Αριθμός 1433/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Μαρί Δεργαζαριάν και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία «B. H. & I. S..A.., η οποία εδρεύει στο Λουξεμβούργο, δεν διαθέτει ελληνικό Α.Φ.Μ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Χριστακάκου - Φωτιάδη. Της αναιρεσιβλήτου: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", η οποία εδρεύει στη Λευκωσία της Κύπρου, είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Εγγλέζο, ο οποίος ανακάλεσε την από 28-4-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 828/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1849/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 828/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια και παρέπεμψε την υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ.527/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2020 αίτησή της και τους από 12-4-2021 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "B. H. & I. «S. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", την από 11.8.2010 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη Τράπεζα οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα ποσά των 8.708.891,30 ευρώ και 1.000.000 ευρώ, αντίστοιχα, προς ανόρθωση της περιουσιακής ζημίας και αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτή, ενεχυρική οφειλέτρια της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, από την υπαίτια και καταχρηστική άρνηση της τελευταίας να εκπληρώσει σύμβαση που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους με αντικείμενο την αντικατάσταση του ενεχυρικού αντικειμένου (ονομαστικές μετοχές εκδόσεως τρίτης τράπεζας που ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας), με αποτέλεσμα την απομείωση της αξίας του και την απώλεια της ευκαιρίας επαυξήσεως της περιουσίας της δια της πωλήσεως και μετατροπής των μετοχών αυτών σε τίτλους άλλης τράπεζας, η οποία είχε απευθύνει στους μετόχους δημόσια πρόταση εξαγοράς τους με ευνοϊκούς όρους υπό τις ειδικότερα εκτεθείσες περιστάσεις. Για τη θεμελίωση της αγωγής της η ενάγουσα επικαλέστηκε σωρευτικά ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της αντιδίκου της, που χωρίς βλάβη των δικών της συμφερόντων, μιας και της προσφέρθηκε ισάξια και ισοδύναμη εμπράγματη εξασφάλιση, μπορούσε να συμπράξει ώστε να επιτευχθεί το σκοπούμενο, επωφελές γι' αμφοτέρους τους διαδίκους, αποτέλεσμα της ανταλλαγής των μετοχών, απαλλαγμένων από το ενεχυρικό βάρος, με άλλες μεγαλύτερης αξίας στα πλαίσια της ως άνω δημόσιας πρότασης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την υπ' αριθ. 184/2012 απόφασή του απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση (με πρόσθετους λόγους), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 828/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατ' αμφότερες τις βάσεις της. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 20-5-2015 αίτηση αναιρέσεως και τους από 7-12-2015 πρόσθετους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1849/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η πιο πάνω απόφαση αναιρέθηκε κατά τα κεφάλαιά της που αφορούσαν στην αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης και μόνον, για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 281, 914, 919 και 1224 ΑΚ, κρίνοντας ότι η προσβληθείσα με την αναίρεση απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν θα ήταν εξασφαλισμένη σε περίπτωση άρσεως του ενεχύρου, δεδομένου ότι δεν παραθέτει αιτιολογία για την επάρκεια και προσφορότητα της εξασφαλίσεως, που πρότεινε η αναιρεσείουσα (κατά τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς). Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση, έγινε δεκτό ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τη νομιμότητα της ιστορικής και νομικής βάσης που είχε περιληφθεί στην αγωγή από το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994, μολονότι τα σχετικώς προταθέντα είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι κατέτειναν στη θεμελίωση του ασκηθέντος με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος αποζημιώσεως και ήσαν κατά το νόμο ικανά να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως που προσβλήθηκε με την αναίρεση. Τέλος, με την ίδια απόφαση απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι λόγω αοριστίας λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 αντίστοιχα, με τους οποίους επλήγη η απορριπτική κρίση της εφετειακής απόφασης ως προς τη βάση της αγωγής, τη στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης. Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την από 2.1.2018 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την άνω αγωγή της, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ` αριθ. 527/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την υπ` αριθ. 184/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία και απέρριψε τελικά στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 19-5-2020 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 132/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, η 17-5-2021, η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 12-4-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 13-4-2021, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο. Από τις υπ' αριθμ…. και ……/14-4-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι. Χ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, η οποία και επέσπευσε τη συζήτηση, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη και τον νόμιμο εκπρόσωπο, πληρεξούσιο και αντίκλητό της Ευστάθιο Ποταμίτη, στις 14-4-2021, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή το διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί ή ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στα έξοδα του αντιδίκου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. β` του ίδιου κώδικα, το δικαστήριο δεν προχωρεί στην συζήτηση του ενδίκου μέσου ώσπου να κατατεθεί η εγγύηση που διέταξε σχετικά με το ένδικο αυτό μέσο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την επιβολή της προβλεπόμενης εγγύησης, απαιτείται κατ` αρχήν αίτηση του εναγομένου, καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο, η οποία προκειμένου για την συζήτηση ενδίκου μέσου υποβάλλεται με τις προτάσεις κατά την πρώτη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου (άρθρο 263 περ. γ' ΚΠολΔ) και περαιτέρω η συνδρομή προφανούς κινδύνου ότι ενδεχόμενη καταδίκη του αιτούντος την παροχή έννομης προστασίας στα έξοδα δεν θα καταστεί δυνατό να εκτελεσθεί. Κριτήριο επομένως της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσεως της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους. Τέλος προφανής είναι ο κίνδυνος όταν καθίσταται έκδηλος από τα υπάρχοντα στοιχεία, χωρίς να απαιτείται η διεξαγωγή προς τούτο απόδειξης (ΑΠ 167/2015, ΑΠ 1876/2009, ΑΠ 990/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις της, που κατατέθηκαν 20 ημέρες πριν τη δικάσιμο (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία, λόγω υπάρξεως προφανούς κινδύνου αδυναμίας εισπράξεως των τυχόν επιδικασθησομένων δικαστικών εξόδων σε περίπτωση ήττας της. Η αίτηση αυτή, η οποία τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθόσον από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα που τυχόν θα της επιβληθούν για την παρούσα δίκη. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, που τον προβλέπει, αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτήν, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο. Και αυτό για να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής λύση που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1849/2017 αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι η ενάγουσα, προς θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας αξιώσεώς της προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, επικαλέσθηκε επί πλέον και την ευθύνη της εναγομένης Τράπεζας ως παρόχου τραπεζικών υπηρεσιών έναντι της ενάγουσας, η οποία ως εγγυήτρια τραπεζικού δανείου και ενεχυρική οφειλέτιδα είχε την ιδιότητα του καταναλωτή, σύμφωνα με τη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 8 ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, που αποτελεί εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης, πλην όμως η βάση αυτή δεν ερευνήθηκε τόσο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρότι η ενάγουσα παραπονέθηκε σχετικά με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, με συνέπεια να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων. Για το λόγο αυτό αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 828/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 527/2019 απόφασή του, συμμορφούμενο προς την άνω αναιρετική απόφαση, ερεύνησε την βάση αυτή της αγωγής, την οποία και απέρριψε τελικά ως ουσία αβάσιμη, αφενός μεν λόγω της παραδοχής ότι δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, που είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση και της από το άρθρο 8 ν. 2251/1994 βάσεως της ένδικης αγωγής, αφετέρου δε λόγω της παραδοχής ότι η ενάγουσα δεν υπάγεται στο προστατευτικό πεδίο της ως άνω διάταξης, ως μη έχουσα την ιδιότητα του καταναλωτή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ήδη η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθ. 1859/2017 αναιρετική απόφαση, καθόσον, ενώ με την απόφαση αυτή είχε ήδη δεσμευτικά λυθεί αφενός το ουσιαστικό ζήτημα της υπαγωγής της στο προστατευτικό πεδίο του ν. 2251/1994 και αφετέρου το δικονομικού δικαίου ζήτημα της παραβιάσεως της συζητικής αρχής αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων από την παράλειψη του Εφετείου να ερευνήσει στην ουσία του τον σχετικό πρώτο πρόσθετο λόγο της εφέσεώς της, παρά ταύτα α) δεν εξετάστηκε από το Εφετείο η επί της ουσίας συνδρομή των όρων του άρθρου 8 ν. 2251/1994, ενώ έγινε επίκληση της πρότερης διαπίστωσης έλλειψης ευθύνης της αναιρεσίβλητης κατά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ, πράγμα που παρακάμπτει το άνω λυθέν δικονομικό ζήτημα της υποχρέωσης λήψεως υπόψη αυτοτελών ισχυρισμών που θεμελιώνουν το ασκούμενο δια της αγωγής δικαίωμα, και β) κρίθηκε ότι αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του ν. 2251/1994, κατά παράβαση του λυθέντος με την αυτή αναιρετική απόφαση ως άνω ουσιαστικού ζητήματος, με την οποία έγινε δεκτό το ακριβώς αντίθετο. Σύμφωνα, όμως, με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, το επιλαμβανόμενο, μετά την αναίρεση, δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την πιο πάνω αναιρετική απόφαση και συμμορφούμενο προς αυτήν, όσον αφορά το επιλυθέν νομικό ζήτημα, ορθά έκρινε κατ' αρχάς με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που έκρινε ότι στην ένδικη αγωγή περιλαμβάνονταν ιστορική και νομική βάση από το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994, και ορθά ερεύνησε περαιτέρω την ουσιαστική βασιμότητα της βάσεως αυτής της αγωγής και δη τόσο αν υπήρξε παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης όσο και αν η ενάγουσα είχε την ιδιότητα του καταναλωτή, μη δεσμευόμενο περί τούτου από την αναιρετική απόφαση, με την οποία είχε κριθεί μόνον ότι η ένδικη αγωγή, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στηρίζονταν και στο άρθρο 8 του Ν. 2251/1994 και δεν υπήρξε απόφανση επί της ουσιαστικής βασιμότητας της βάσεως αυτής ως προς τα άνω ζητήματα. Υπό τα δεδομένα αυτά ο, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ερευνώμενος