Αριθμός 1484/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία" μετά τη διάσπαση της τελευταίας και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Της αναιρεσίβλητης: Ά. Κ. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Βογιατζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 1690/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 872/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 20-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1515/ 171/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 872/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1690/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 10-2-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2673/2240/2020) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 42.355,21 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 10-2-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2673/2240/ 2020) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι μεταξύ της εναγομένης και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" καταρτίστηκε η υπ' αριθ. .../15-12-2000 σύμβαση "ομαδικής ασφάλισης λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου καθορισμένων παροχών", με την οποία συμφωνήθηκε η δημιουργία ενός ειδικού λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων, κατόπιν εισφορών (ασφαλίστρου) της εναγομένης και των εργαζομένων σ' αυτή, με σκοπό την καταβολή στους τελευταίους εφάπαξ παροχών, κατά τους αναλυτικά εκτιθέμενους στην αγωγή όρους της σύμβασης. Ότι με την υπ' αριθ. .../1-8-2002 πρόσθετη πράξη, που καταρτίστηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων, συμφωνήθηκε ότι δικαιούχος της ασφάλισης είναι και κάθε εργαζόμενος που βρισκόταν στην υπηρεσία της εναγομένης την 1-9-2002 και ταυτόχρονα είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΧΙΟΥ Α.Ε." κατά την 30-6-2000, ενώ σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης του εργαζομένου, αυτός πρέπει να έχει συμπληρώσει συμμετοχή στο ασφαλιστήριο τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών. Ότι σύμφωνα με την υπ' αριθ. .../25-6-2010 πρόσθετη πράξη, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ING ΑΕ ΟΜΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΖΩΗΣ" (ειδικής διαδόχου της ως άνω αρχικά συμβληθείσας ασφαλιστικής εταιρείας) και της εναγομένης, καταργήθηκε ρητά η δυνατότητα λήψης οποιασδήποτε παροχής από την οικεία σύμβαση ασφάλισης για τους εργαζομένους που αποχωρούν πρόωρα από την υπηρεσία της εναγομένης. Ότι αυτή διετέλεσε υπάλληλος γραφείου της εναγομένης, συνδεόμενη με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την 1-7-2000 έως την 1-6-2018, οπότε και αποχώρησε πρόωρα από τη θέση της υποδιευθύντριας στο επί της οδού ..., στη Θεσσαλονίκη, κατάστημα της εναγομένης, ενώ κατά το προηγούμενο διάστημα και έως την 30-6-2000 απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΙΟΥ Α.Ε.". Ότι από την 1-9-2002 έως την 1-6-2018, δηλαδή για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών και εννέα (9) μηνών, συμμετείχε στο πρόγραμμα του ενδίκου ασφαλιστηρίου, καταβάλλοντας μηνιαία στην ασφαλιστική εταιρεία, τόσο η ίδια όσο και η εναγομένη, εκάστη κατά τη βαρύνουσα αυτήν αναλογία, τη συμφωνηθείσα εισφορά/ασφάλιστρο. Ότι μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας που τη συνέδεε με την εναγομένη, ζήτησε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" (ειδική διάδοχο της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ING ΑΕ ΟΜΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΖΩΗΣ") να της καταβληθεί η προβλεπόμενη στην οικεία σύμβαση ασφάλισης εφάπαξ παροχή, πλην όμως η ανωτέρω εταιρεία της απάντησε ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. .../25-6-2010 πρόσθετη πράξη, δικαιούται να εισπράξει μόνο το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που είχε καταβάλει έως τότε. Ότι αυτή έλαβε γνώση της ως άνω πρόσθετης πράξης μόλις την 29-11-2019, οπότε και της απεστάλησαν από την ασφαλιστική εταιρεία, μετά από αίτησή της, αντίγραφα τόσο της αρχικής σύμβασης ασφάλισης όσο και των πρόσθετων πράξεων αυτής. Ότι δυνάμει ρητού όρου της από 9-7-2002 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και του Συλλόγου Εργαζομένων της, συμφωνήθηκε η ένταξη από την 1-9-2002 και των υπαλλήλων της πρώην "XIOS BANK" στο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα εφάπαξ παροχής, κατά τους όρους του υπ' αριθ. ... ασφαλιστηρίου (το οποίο καταρτίστηκε σε εκτέλεση της από 4-1-1994 σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και του Συλλόγου Εργαζομένων, που προέβλεπε πρόσθετη ασφάλιση του υφιστάμενου προσωπικού και αυτών που θα προσλαμβάνονταν στο μέλλον, για "εφάπαξ" βοήθημα - παροχή), δεσμευόμενη ως εκ τούτου η εναγομένη ως προς την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών ως συμβατικού ανταλλάγματος (μισθού) της παρεχόμενης εργασίας των υπαλλήλων της, στην προκειμένη δε περίπτωση της ιδίας (ενάγουσας). Ότι και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η ένδικη ασφάλιση αποτελούσε οικειοθελή παροχή της εναγομένης, αυτή απέκτησε στη συνέχεια τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, συνισταμένης στο δικαίωμα προσδοκίας αυτής (ενάγουσας) για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της ασφαλιστικής σύμβασης, καθόσον λειτουργούσε ως επιχειρησιακή συνήθεια για μεγάλο χρονικό διάστημα (2002-2018), αφορούσε δε το σύνολο των εργαζομένων της εναγομένης, ενώ η τελευταία δεν την είχε χορηγήσει επιφυλάσσοντας εξαρχής για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης. Ότι η εν αγνοία αυτής κατάρτιση της υπ' αριθ. .../25-6-2010 πρόσθετης πράξης συνιστά αντισυμβατική και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, με σκοπό την κατάργηση του δικαιώματός της να εισπράξει, σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησής της, την εφάπαξ παροχή που προέβλεπε το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο, υφιστάμενη ως εκ τούτου ζημία. