Αριθμός 386/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαντωνίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 889/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/4/2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 6/12/2022 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 9.4.2008 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. της 323/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, και απέρριψε την ασκηθείσα από το εκκαλούν έφεση κατά της 889/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η από 21-12-2004 ανακοπή του αναιρεσείοντος έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008 Α.Π. 500/2019). Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Επιπροσθέτως, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014). Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017). Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1186/2021). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.(ΑΠ 804/2022) . Τέλος ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά κανόνα, ενόψει του συστήματος της ελεύθερης αποδείξεων που ισχύει στον ΚΠολΔ (αρθρ.340) είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (ΚΠολΔ 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (ΚΠολΔ 438 επ., 441, 448) η δε απόδοση σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερης ή μικρότερης βαρύτητας ή αξιοπιστίας δεν ιδρύει το λόγο αυτό (ΑΠ 41/2016). Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως και δη το υπ' αρ. 2017/9.6.2004 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Σαλαμίνας το οποίο αν το είχε λάβει υπ' όψη του θα το είχε συσχετίσει με το έτερο υπ' αρ. 3502/2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Σαλαμίνας το οποίο και μόνο έλαβε υπόψη του. Δεδομένου ότι από το πιστοποιητικό αυτό προέκυπτε ότι η καθ' ης είχε τρέψει εμπροθέσμως την παραπάνω αναφερθείσα προσημείωση σε τακτική υποθήκη, ενώ από το νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν από το Ελληνικό Δημόσιο υπ' αρ. 2017/9.6.2004 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Σαλαμίνας , προέκυπτε το εντελώς αντίθετο, ότι δηλαδή η καθ' ης δεν είχε τρέψει εμπρόθεσμα την ως άνω προσημείωση σε τακτική υποθήκη , το δικάσαν Δικαστήριο αν είχε λάβει και αυτό το πιστοποιητικό υπ' όψη , ασφαλώς θα είχε διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλομένη απόφασή του. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Με επίσπευση της πρώτης καθ' ης την 21-7-2004, εκτέθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Βενετίας Γιαννακοπούλου, τα 3/4 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας Ν.. Β., εκτάσεως 597,24 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της πρώην κοινότητας ... ήδη Δήμου, επί της οδού ... Κατά τη διενέργεια του αναγκαστικού πλειστηριασμού, που επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 15.010 ΕΥΡΩ, αναγγέλθηκαν εκτός από την απαίτηση της πρώτης καθ' ης, που στηριζόταν στην υπ' αριθ. 2563/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, συνολικού ποσού 12.597,61 ευρώ, α) το ανακόπτον-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την από 27-7-2004 αναγγελία του, για συνολικό ποσό ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων από φόρους κληρονομίας, πρόστιμα Φ.Π.Α. και για προσαυξήσεις για τα οικονομικά έτη 2002-2004, 105.875,63 ΕΥΡΩ και β) το ΙΚΑ Πειραιά, με την από 28-7-2004 αναγγελία του, για απαιτήσεις ποσού 33.138,11 ευρώ. Η απαίτηση της πρώτης καθ' ης, που αρχικά ήταν 9.127,78 ευρώ και με την προσθήκη τόκων, δικαστικών εξόδων, εξόδων απογράφου και εντολή προς εκτέλεση, αυξήθηκε σε 12.597,61 ΕΥΡΩ, ήταν ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, που γράφτηκε την 4-8-2000 ποσού 4.000.000 δρχ. ή 11.738,81 ευρώ. Η υπάλληλος του πλειστηριασμού, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος, για την ικανοποίηση των παραπάνω αναγγελθέντων απαιτήσεων συνέταξε τον υπ' αριθ. ... πίνακα κατατάξεως και αφού προαφαίρεσε για έξοδα εκτελέσεως το ποσό των 2.110 ευρώ, ήτοι ποσό 1.690,50 ευρώ, για τον δικαστικό επιμελητή - δεύτερο καθ' ου και ποσό 419,50 ευρώ (15.010- 2.110) , το εκκαλούν δημόσιο ως προνομιούχο ( άρθρ. 975 αρ. 5 ΚΠολΔ) στο 1/3 για ποσό 4.300 ευρώ και την επισπεύδουσα - πρώτη καθ' ης , ενυπόθηκη