λόγος της νέας αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω πλημμέλειες είναι αβάσιμος, καθ' όλες τις αιτιάσεις αυτού και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1209, 1210, 1211 εδ. β`, 1218 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικώς προς τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 35 - 47 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", όταν το ενέχυρο συνιστάται προς ανώνυμη εταιρία, περιεχόμενο και σκοπός του είναι η προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης από την αξία του ενεχυριασμένου πράγματος. Και τούτο γιατί το ενέχυρο είναι δικαίωμα αξίας, η οποία θα πάρει τη μορφή του πλειστηριάσματος όταν το πράγμα εκποιηθεί αναγκαστικά με πρωτοβουλία του δανειστή. Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και επί ανωνύμων τίτλων, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών, δηλαδή ως προς τη σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, την ενεχυρική σχέση, την εκποίηση και την απόσβεση του ενεχύρου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη προκύπτει αντίθετη ρύθμιση (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017). Εξάλλου, από τα άρθρα 297, 298, 330, 1224 εδ. α`, 1235 αρ. 1, 1243 αρ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγεται ότι ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, και μόνο εφόσον απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του ενεχύρου (πράγματος ή απαιτήσεως) παρέχεται το δικαίωμα και δεν δημιουργείται υποχρέωση στον εκάστοτε ενεχυρούχο δανειστή να ζητήσει από το δικαστήριο να του παρασχεθεί η άδεια να πωλήσει το ενέχυρο με πλειστηριασμό, εκτός αν ο ενεχυραστής οφειλέτης συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα στην εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Στην περίπτωση δε που από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου (ΑΠ 376/2020, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1849/2017). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 περί "προστασίας καταναλωτών", που αφορά την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3587/2007, όριζε μεταξύ άλλων και τα εξής: 1." Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1). 2. "Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β`). 3. "Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3). 4."Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α)`. 4. "Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών ..." (παρ. 4 εδ. β`). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφισταμένη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητος, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της αποδείξεως της ελλείψεώς της, ως κριτήρια δε για την εκτίμηση της υπάρξεως υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκωμένη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος τις υπηρεσίες, εφ` όσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας και ασφαλείας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημιώσεως και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Ειδικότερα η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του προς αποφυγή κινδύνων αλλά με την έλλειψη ασφαλείας των υπηρεσιών που θεμιτά δικαιούται ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του, στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, δηλαδή με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε κατά το νόμο, ή τη σύμβαση, ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές και προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα (ΑΠ 1134/2017, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 589/2001). Υπό τη συνδρομή, λοιπόν, των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής (ΑΠ 1400/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων. Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ` αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ` άρθρο 847 ΑΚ, γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης-δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ίδιου παραπάνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητά στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ενόψει των άνω εκτεθέντων: Α) Ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994. Β) Ο εγγυητής υπέρ τέτοιου δανειολήπτη και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης (Ολ.ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020). Αντίθετα, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο εγγυητής υπέρ δανειολήπτη επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου, ο οποίος ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1268/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. …./18.9.1998 συμβάσεως δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας και της τρίτης - μη διαδίκου αλλοδαπής, εδρεύουσας κατά το καταστατικό της στον Παναμά, εταιρίας με την επωνυμία «I. R. S. «S., η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη ως δάνειο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση κεφαλαιουχικών δαπανών της πιστολήπτριας, το χρηματικό ποσό των διακοσίων εβδομήντα ενός εκατομμυρίων (271.000.000) γιεν Ιαπωνίας, που θα έπρεπε να αποπληρωθεί εντόκως και τμηματικά σε δώδεκα [12] ίσες και διαδοχικές τριμηνιαίες δόσεις, της τελευταίας καταβλητέας στις 2.10.2001. Προς εξασφάλισή της η εναγόμενη έλαβε προσωπική και εμπράγματη ασφάλεια. Συγκεκριμένα, με την από 18.9.1998 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα, αλλοδαπή εδρεύουσα στο Λουξεμβούργο εταιρία, παρείχε προς την δανείστρια την ανεπιφύλακτη εγγύησή της για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρέους της πρωτοφειλέτριας από τη δανειακή σύμβαση, ενώ με την από 20.10.1998 σύμβαση εκχωρήσεως/ενεχυράσεως απαιτήσεων, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα συνέστησε ενέχυρο επί εκατόν εβδομήντα μιας χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα τριών (171.683) ονομαστικών μετοχών εκδόσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", σύμφωνα με τον προσωρινό τίτλο …./24.2.1997 και επί είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ονομαστικών μετοχών της ιδίας εκδότριας, σύμφωνα με τον προσωρινό τίτλο …./5.10.1998, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης από τις ανωτέρω συμβάσεις (δανείου και εγγυήσεως). Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. …/23.9.1998 συμβάσεως δανείου, η εναγομένη χορήγησε στην «I. R. S. «S. ως νέο δάνειο για τον ίδιο σκοπό και υπό τους αυτούς όρους το χρηματικό ποσόν του ενός εκατομμυρίου δολαρίων Η.Π.Α. (1.000.000 $) και δυνάμει ταυτόχρονης σύμβασης παροχής εγγυήσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα παρείχε εκ νέου την ανεπιφύλακτη εγγύησή της προς την εναγομένη για την ολοκληρωτική και εμπρόθεσμη εξόφληση όλων των οφειλών της πρωτοφειλέτριας, ενώ με την από 24.11.1998 σύμβαση εκχωρήσεως/ενεχυράσεως απαιτήσεων συνέστησε ενέχυρο επί εξακοσίων ογδόντα έξι χιλιάδων επτακοσίων τριάντα δύο (686.732) ονομαστικών μετοχών της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", σύμφωνα με τον με αριθμό …/10.11.1998 προσωρινό τίτλο σειράς Α' και επί εκατόν δεκαέξι χιλιάδων (116.000) ονομαστικών μετοχών της ιδίας εκδότριας, σύμφωνα με τον με αριθμό …/10.11.1998 σειράς Α' όμοιο, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης από αμφότερες τις υπ' αριθμ. …./ 18.9.1998 και …./ 23.9.1998 συμβάσεις δανείου και τις αντίστοιχες συμβάσεις εγγυήσεως. Ακολούθως, η δανειολήπτρια εταιρία «I. R. S. «S., έλαβε και νέες πιστώσεις από την ενάγουσα, η οποία, συγκεκριμένα, της χορήγησε δυνάμει των υπ' αριθμ. …./29.4.1999, …../3.9.1999 και …./15.12.1999 τριών [3] συμβάσεων πιστώσεως επί ανοικτού τρεχούμενου λογαριασμού, χρηματικά ποσά ενός εκατομμυρίου δολαρίων Η.