Αριθμός 1395/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξίου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ.-Μ. Σ. Α. Ε. και Β. Ε. Φ. Κ. και Κ. Π." και το δ.τ. "B.-M. S. A.E" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1387/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1791/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 23.12.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθ. 1791/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 9.12.2019 εφέσεως του ενάγοντος κατά της υπ'αριθ. 1387/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προ της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως [άρθρα 552, 553, 556,558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ]. Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει [εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για τον λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή. Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της. Η ως άνω εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας". Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα από το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής. Διαφορετική έννοια και λειτουργία ως προς την "επιφύλαξη ελευθεριότητας" έχει η διατύπωση της "ρήτρας ανακλήσεως" κατά την έναρξη χορήγησης της οικειοθελούς παροχής (ΑΚ 185, 186). Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα ανάκλησης δεν εμποδίζει τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας και, κατ' επέκταση, σιωπηρής συμβατικής δέσμευσης του εργοδότη και αντίστοιχης αξίωσης του εργαζόμενου για την καταβολή της παροχής, όταν αυτή χορηγείται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο εργοδότης, όμως, έχει την ευχέρεια να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, ασκώντας με μονομερή, απευθυντέα δήλωσή του το δικαίωμα ανακλήσεως. Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο ότι στην πρώτη ("επιφύλαξη ελευθεριότητας") δεν γεννιέται αξίωση του εργαζόμενου για να λάβει την παροχή, ενώ στη δεύτερη ("ρήτρα ανακλήσεως") γεννιέται τέτοια αξίωση, η οποία απόλλυται για το μέλλον, μετά την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως [ΑΠ 286/2022, 395/2020, 1449/2019, 1158/2018, 1174/2017]. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013, 3/2009]. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγχτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση [ΑΠ 625/2022, 319/2017, 130/2016]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως αν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ εκ του αριθ. 8 περ.β του ιδίου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το/νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι "Ο ενάγων προσλήφθηκε την 7.6.2003 από την εταιρεία "B. M. S. ΕΠΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί σε αυτήν ως Γενικός Διευθυντής. Ακολούθως ...η ανωτέρω εταιρεία μετατράπηκε στην εναγομένη, στην οποία ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του...μέχρι και την 30.6.2010 οπότε αυτή κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Με τον όρο 2 της από 7.6.2003 σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ο μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 11.377,78 ευρώ, ενώ στον όρο 4 ρητά ορίζεται ότι "ο μισθωτός αναγνωρίζει ανεπιφύλακτα ότι εκτός από την αμοιβή του όρου 2, κάθε άλλη παροχή σε είδος ή σε χρήμα, ακόμη και αν αυτή επαναλαμβάνεται τακτικά και μακροχρόνια, είναι οικειοθελής και η εταιρεία μπορεί οποτεδήποτε να την τροποποιεί, να τη μεταβάλλει ή και να την ανακαλεί μονομερώς. Η ένταξη του μισθωτού σε ασφαλιστικό πρόγραμμα που καλύπτει ζωή, υγεία, ατυχήματα, σύνταξη ή και οτιδήποτε άλλο, αδιάφορα αν ο μισθωτός συμμετέχει ή όχι στην πληρωμή του ασφαλίστρου, η μεταφορά του μισθωτού με μέσα της εταιρείας ή και από και προς τον τόπο εργασίας, παροχή ή επιχορήγηση στέγης ή γευμάτων ...οποιαδήποτε άλλη παροχή σε είδος ή σε χρήμα, δαπάνες εκπαίδευσης, παροχή προμηθειών....bonus, επιδόματος θέσεως κλπ. και γενικά οτιδήποτε παρέχεται ...πέρα από την αμοιβή του όρου 2, είναι παροχή της εταιρείας από ελευθεριότητα, για την οποία διατηρεί από τώρα την επιφύλαξη και το δικαίωμα, μονομερώς και οποτεδήποτε, να την ανακαλεί, καταργεί, τροποποιεί ή μεταβάλλει και την οποία δεν θα παρείχε χωρίς τη διατήρηση του δικαιώματος αυτού. Πέρα από την αμοιβή του όρου 2, οποιαδήποτε παροχή σε είδος ή σε χρήμα συνιστά, ανάλογα με την περίπτωση είτε λειτουργική δαπάνη της εταιρείας ....