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 42.355,21 ευρώ (2.689,22 ευρώ μηνιαίος μισθός κατά το τελευταίο έτος εργασίας Χ 15,75 έτη) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1690/2021 απόφασή του, αφού απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της, την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί σε επιχειρησιακή συνήθεια διαμορφωθείσα από οικειοθελή παροχή της εναγομένης, δέχθηκε αυτήν ως προς την κύρια βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 42.355,21 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 26-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5990/601/ 2021) έφεση και τους από 4-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2628/ 2305/2021) πρόσθετους λόγους έφεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 872/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Α) Ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Η ομαδική ασφάλιση μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στον δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο). Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (άρθρα 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υπόσχεσης), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης. Πρόκειται περί γνήσιας ομαδικής ασφάλισης, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής. Εξάλλου, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσης εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφάλισης με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α' Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου) η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας την οποία λαμβάνει από τον λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από τον λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη ή/και του ασφαλισμένου, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων. Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο - λήπτη της ασφάλισης και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 1201/2020, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 830/2019, ΑΠ 462/2018, ΑΠ 1131/2017, ΑΠ 162/2017). Τέλος, στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης, όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής απ' αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή), και να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 338 και 336 ΑΚ (ΑΠ 830/2019, ΑΠ 147/2017, ΑΠ 364/2013). Β) Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ), συναπτόμενες μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της ένωσης εργοδοτών ή ενός μεμονωμένου εργοδότη, περιλαμβάνουν δύο μέρη, το κανονιστικό και το ενοχικό. Το ενοχικό μέρος ρυθμίζει τις σχέσεις και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της συμβαλλόμενης συνδικαλιστικής οργάνωσης με την αντίστοιχη εργοδοτική οργάνωση ή, όταν πρόκειται για επιχειρησιακές ΣΣΕ, με τον μεμονωμένο εργοδότη, με τον καθορισμό διαδικασιών ενημέρωσης, τη δημιουργία διαρκών επιτροπών συνεννόησης και επεξεργασίας θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, παραχώρησης ειδικών συνδικαλιστικών εξυπηρετήσεων προς την εργατική πλευρά, όπως η παραχώρηση γραφείων, χώρων διενέργειας συνελεύσεων, επιτρεπτής κατά το άρθρο 5 Ν. 1264/1982 χρηματοδότησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης κλπ. Επίσης, στους ενοχικούς όρους εντάσσονται και οι όροι που αφορούν στη θέσπιση κανόνων διευκόλυνσης της διαπραγμάτευσης (πέραν των νομοθετικώς θεσπισμένων), στην επίλυση των συλλογικών διαφορών με ειρηνικό τρόπο ή στον περιορισμό της προσφυγής σε απεργιακές εκδηλώσεις (υποχρέωση ειρήνης). Έτσι, οι ενοχικοί όροι δεν εμπεριέχουν ρυθμίσεις που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων, που εκπροσωπούνται από τη συνδικαλιστική οργάνωση, η δε ΣΣΕ ως προς το ενοχικό τμήμα της αποτελεί σύμβαση του κοινού ιδιωτικού δικαίου και δεσμεύει τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη (συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτικές οργανώσεις ή ατομικώς εργοδότες). Η παράβαση ενοχικών όρων δεν δημιουργεί κατ' αρχάς αξίωση για τους τρίτους, για τα μέρη δηλαδή της ατομικής σχέσης εργασίας, εκτός αν από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών ή από τη φύση και το σκοπό του συγκεκριμένου συμβατικού όρου προκύπτει ευθεία απαίτηση υπέρ των μελών της συμβληθείσας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Αντίθετα, η συνδικαλιστική οργάνωση, που μετέχει στη σύναψη της ΣΣΕ, έχει κατά της αντισυμβληθείσας οργάνωσης αξίωση για εκπλήρωση των ενοχικών όρων που συνομολογήθηκαν. Το κανονιστικό μέρος διαμορφώνει το ελάχιστο περιεχόμενο των όρων με βάση τους οποίους λειτουργούν οι υπαγόμενες στη ΣΣΕ ατομικές εργασιακές σχέσεις, που υφίστανται ήδη ή θα συνάπτονται στο μέλλον μεταξύ των δεσμευομένων από τη συλλογική σύμβαση εργασίας κατ' ιδίαν εργοδοτών και των κατ' ιδίαν εργαζομένων, εφόσον και οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες καταλαμβάνονται από τη συλλογική σύμβαση είτε διότι είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στη