δανείστρια, στα 2/3 για ποσό 8.600 ευρώ. Η απαίτηση της επισπεύδουσας - πρώτης καθ' ης στηρίζεται στην υπ' αρ. 2563/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Κατά της απόφασης αυτής ο οφειλέτης Ν. Β. άσκησε έφεση , που όμως κατά τη συζήτηση της καίτοι νομίμως κλητευθείς δεν παρέστη, οπότε το εν λόγω ένδικο μέσο απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 435/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον ερημοδικασθέντα εκκαλούντα την 12.6.2003, και είχε εκ του νόμου το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας εντός προθεσμίας 15 ημερών, αρχομένης από την 13-6-2003, δηλαδή από την επόμενη της κοινοποιήσεώς της (άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πλην όμως, η προθεσμία παρήλθε άπρακτη, και ως εκ τούτου η παραπάνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Ακολούθως, όπως αποδεικνύεται πλήρως από το υπ' αριθ. 3502/2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Σαλαμίνας, η πρώτη καθ' ης, την 9-9-2003, δηλαδή εντός προθεσμίας 90 ημερών από την 27-7-2003 όπως απαιτεί ο νόμος (άρθρο 1323 αριθ. 2 ΑΚ) για να μην αποσβεστεί η παραπάνω αναφερόμενη προσημείωση, έτρεψε την τελευταία σε τακτική υποθήκη, οπότε η υπάλληλος του πλειστηριασμού, ορθώς κατέταξε την πρώτη καθ' ης ως ενυπόθηκη δανείστρια στα 2/3 του εναπομείναντος εκπλειστηριάσματος, δηλαδή στο ποσό των 8.600 ευρώ (12.900 Χ 2/3). Επομένως οι αιτιάσεις του εκκαλούντος ότι η εγγραφείσα από την πρώτη καθ' ης προσημείωση υποθήκης έχει αποσβεστεί, γιατί δεν τράπηκε εμπροθέσμως σε τακτική υποθήκη, δεν ευσταθούν και ο σχετικός λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του επικουρικού λόγου, δηλαδή να αναγραφεί στον πίνακα ότι σε περίπτωση τροπής της προσημειώσεως σε υποθήκη, να καταταγεί στο ποσό των 8.600 ευρώ." Η εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε τα ίδια και για το λόγο αυτό το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε την έφεση. Με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ προκύπτει, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σύμφωνα και με τη ρητή βεβαίωσή του στη σελίδα 4 της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το υπ' αρ. 3502/2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Σαλαμίνας .Το έγγραφο αυτό ρητά μνημονεύει η προσβαλλόμενη απόφαση. Η επιλεκτική αναφορά και αξιολόγηση του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου δεν μαρτυρεί ότι δεν λήφθηκε υπόψη και το υπ' αρ. 2017/9-6-2004 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Σαλαμίνας , ούτε άλλωστε το Εφετείο είχε υποχρέωση να κάνει ιδιαίτερη μνεία, εφόσον από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του προκύπτει με βεβαιότητα, άλλως καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και το έγγραφο για το οποίο αιτιάται με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης και κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που κατά το αναιρεσείον είναι ορθό. Επιπλέον η ορθότητα του περιεχομένου δύο ανωτέρω πιστοποιητικών δεν αμφισβητήθηκε και ως δημόσια έγγραφα παράγουν πλήρη απόδειξη, ανεπίδεκτη ανταποδείξεως, επιτρέπεται όμως η προσβολή τους ως πλαστών, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των σχετικών για την ένσταση πλαστότητας διατάξεων (ΚΠολΔ 312, 438) , πλην όμως το αναιρεσείον δεν επικαλείται την προσβολή του υπ' αριθ. 3502/2003 πιστοποιητικού του Υποθηκοφύλακα Σαλαμίνας ως πλαστού και επομένως τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό παράγουν πλήρη απόδειξη. Όμως, η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα και ισόκυρα αποδεικτικά μέσα, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στα πλαίσια της εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού. Επομένως το Εφετείο έλαβε υπ' όψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τα διάδικα μέρη, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω, που φέρεται ότι αγνοήθηκε και ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ως απαράδεκτος δε κατά το μέρος του, που πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα [άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με στοιχεία 323/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτου καθορίζει δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