είτε παροχή από ελευθεριότητα, για την οποία η εταιρεία διατηρεί την επιφύλαξη να την καταργεί, να την μεταβάλλει ή και να την τροποποιεί οποτεδήποτε μονομερώς". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη πέραν του συμφωνηθέντος μισθού κατέβαλε σε ανώτερα εκτελεστικά στελέχη της ένα ετήσιο χρηματικό ποσό [bonus] στα πλαίσια ετήσιου προγράμματος πριμ παραγωγικότητας, το ύψος του οποίου καθοριζόταν από τον βαθμό επίτευξης των στόχων που έθετε κατόπιν αξιολόγησης των στελεχών της. Την ανωτέρω παροχή κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα μέχρι και την 31η Μαρτίου κάθε έτους. Περαιτέρω η ανωτέρω παροχή [bonus] αποτελεί οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς τον ενάγοντα, όπως ρητά προκύπτει από την καταρτισθείσα από 7.6.2003 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, στην οποία ορίζεται ρητά ότι "οτιδήποτε παρέχεται ή θα παρέχεται πέρα από την αμοιβή του όρου 2 [αμοιβή εργασίας] είναι παροχή της εταιρίας από ελευθεριότητα, για την οποία διατηρεί από τώρα την επιφύλαξη και το δικαίωμα, μονομερώς και οποτεδήποτε, να την ανακαλεί, καταργεί, τροποποιεί ή μεταβάλει και την οποία δεν θα παρείχε χωρίς τη διατήρηση του δικαιώματος αυτού". Επομένως δεν γεννάται υποχρέωση της εναγομένης για τη συνέχισή της, αλλά και ούτε και αντίστοιχο δικαίωμα του ενάγοντος για τη διεκδίκησή της απορριπτομένου του σχετικού λόγους εφέσεως ως αβασίμου". Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, το μονομελές εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την υπ'αριθ. 1387/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει το αίτημα καταβολής "bonus", ποσού 61.891 ευρώ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων, υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 361 ΑΚ και της υπ'αριθ. 95/1949 διεθνούς σύμβασης περί προστασίας του ημερομισθίου, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 [ΦΕΚ 138Α/1955], υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του λόγου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί η αναιρεσίβλητη υποχρεούτο στην καταβολή μπόνους του έτους 2019 εκ της συμβάσεως εργασίας του, αφού δεν είχε ανακαλέσει την εν λόγω παροχή για το ως άνω έτος. Ακόμη ότι δεν έλαβε υπόψη ότι η εν λόγω παροχή, ακόμη και αν στην αρχή ήταν οικειοθελής στη συνέχεια, λόγω επανάληψής της για μακρό χρονικό διάστημα με βούληση της εργοδότριάς του να διατηρηθεί στο διηνεκές, εξελίχθηκε σε παροχή μισθολογικού χαρακτήρα, ενέχουσα ως εκ τούτου υποχρέωση στην καταβολή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, η αναιρεσίβλητη δια της συμβάσεως εργασίας του, είχε καταστήσει γνωστό στον αναιρεσείοντα ότι το bonus θα του εχορηγείτο με "επιφύλαξη ελευθεριότητας" δηλαδή με το δικαίωμα να το διακόψει οποτεδήποτε μονομερώς και αναιτιολόγητα, ως εκ τούτου ακόμη και αν επαναλαμβάνετο επί σειρά ετών, δεν είχε αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα, γιατί ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε συμβατική δέσμευση του εργοδότη μπορούσε να δημιουργήσει. Τα υποστηριζόμενα περί αναγνώρισης της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης και δέσμευσης προς καταβολήν της είναι απαράδεκτα, αφού η αγωγή δεν έχει βάση εκ της αναγνώρισης οφειλής ούτε αποτελούν λόγο έφεσης σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης, για αυτό πρέπει ν'απορριφθούν. Ομοίως, δεν αποτελεί περιεχόμενο της αγωγής η άσκηση του δικαιώματος ανάκλησης της παροχής εκ μέρους της εργοδότριας, ώστε να δύναται να εξετασθεί η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων άσκησης του σχετικού δικαιώματος κατά τον επίδικο χρόνο [έτος 2009] ενόψει του ότι η ανάκληση ενεργεί για το μέλλον. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι λόγοι εκ των αριθ. 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που βασίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται ως άνω, δηλαδή ότι η προσβαλλομένη περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την εξέλιξη του bonus σε συμβατική παροχή και μη λήψης υπόψιν του σχετικού ισχυρισμού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 του Συντάγματος και 288 ΑΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη. Σύμφωνα με αυτήν, ο εργοδότης, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς κάποιον εργαζόμενο, οφείλει να μην αποκλείει από αυτήν άλλους εργαζόμενους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, λοιπόν, στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος δεν έχει αξίωση για να λάβει την οικειοθελή παροχή, διότι από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες χορηγείται, ούτε επιχειρηματική συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση είναι δυνατόν να συναχθεί, διατηρεί τη δυνατότητα να τη διεκδικήσει με την επίκληση ότι αυτή καταβάλλεται σε άλλους εργαζόμενους της ίδιας επιχείρησης, που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες με αυτόν συνθήκες [ΑΠ 1174/2017]. Για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο μισθωτός διώκει μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να εκθέτει σ' αυτήν: α) Την οικειοθελή παροχή, στην οποία προέβη ο εργοδότης σε άλλους μισθωτούς, β) τα ονοματεπώνυμα αυτών, γ) το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες υπό τις οποίες την παρέχουν, δ) τα προσόντα αυτών, και ε) τα προσόντα του ενάγοντος, το είδος της εργασίας του και τις συνθήκες υπό τις οποίες την προσφέρει, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν ο εργοδότης, προσφέροντας οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες υπηρεσιακές παροχές προς ορισμένους μισθωτούς του και εξαιρώντας από αυτές τον ενάγοντα παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Εξ άλλου η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση, που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντος υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 966/2018, 86/2016). Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης , τις σχετικές με την απόρριψη της αγωγής ως προς την επικουρική βάση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εκτίθεται επί λέξει ότι: "η επικουρική βάση της αγωγής, η οποία επιστηρίζεται στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης είναι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα. Ειδικότερα, ενώ ο ενάγων παραθέτει τα ονόματα των μισθωτών της εναγομένης, που έλαβαν την μισθολογική παροχή [bonus] δεν προσδιορίζει το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες υπό τις οποίες την προσφέρει, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν η εναγομένη εργοδότριά του, προσφέροντας οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες υπηρεσιακές παροχές προς ορισμένους μισθωτούς της και εξαιρώντας από αυτές τον ενάγοντα, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβασίμου". Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο υποστηρίζει ότι έσφαλε το Εφετείο απορρίπτοντας την επικουρική βάση της αγωγής του, που βασίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως αόριστη, γιατί σε αυτήν εκτίθενται με επάρκεια όλα τα αναγκαία στοιχεία και ειδικότερα α] τα ονοματεπώνυμα και η εργασία των συγκριθέντων β] η ιδιότητα του κάθε διευθυντικού στελέχους, που όπως κι ο ίδιος αναφέρεται σε προϊστάμενο στο εξωτερικό, γ] η υπαγωγή όλων στο ίδιο σύστημα bonus ως διευθυντικών στελεχών, δ] η δημιουργία του συστήματος bonus χωρίς κατάργηση ή ανάκληση από την εναγομένη, ε] η καταβολή των αναλογούντων ποσών στον καθένα από τους προτεινόμενους προς σύγκριση, στ] η μη καταβολή του αναλογούντος ποσού στον ίδιο χωρίς σοβαρό κατ'αντικειμενική κρίση λόγο, γι' αυτό πρέπει ν'αναιρεθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα πρόταση που προηγήθηκε στην αγωγή θα πρέπει να εκτίθενται το είδος και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρέχει την εργασία του έκαστος συγκρινόμενος με τον αναιρεσείοντα, τα προσόντα εκάστου ως και τα προσόντα του αναιρεσείοντος, το είδος της εργασίας και οι συνθήκες παροχής αυτής εξ όλων, γεγονότα αναγκαία για τον έλεγχο των προϋποθέσεων εφαρμογής της εν λόγω αρχής. Εξ άλλου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πρόκειται για στελέχη διαφορετικών διευθύνσεων με προφανές διαφορετικό αντικείμενο απασχόλησης [Διευθυντή Ανάπτυξης, Διευθυντή Ιατρικού τμήματος, Διευθύντρια Επικοινωνίας, Διευθυντή Θεραπευτικών Προϊόντων, Διευθύντρια Ρυθμιστικών Θεμάτων] και δεν μπορούν να συναχθούν σαφώς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα εκάστου η εργασία που παρέχει και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται αυτή [ΑΠ 2074/2009], ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη η προαναφερόμενη αρχή. Γι' αυτό ο ως άνω λόγος πρέπει ν'απορριφθεί. Μετά από αυτά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23.12.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 1791/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