Π.Α. (1.000.000 $), δύο εκατομμυρίων δολαρίων Η.Π.Α. (2.000.000 $) και δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων δολαρίων Η.Π.Α. (2.500.000 $), αντίστοιχα. Με ταυτόχρονες συμβάσεις η ενάγουσα εγγυήθηκε την αποπληρωμή κάθε υπολοίπου των πιστωτικών συμβάσεων και στη συνέχεια με την από 18.4.2000 σύμβαση εκχωρήσεως/ενεχυράσεως απαιτήσεων συνέστησε ενέχυρο επί ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων είκοσι χιλιάδων διακοσίων ενενήντα επτά (1.820.297) άυλων κοινών ονομαστικών μετοχών της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" και επί διακοσίων τριάντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα έξι (239.446) άυλων προνομιούχων ονομαστικών μετοχών της ίδιας εκδότριας Τράπεζας προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης από όλες τις πιστωτικές συμβάσεις που προηγήθηκαν και τις αντίστοιχες εγγυητικές συμβάσεις. Τα ενέχυρα, που αφορούσαν σε μετοχές τραπεζικής εταιρίας εισηγμένης σε οργανωμένη αγορά και διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (στο εξής ΧΑΑ), συστήθηκαν κατά τις ειδικές διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 και μετά τη νομότυπη, όπως δεν αμφισβητείται, γνωστοποίηση εκάστης ενεχυριάσεως των ως άνω ονομαστικών απαιτήσεων στην εκδότρια των μετοχών και οφειλέτριά τους, επήλθε εκχώρησή τους προς την εναγόμενη, η οποία κατέστη νομέας τους και μοναδική δικαιούμενη στην είσπραξή τους, ενώ η κυρία των μετοχών - ενάγουσα αποστερήθηκε του δικαιώματος να μεταβιβάσει τους τίτλους περαιτέρω, έστω βεβαρυμένους, δικαιούμενη μόνο να απαιτήσει την επανεκχώρησή τους σε. περίπτωση αποσβέσεως του ασφαλισμένου χρέους. Όμως, η συμβατική σχέση πιστώτριας και πρωτοφειλέτριας δεν είχε ομαλή εξέλιξη, δεδομένου ότι η τελευταία δεν τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της καθυστερώντας την αποπληρωμή των δόσεων των δανείων και εμφανίζοντας χρεωστικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς των λοιπών πιστώσεων. Για το λόγο αυτό η εναγόμενη κατήγγειλε τις δανειακές συμβάσεις και έκλεισε τους ανοικτούς λογαριασμούς, ζήτησε δε και πέτυχε την έκδοση των με αριθμούς … και …/2003 δύο [2] διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκαν με τις με αριθμούς …/2007 και …./2007 αντίστοιχες όμοιες, με τις οποίες πρωτοφειλέτρια και εγγυήτρια υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εντόκως στη δανείστρια το συνολικό χρηματικό ποσόν των οκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων ενενήντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα δύο ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (8.895.492,93 €). Κατά των διαταγών αυτών οι καθ' ων αυτές εκδόθηκαν αμύνθηκαν με την άσκηση ανακοπών, επί των οποίων κατά το θέρος του έτους 2006 είχαν εκδοθεί απορριπτικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των οποίων εκκρεμούσαν αντίστοιχες εφέσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως της αντιδικίας τους ως προς το κύρος των διαταγών πληρωμής, των οποίων σε χρόνο μεταγενέστερο του κρίσιμου επήλθε η αμετάκλητη ακύρωση, οι διάδικοι συνομολογούν ότι ήδη από το έτος 2003 διαπραγματεύονταν τους όρους ενδεχόμενης ρευστοποίησης των ενεχυριασμένων μετοχών ενόψει της διαρκώς αυξητικής τότε πορείας της χρηματιστηριακής τιμής τους. Στις 2.11.2006 επιδόθηκε, μεταξύ άλλων αποδεκτών της και, στην ενάγουσα η από 29.10.2006 εξώδικη πρόσκληση, δήλωση, διαμαρτυρία και όχληση της εναγομένης, στην οποία γίνεται αναφορά στην κατά το χρονικό εκείνο σημείο αξία των ενεχυριασμένων τίτλων, που ανερχόταν στο συνολικό χρηματικό ποσόν των δεκαεπτά εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων πεντακοσίων δεκαεννέα ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (17.200.519,76 €), καθώς και στην "παρατηρούμενη άνοδο της αξίας των ως άνω μετοχών [που] υπερκαλύπτει την ήδη ληξιπρόθεσμη οφειλή..." της ενάγουσας. Με τα δεδομένα αυτά η εναγόμενη με το ίδιο δικόγραφο δήλωσε ότι "...