Αριθμός 1078/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Χαμηλοθώρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου - Εισηγήτρια και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιουλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. - Μ. Σ. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, για αναίρεση της υπ'αριθ.208/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Τ. του Α., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μπορδόκα. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαΐου 2013 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 18 Ιουνίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 584/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα και επέρχεται συγχρόνως παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι, το Τριμελές Εφετείο Θράκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και έκρινε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της απάτης, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του, ως αποδεικτικά στοιχεία και τα εξής έγγραφα, α) "Υπεύθυνη δήλωση του Α.-Μ. Σ. από 1-1-2002" και β) " .... την με αριθμό 3 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων που προσκόμισαν στο Δικαστήριο οι συνήγοροι των διαδίκων από 1-1-2002 υπεύθυνη δήλωση του Α.- Μ. Σ.", χωρίς προσδιορισμό της ταυτότητας τους και αφετέρου ότι η ανάγνωση του με αριθ. 16, στα αναγνωστέα έγγραφα, περιορίστηκε σε μέρος του και όχι και στο εντυπωμένο, στο κάτω μέρος του εγγράφου αυτού "Υπόμνημα εμφαίνον τους ψήφους του Α. Σ.". Όλες, όμως οι επιμέρους αυτές αιτιάσεις δεν ενέχουν βασιμότητα. Η αιτίαση για την ανάγνωση μέρους του τελευταίου, κατά τα προηγούμενα, εγγράφου, που έχει τίτλο "Πίνακας κατανομής και βαρών οικοδομής Α. Σ. στην οδό ..., στην …", στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, το έγγραφο αυτό φέρεται ότι αναγνώσθηκε χωρίς καμιά επισημείωση για κατάτμηση του, ως προς το αναγνωστέο μέρος του, από τις παραδοχές δε της απόφασης, ιδίως στις σχετικές με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, προκύπτει, σαφώς, ανάγνωσή του. Περαιτέρω, όσον αφορά την αιτίαση για μη επαρκή προσδιορισμό της ταυτότητας των λοιπών (υπό στοιχείο α και β) εγγράφων, αυτή είναι αβάσιμη, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενη, διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Α. - Μ. Σ., με διαφορετικές, όμως, ημερομηνίες φερόμενες και συγκεκριμένα, οι με αριθμό καταλόγου αναγνωσθέντων 2 και 14, από 14-10-2005 και 1-1-2002 αντίστοιχα, και όχι δύο υπεύθυνες δηλώσεις υπό την ίδια ημερομηνία (1-1-2005) φερόμενες όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Η ταυτότητα δε των, ως άνω, υπό διαφορετική ημερομηνία δηλώσεων προσδιορίζεται με επάρκεια, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία που να αποκλείει στον κατηγορούμενο να ασκήσει τα από το αρθ.358 ΚΠΔ δικαιώματα του. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Γεγονότα δε, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, ήτοι, πράξεις, συμβάντα, πρόσωπα, ιδιότητες, καταστάσεις ή οιαδήποτε άλλα αντικείμενα, που υποπίπτουν αμέσως ή μη στις αισθήσεις (έχουν, δηλαδή, εξωτερική υπόσταση) και γ)βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Με την πραγμάτωση του περιουσιακού οφέλους επέρχεται και η ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος. Οι μετά την εξαπάτηση ψευδείς παραστάσεις του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που επέτυχε από την αρχική εξαπάτηση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συρρέουν αληθώς, με την πρώτη, εφόσον με αυτές δεν προκαλείται νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του θύματος (ΑΠ 405/2004,Χ. Μ., Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, σελ 523). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο ενώ τα αποδεικτικά μέσα γενικώς αρκεί να μνημονεύονται, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη ,υπ' αριθ. 208/2013,απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα, επιτρεπτώς, γενικά κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα εξής περιστατικά: "Με το από 1-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο κατηγορούμενος εκμίσθωσε στους Ι. Τ., πολιτικώς ενάγοντα, Μ. Κ. και Σ. Κ. δύο συνενωμένα καταστήματα της ιδιοκτησίας του, αποτελούμενα από υπόγειο, ισόγειο και πατάρι, ευρισκόμενα επί της οδού ... αριθμός … της πόλεως .., για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 30-9-2009, για τη λειτουργία επιχείρησης καφέ-μπαρ. Το συμφωνηθέν μίσθωμα ανήρχετο στο ποσό των 3.600 ευρώ μηνιαίως, όμως, στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, για φορολογικούς λόγους, ανεγράφη ότι το μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 1.500 ευρώ. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού οι μισθωτές κατέβαλαν στον κατηγορούμενο το ποσό των 3.600 ευρώ, ως εγγύηση, για την τήρηση των όρων της σύμβασης, ενώ, κατ'απαίτηση του κατηγορουμένου, ο πολιτικώς ενάγων (Ι. Τ.), εξέδωσε εις διαταγήν αυτού και του παρέδωσε δέκα έξι (16) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές πληρωτέες στην Τράπεζα EUROBANK, λήξης εκάστης ανά τρίμηνο, έναντι των οφειλομένων μισθωμάτων (πέραν των αναφερομένων στο συμφωνητικό μίσθωσης) της άνω συμβατικής περιόδου, ειδικότερα δε οκτώ (8) επιταγές ποσού 6.300 ευρώ εκάστης, τέσσερις (4) επιταγές ποσού 6.741 ευρώ εκάστης και τέσσερις (4) επιταγές ποσού 7.213 ευρώ εκάστης. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης ο κατηγορούμενος ρητώς διαβεβαίωσε τους άνω μισθωτές ότι το μίσθιο είχε τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως κατάστημα καφέ-μπαρ, διότι ο υφιστάμενος κανονισμός της πολυώροφης οικοδομής, στην οποία αυτό βρισκόταν, επέτρεπε τη λειτουργία τέτοιου είδους καταστήματος. Μάλιστα, αντίγραφο του κανονισμού παρέδωσε σ' αυτούς προκειμένου να το προσκομίσουν μαζί με τα υπόλοιπα δικαιολογητικό κατά την υποβολή αίτησης προς το Δήμο Κομοτηνής για την έκδοση της σχετικής αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος. Επιπλέον, στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης περιελήφθη όρος ότι οι μισθωτές "...υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τους όρους και τις διατάξεις του κανονισμού της πολυκατοικίας, ο οποίος θεωρείται αναπόσπαστο μέρος του παρόντος, συμφωνώντας ρητό ότι κάθε όρος του κανονισμού, που αφορά τους ιδιοκτήτες αφορά και τους μισθωτές..." (βλ. όρο 5). Μετά την κατάρτιση της άνω σύμβασης μίσθωσης οι μισθωτές με αποκλειστικά με δικές τους δαπάνες προέβησαν στη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου του μισθίου, καθώς και στην αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού για τη λειτουργία του καταστήματος ως καφέ-μπαρ, δαπανώντας για την αιτία αυτή το ποσό των 100.031,56 ευρώ συνολικά. Περί τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου 2005 και ενώ οι εργασίες διαμόρφωσης του μισθίου είχαν ολοκληρωθεί οι μισθωτές υπέβαλαν προς το Δήμο Κομοτηνής αίτηση με συνημμένα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και