Αριθμός 1904/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: αλλοδαπού μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "American Community Schools of Athens" (Σχολές Αμερικανικής Παροικίας Αθηνών), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Πασσά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Σ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 393/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2986/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-7-2020 αίτησή του. Εκδόθηκε η 499/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 10-6-2022 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 28.7.2020 και αριθ. κατάθ. 5314/655/29.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 2986/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 6.6.2018 και αριθ. κατάθ. 58097/3899/2018, έφεσης του εναγόμενου κατά της, υπ` αριθ. 393/2018, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή, λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά, μεν, τα άρθρα 3, 174 ΑΚ είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου αν δεν συνάγεται κάτι άλλο. Κατά, δε, την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 και 5 του α.ν. 2545/1940 "ουδείς δύναται να υπηρετεί ως μέλος διδακτικού προσωπικού ιδιωτικού σχολείου αν δεν είναι εγγεγραμμένος εις την, κατά τις διατάξεις του άνω νόμου, εκδιδομένη επετηρίδα" και των άρθρων 57 παρ. 2 ν.δ. 651/1970 και 53 παρ.1 και 2 του Ν. 682/1977, και αν δε εγκριθεί η πρόσληψη από τον αρμόδιο επιθεωρητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 ν.δ. 3855/1958, του ν. 651/1970 και 30 παρ.2 ν. 682/1977. Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς προκύπτει ότι ο διορισμός εκπαιδευτικού από επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την άσκηση των εργασιών ιδιωτικών εκπαιδευτικών και επομένως για το κύρος της συναπτόμενης συμβάσεως, η οποία σε περίπτωση έλλειψης των στοιχείων τούτων είναι άκυρη (και όχι ανυπόστατη), και ο εργαζόμενος ιδιωτικός εκπαιδευτικός, χωρίς τις άνω προϋποθέσεις διατελεί σε απλή σχέση εργασίας. Στην περίπτωση αυτή άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί τον μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται όμως να καταβάλει αποζημίωση, λόγω απολύσεώς του, διότι και στην περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας δημιουργείται, λόγω της πραγματικής απασχολήσεως του μισθωτού, εργασιακή σχέση και απολαμβάνει αυτός την προστασία των εργατικών νόμων, που αναφέρονται στη "σχέση εργασίας" ιδιαίτερα, δε όταν αυτοί επιβάλλουν υποχρεώσεις προνοίας, φέροντες έτσι τον χαρακτήρα κανόνων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι οι, περί αποζημιώσεως, διατάξεις, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού ή καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως. Τούτο προκύπτει και από τη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του άνω νόμου 682/1977 που ορίζει ότι "ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί διατελούντες επί σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και απολυόμενοι ένεκα καταργήσεως του σχολείου, εις το οποίον υπηρετούν δεν δικαιούνται αποζημιώσεως". Συνεπώς στις άλλες περιπτώσεις λύσεως της σχέσεως εργασίας, εκτός ανεπάρκειας (παρ. 7 ν. 1682/77) ο εργοδότης υποχρεούται σε αποζημίωση (ΑΠ 667/2012, 1255/2002). Περαιτέρω, οι νόμοι 2112/1920 και 3198/1955 ρυθμίζουν την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου εφαρμόζονται μόνον όταν ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα για την καταστρατήγηση των διατάξεων που διέπουν την καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920). Ωστόσο, ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, μολονότι συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω νόμων, όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, οι οποίοι και δεν εφαρμόζονται, όπως, μεταξύ άλλων (δεν εφαρμόζονται), και στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς που διδάσκουν σε ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης, για τους οποίους ίσχυαν, πριν από την κατάργησή τους από την υποπαρ. Ζ' άρθρου πρώτου Ν. 4254/2014, οι ειδικές ρυθμίσεις των άρθρων 30 και 33 του Ν. 682/1977. Ειδικότερα δε ως προς την αποζημίωση απολύσεως το άρθρο 30 παρ. 5 του Ν. 682/1977 όριζε ότι : "5. Διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβασις δύναται να καταγγελθή υπό του ιδιοκτήτου καταβαλλομένης αποζημιώσεως ενός μηνός δι` έκαστον έτος προσφοράς των υπηρεσιών του εις το αυτό σχολείον και μέχρις 25 ετών, υπολογιζομένης και της υπηρεσίας του επί συμβάσει ωρισμένου χρόνου.". Ο τρόπος υπολογισμού του ύψους των μηνιαίων αποδοχών για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών δεν καθορίζεται από τον ως άνω Νόμο. Για την ταυτότητα, όμως, του νομικού λόγου, ο υπολογισμός θα γίνει όπως και στην ανάλογη περίπτωση των άλλων ιδιωτικών υπαλλήλων (άρθρα 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955), δηλαδή η αποζημίωση, την οποίαν οφείλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου, πριν από την καταγγελία, μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Για να χαρακτηριστεί δε μια μισθολογική παροχή του εργοδότη ως μέρος των τακτικών αποδοχών του εργαζόμενου, πρέπει να χορηγείται, σταθερά, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Διαφορετικά, όταν, δηλαδή, μια εργοδοτική παροχή χορηγείται εκτάκτως, παρά το γεγονός ότι ενδέχεται να έχει μισθολογικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να διευρύνει τη βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως, που οφείλεται στον εργαζόμενο σε περίπτωση απολύσεως. Συμπεριλαμβάνεται όμως στην έννοια των τακτικών αποδοχών το καταβαλλόμενο από τον εργοδότη ασφάλιστρο για τη συμμετοχή του εργαζομένου σε πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης (ΑΠ 669/2015). Περαιτέρω, κατ` άρθρο 9 §§1, 2 ν. 3198/55, "ο καταγγέλλων την σχέσιν εργασίας εργοδότης υποχρεούται, εντός προθεσμίας 8 ημερών από της παραδόσεως του εγγράφου της καταγγελίας εις τον απολυόμενον, να αναγγείλει την υπ` αυτού ενεργηθείσα καταγγελίαν εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας". Η παράλειψη όμως αυτή του εργοδότη επισύρει, κατά την §4 του ίδιου άρθρου, μόνον ποινικές κυρώσεις σε βάρος του, ενδέχεται δε να δημιουργηθεί υποχρέωση για αποζημίωση του μισθωτού που, λόγω της παράλειψης, στερήθηκε το επίδομα ανεργίας, ερειδομένη στις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 359/2015). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1405/2014). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών και κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων, κρίση του, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής : "...Το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν αλλοδαπό μη κερδοσκοπικό σωματείο λειτουργεί ιδιωτικό σχολείο πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Χαλάνδρι Ν. Αττικής. Στις 11.11.1998 η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη προσλήφθηκε από τα αρμόδια όργανα αυτού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από τις 11.11.1998 μέχρι τις 30.6.1999, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτό τις υπηρεσίες της, ως δασκάλα στο δημοτικό σχολείο αυτού. Εν συνεχεία, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε η από 19.9.2001 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από τις 19.9.2001 έως τις 30.6.2002, σε εκτέλεση της οποίας η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη απασχολήθηκε με τα ίδια ως άνω καθήκοντα, ενώ ακολούθως η σύμβασή της ανανεώθηκε για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1.9.2002 έως 30.6.2003. Δεδομένου ότι οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη να είναι εγγεγραμμένη στην επετηρίδα εκπαιδευτικών λειτουργών της Ιδιωτικής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση περί διορισμού της από τον Διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, δεν τηρήθηκαν οι ουσιώδεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εγκυρότητά τους, με συνέπεια να είναι όλες τους άκυρες, ως αντιβαίνουσες σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου (ΑΚ 174, 180). Αργότερα, την 9.6.2003 η καλούσα- ενάγουσα- εκκαλούσα εγγράφηκε στην επετηρίδα (Β' πίνακα) των εκπαιδευτικών λειτουργών της Ιδιωτικής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ εν συνεχεία, στις 25.7.2003, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν πρότεινε την πρόσληψή της στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Β' Αθηνών, κατόπιν της έκδοσης της με αριθμό 2039/4.9.2003 απόφασης της οποίας, η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη διορίστηκε δασκάλα στο ιδιωτικό σχολείο, που λειτουργεί το τελευταίο δυνάμει έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διετούς διάρκειας, από την 1.9.2003 μέχρι τις 31.8.2005. Ακολούθως και δεδομένου ότι η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη συμπλήρωσε δύο (2) έτη υπηρεσίας στο ιδιωτικό σχολείο του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος, χωρίς να απολυθεί, ανανεώθηκε αυτοδίκαια η σύμβαση εργασίας της ορισμένου χρόνου, για τέσσερα (4) ακόμη έτη και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 1.9.2005 μέχρι και τις 31.8.2009 (σχολικά έτη 2005- 2006, 2006- 2007, 2007- 2008 και 2008- 2009), δυνάμει της με αριθμό 1565/9.9.2005 απόφασης της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Β' Αθηνών. Εν συνεχεία, όμως, στις 31.8.2009, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, επιδίδοντάς της το από ίδιας ημερομηνίας έγγραφο καταγγελίας, ενώ, παράλληλα, της κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης, ποσού 19.309,44 ευρώ. Από την πλευρά της, η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη, επικαλούμενη ότι η απόλυσή της ήταν παράνομη και άκυρη, ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 30 παρ. β' του ν 682/1977, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2986/2002 και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 47 του ν. 3848/2010, για το λόγο ότι η εν λόγω διάδικος ήταν η μοναδική εκπαιδευτικός η οποία συμπλήρωνε εξαετή υπηρεσία από το χρόνο διορισμού της (1.9.2003) στο σχολείο του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος, υπέβαλε προς το 1ο Γραφείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Β' Αθηνών την υπ' αριθ. Πρωτ. 3105/1.10.2009 προσφυγή της, με την οποίαν αμφισβήτησε το κύρος της πραγματοποιηθείσας κατά τα ανωτέρω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Στα πλαίσια του διοικητικού ελέγχου της νομιμότητας της από 31.8.2009 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, εκδόθηκε η με αριθμό 51/13.10.2009 Πράξη του Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Π.