ΣΣΕ είτε διότι αυτή κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, τουλάχιστον έως το Ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012. Ως προς το κανονιστικό μέρος της, που αποτελεί και τη σημαντικότερη πλευρά της, η ΣΣΕ λειτουργεί ως νόμος, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά τη σύναψη των ΣΣΕ τα συλλογικώς διαπραγματευόμενα μέρη ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, που έχει παραχωρηθεί από την εν λόγω συνταγματική διάταξη, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος, συνεπώς οι ΣΣΕ ως προς το κανονιστικό μέρος τους έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 519/2021, ΑΠ 1903/2014, ΑΠ 692/2014, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 127/2013, ΑΠ 127/2012, ΑΠ 1561/2011) και δεσμεύουν τα πρόσωπα εργαζομένων και εργοδοτών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κανονιστικό μέρος της ΣΣΕ, ενόψει της άμεσης και αναγκαστικής ισχύος των κανονιστικών όρων, δημιουργεί για τα μέρη της ατομικής σχέσης εργασίας αξίωση για εκπλήρωση (ΑΠ 519/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 872/2022 απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη απασχολήθηκε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΙΟΥ Α.Ε.", ως υπάλληλος γραφείου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έως την 30-6-2000, οπότε και το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα συγχωνεύτηκε, διά απορρόφησης, με την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και της υποχρεώσεις της, έως την 1-6-2018, οπότε η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της. Περαιτέρω, δυνάμει του με αριθ. ΟΑ.../15-12-2000 συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου καθορισμένων παροχών, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ", σχηματίστηκε λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίων, τον οποίο διαχειριζόταν η ασφαλιστική εταιρεία, με σκοπό την καταβολή προς τους ασφαλισμένους, δηλαδή τους εργαζομένους στη λήπτρια της ασφάλισης -εναγόμενη, με ημερομηνία πρόσληψης πριν την 30-6-2000 (μέρος ΙΙΙ άρθρο 2), εφάπαξ ποσού στην περίπτωση αποχώρησης αυτών από την υπηρεσία της εναγόμενης λόγω συνταξιοδότησης ή πρόωρης αποχώρησης (αποχώρηση ή απόλυση) (μέρος III, άρθρο 1) και υπό τις προϋποθέσεις καταβολής των καθοριζόμενων εισφορών, κατά ποσοστό 2,47% επί του εκάστοτε μισθολογίου των ασφαλισμένων, καταβαλλόμενου κατά ποσοστά 1,36% από τη λήπτρια της ασφάλισης - εναγόμενη και 1,11% από τον κάθε ασφαλισμένο αντίστοιχα (μέρος II, άρθρο 1) και παρέλευσης της περιόδου αναμονής για κάθε ασφαλισμένο, οριζόμενης στην περίπτωση της πρόωρης αποχώρησης στο χρονικό διάστημα των δέκα (10) ετών συμμετοχής στο αυτό ασφαλιστήριο συμβόλαιο (μέρος III, άρθρο 3 περιπτ. 2). Το ομαδικό αυτό ασφαλιστήριο υπογράφηκε σε εκτέλεση της από 4-1-1994, καταρτισθείσας μεταξύ της εναγόμενης και του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" σύμβασης, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση πρόσθετης ασφάλισης του προσωπικού της για εφάπαξ βοήθημα/παροχή, με τη μορφή συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης, κατόπιν μετατροπής των ήδη ισχυόντων ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής του προσωπικού της σε ομαδικό ασφαλιστήριο "διαχείρισης κεφαλαίου", καθώς και τη ρητή υποχρέωση αφενός οι όροι του τελευταίου να μην υπολείπονται εκείνων των ατομικών ασφαλιστηρίων (άρθρο 1) και αφετέρου, σε περίπτωση καταγγελίας του ομαδικού ασφαλιστηρίου, να συνάψει νέο, με τους ίδιους τουλάχιστον όρους για το προσωπικό της, όπως αυτοί προβλέφθηκαν στα άρθρα 2 και 3 της σύμβασης, ενώ, κατά το άρθρο 8 αυτής, ορίστηκε ότι οι όροι της οικείας σύμβασης θα αποτελούν όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας κάθε υπαλλήλου που υπηρετεί στην τράπεζα ή θα προσληφθεί στο μέλλον και θα δεσμεύουν την εναγόμενη, ανεξάρτητα αν γίνεται ή όχι μνεία της σύμβασης σ' αυτές (ατομικές συμβάσεις). Στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθ. .../1-8-2002 πρόσθετης πράξης, συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων και οι ακόλουθες τροποποιήσεις στο μέρος III του οικείου ασφαλιστήριου συμβολαίου και συγκεκριμένα ότι θέση ασφαλισμένου υπέχει και κάθε πρόσωπο που βρίσκεται στην υπηρεσία της εναγόμενης την 1-9-2002 και ταυτόχρονα είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΧΙΟΥ Α.Ε." κατά την 30-6-2000 (άρθρο 2), ενώ η περίοδος αναμονής στην περίπτωση πρόωρης αποχώρησης, ορίζεται από την 1-8-2002, στο χρονικό διάστημα των δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ετών συμμετοχής στο αυτό ασφαλιστήριο συμβόλαιο (άρθρο 3). Η πρόσθετη αυτή πράξη υπογράφηκε σε εκτέλεση της από 9-7-2002, καταρτισθείσας μεταξύ της εναγόμενης και του ως άνω συλλόγου εργαζομένων επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με κανονιστικές διατάξεις της οποίας προβλέφθηκε: "η ένταξη από 01.09.2002 στο συμβόλαιο εφ' άπαξ των συναδέλφων της πρώην "ΧΙΟΣ ΒΑΝΚ" (διάταξη 3η) και "η αύξηση από 1/8/2002 του πλαφόν του ειδικού λογαριασμού εφ' άπαξ, που χορηγείται από την Πειραιώς Ζωής και διαμορφώνεται στο ύψος των 5.000 ΕΥΡΩ, με ελάχιστο όριο παραμονής στην Τράπεζα τα 15 έτη" (διάταξη τελ.). Κατόπιν των ανωτέρω προκύπτει ότι το ένδικο δικαίωμα της ενάγουσας περί συμμετοχής αυτής στο οικείο πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης και λήψης συνακόλουθα της εφάπαξ παροχής που προβλεπόταν σ' αυτό, πηγάζει από την από 9-7-2002 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. και όχι από την από 4-1-1994 σύμβαση, σύμφωνα με την οποία τα οριζόμενα σ' αυτήν αποτελούν όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας των απασχολούμενων στην εναγόμενη, καθόσον η ενάγουσα δεν καταλαμβάνεται από το πεδίο εφαρμογής αυτής (της σύμβασης), διότι αφενός δεν ήταν ενταγμένη στο ανθρώπινο δυναμικό της εναγόμενης, κατά το χρόνο υπογραφής της και αφετέρου δεν εντάσσεται στην έννοια "του υπαλλήλου που θα προσληφθεί στο μέλλον" (βλ. όρο 8 της σύμβασης). Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθ. .../25-6-2010 πρόσθετης πράξης, καταρτισθείσας μεταξύ της εναγόμενης και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ING Α.Ε. ΟΜΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΖΩΗΣ" (ειδικής διαδόχου της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας), τροποποιήθηκε από την 1-7-2010 το άρθρο 3 του μέρους III του οικείου ασφαλιστηρίου με τον τίτλο ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΟΧΩΝ, απαλειφθείσας πλέον της περίπτωσης λήψης εφάπαξ ποσού λόγω πρόωρης αποχώρησης του εργαζομένου από την υπηρεσία της εναγόμενης. Ωστόσο, η τροποποίηση αυτή έλαβε χώρα κατόπιν μονομερούς σχετικού αιτήματος της εναγόμενης προς την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία (βλ. την από 15-6-2010 επιστολή της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού) και δεν ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας, κατόπιν συλλογικών διαπραγματεύσεων, μεταξύ της εναγόμενης και του εκπροσωπευτικού οργάνου των εργαζομένων της, όπως αυτές (διαπραγματεύσεις) αποτυπώθηκαν στις κανονιστικής ισχύος διατάξεις της από 23-3-2006 καταρτισθείσας επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης, που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως, αποπειρώμενου να στηριχθεί ιδίως στα εδ. β' και γ' της με αριθμό 16 διάταξης της οικείας Σ.Σ.Ε. Συγκεκριμένα, στη με αριθμό 16 διάταξη προβλέφθηκε ότι: "Θα εξετασθεί η αύξηση του πλαφόν του ειδικού Λογαριασμού "Εφάπαξ" που χορηγείται από την Πειραιώς Ζωής από 5.000 € σε 6.000 € και η κατάργηση του ελάχιστου ορίου παραμονής στην Τράπεζα των 15 ετών με σύμφωνη γνώμη Διοίκησης και Συλλόγου. Το "εφάπαξ" του ειδικού λογαριασμού θα χορηγείται με τους όρους και τις προϋποθέσεις του καταστατικού του, μόνο όταν ο εργαζόμενος συνταξιοδοτείται, όταν καταστεί ανίκανος για εργασία ή όταν αναγκάζεται να αποχωρήσει για οποιονδήποτε λόγο. Ο συνάδελφος παίρνει μόνο τις εισφορές του αν αποχωρήσει οικειοθελώς όσα χρόνια και αν έχει στην Τράπεζα". Από τα ανωτέρω όχι μόνο δεν προκύπτει ότι εκφέρεται ρηματικά συνδήλωση περί άμεσης κατάργησης της ασφαλιστικής περίπτωσης λόγω πρόωρης αποχώρησης του εργαζομένου από την υπηρεσία της εναγόμενης, αλλά ούτε καν δύναται να συναχθεί τέτοιου είδους συμπέρασμα, αφού ουδεμία αμφιβολία προκύπτει ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων. Και τούτο διότι αφενός στο εδ. α' αποτυπώνεται ρητά η πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών να εκκινήσουν στο μέλλον διαπραγματεύσεις σχετικά με το ζήτημα αυτό, απαιτούμενης μάλιστα σύμφωνης γνώμης Διοίκησης και Συλλόγου για τη λήψη οποιασδήποτε σχετικής απόφασης, εξ αυτού δε του λόγου χρησιμοποιείται ο μελλοντικός χρόνος και επιλέγεται το ρήμα "εξετάζω", υπό την έννοια του "πραγματεύομαι", δηλαδή αναλύω ένα θέμα ("Θα εξετασθεί...") και αφετέρου στα εδ. β' και γ' συγκεκριμενοποι-είται απλά το περιεχόμενο της επέχουσας συντακτική θέση προεξαγγελτικής παράθεσης φράσης του εδ. α' (δηλαδή "η κατάργηση του ελάχιστου ορίου παραμονής στην Τράπεζα των 15 ετών"), για την αποφυγή οποιασδήποτε παρερμηνείας αυτής. Καθίσταται δε πλέον σαφές, αν και με τη χρήση απαγωγικού αρχικά λόγου σε μέλλοντα και πάλι χρόνο ("θα χορηγείται... μόνο όταν ο εργαζόμενος συνταξιοδοτείται, όταν καταστεί ανίκανος για εργασία ή όταν αναγκάζεται να αποχωρήσει για οποιονδήποτε λόγο"), ότι τα αναφερόμενα στο εδ. α' αφορούν την περίπτωση της οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία, ερμηνεία που επιρρωνύεται και από το εδ. γ', όπου με τη χρήση πλέον του ενεστώτα αντί του μέλλοντα χρόνου (προς εμφατική δήλωση ακριβώς της πεποίθησης μελλοντικής ενέργειας) γίνεται ρητή μνεία στον οικειοθελώς αποχωρούντα εργαζόμενο ("Ο συνάδελφος παίρνει μόνο τις εισφορές του αν αποχωρήσει οικειοθελώς όσα χρόνια και αν έχει στην Τράπεζα"), αλλά και από το λεκτικό της τελευταίας διάταξης της από 9-7-2002 επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε. ("με ελάχιστο όριο παραμονής στην Τράπεζα τα 15 έτη"), όπου και εκεί γίνεται όμοια αναφορά στην αυτή περίπτωση. Επομένως, δεν δύναται να απομονωθεί το νοηματικό περιεχόμενο των εδ. β' και γ', τα οποία εξάλλου είναι ενταγμένα συστηματικά στην αυτή παράγραφο με το εδ. α', από το προηγηθέν (νοηματικό) περιεχόμενο του εδ. α', πόσο μάλλον να υιοθετηθεί ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί αυτοτέλειας του νοήματος εκάστου εδαφίου, καθόσον αφενός αντιβαίνει στους κανόνες της συνοχής της σύνταξης της γλώσσας, αλλά και της λογικής και αφετέρου ενέχει απλουστευτική ιδιοποίηση του διανοήματος των συμβαλλόμενων μερών προς σχηματοποίηση αυτού σε διατάξεις άμεσης κανονιστικής ισχύος. Άλλωστε, η εναγόμενη δεν αιτιολόγησε την επιλογή της να εξακολουθήσει να προσπορίζει το συγκεκριμένο δικαίωμα στους οικειοθελώς αποχωρούντες υπαλλήλους της, για χρονικό διάστημα πλέον των τεσσάρων (4) ετών από την κατάρτιση της από 23-3-2006 επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., παρά την αντίθετη, κατά τους ισχυρισμούς της, συναπόφαση των αρμόδιων