θα ανταποκριθούμε σε αίτημα των καθ' ων να ρευστοποιηθούν οι ως άνω μετοχές προς εξόφληση των οφειλών τους και απόδοση σε αυτούς του υπολοίπου με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μας, άλλως επιφυλασσόμεθα για την με δική μας πρωτοβουλία εκποίηση των ανωτέρω ενεχυρασθεισών μετοχών κατά τη μόνη και απόλυτη κρίση μας, ως έχομε το δικαίωμα". Για λόγους που κανείς διάδικος δε διευκρινίζει ούτε η ενάγουσα απάντησε στην εξώδικη πρόσκληση που έλαβε ούτε η εναγόμενη προχώρησε μονομερώς στη ρευστοποίηση των ενεχυριασμένων μετοχών, προκειμένου να εξοφληθούν οι απαιτήσεις της και να αποδοθεί το (βέβαιο) πλεόνασμα στην ενεχυράστρια (είτε δια της επανεκχωρήσεως όσων μετοχών δε θα χρειαζόταν να ρευστοποιηθούν είτε δια της καταβολής του υπολοίπου, μετά την εξόφληση του ασφαλισμένου χρέους, μέρους του επιτευχθέντος τιμήματος). Πάντως, γεγονός είναι ότι στην ίδια εξώδικη δήλωση γίνεται λόγος μόνο για ρευστοποίηση των μετοχών, δηλαδή για χρηματιστηριακή πώλησή τους και όχι για άλλης μορφής αξιοποίησή τους. Και τούτο μολονότι κατά το ίδιο εκείνο χρονικό σημείο (2.11.2006) είχε κυκλοφορήσει το από μηνός Οκτωβρίου 2006 πληροφοριακό δελτίο της κυπριακής Λαϊκής Τράπεζας, με το οποίο έγινε γνωστή στο επενδυτικό κοινό η υποβολή εκ μέρους της, κατά τους όρους του Ν. 3461/2006, προαιρετικής δημόσιας πρότασης απευθυνόμενης προς όλους τους κατόχους κοινών και προνομιούχων μετοχών ονομαστικής αξίας εκάστης ενός ευρώ και δεκαεπτά λεπτών (1,17 €), καθώς και προς όλους τους δικαιούχους ομολογιών μετατρέψιμων σε κοινές και προνομιούχες μετοχές της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", με την οποία η κυπριακή Τράπεζα ενεργώντας με σκοπό εξαγοράς του συνόλου των μετοχών και των μετατρέψιμων ομολογιών αυτής, προσφέρθηκε να καταβάλει για κάθε μία [1] μετοχή και μετατρέψιμη ομολογία, για την οποία θα υποβαλλόταν νομίμως και εγκύρως δήλωση αποδοχής κατά τους όρους του πληροφοριακού δελτίου, περισσότερες (και συγκεκριμένα 1,2090) δικές της μετοχές. Με δεδομένο ότι η τιμή έκδοσης εκάστης μετοχής της Λαϊκής Τράπεζας είχε υπολογιστεί στο χρηματικό ποσό των πέντε ευρώ και είκοσι ενός λεπτών (5,21 €), η αξία που θα περιερχόταν στην περιουσία κάθε μετόχου της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", που θα αποδεχόταν τη δημόσια πρόταση, ανερχόταν σε έξι ευρώ και τριάντα λεπτά (6,30 €) για κάθε μετοχή που θα μετατρεπόταν. Στόχο της δημόσιας αυτής πρότασης αποτελούσε η μετατροπή της Λαϊκής Τράπεζας σε μητρική εταιρεία των ομίλων της "Marfm Financial Group ΑΕ Συμμετοχών" και της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", προκειμένου να διαμορφωθεί ένας νέος ισχυρός χρηματοοικονομικός όμιλος, ο οποίος θα προσέφερε στους πελάτες του το σύνολο των τραπεζικών και επενδυτικών προϊόντων και υπηρεσιών, με σημαντική παρουσία τόσο στην Ελλάδα και την Κύπρο όσο και διεθνώς αλλά και με ουσιαστικές προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης. Εξάλλου, ρητά οριζόταν στο εν λόγω πληροφοριακό δελτίο ότι ως μετοχές υποκείμενες στη δημόσια πρόταση νοούνται όλες οι μετοχές της εκδότριας εταιρίας, κοινές και προνομιούχες, ονομαστικής αξίας εκάστης ενός ευρώ και δεκαεπτά λεπτών (1,17 €) μεθ' όλων των υφιστάμενων και μελλοντικών δικαιωμάτων, αξιώσεων και απαιτήσεων που, σύμφωνα με το καταστατικό της και το νόμο, ενσωματώνονται, περιέχονται, συνδέονται ή απορρέουν από αυτές, αρκεί να έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο ΧΑΑ έως τη λήξη της περιόδου αποδοχής και να είναι ελεύθερες από κάθε πραγματικό και νομικό ελάττωμα και κάθε εν γένει εμπράγματο ή ενοχικό