Υ.Σ.Π.Ε.) Β' Αθήνας, με την οποίαν αποφασίστηκε η μη αποδοχή της καταγγελίας, κατ' ακριβή μεταφορά του σχετικού αιτιολογικού : " .... διότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 Ν. 2986/2002 "Κατά τη λήξη της τετραετίας ο ιδιοκτήτης του ιδιωτικού σχολείου μπορεί να καταγγείλει χωρίς αιτιολογία τη σύμβαση μόνο για το 33% των εκπαιδευτικών οι οποίοι συμπληρώνουν εξαετή υπηρεσία". Κατά της πράξης αυτής, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν κατέθεσε την από 6.11.2009 αίτηση ανάκλησης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 56/13.11.2009 απόφαση του ως άνω Π.Υ.Σ.Π.Ε., με την ίδια αιτιολογία. Κατόπιν της μη έγκρισης της καταγγελίας από το Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας, εκδόθηκε η με αριθμό ... /23.11.2009 πράξη της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Β' Αθηνών, με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, από σύμβαση ορισμένου, σε σύμβαση αορίστου χρόνου, λόγω της πλήρωσης των απαιτούμενων κατά νόμο προϋποθέσεων. Κατόπιν αυτών, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν συνέχισε μεν να αποδέχεται τις υπηρεσίες της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, πλην όμως, όπως προκύπτει από την 4368Β/10.12.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Μ. , την 10.12.2009 της επέδωσε την από 9.12.2009 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία της δήλωσε ότι, παρά την απόρριψη της από 31.8.2009 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της από τα αρμόδια δημόσια όργανα, το ίδιο ενέμενε στην εγκυρότητα και νομιμότητα της καταγγελίας του, αποδεχόμενο τις υπηρεσίες της προκειμένου να αποφύγει τις πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του διευθυντή του σχολείου και όχι επειδή αποδεχόταν το περιεχόμενο των αποφάσεων του Π.Υ.Σ.Π.Ε.. Επιφυλασσόμενο περαιτέρω παντός νομίμου δικαιώματός του, δήλωσε επιπλέον ότι θα προσέφευγε στα αρμόδια δικαστήρια προκειμένου να ακυρωθούν οι παραπάνω αποφάσεις και να επικυρωθεί η από 31.8.2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης. Συνεπές με τις ανωτέρω δηλώσεις του, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν, προασπιζόμενο το κύρος της ως άνω καταγγελίας, άσκησε (και) κατά της προαναφερόμενης με αριθμό 51/13.10.2009 Πράξης του Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας την από 11.1.1010 αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας. Εν τω μεταξύ, την 9.3.2010 η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη επέδωσε στο καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν την από 8.3.2010 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, υπολαμβάνοντας ότι το τελευταίο αποδέχθηκε την ακυρότητα της γενόμενης ως άνω καταγγελίας, ζήτησε να αποδώσει σ' αυτό (καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν) το χρηματικό ποσό της αποζημίωσης απόλυσης που είχε εισπράξει, ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Σε απάντηση, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν στις 15.3.2010 της επέδωσε την απο'12.3.2010 εξώδικη δήλωσή του, με την οποίαν της δήλωσε ότι ουδέποτε αποδέχθηκε την αποδιδόμενη ακυρότητα της από 31.9.2009 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, αλλά ότι, απεναντίας, προέβη στην άσκηση της από'6.11.2009 αίτησης ανάκλησης και της από 11.1.2010 αίτησης ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εμμένοντας στο κύρος της καταγγελίας και επαναλαμβάνοντάς της ότι αποδεχόταν τις υπηρεσίες της στα πλαίσα της υποχρέωσης συμμόρφωσής του στις προσβαλλόμενες πράξεις του Π.Υ.Σ.Π.