οργάνων (Διοίκησης και Συλλόγου), πράγμα που σημαίνει ότι ούτε η ίδια θεωρούσε πως είχε επέλθει συμφωνία το 2006 για την κατάργηση της οικειοθελούς αποχώρησης, άλλως θα το έπραττε άμεσα. Επιπλέον, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η εφάπαξ παροχή του ασφαλιστηρίου σκοπό έχει να λειτουργεί ως κίνητρο παραμονής στην τράπεζα, καθόσον είναι γνωστό ότι με τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου (οικειοθελούς αποχώρησης) που εκπονούν και θέτουν σε εφαρμογή οι τράπεζες κατά καιρούς επιδιώκουν να "απαλλαγούν" πρόωρα από μέρος του προσωπικού τους και συνεπώς και στην προκειμένη περίπτωση κανένα κίνητρο παραμονής στην τράπεζα αποτέλεσε το δικαιοπαραγωγικό θεμέλιο του άρθρου 16 της ΕΣΕΕ του 2006. Η εναγόμενη προέβη μονομερώς και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση/ συναίνεση των ασφαλισμένων στην κατάρτιση της με αριθ. .../ 25-6-2010 πρόσθετης πράξης, κατά παράβαση κανονιστικού όρου της από 9-7-2002 επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., αλλά και των οριζόμενων στη με αριθμό 16 διάταξη της από 23-3-2006 επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με την οποία απαιτούνταν σύμφωνη γνώμη του Συλλόγου των Εργαζομένων, για τη μελλοντική κατάργηση της ασφαλιστικής περίπτωσης της πρόωρης αποχώρησης του εργαζομένου από την υπηρεσία, ευθυνόμενη ως εκ τούτου έναντι της ενάγουσας για την αντισυμβατική και υπαίτια συμπεριφορά της, συνιστάμενη στη ματαίωση της καταβολής σ' αυτήν της εφάπαξ παροχής από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ" (ειδική διάδοχο της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας), αρνούμενης πράγματι της τελευταίας να ανταποκριθεί στο σχετικό υποβληθέν αίτημα, αναγνωρίζουσα δε μόνο την υποχρέωση επιστροφής των προσωπικών εισφορών της ενάγουσας (βλ. την από 29-11-2019 επιστολή της "ΝΝ"). Άλλωστε, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι απορρίπτονται οι ισχυρισμοί της εναγόμενης περί ύπαρξης νομίμου δικαιώματος αυτής να καταγγείλει ή να τροποποιήσει την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση χωρίς προηγούμενη συναίνεση ή ειδοποίηση των ασφαλισμένων και στερούμενων παράλληλα αυτών ως τρίτων, από το νόμο, της δυνατότητας επέμβασης στη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης, λόγω της φύσης της ως γνήσιας υπέρ τρίτου (άρθρο 2, μέρος I), καθόσον, στην προκείμενη περίπτωση, υπό τα οριζόμενα στη με αριθμό 16 διάταξη της από 23-3-2006 Ε.Σ.Σ.Ε., δεν ενεργοποιούνταν απλή υποχρέωση αυτής να ενημερώσει προηγουμένως τον μισθωτό, πριν προβεί σε ανάκληση, κατάργηση, τροποποίηση ή μεταβολή του ένδικου ασφαλιστικού συνταξιοδοτικού προγράμματος, υπό την έννοια της γνώσης του τελευταίου οποιασδήποτε ενέργειας θα μπορούσε να επηρεάσει μελλοντικά το εισόδημά του, έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία είτε να συνεχίσει ο ίδιος την ασφάλιση με δική του επιβάρυνση είτε να συνάψει έγκαιρα άλλη ασφαλιστική σύμβαση προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του ή ακόμη και να λύσει τη σύμβαση εργασίας του με την εναγόμενη, αν επρόκειτο να πετύχει εργασιακή σύμβαση με καλύτερη συνταξιοδοτική κάλυψη, αλλά απαιτούνταν σύμφωνη γνώμη του εκπροσωπευτικού οργάνου των εργαζομένων για να προβεί αυτή σε οποιαδήποτε τέτοιου είδους ενέργεια, η οποία ωστόσο σύμφωνη γνώμη δεν έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω, η ενάγουσα συμμετείχε στο από 2-2-2018 πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης, που ανακοίνωσε η εναγόμενη στους εργαζομένους της, σε εκτέλεση δε αυτού καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η από 7-5-2018 σύμβαση "λύσης της σύμβασης εργασίας και συμβιβασμού", σύμφωνα με την οποία λύθηκε συναινετικά η εργασιακή σχέση από την 1-6-2018 (στοιχ. ε'), κατά τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους, λαμβάνουσας δε της ενάγουσας το συνολικό (μικτό) ποσό των εκατόν ογδόντα χιλιάδων (180.000) ευρώ ως αποζημίωση επ' ευκαιρία λύσης της εργασιακής σχέσης και σε πλήρη εξόφληση όλων ή/και κάθε αξίωσης αυτής κατά της εναγόμενης, οποιασδήποτε φύσης ή/και αιτίας, πλην των εξαιρούμενων με τον όρο 1.1. (δηλαδή των αφορώντων στα δεδουλευμένα) (άρθρο 3). Ειδικότερα, συμφωνήθηκε κατά τον όρο 4 της οικείας σύμβασης ότι: "Ο Εργαζόμενος δηλώνει ότι το ως άνω ποσό της αποζημίωσης του ΠΑ - το οποίο είναι υπέρτερο των νόμιμων προβλεπόμενων - θεωρεί ανάλογο, εύλογο και δίκαιο και το εισπράττει ανεπιφύλακτα, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε αξίωσης ή/και απαίτησης του, απορρέουσας από τη μεταξύ αυτού και της Τράπεζας εργασιακή σχέση και σύμβαση ή/και επ' ευκαιρία της λύσης αυτής, εξαιρουμένης της μισθοδοσίας του, σύμφωνα με τον όρο 1.1. παραπάνω. Διευκρινίζεται ότι η αποζημίωση του άρθρου 3 καλύπτει επιπλέον και ειδικώς οποιαδήποτε αξίωση του Εργαζομένου ένεκα λύσεως της συμβάσεως εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης λόγω αποχώρησης και συμπλήρωσης 1 δετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη (άρθρο 8 εδ. α' ν. 3198/1995)" (στοιχ. α'), καθώς και ότι "Αναγνωρίζει ότι με την εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή του ως άνω ποσού (αποζημίωση και παροχές ΠΑ) εξοφλείται πλήρως και ολοσχερώς κάθε αξίωση ή/και απαίτηση του κατά της Τράπεζας από τη σύμβαση εργασίας ή από άλλη αιτία, ανεξαρτήτως φύσης ή/και αιτιολογίας πλην της νόμιμης εκκαθάρισης της μισθοδοσίας του κατά τον όρο 1.1. Εν πάση περιπτώσει, ο Εργαζόμενος παραιτείται από κάθε τέτοια αξίωση του, υπέρτερη της κατά νόμο υποχρεωτικής, καταρτίζει σύμβαση αφέσεως χρέους υπέρ της Τράπεζας για κάθε τυχόν τέτοιο χρέος της προς αυτόν και συμβιβάζεται ολοσχερώς και πλήρως στο ποσό του όρου 3, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της από 02/02/2018 Ανακοίνωσης του ΠΑ" (στοιχ. γ'). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε ρητά και από κάθε μελλοντική απαίτησή της κατά της εναγόμενης επ' ευκαιρία λύσης της εργασιακής της σχέσης με αυτή, καταρτίζοντας σύμβαση άφεσης χρέους με την τελευταία (αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό), πλην όμως η δήλωση της αυτή έγινε υπό συνθήκες δικαιολογημένης άγνοιας των όσων μεταγενέστερα επρόκειτο να ακολουθήσουν, δηλαδή την ανώμαλη εξέλιξη της απορρέουσας από τη γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση της ένδικης ομαδικής ασφάλισης ενοχής, με αποτέλεσμα η παραίτηση αυτή να αφορά μόνο τις απαιτήσεις της ενάγουσας, παρούσες ή μέλλουσες, οι οποίες ήταν γνωστές ή προβλέψιμες, με βάση την τότε έννομη σχέση (εργασιακή σύμβαση), που τη συνέδεε με την εναγόμενη. Συγκεκριμένα, κατά το χρόνο που η ενάγουσα υπέγραψε την οικεία σύμβαση, αγνοούσε το ένδικο χρέος της εναγόμενης έναντι αυτής, η άγνοια δε αυτή κρίνεται συγγνωστή και δικαιολογημένη, μη οφειλόμενη σε αμέλεια της ιδίας (ενάγουσας), καθόσον ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της με αριθ. .../25-6-2010 πρόσθετης πράξης. Επομένως, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας κατά της εναγόμενης, εξαιτίας ακριβώς της παραβίασης από την τελευταία των καθορισθέντων με διατάξεις κανονιστικής ισχύος και της εντεύθεν ανώμαλης εξέλιξης της εκ της ασφαλιστικής σύμβασης ενοχής γεννήθηκε σε χρόνο απώτερο εκείνου της αποχώρησης της ενάγουσας από την υπηρεσία της εναγόμενης, συντελεσθείσας την 1-6-2018, καθόσον κατά τον αυτό χρόνο επήλθε μεν η οικεία ασφαλιστική περίπτωση (οικειοθελής αποχώρηση), δεν έλαβε χώρα ωστόσο αναγγελία αυτής στην ασφαλιστική εταιρεία από τη λήπτρια της ασφάλισης, όπως απαιτούνταν, σύμφωνα με ρήτρα (ανακάλυψης της ζημίας) του ασφαλιστήριου συμβολαίου (μέρος I, άρθρο 6), έως και την 30-7-2019 (βλ. τη σχετική επιστολή της "ΝΝ" προς την ενάγουσα σε απάντηση της από 10-7-2019 εξώδικης πρόσκλησης με διαμαρτυρία), της υποχρέωσης αναγγελίας μη συνιστώσας απλό ασφαλιστικό βάρος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 7 παρ.1 ν. 2496/1997, αλλά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσης προς αποζημίωση. Δεδομένου μάλιστα ότι τα πραγματικά περιστατικά εξελίχθηκαν κατά τρόπο διαφορετικό απ' ό,τι η ενάγουσα πίστευε και προσδοκούσε, κατά τη σύναψη της σύμβασης άφεσης χρέους, μη δυνάμενη δε να φανταστεί ότι θα εξελισσόταν ανώμαλα η απορρέουσα από τη σύμβαση ασφάλισης ενοχή και θα γεννιόταν αντίστοιχη αξίωση της κατά της εναγόμενης, η τυχόν απόκρουση σ' αυτήν της ένδικης αξίωσης για λήψη του εφάπαξ ποσού θα αποτελούσε μεγάλη σκληρότητα, η οποία αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Άρα δεν επήλθε απόσβεση του ένδικου χρέους της εναγόμενης έναντι της ενάγουσας, λόγω άφεσης αυτού, απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού, που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως, συντρέχουσας στην προκείμενη περίπτωση χρείας προστασίας της πρόωρα παραιτούμενης ενάγουσας, αφού η αξίωση της και αντίστοιχα το χρέος της εναγόμενης δεν είχε, κατά το χρόνο της ένδικης παραίτησης, γεννηθεί/διαμορφωθεί και δεν ήταν γνωστό το περιεχόμενό του, τουλάχιστον ως προς το πρόσωπο του οφειλέτη, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην έχει ακόμη σαφή νομική αντίληψη του χρέους από το οποίο παραιτείται, δεν μπορεί δε να γίνει λόγος για έγκυρη παραίτησή της από την ένδικη αξίωση κατά της εναγόμενης, αφού η εγκυρότητα της αφέσεως χρέους προϋποθέτει χρέος γνωστό στον παραιτούμενο, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Επιπλέον, με δεδομένο ότι κατά την κατάρτιση της από 7-5-2018 συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα αγνοούσε την παραπάνω συμπεριφορά της εναγόμενης που έλαβε χώρα το 2010, η ενάγουσα παραιτούμενη από οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση της κατά της εναγόμενης, πλην του ποσού των 180.000 ευρώ, είχε υπόψη της ότι δικαιούνταν σωρευτικά τις παροχές του ασφαλιστηρίου, όχι όμως από την τράπεζα, αλλά από την ασφαλιστική εταιρεία και συνεπώς δεν συνέτρεχε λόγος να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη κατά την υπογραφή της από 7-5-2018 σύμβασης, ούτε βέβαια η συμπεριφορά της μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αντιφατική πολλώ δε μάλλον ως καταχρηστική, αφού την 7-5-2018 δεν γνώριζε ότι διατηρούσε την επίδικη αξίωση κατά της εναγόμενης. Περαιτέρω, η ΠΥΣ 6/2012 δεν ισχυροποίησε αναδρομικά την εκδηλωθείσα το 2010 αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης, ούτε και υποχρέωσε την τελευταία να προβεί μετά το 2013 σε καταγγελία και απενεργοποίηση του άνω ασφαλιστηρίου. Αντίθετα, έως τη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, η τράπεζα αφενός κατέβαλε η ίδια στην ασφαλιστική εταιρεία τις βαρύνουσες αυτήν εισφορές και αφετέρου συνέχισε να παρακρατεί από τον μισθό της ενάγουσας και να καταβάλει στην ασφαλιστική εταιρεία τις βαρύνουσες την ενάγουσα εισφορές για τη διατήρηση του άνω ασφαλιστηρίου και μάλιστα και μετά την εκ μέρους της ενάγουσας υποβολή της αίτησης για εθελουσία έξοδο. Έτσι, η αδυναμία παροχής εκ μέρους της ασφαλιστικής οφείλεται στην άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης του 2010, οπότε κατέστη αδύνατη η παροχή και όχι στην ΠΥΣ του 