ΑΡΙΘΜΟΣ 222/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου -Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8236/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 793/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 232/8.11.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 501§1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή, αν συντρέχει περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, δια συνηγόρου, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σε πταίσματα και σε πλημμελήματα, ήδη δε μετά την αντικατάσταση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠοινΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον διορισθέντα με παρεμπίπτουσα απόφαση συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσόμενη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως με έκθεση στον γραμματέα του Πρωτοδικείου προθεσμία, που ορίζεται σε δέκα ημέρες, αρχίζει από τότε που η ως άνω τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται σαν να είναι παρών. Τέλος, κατά άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό της εξεταζόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Με παρεμπίπτουσα, ταυτάριθμη προς την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, επετράπη η εκπροσώπηση του μη εμφανισθέντος -εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) Μ. Σ., από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζώη Κοντογιάννη, ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του κατά της υπ' αριθμ. 47842/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Άρα, ο εκκαλών δικάστηκε ως να ήταν παρών. Με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 8236/2012 απόφαση του προαναφερθέντος Τριμελούς Πλημ/κείου, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη για έκδοση ακαλύπτου επιταγής σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσης επί τριετίαν. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στις 28-5-2012, ενώ η εξεταζόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε δια δηλώσεως, του προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνταχθείσης της σχετικής υπ' αριθμ. 66/2012 εκθέσεως, στις 18-6-2012, ήτοι μετά παρέλευση της υπό του άρθρου 473§1 Κ.Π.Δ. τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας, από της καταχωρήσεως της στο ειδικό βιβλίο. Δια το εκπρόθεσμον αυτής, δεν προβάλλεται λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Επομένως, η εξεταζόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατόπιν των ανωτέρω, Προτείνεται: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η υπ' αριθμ. 66/18-6-2012 αίτηση αναιρέσεως του Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 8236/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και β) Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος." Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ, συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως αυτού, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τη διακρίβωση του παραδεκτού της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 8236/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής σε φυλάκιση οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο συνήγορό του Ζώη Κοντογιάννη, δυνάμει της από 6-2-2012 έγγραφης δήλωσης εκείνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 ΚΠοινΔ και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 28 Μαΐου 2012, σύμφωνα με την, επί του σώματος της απόφασης, υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 18 Ιουνίου 2012, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 10 ημερών, που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ, δεν αναφέρεται δε σ' αυτήν γεγονός που συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της. Επομένως, η ένδικη αίτηση, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα) να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 2012 αίτηση του Μ. Σ. του Δ., περί αναιρέσεως της 8236/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2013. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