Ε. μέχρι την ακύρωσή τους. Παράλληλα, (το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν) αρνήθηκε την επιστροφή της αποζημίωσης απόλυσης, ισχυριζόμενο ότι η περίπτωση αυτή θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως υπαναχώρηση από τις παραπάνω θέσεις του. Τελικά, επί της ως άνω αίτησης ακύρωσης του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος εκδόθηκε η με αριθμό 992/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία ακύρωσε την προαναφερόμενη με αριθμό 51/13.10.2009 Πράξη του Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση. Η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε και έχει καταστεί αμετάκλητη. Μετά την έκδοση της αμέσως προηγούμενης απόφασης και συγκεκριμένα την 7.6.2013, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν επέδωσε στην καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη την από 6.6.2013 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία ανακοίνωσε στην τελευταία ότι δυνάμει της με αριθμό 992/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ακυρώθηκε η με αριθμό 51/13/10/2009 απόφαση του Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας και επιβεβαιώθηκε η νομιμότητα της από 31.8.2009 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, δηλώνοντας εκ νέου ότι ενέμενε στο κύρος της τελευταίας. Κατόπιν των ανωτέρω, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν από την 1.9.2013 και κατά το σχολικό έτος 2013- 2014 έπαψε πλέον να αποδέχεται τις υπηρεσίες της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, ανακοινώνοντάς της προφορικά την απόλυσή της. Εξάλλου, το Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας, συμμορφούμενο προς την με αριθμό 992/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, επανεξέτασε το ζήτημα του κύρους της από 31.8.2009 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, εκδίδοντας την με αριθμό 40/19.11.2013 Πράξη του, με την οποία έκρινε ότι η καταγγελία αυτή ήταν παράνομη, διότι δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν, από την πλευρά του, επεδίωξε την ακύρωση και της τελευταίας πράξης, ασκώντας κατ' αυτής την από 28.1.2014 αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 του κωδ. Π.Δ. 18/1989, δηλαδή για τυπικούς λόγους, δυνάμει της με αριθμό 415/2016 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 3 εδ. Β' του ν. 682/1977, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, της από 31.8.2009 καταγγελίας, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2986/2002 και πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 47 παρ. 16 του ν. 3848/2010 "Κατά τη λήξη της τετραετίας ο ιδιοκτήτης του ιδιωτικού σχολείου μπορεί να καταγγείλει χωρίς αιτιολογία τη σύμβαση μόνο για το 33% των εκπαιδευτικών οι οποίοι συμπληρώνουν εξαετή υπηρεσία. Σε περίπτωση κατά την οποία 6ετία συμπληρώνουν δύο εκπαιδευτικοί, μπορεί να καταγγέλλεται η σύμβαση ενός από αυτούς. Σε περίπτωση κατά την οποία 6ετία συμπληρώνει ένας μόνο εκπαιδευτικός και σε διάστημα έως δύο ετών από τη συμπλήρωση της διετίας, συμπληρώνει 6ετία και άλλος εκπαιδευτικός του σχολείου είναι δυνατή η καταγγελία της συμβάσεως ενός από τους δύο.". Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη ήταν η μοναδική δασκάλα στο δημοτικό σχολείο του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος που συμπλήρωνε 6ετία στις 31.8.2009. Παράλληλα, όμως, σε χρονικό διάστημα δύο ετών από τη συμπλήρωση της διετίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, συμπλήρωνε εξαετία ακόμη μία εκπαιδευτικός του σχολείου του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος και ειδικότερα η Γ. Ε. . Η τελευταία, η οποία ανήκε στον εκπαιδευτικό κλάδο Π.Ε. 02, είχε διοριστεί στο εκπαιδευτήριο του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος με σύμβαση ορισμένου χρόνου (4ετία), διάρκειας από την 1.9.2007 μέχρι τις 31.8.2011 και αυτή είχε διατεθεί εξ ολοκλήρου στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Δεδομένου δε ότι αυτή είχε προηγουμένως απασχοληθεί, κατόπιν νομίμου διορισμού της, στο δημοτικό σχολείο του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με διετή διάρκεια, από την 1.9.2005 μέχρι τις 31.8.2007, επρόκειτο να συμπληρώσει εξαετία στις 31.8.2011. Το ίδιο διάστημα, στο σχολείο του καθ' η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δίδασκαν οι : Κ. Ζ. και Ε. Ρ. , εκπαιδευτικοί κλάδου Π.Ε. 02, που είχαν επίσης διατεθεί με αποφάσεις της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Β' Αθηνών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ότι στο χρονικό διάστημα των δύο (2) ετών από τις 31.8.2009, οπότε συμπλήρωνε εξαετία η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη, θα συμπλήρωνε εξαετία η εκπαιδευτικός Γ. Ε. , οπότε ήταν δυνατή η απόλυση μιας από τις δύο, η από 31.8.2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στην προπαρατεθείσα διάταξη. Όπως δε ήδη προεκτέθηκε, η με αριθμό 51/13.10.2009 πράξη του Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας, με την οποία αποφασίστηκε η μη αποδοχή της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, ακυρώθηκε με την με αριθμό 992/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκληση, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Η κρίση αυτή του ανωτέρω Δικαστηρίου δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Κατόπιν δε επανεξέτασης του κύρους της καταγγελίας εκδόθηκε η με αριθμό 40/19.11.2013 πράξη της Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας, με την οποία κρίθηκε εκ νέου ότι η γενόμενη ως άνω καταγγελία είναι παράνομη, διότι δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις και ειδικότερα επειδή παραπάνω συνάδελφος της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, Γ. Ε. , η οποία συμπλήρωνε εξαετία