2012. Τέλος, η εκ μέρους της εναγόμενης καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 180.000 ευρώ μικτά και 157.000 ευρώ καθαρά σε εκτέλεση της από 7-5-2018 σύμβασης, δεν εξόφλησε την επίδικη απαίτηση της ενάγουσας, αλλά μόνο την απαίτησή της για αποζημίωση συνεπεία της λύσης της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα τότε δεν γνώριζε ότι διατηρούσε κατά της εναγόμενης την επίδικη απαίτηση και προφανώς ήταν λογικά αδύνατο να συμφωνούσε την 7-5-2018 ότι με την καταβολή των 180.000 ευρώ θα εξοφλούνταν και η επίδικη απαίτηση. Επομένως, κατά το χρόνο λύσης της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας με την εναγόμενη, την 1-6-2018, εξακολουθούσε να τελεί σε ισχύ η περίπτωση λήψης εφάπαξ παροχής από τον ειδικό λογαριασμό του ένδικου προγράμματος ομαδικής ασφάλισης, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζομένου από την υπηρεσία της εναγόμενης, διατηρούσας ως εκ τούτου της ενάγουσας αξίωση έναντι της εναγόμενης πλέον, λόγω της ως άνω εκτεθείσας ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, συνισταμένη στο ποσό που θα εισέπραττε αν δεν είχε τροποποιηθεί η οικεία ασφαλιστική σύμβαση, δηλαδή στο ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων τριακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και είκοσι ενός λεπτών (42.355,21 ευρώ) [2.689,22 ευρώ (μηνιαίος μισθός, κατά το τελευταίο έτος) χ 15,75 έτη] (βλ. άρθρα 4, 7 και 9 του ασφαλιστηρίου)." Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 της από 23-3-2006 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και του Συλλόγου Εργαζομένων της, οι οποίες διατάξεις έχουν ως εξής: "Θα εξετασθεί η αύξηση του πλαφόν του ειδικού Λογαριασμού "Εφάπαξ" που χορηγείται από την Πειραιώς Ζωής από 5.000 ευρώ σε 6.000 ευρώ και η κατάργηση του ελαχίστου ορίου παραμονής στην Τράπεζα των 15 ετών με σύμφωνη γνώμη Διοίκησης και Συλλόγου. Το "εφάπαξ" του ειδικού λογαριασμού θα χορηγείται με τους όρους και τις προϋποθέσεις του καταστατικού του, μόνο όταν ο εργαζόμενος συνταξιοδοτείται, όταν καταστεί ανίκανος για εργασία ή όταν αναγκάζεται να αποχωρήσει για οποιοδήποτε λόγο. Ο συνάδελφος παίρνει μόνο τις εισφορές του αν αποχωρήσει οικειοθελώς όσα χρόνια και αν έχει στην Τράπεζα." Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και της αντισυμβαλλόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας καταρτίστηκε σύμβαση διαχειριστικής ασφάλισης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. Α' μείζονα σκέψη. Με τη σύμβαση αυτή, η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθούν οι μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνηθέντες όροι, να καταβάλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης) τη συμφωνηθείσα παροχή (ασφάλισμα), η οποία αφαιρείται από τον λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις τόσο του εργοδότη όσο και του ασφαλισμένου, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων, η οποία (επάρκεια) αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της ως άνω παροχής στους εκάστοτε δικαιούχους. Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της προβλεπόμενης στο εδ. α' του άρθρου 16 της από 23-3-2006 ΕΣΣΕ μελλοντικής, κατόπιν συμφωνίας Διοίκησης (της Τράπεζας) και Συλλόγου (εργαζομένων), αύξησης του πλαφόν σε συνδυασμό με την κατάργηση του ελαχίστου ορίου παραμονής στην Τράπεζα των δεκαπέντε (15) ετών, το οποίο όριο ίσχυε από 1-8-2002 για όσους αποχωρούν πρόωρα από την υπηρεσία, ορίστηκε με τις κανονιστικές και άμεσης ισχύος διατάξεις των εδαφίων β' και γ' του άρθρου 16 της ανωτέρω ΕΣΣΕ, αφενός ότι το "εφάπαξ" του ειδικού λογαριασμού θα χορηγείται μόνο όταν ο εργαζόμενος συνταξιοδοτηθεί ή καταστεί ανίκανος για εργασία ή αναγκαστεί να αποχωρήσει για οποιοδήποτε λόγο (εδ. β') και αφετέρου ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί οικειοθελώς, ανεξαρτήτως ετών υπηρεσίας, λαμβάνει μόνο τις εισφορές που έχει καταβάλει (εδ. γ'), κατ' αυτόν δε τον τρόπο θεσπίστηκε διάκριση της πρόωρης αποχώρησης σε αναγκαστική και οικειοθελή,με διαφορετική για κάθε περίπτωση αντιμετώπιση. Ειδικότερα, όσον αφορά το επίμαχο εδάφιο γ', αφενός η χρήση ενεστώτος χρόνου ("ο συνάδελφος παίρνει") και αφετέρου η επισήμανση ότι σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης ο εργαζόμενος παίρνει μόνο τις εισφορές του "όσα χρόνια και αν έχει στην Τράπεζα" εκφράζουν σαφώς τη βούληση των συμβαλλομένων για άμεση ισχύ της εν λόγω διάταξης επί των οικειοθελώς αποχωρούντων, ακόμη και αν αυτοί έχουν συμπληρώσει την περίοδο αναμονής των δεκαπέντε (15) ετών, η οποία εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον χρόνο σύναψης της ως άνω Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προέβη μονομερώς και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση/συναίνεση των ασφαλισμένων στην κατάρτιση της υπ' αριθ. .../25-6-2010 πρόσθετης πράξης, κατά παράβαση των οριζομένων στην υπ' αριθ. 16 διάταξη της από 23-3-2006 επιχειρησιακής ΣΣΕ, σύμφωνα με την οποία απαιτούνταν σύμφωνη γνώμη του Συλλόγου των Εργαζομένων για τη μελλοντική κατάργηση της ασφαλιστικής περίπτωσης της πρόωρης αποχώρησης του εργαζομένου από την υπηρεσία, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 16 της ως άνω ΕΣΣΕ, ειδικώς όσον αφορά τους οικειοθελώς αποχωρούντες -όπως εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη- οι οποίοι, κατά τη ρητή κανονιστική και άμεσης ισχύος διάταξη του εδαφίου γ' του εν λόγω άρθρου, παίρνουν μόνο τις εισφορές τους αν αποχωρήσουν οικειοθελώς, όσα χρόνια και αν έχουν στην