοθείσα απόφαση, και ότι για αυτό το λόγο θα πρέπει να σταματήσουν κάθε εργασία προβαίνοντας ταυτοχρόνως στην καθαίρεση της κεντρικής νησίδας, επειδή η κατασκευή της εμποδίζει την κυκλοφορία των οχημάτων και υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Εντούτοις οι ενάγοντες ουδέποτε συμμορφώθηκαν με τις ως άνω υποδείξεις της αρμόδιας διοικητικής αρχής, με αποτέλεσμα η κυκλοφοριακή σύνδεση που κατασκεύασαν να μην έχει νόμιμο έρεισμα, αφού όπως προεκτέθηκε κατά το χρόνο κατασκευής της είχε παύσει να ισχύει η υπ' αριθ. πρωτ. 31481/14-5-1997 απόφαση. Ενόψει της ως άνω παράτυπης συμπεριφοράς των εναγόντων δεν ήταν δυνατή και η νόμιμη έκδοση άδειας λειτουργίας για τη συμφωνημένη χρήση, ενώ η σχετική άδεια που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή, ήτοι το Δήμο Αράχωβας έπασχε εξ αυτού του λόγου. Παρόλα αυτά ο εναγόμενος συνέχισε να λειτουργεί ανεμπόδιστα το μίσθιο κατά τη συμβατική χρήση και κατά την ένδικη μισθωτική περίοδο, λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω επιχείρηση λειτουργούσε κυρίως τους χειμερινούς μήνες, κατά τους οποίους υπήρχε η δυνατότητα και σκοπιμότητα λειτουργίας του παγοδρομίου. Ο εναγόμενος, παρότι λειτούργησε κανονικά το μίσθιο μέχρι τον Απρίλιο 2007, οπότε και τελείωσε η περίοδος λειτουργίας του, όπως άλλωστε συνέβαινε και τις προηγούμενες της επιδίκου μισθωτικές περιόδους, δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2007, συνολικού 13.500 ευρώ (4.500 ευρώ Χ 3 μήνες) και το τέλος χαρτοσήμου, που αναλογεί στα μισθώματα αυτά, συνολικού ποσού 486 ευρώ (162 ευρώ Χ 3 μήνες), ήτοι οφείλει το συνολικό ποσό των 13.986 ευρώ. Ο ισχυρισμός του ότι δεν έκανε χρήση του μισθίου από τον Απρίλιο του 2007 και εντεύθεν και αληθής υποτιθέμενος δεν σχετίζεται σε καμία περίπτωση με την ύπαρξη ή μη ελαττώματος του μισθίου, ούτε οφείλεται σε απαγορευτική διοικητική πράξη της αρμόδιας αρχής, αλλά οφείλεται στη συνήθη λειτουργία των καταστημάτων, που βρίσκονται στο Λιβάδι Αράχωβας, τα οποία κατά τη θερινή περίοδο δεν λειτουργούν, λόγω ελλείψεως πελατείας - κοινού. Συνεπώς, ο εναγόμενος έπαυσε να λειτουργεί το μίσθιο κατά το πέρας της περιόδου (σεζόν), όπως άλλωστε έπραττε και προηγουμένως. Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρά τους ισχυρισμούς του ότι καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα (Απρίλιο έως Ιούνιο 2007) παρακωλύθηκε ολικά στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, εντούτοις μόλις στις αρχές Σεπτεμβρίου 2007, για πρώτη φορά απευθύνθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή τόσο στη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών όσο και στο Δήμο Αράχωβας, αιτούμενος εγγράφως να τον ενημερώσουν. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αίτηση που απευθύνει στο Δήμο Αράχωβας, ζητεί να πληροφορηθεί εάν η υπ' αριθ. πρωτ. 31481/14-5-1997 απόφαση της ΝΑΒ (Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας) περί εγκρίσεως της κυκλοφοριακής σύνδεσης εξασφαλίζει τη νόμιμη λειτουργία της επιχείρησής του, καθώς και εάν η προσκόμιση ισχύουσας απόφασης της ΝΑΒ αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση συνέχισης νόμιμης λειτουργίας της επιχείρησής του, καθώς και εάν η έκδοση της αρχικής άδειας για το εν λόγω μίσθιο είχε ως προϋπόθεση την προσκόμιση σχετικής άδειας κυκλοφοριακής σύνδεσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι ο εναγόμενος μέχρι και την ημερομηνία κατάθεσης των ως άνω αιτήσεων (3-9-2007) δεν είχε οποιαδήποτε επίσημη απάντηση ή απόφαση δημόσιας αρχής περί απαγόρευσης λειτουργίας του μισθίου για τους προαναφερόμενους λόγους. Εξάλλου, η σχετική άδεια ανακλήθηκε σε μεταγενέστερο από τον επίδικο χρόνο και, συγκεκριμένα, περί το τέλος Σεπτεμβρίου 2007, αφού η αρμόδια προς ανάκληση αρχή, ήτοι ο Δήμος Αράχωβας ενημερώθηκε για πρώτη φορά με αφορμή την από 3-9-2007 αίτηση του εναγόμενου, ενώ μέχρι τότε ουδεμία επίσημη πληροφόρηση είχε ο εναγόμενος από τη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών ΝΑΒ. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός, ότι ο εναγόμενος αν και γνώριζε, από το Φεβρουάριο του 2007 το ως άνω πρόβλημα με την απόφαση της κυκλοφοριακής σύνδεσης, καθόσον είχε ενημερωθεί προφορικά από την αρμόδια υπηρεσία, εντούτοις κατέβαλε κανονικά το μίσθωμα του μηνός Μαρτίου 2007, ενώ περαιτέρω η επιχείρησή του λειτούργησε απρόσκοπτα, μέχρι το Πάσχα 2007, οπότε και έληξε η χειμερινή περίοδος, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης ήταν άμεσα συνυφασμένη με τη λειτουργία του παγοδρομίου. Επίσης, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συμφώνησε με τους ενάγοντες να μην καταβάλλει τα μισθώματα του επιδίκου χρονικού διαστήματος και όσου χρόνου απαιτείτο για την επίλυση του θέματος της έλλειψης νόμιμης άδειας κυκλοφοριακής σύνδεσης, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Εάν πράγματι είχε προηγηθεί τέτοιου είδους συμφωνία, ο εναγόμενος μετά την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, που έγινε στις 28-6-2007, θα διαμαρτύρονταν στους ενάγοντες για τη συμπεριφορά τους και την απραξία τους, σχετικά με την επίλυση του προβλήματος, παρόλα αυτά, όμως, ούτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτός προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση και με την εκδοχή ότι ήταν δυνατή η έκδοση νόμιμης άδειας λειτουργίας του μισθίου, αφού ο εναγόμενος έκανε ακωλύτως την συμφωνημένη χρήση και στην ένδικη περίοδο, δεν υφίσταται, κατά τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, νόμιμη περίπτωση απαλλαγής αυτού (εναγομένου) από την πληρωμή των μισθωμάτων της ένδικης μισθωτικής περιόδου, και επομένως η νομίμως επαναφερόμενη ένστασή του, περί ολικής μη οφειλής των εν λόγω μισθωμάτων, λόγω του προαναφερόμενου ελαττώματος του μισθίου είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συνεπώς, αρνούμενος ο εναγόμενος την καταβολή και μη καταβάλλοντας στη συμβατική δήλη προθεσμία πληρωμής (πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα) τα οφειλόμενα αυτά μισθώματα, κατέστη δύστροπος, ενόψει του ότι δεν επικαλέσθηκε κατ' άρθρα 342 και 330 Α.Κ. περιστατικά ανυπαιτίου (ευλόγου αιτίας) καθυστερήσεως. Η εκκαλουμένη, που με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε τα ίδια, απορρίπτοντας την ως άνω ένσταση του εναγομένου και δεχόμενη την αγωγή αποδόσεως του μισθίου λόγω καθυστερήσεως καταβολής μισθωμάτων από δυστροπία ( άρθρ. 66 ΕισΝΚΠολΔ), δεν έσφαλε, όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται με τους συναφείς λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα κατ' ουσία και οι λόγοι έφεσης είναι ομοίως απορριπτέοι ως αβάσιμοι." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την από 5-2-2008 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αρ. 7/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς που είχε δεχθεί ως κατ'ουσίαν βάσιμη την από 6-6-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Αστικού Κώδικα χωρίς να χρειασθεί να προσφύγει σε διδάγματα κοινής πείρας, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα διαλαμβάνονται με πληρότητα και σαφήνεια στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που αποδείχθηκαν και θεμελιώνουν το δικαίωμα των εναγόντων να ζητήσουν την απόδοση του μισθίου εμπορικού καταστήματος λόγω καθυστερήσεως καταβολής από τον εναγόμενο των μισθωμάτων της χρονικής περιόδου από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2007 από δυστροπία, παρότι αυτός έκανε ανενόχλητα τη χρήση του μισθίου ακινήτου των εναγόντων. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-9-2011 αίτηση του Ι. Τ. του Π. για αναίρεση της υπ'αριθμ.87/2008 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατικής έδρας Λιβαδειάς). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