κατά την επόμενη της καταγγελίας διετία, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, γιατί ανήκε σε άλλη βαθμίδα εκπαίδευσης. Βάσει δε των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων και στα πλαίσια παρεμπίπτοντος ελέγχου της με αριθμό 40/19.11.2013 πράξης του Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το Περιφερειακό Συμβούλιο δεν έκανε δεκτή την από 31.8.2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, καθώς, κατά τα προεκτεθέντα, πληρούνταν οι προϋποθέσεις νομιμότητάς της. Ομοίως, στα πλαίσια του ίδιου, ως άνω, (παρεμπίπτοντος) ελέγχου, της με αριθμό ... /23.11.2009 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αττικής Β' Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της μη έγκρισης της καταγγελίας από το Π.Υ.Σ.Π.Ε και με την οποίαν διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, από σύμβαση ορισμένου, σε σύμβαση αορίστου χρόνου, από 1.9.2009, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η προαναφερόμενη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης μη νομίμως εξέδωσε την οικεία πράξη του, καθώς η από 31.8.2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης ήταν νόμιμη και είχε επιφέρει τη λύση της σύμβασης εργασίας της, έτσι ώστε δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις περί αυτοδίκαιης μετατροπής της σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ακολούθως, με δεδομένη τη νομιμότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου της εν λόγω διαδίκου λύθηκε αυτοδικαίως στις 31.8.2009 και δεν μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την εκκαλούμενη απόφαση, παρ' ότι η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο σχολείο του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος και μετά τις 31.8.2009, ωστόσο το τελευταίο ενέμεινε στο κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της α) δηλώνοντάς της εξ αρχής ότι προτίθετο να προσβάλει το κύρος των αποφάσεων του Π.Υ.Σ.Π.Ε. Β' Αθήνας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και καθιστώντας της παράλληλα σαφές ότι η αποδοχή (εκ μέρους του) των υπηρεσιών της υπαγορευόταν αποκλειστικά και μόνο από την υποχρέωση συμμόρφωσής της προς τις προβληθείσες ως άνω αποφάσεις του Π.Υ.Σ.Π.Ε., β) αρνούμενο ρητά την πρόταση αυτής (καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης) περί επιστροφής σ' αυτό της καταβληθείσας ως άνω αποζημίωσης απόλυσης, γ) προσβάλλοντας τις αντίθετες εκδοθείσες αποφάσεις της διοίκησης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και υπεραμυνόμενο διαρκώς της εγκυρότητας της ανωτέρω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτής (καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης), δ) παύοντας να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτής (καλούσας - ενάγουσας - εφεσίβλητης) αμέσως μετά την ευδοκίμηση της αίτησης ακύρωσης που το νομικό αυτό πρόσωπο (καθ' ου η κλήση - εναγόμενο - εκκαλούν) είχε ασκήσει ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου και εκδηλώνοντας, έτσι, εμπράκτως την διαρκή βούλησή του να λύσει τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας της καλούσας- ενάγουσας - εφεσίβλητης, ουδέποτε μετατράπηκε αυτοδικαίως από ορισμένου, σε αορίστου χρόνου, σαν να μην είχε, δηλαδή, μεσολαβήσει η από 31.8.2009 καταγγελία της. Όσον αφορά το γεγονός ότι η εν λόγω διάδικος (καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη) εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της, έγινε δεκτό ότι μετά τις 31.8.2009 οι διάδικοι συνδέθηκαν με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία, όμως δεν εγκρίθηκε από την αρμόδια Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, εφόσον δεν εκδόθηκε πράξη διορισμού της, κατά παράβαση των όσων προβλέπονταν στις διατάξεις των άρθρων 1 του ν.δ/τος 38556/1958, ν. 651/1970 και 30 παρ. 2 του ν. 682/1977, με αποτέλεσμα η (νέα) ως άνω σύμβαση να είναι και να παραμείνει μέχρι την λήξη της άκυρη, ως αντικείμενη στις παραπάνω διατάξεις, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, κατά παραδοχή των ισχυρισμών που προβλήθηκαν εκ μέρους του καθ' ου- εναγόμενου- εκκαλούντος. Συναφώς, έγινε δεκτό ότι λόγω της ακυρότητας της (νέας) σύμβασης εργασίας, η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη από την 1.9.2009 και καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα διατελούσε σε απλή σχέση εργασίας, στα πλαίσια της οποίας πρόσφερε τις υπηρεσίες της για λογαριασμό του καθ' ου- εναγόμενου- εκκαλούντος, ως εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, μέχρι την 1.9.2013, οπότε τα αρμόδια όργανα του τελευταίου προέβησαν στην καταγγελία της εργασιακής αυτής σχέσης. Και σ' αυτή την περίπτωση, όμως, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν νομικό πρόσωπο δεν απαλλασσόταν από την υποχρέωση να καταβάλει στην καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Οι ανωτέρω παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 5 του ν. 682/1977, που εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η