το αντίγραφο του άνω κανονισμού της πολυκατοικίας, προς έκδοση της απαιτουμένης αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος, οπότε διαπιστώθηκε ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν είχε περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και δεν είχε μεταγραφεί, περιστατικό το οποίο τους το επιβεβαίωσε και ο συμβολαιογράφος Κομοτηνής Χρήστος Τερζΐδης, στον οποίο ο κατηγορούμενος τους παρέπεμψε. Κατόπιν τούτου, οι άνω μισθωτές διαμαρτυρήθηκαν προς τον κατηγορούμενο για τις διαβεβαιώσεις του, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ότι ο κανονισμός επιτρέπει τη λειτουργία καταστήματος καφέ-μπαρ στο μίσθιο (ως η συμφωνημένη χρήση) και του εξέφρασαν την ανησυχία τους για το ενδεχόμενο της μη χορήγησης της απαιτουμένης αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος. Ο τελευταίος τότε τους καθησύχασε διαβεβαιώνοντας τους ότι είναι ιδιοκτήτης διαμερισμάτων της οικοδομής σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% και ότι υπό την ιδιότητα του αυτή με σχετική υπεύθυνη δήλωση θα δήλωνε τη συναίνεση του για τη λειτουργία καταστήματος καφέ-μπαρ στο μίσθιο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος υπέγραψε και παρέδωσε στους μισθωτές υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/1986 με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του στις 14-10-2005, με το εξής περιεχόμενο "Επιτρέπω τη λειτουργία του καταστήματος THE BAR (καφέ μπαρ), που βρίσκεται στην οδό ... , έχοντας την πλειοψηφία (κατά ποσοστό κυριότητας) των ιδιοκτητών διαμερισμάτων". Τη δήλωση αυτή μαζί με τα υπόλοιπα δικαιολογητικό οι μισθωτές την υπέβαλαν προς το Δήμο Κομοτηνής, όμως, οι λοιποί ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της οικοδομής, οι οποίοι πράγματι διέθεταν την πλειοψηφία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών συγκυριότητας των διαμερισμάτων της οικοδομής, ήτοι 323%ο και όχι ο κατηγορούμενος, ο οποίος διέθετε ποσοστό 79%ο, με την από 10-11-2005 αίτηση-καταγγελία τους προς το Δήμο Κομοτηνής (δια του Κ. Μ., διαχειριστή της οικοδομής και ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό τους), δήλωσαν ρητώς ότι "δεν επιτρέπουν τη χρήση του μισθίου για τη λειτουργία του υπό ίδρυση καταστήματος" και ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης περί χορήγησης της σχετικής αδείας. Μετά ταύτα με την υπ'αριθμ. 453/15-11-2005 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κομοτηνής απερρίφθη η υποβληθείσα αίτηση και η άδεια ιδρύ¬σεως και λειτουργίας ουδέποτε χορηγήθηκε, ελλείψει της απαιτουμέ¬νης, κατ' άρθρο 15 παρ. 7 της ΑΙ.β/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως, συναίνεσης των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων της οικοδομής, όπου ευρίσκεται το άνω μίσθιο. Το κατάστημα σφραγίστηκε στις 11-11-2005 με αποτέλεσμα οι μισθωτές να μην έχουν δικαίωμα πρόσβασης εν τέλει δε αυτοί με την από 26-1-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-καταγγελία την οποία επέδωσαν στον κατηγορούμενο στις 30-1-2006 κατήγγειλαν τη μίσθωση, συνεπεία του άνω πραγματικού ελαττώματος (αδυναμία χρήσεως αυτού κατά τη συμφωνηθείσα χρήση) και ζήτησαν την επιστροφή των μισθωμάτων μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του 2009 και επιπλέον την καταβολή ποσού 118.450 ευρώ ως αποζημίωση, χωρίς μέχρι σήμερα οι αξιώσεις τους ή μέρος αυτών να έχει ικανοποιηθεί, αντιθέτως δε, ο κατηγορούμενος προέβη σε εμφάνιση προς τις πληρώτριες τράπεζες ορισμένων εκ των επιταγών, οι οποίες σφραγίστηκαν ως ακάλυπτες, λόγω ανακλήσεως της εντολής προς πληρωμή τους. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ι. Τ., τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Σ. Κ. και Α. Μ. και τα έγγραφα που αναγνώστη-καν, χωρίς να αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Π.-Μ. Σ., υιού του κατηγορουμένου, και Μ. Ε., καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απάτης, η οποία του αποδίδεται, αφού με πρόθεση παρέστησε στους άνω μισθωτές ψευδή γεγονότα ως αληθή, ειδικότερα δε διαβεβαίωσε αυτούς ότι το παραπάνω μίσθιο ήταν κατάλληλο για την λειτουργία επιχείρησης "καφέ-μπαρ" αφού ο νόμιμα καταρτισμένος κανονισμός επέτρεπε τη λειτουργία τέτοιας επιχείρησης και, στη συνέχεια, ότι ήταν ιδιοκτήτης των διαμερισμάτων της οικοδομής, κατά ποσοστό συγκυριότητας μεγαλύτερου του 50%, γεγονότα τα οποία ήταν ψευδή, διότι ούτε κανονισμός της οικοδομής είχε νομίμως καταρτισθεί ούτε ποσοστό συγκυριότητας των διαμερισμάτων της οικοδομής μεγαλύτερο του 50% διέθετε, αλλά μόνον 7979%ο, έτσι δε έπεισε τους μισθωτές να προβούν στην κατάρτιση της άνω σύμβασης μίσθωσης των δυο συνεχόμενων καταστημάτων της ιδιοκτησίας του, την οποία αυτοί δεν θα κατήρτιζαν, εάν γνώριζαν την έλλειψη κανονισμού της οικοδομής και την αδυναμία εντεύθεν ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφέ-μπαρ), ούτε θα προέβαιναν με αποκλειστικά δικές τους δαπάνες σε εκτέλεση εργασιών διαμόρφωσης του μισθίου καταστήματος και παραγγελία του εξοπλισμού της επιχείρησης. Ο κατηγορούμενος γνώριζε την έλλειψη κανονισμού της οικοδομής, αφού ως οικοπεδούχος και εργολάβος κατασκευαστής αυτής, ουδέποτε συνέπραξε στην δια συμβολαιογραφικού εγγράφου κατάρτιση του. Επίσης γνώριζε ότι, σε περίπτωση έλλειψης κανονισμού, για τη χορήγηση αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφέ-μπαρ) στο εν λόγω μίσθιο απαιτείται συναίνεση της πλειοψη¬φίας των ιδιοκτητών των στεγαζομένων στην ίδια οικοδομή διαμερισμάτων, μη συμπεριλαμβανομένων των λοιπών χώρων (καταστημάτων, βοηθητικών χώρων κλπ) και ότι ο ίδιος δεν είχε ποσοστό συνιδιοκτησίας μεγαλύτερο του 50% των στεγαζομένων στην εν λόγω οικοδομή κατοικιών (διαμερισμάτων), αλλά μόνον 79%ο, όπως προκύπτει από τον προσκομιζόμενο από τον ίδιο πίνακα κατανομής και βαρών, δοθέντος ότι είναι κύριος των υπό στοιχεία Α1,Α2,Α3,Α4,Α5 και Α6 διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου και ΕΙ του πέμπτου ορόφου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εκάστου 12%ο, 5%ο, 15%ο, 12%ο, 14%ο, 41%ο και 6%ο αντίστοιχα και συνολικά 79%ο. Παρά ταύτα, με σκοπό να επιτύχει την κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης για τα καταστήματα της ιδιοκτησίας του για τη λειτουργία καφέ-μπαρ και την επίτευξη και κάρπωση υψηλού μισθώματος, λόγω του είδους της συγκεκριμένης χρήσης, διαβεβαίωσε ψευδώς τους μισθωτές περί της καταλληλότητας του μισθίου για τη λειτουργία καταστήματος καφέ-μπαρ και την ύπαρξη νομίμως καταρτισμένου κανονισμού της οικοδομής, που επέτρεπε τη λειτουργία τέτοιας επιχείρησης, όταν δε έγινε γνωστή η έλλειψη κανονισμού, ότι είχε την πλειοψηφία του ποσοστού συνιδιοκτησίας των ιδιοκτητών των στεγαζομένων στην οικοδομή κατοικιών. Εξ αιτίας της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, οι μισθωτές ζημιώθηκαν κατά το ποσό των 100.031,56 ευρώ, το οποίο αφορά δαπάνες διαμόρφωσης του μισθίου καταστήματος (αγορά υλικών, εκτέλεση τεχνικών εργασιών) και τίμημα αγοράς εξοπλισμού της επιχείρησης. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έχει την πλειοψηφία των μερίδων (ποσοστών συγκυριότητας) συνυπολογιζομένων και των μερίδων (ποσοστών συγκυριότητας) εκείνων των ιδιοκτητών της οικοδομής, οι οποίοι με ανέκκλητες εντολές είχαν αναθέσει σ' αυτόν να προβεί μελλοντικά στον προσδιορισμό του περιεχομένου του κανονισμού της οικοδομής, δεν είναι βάσιμος, διότι η σχετική εντολή αφορούσε μόνον το περιεχόμενο του κανονισμού, αφού για την κτήση ποσοστού συγκυριότητας απαιτείται δικαιοπραξία (συστατική πράξη, συμβόλαιο αγοραπωλησίας κλπ), καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποκείμενη σε μεταγραφή. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη της απάτης που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Μετά από τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Θράκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της απάτης. Κατόπιν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την από τα αρθ.93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι'αυτά και στους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α)αναφέρεται το ψευδές γεγονός το οποίο ο αναιρεσείων παρέστησε προς τον πολιτικώς ενάγοντα ως αληθές εν γνώσει της αναληθείας του και β)το ότι στο μεν αιτιολογικό, οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος, περί του ότι είναι ιδιοκτήτης ποσοστού πλέον του 50% της οικοδομής στην οποία βρίσκεται το προς μίσθωση κατάστημά του, φέρονται ότι πραγματοποιήθηκαν μετά την κατάρτιση της επίδικης μίσθωσης, ενώ στο διατακτικό φέρονται να έγιναν κατά την ίδια ημέρα που καταρτίστηκε η εν λόγω μίσθωση, δεν δημιουργεί αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ούτε ασάφεια, από τις οποίες (αντίφαση και ασάφεια) να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, από ποια πραγματικά που αποδείχθηκαν, πείστηκε το δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της απάτης. Και τούτο διότι, εφόσον οι ως άνω, περί ιδιοκτησίας του ποσοστού άνω του 50% της οικοδομής στην οποία βρισκόταν το μίσθιο κατάστημα, δεν κρίθηκαν από το δικαστήριο ως κατ'εξακολούθηση τελεσθείσα πράξη απάτης, δεν είναι κρίσιμες και δεν έχουν έννομη επιρροή στην ποινική μεταχείριση και στην επιμέτρηση της ποινής του αναιρεσείοντα, τα περιστατικά δε αυτά παρατίθενται όλως πλεοναστικώς και δεν ήταν απαραίτητα για την αιτιολογία της απόφασης, με συνέπεια να μην ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενόψει των προηγηθείσων σαφών παραδοχών του δικαστηρίου ότι: "Κατά την απάρτιση της σύμβασης μίσθωσης ο κατηγορούμενος ρητώς διαβεβαίωσε τους άνω μισθωτές ότι το μίσθιο είχε τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως κατάστημα καφέ-μπάρ, διότι ο υφιστάμενος κανονισμός της πολυώροφης οικοδομής, στην οποία αυτό βρισκόταν, επέτρεπε τη λειτουργία τέτοιου είδους καταστήματος...Μετά την κατάρτιση της σύμβασης οι μισθωτές με αποκλειστικά δικές τους δαπάνες προέβησαν στη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου του μισθίου...γεγονός που ήταν ψευδές, διότι ούτε κανονισμός της οικοδομής είχε νομίμως συσταθεί...Ο κατηγορούμενος γνώριζε την έλλειψη κανονισμού της οικοδομής...". Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της δίκης (αρθρ.583 παρ.2 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-6-2013 αίτηση του Α. - Μ. Σ., για αναίρεση της 208/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ποσού πεντακοσίων (500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Αυγούστου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