Τράπεζα. Κατά συνέπεια, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 16 της από 23-3-2006 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 872/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στο σύνολό της, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019). Στην εξεταζόμενη υπόθεση, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η διάταξη του εδαφίου γ' του άρθρου 16 της από 23-3-2006 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας είναι κανονιστική και άμεσης ισχύος και ότι τυγχάνει εφαρμοστέα στην περίπτωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αναιρείται δε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 872/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε αντίθετα, δεν υφίσταται δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το εν λόγω Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, καθότι το μόνο που απομένει σ' αυτό είναι η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν αναιρετικό τμήμα, να γίνουν δεκτοί α) η από 26-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5990/601/2021 έφεση και β) οι από 4-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2628/2305/2021) πρόσθετοι λόγοι, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 16 της από 23-3-2006 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης και των προσθέτων λόγων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 1690/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να απορριφθεί η από 10-2-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2673/2240/2020) αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχουν υποβληθεί από αυτές αντίστοιχα αιτήματα, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, δεν έχει όμως δικαίωμα να αξιώσει ο αναιρεσείων με την αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, καθώς και της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, διότι, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, επιτρέπεται η απόδοση μόνο εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε με την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση, συνεπώς όχι και των εξόδων της αναγκαστικής ή της εκούσιας εκτέλεσης, που οφείλονται με βάση το νόμο (ΑΠ 177/2019, ΑΠ 666/2017, ΑΠ 1838/2011, ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 8/2008). Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον λόγω της επικύρωσης αυτής θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (ΟλΑΠ 22/2006, ΑΠ 1406/2009, ΑΠ 143/2008, ΑΠ 648/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 14-11-2022, ήτοι την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην επιστροφή του συνολικού ποσού των 54.674,76 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε και αναλύεται ως εξής: α) 42.355,21 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο με την υπ' αριθ. 1690/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 872/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, β) 9.381,66 ευρώ για τόκους υπερημερίας του ως άνω κεφαλαίου, από το οποίο ποσό παρακρατήθηκε φόρος 15% που αντιστοιχεί σε 1.407,25 ευρώ και συνεπώς είναι αποδοτέο το ποσό των 7.974,41 ευρώ, γ) 2.000 ευρώ για επιδικασθέντα με την πρωτόδικη απόφαση δικαστικά έξοδα, δ) 2.080 ευρώ για αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, Εμμανουήλ Βογιατζάκη, για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή, ε) 50 ευρώ για αμοιβή δικαστικού επιμελητή και 6) 215,14 ευρώ για τέλος απογράφου της ως άνω υπ' αριθ. 1690/2021 απόφασης. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η αίτηση επαναφοράς είναι νόμιμη μόνο ως προς τα υπό στοιχ. α', β' και γ' κονδύλια, ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Περαιτέρω, η αίτηση προαποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι: 1) Την από 9-6-2022 εξοφλητική απόδειξη ποσού 54.674,76 ευρώ, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης, Εμμανουήλ Βογιατζάκη, 2) το από 9-6-2022 extrait της αναιρεσείουσας Τράπεζας Πειραιώς για μεταφορά του ποσού των 54.674,76 ευρώ σε λογαριασμό του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και 3) την από 27-5-2022 εξουσιοδότηση της αναιρεσίβλητης προς τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο της για είσπραξη των ποσών που της οφείλονται με βάση την υπ' αριθ. 1690/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και υπογραφή της σχετικής εξοφλητικής απόδειξης. Συνεπώς, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της υπ' αριθ. 1690/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατάσταση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το εισπραχθέν ποσό των (42.355,21 + 7.974,41 + 2.000 =) 52.329,62 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 872/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 26-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5990/601/2021 έφεση και τους από 4-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2628/2305/2021) πρόσθετους λόγους. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 1690/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει την ένδικη από 10-2-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2673/2240/2020) αγωγή. Απορρίπτει την αγωγή. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, όλων των βαθμών δικαιοδοσίας. Δέχεται την από 14-11-2022 αίτηση επαναφοράς. Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πενήντα δύο χιλιάδων τριακοσίων είκοσι εννέα και εξήντα δύο λεπτών (52.329,62) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