καταρτισθείσα σύμβαση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού πάσχει ακυρότητα, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν όφειλε για την αιτία αυτή (ως αποζημίωση απόλυσης δηλαδή) να καταβάλει στην καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη ποσό ίσο με τις μηνιαίες αποδοχές ενός μηνός για κάθε έτος προσφοράς των υπηρεσιών της τελευταίας στο σχολείο αυτού. Παρ' ότι δε μετά τη γενόμενη καταγγελία, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε νέα σύμβαση, λόγω της προεκτεθείσας ειδικής διάταξης του ν. 682/1977, η οφειλόμενη εξαιτίας της καταγγελίας αυτής (νέας σύμβασης) αποζημίωση (απόλυσης) στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν καθορίζεται μόνο βάσει του χρόνου λειτουργίας της νέας σύμβασης εργασίας- από 1.9.2009 μέχρι την 1.9.2013, δηλαδή- καθώς, για την εξαγωγή του καταβλητέου στην καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη για την αιτία αυτή ποσού, στο χρόνο αυτό ήταν συνυπολογιστέο και το χρονικό διάστημα των προηγούμενων συμβάσεων της τελευταίας με το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν. Ως βάση για τον υπολογισμό του αντίστοιχου ποσού (οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης) έπρεπε να ληφθούν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της εν λόγω διαδίκου (καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης) τον τελευταίο μήνα πριν από την γενόμενη την 1.9.2013 καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, συνυπολογιζομένων όλων των συμβατικών και νόμιμων επιδομάτων, εφόσον καταβάλλονταν τακτικά ή συνήθως, καθώς και της αναλογίας ποσοστού 1/6 επί του συνόλου της σχετικής αποζημίωσης, των επιδομάτων εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας. Όσον αφορά την παροχή δικαιώματος συμμετοχής στα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης που το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν χορηγούσε μεταξύ των άλλων εργαζομένων του και στην καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη, η κατά μήνα ωφέλεια της τελευταίας από τη συμμετοχή της στα αντίστοιχα προγράμματα (το 1/12 των ετήσιων ασφαλίστρων), η οποία (ωφέλεια) δεν συνδεόταν με οποιονδήποτε τρόπο με την παροχή της εργασίας ή με τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, είχε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που έπρεπε να συνυπολογιστεί στις τακτικές αποδοχές αυτής (καλούσας- ενάγουσας). Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία, μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί η σε αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών της, συμμετοχή της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης στο Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο 183 DAF (Συμπληρωματικό Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα), που είχε συνάψει το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν με την ασφαλιστική εταιρεία "Ευρωπαϊκή Πίστη Α.Ε.Γ.Α.", καθώς και στο με αριθμό ... Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, που το εν λόγω νομικό πρόσωπο (καθ' η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν) είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία "Allianz", υπέρ των εργαζομένων του, η κατά μήνα ωφέλεια από τα οικεία προγράμματα ανερχόταν για την πρώτη (καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη) στα ποσά των (2.359,30 ευρώ : 12 =) 196,61 ευρώ και (660: 12 =) 55 ευρώ, αντιστοίχως. Βάσει των προεκτεθέντων, οι συμβατικές ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης, που κατά τον τελευταίο μήνα πριν την από 1.9.2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ανέρχονταν στο ποσό των 2.596,68 ευρώ και οι οποίες προσαυξάνονται κατά τα παραπάνω ποσά των 196,61 και 55 ευρώ, θα αποτελέσουν την βάση για τον υπολογισμό της οφειλόμενης σ' αυτήν αποζημίωσης απόλυσης. Ενόψει δε του συνολικού χρονικού διαστήματος των δώδεκα (12) ετών, κατά το οποίο η εν λόγω διάδικος απασχολήθηκε για λογαριασμό του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος (αρχικά από τις 1.11.1998 μέχρι τις 30.6.1999 και εν συνεχεία διαδοχικώς κατά τα διαστήματα από τις 19.9.2001 έως τις 30.6.2002, από την 1.9.2002 έως τις 30.6.2003, από την 1.9.2003 έως τις 31.8.2005, από την 1.9.2005 έως τις 13.8.2009 και από την 1.9.2009 έως την 1.9.2013) η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη έπρεπε να λάβει το ποσό των [(2.596,68 + 196,61 + 55 =) 2.848,29 ευρώ Χ 12 (ένα μισθό για καθένα από τα δώδεκα έτη υπηρεσίας της = ) 34.179,48 Χ 1/6 = 5.696,58 ευρώ, οπότε (34.179,84 + 5.696,58)] 39.876,06 ευρώ. Εφόσον, όμως, η ίδια (η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη) ομολόγησε, ότι είχε ήδη εισπράξει το ποσό των 19.309,44 ευρώ, της οφείλεται πλέον η προκύπτουσα διαφορά ποσού (39.876,06 - 19.309,44 =) 20.566,62 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, αφ' ενός, ότι η μηνιαία ωφέλεια που η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη αντλούσε από την συμμετοχή της στα προαναφερόμενα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης, τα οποία το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν είχε συνάψει με τις παραπάνω ασφαλιστικές εταιρείες για τους εργαζομένους του, συνιστά μισθολογική παροχή συνυπολογιστέα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές της πρώτης, που λαμβάνεται ως βάση για την εξαγωγή του οφειλόμενου σ' αυτήν (καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη) ποσού αποζημίωσης απόλυσης, αφ' ετέρου δε, ότι ως χρόνος υπηρεσίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης για τον υπολογισμό της καταβλητέας σ' αυτή αποζημίωσης απόλυσης έπρεπε να ληφθεί υπόψη η συνολική, κατά τα ανωτέρω, δωδεκαετής προϋπηρεσία της στο καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν νομικό πρόσωπο δεν έσφαλε, απορριπτομένων των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους το τελευταίο υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω το γεγονός ότι η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη απασχολήθηκε για λογαριασμό του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν συνεπαγόταν απαλλαγή του τελευταίου από τις υποχρεώσεις του περί της έγγραφης καταγγελίας της εργασιακής αυτής σχέσης και της αναγγελίας της πραγματοποιηθείσας κατά τα ανωτέρω απόλυσης στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Α.Ε.Δ. (άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955), αφού και σ' αυτή την περίπτωση, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν, που ήθελε να παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτής (καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης) έπρεπε να τηρήσει αυτές (τις παραπάνω υποχρεώσεις του), απορριπτομένων ως αβάσιμων των όσων το τελευταίο αντιθέτως ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επαναφέρει εν προκειμένω με το σχετικό σκέλος του τέταρτου λόγου της έφεσής του. Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι εν συνεχεία η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2013 εμφανίστηκε στο τοπικό κατάστημα του Ο.Α.Ε.Δ. και υπέβαλε αίτηση, προκειμένου να επιδοτηθεί ως άνεργη. Λόγω, όμως, της παράνομης άρνησης αυτού (καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος) να καταγγείλει εγγράφως την παραπάνω εργασιακή σχέση και να αναγγείλει αυτή (την καταγγελία της) στο αρμόδιο γραφείο του Ο.Α.Ε.Δ., παρά το γεγονός ότι η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη πληρούσε τις προϋποθέσεις επιδότησής της, η τελευταία τελικά δεν επιδοτήθηκε, από αποκλειστική υπαιτιότητα του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος νομικού προσώπου. Η παράλειψη δε του τελευταίου, ως εργοδότη, αναγγελίας στον Ο.Α.Ε.Δ. της καταγγελίας της επίμαχης σύμβασης, εκτός από τις ποινικές κυρώσεις, δημιουργεί αξίωση αποζημίωσης της απολυθείσας καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης για τη ζημία που η εν λόγω διάδικος υπέστη από την μη πληρωμή του επιδόματος ανεργίας. Ως εκ τούτου, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν νομικό πρόσωπο, που ήταν υπαίτιο για την από πλευράς του Ο.Α.Ε.Δ. άρνηση να καταβάλει το επίδομα ανεργίας στην καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη, υποχρεούται να αποκαταστήσει την συνεπεία των παραπάνω παράνομων ενεργειών του προκληθείσα περιουσιακή ζημία της τελευταίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι εξαιτίας των παράνομων και υπαίτιων αυτών παραλείψεων του καθ' ου η κλήση- εναγόμενου- εκκαλούντος, η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη υπέστη ζημία, καθώς στερήθηκε το επίδομα ανεργίας, που σε αντίθετη περίπτωση θα ελάμβανε από τον Ο.Α.Ε.Δ. και επιπλέον ότι τη ζημία αυτή όφειλε να αποκαταστήσει το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν, επιδικάζοντας, σχετικώς, στην εργαζόμενη ως κονδύλιο που αυτή μετά βεβαιότητας θα ελάμβανε για την συγκεκριμένη αιτία το ποσό των 4.320 ευρώ και το οποίο, ούτε ως προς τον πραγματοποιηθέντα υπολογισμό αλλά ούτε και ως τελικό άθροισμα προσβάλλεται με λόγο έφεσης, δεν έσφαλε. Τέλος, με τις ανωτέρω ενέργειές του και συγκεκριμένα με το να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καλούσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται για τους μισθωτούς που υπάγονται στην ασφάλιση κατά της ανεργίας (άρθρο 5 του ν. 3198/1955), καθώς και με την αδικαιολόγητη άρνησή του να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να επιδοτηθεί η εν λόγω διάδικος, η οποία έμεινε άνεργη, παρά την επί μακρό ευδόκιμη προσφορά των υπηρεσιών της για λογαριασμό του, το καθ' ου η κλήση- εναγόμενο- εκκαλούν πρόσβαλε την προσωπικότητά της, τόσο ως εργαζόμενης, όσο και ως κοινωνικού ατόμου, που προστατεύεται κατά το άρθρο 57 του ΑΚ. Συνεπώς, η καλούσα- ενάγουσα- εφεσίβλητη δικαιούνταν εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, επιδικάζοντάς της ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της το ποσό των 500 ευρώ, δεν έσφαλε, απορριπτομένου, ως εκ τούτου, και του πέμπτου λόγου της ένδικης έφεσης, ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη......". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 393/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 5 Ν. 682/1977, 648, 649, 653, 904 ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, αν και η σύμβαση της με το αναιρεσείον, στο οποίο παρείχε την εργασία της, ως εκπαιδευτικός από 31.8.2009 έως 1.9.2013, ήταν άκυρη, γιατί δεν είχαν τηρηθεί προς τούτο οι από το νόμο προβλεπόμενες προϋποθέσεις, εν τούτοις δικαιούται αυτή να λάβει την αποζημίωση απολύσεως, σαν να ήταν έγκυρη η σύμβασή της, όπως επίσης ότι κατά τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσής της πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνολική υπηρεσία της στο σχολείο του εναγόμενου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και όχι αυτές των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, που ρυθμίζουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, και όταν πρόκειται για σχέση εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού που προέρχεται από άκυρη σύμβαση εργασίας, εάν ο εργοδότης επιθυμεί ο μισθωτός του να παύσει να παήέχει τις υπηρεσίες του, υποχρεούται να καταγγείλει εγγράφως την εργασιακή σχέση και παράλληλα να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσης απόλυσης, ως να ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας του. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το εναγόμενο δεν κατέβαλε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη την αποζημίωση απόλυσης, την οποία η τελευταία δικαιούται εκ του νόμου και όχι με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και η οποία είναι ίση με τις μηνιαίες αποδοχές ενός μηνός για κάθε έτος προσφοράς των υπηρεσιών της στο σχολείο του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του Ν. 682/1977, η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου είναι εφαρμοστέα και στις άκυρες συμβάσεις εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, υπολογιζόμενης (αποζημίωσης απόλυσης) με βάση τη συνολική διάρκεια της απασχόλησης της ενάγουσας, δηλαδή όχι μόνο με βάση την απλή σχέση εργασίας της το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως 1.9.2013, αλλά και με βάση τον προηγούμενο χρόνο απασχόλησής της με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και με απλές σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ανερχόμενης (της διάρκειας της απασχόλησης), κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, σε 12 συμπληρωμένα έτη, αλλά και με βάση τις τακτικές αποδοχές της, στις οποίες υπολογίζονται και τα ασφάλιστρα, τα οποία, κατά τις παραδοχές ωσαύτως της προσβαλλόμενης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να καταβάλλονται, σε αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών της, στο συναφθέν Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, που είχε συνάψει το εναγόμενο με την ασφαλιστική εταιρία "Ευρωπαϊκή Πίστη Α.Ε.Γ.Α" υπέρ των εργαζομένων του. Περαιτέρω το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 4 και 5 του ν. 1545/1985, 914 επ. ΑΚ και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 με το να κρίνει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται αποζημίωση για απώλεια επιδόματος ανεργίας, το οποίο δεν της χορήγησε ο ΟΑΕΔ, αν και υπέβαλλε σχετική αίτηση, λόγω παράνομης και υπαίτιας παράλειψης, εκ μέρους του εργοδότη της να αναγγείλει την απόλυσή της στον Ο.Α.Ε.Δ., καθώς και να εγχειρίσει στην ίδια έγγραφο περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της (άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955), αφού η απασχόλησή της με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας δεν συνεπαγόταν απαλλαγή του εργοδότη της από τις εν λόγω υποχρεώσεις του και ως εκ τούτου αυτή υπαγόταν στη ρύθμιση των πιο πάνω διατάξεων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, οι, περί του αντιθέτου, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όπου, υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018, ΑΠ 1648/2017). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον προβάλλει τις, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ επιδικάζοντας στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 500 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, ενώ η σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη από 1.9.2009 και το ίδιο δεν είχε άλλη υποχρέωση απέναντί της, όταν έπαυσε να αποδέχεται τις ακύρως προσφερόμενες υπηρεσίες της και συνεπώς καμία συμπεριφορά του δεν πρόσβαλε την προσωπικότητα της αντιδίκου του. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθότι με αυτόν και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης και, ειδικότερα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί των πραγματικών περιστατικών της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από τον Άρειο Πάγο. Κατ` ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.7.2020 και αριθ. κατάθ. 5314/655/29.7.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2986/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