βάρος ή δέσμευση υπέρ τρίτου, κατάσχεση ή διεκδίκηση εκ μέρους τρίτων. Ως περίοδος δε αποδοχής της δημόσιας πρότασης ομοίως ρητώς ορίστηκε το χρονικό διάστημα από της 1ης.11.2006 ώρα ογδόη πρωινή έως τις 21.12.2006 με το τέλος της λειτουργίας των ωραρίων των τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα. Από το περιεχόμενο της δημόσιας πρότασης, συνάγεται σαφώς ότι για να επιτευχθεί νομικά η μετατροπή των μετοχών της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" σε μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας έπρεπε αυτές να μη βαρύνονται με ενέχυρο. Έτσι, υπό τα τότε δεδομένα, ούτε η ενεχυράστρια - ενάγουσα μπορούσε να μετάσχει στο δικό της όνομα στη διαδικασία ανταλλαγής, αφού λόγω της καταπιστευτικής εκχωρήσεως των τίτλων που επήλθε ως αποτέλεσμα της ενεχυριάσεώς τους είχε στερηθεί το δικαίωμα να τις νέμεται και να τις μεταβιβάζει περαιτέρω, ούτε η ενεχυρούχος δανείστρια - εναγόμενη είχε τη δυνατότητα να τις μετατρέψει σε μετοχές της προτείνουσας, αφού ούσες βεβαρυμένες δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από αυτήν. Παρά δε το γεγονός ότι η ανταλλαγή των ενεχυριασμένων μετοχών με τίτλους της δημοσίως προτείνασας θα μπορούσε καταρχήν να αποβεί επωφελής γι' αμφοτέρους τους διαδίκους, αφενός μεν, επειδή θα αύξανε η ποσότητα (ο αριθμός) των τίτλων που εξασφάλιζαν τις απαιτήσεις της εναγομένης και, αφετέρου, διότι θα αυξανόταν η αξία του ενεχυράσματος ώστε, μετά την ενδεχόμενη εξόφληση του ασφαλισμένου χρέους, είτε να απελευθερωθεί μεγαλύτερος αριθμός μετοχών είτε, αν αυτή είχε πραγματοποιηθεί με το προϊόν της ρευστοποιήσεως των μετοχών, να αποδοθεί στην ενεχυράστρια μεγαλύτερο χρηματικό ποσό, εντούτοις, η άρση του ενεχυρικού βάρους αποτελούσε για την ενάγουσα κίνδυνο απώλειας της εμπράγματης εξασφαλίσεώς της. Αν αυτό συνέβαινε, η μετατροπή των μετοχών δεν θα την ευνοούσε, αφού η αυξημένη αξία των νέων μετοχών έναντι των παλαιών δεν θα της παρείχε κανένα όφελος, δεδομένου ότι θα είχε αποξενωθεί από τη νομή των τίτλων, ενώ παράλληλα η διατήρηση του υφισταμένου ενεχύρου θα επιδείνωνε την οικονομική της θέση μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν παρέμενε, μετά την ανταλλαγή, σταθερή αλλά ελαττωνόταν η χρηματιστηριακή αξία των μετοχών της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", που δεν θα είχαν μετατραπεί. Αντιστοίχως, κίνδυνο για τα οικονομικά συμφέροντα της ενάγουσας αποτελούσε, αντιθέτως, η μη συμμετοχή της στη διαδικασία της δημόσιας πρότασης, αφού θα έχανε την ευκαιρία επωφελούς ανταλλαγής των μετοχών της με ευνοϊκή αναλογία. Ο κίνδυνος αυτός συνίστατο καταρχάς στο ενδεχόμενο απώλειας κερδών, μπορούσε, όμως, να επιφέρει και θετική ζημία στην περιουσία της, στην ίδια ανωτέρω περίπτωση της απομειώσεως της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", που δεν θα συμμετείχαν στη διαδικασία της ανταλλαγής. Τότε, η μεν ενάγουσα (ενν: εναγομένη) θα διατηρούσε την απαίτησή της κατά της πρωτοφειλέτριας, καθώς και την προσωπική εγγύηση της ενάγουσας, θα περιοριζόταν δε μόνον η αξία της ενεχυρικής της καλύψεως, όμως, η εναγόμενη (ενν: ενάγουσα) θα αντιμετώπιζε ουσιώδη μείωση της [ενεχυριασμένης] περιουσίας της. Από τα ανωτέρω καθίσταται φανερό, πρώτον, ότι ήταν ενδεδειγμένη η ανεύρεση τρόπου διασφαλίσεως της εναγόμενης, ώστε να αξιοποιηθεί από την ενάγουσα η ευκαιρία που ανέκυψε και, δεύτερον, ότι το σχετικό βάρος έφερε αυτή η τελευταία, που διέτρεχε το μεγαλύτερο κίνδυνο, ιδίως αν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί της περί του ότι η πτώση της τιμής των μετοχών της ήταν βέβαιη, αν παρερχόταν άπρακτη η προθεσμία μετατροπής που ορίστηκε με το ως άνω πληροφοριακό δελτίο. Παρά ταύτα και μολονότι η μεν ως άνω προθεσμία δεν ήταν απεριόριστη τα δε νομικά και πραγματικά ζητήματα που ανέκυπταν δεν ήταν ευχερώς αντιμετωπίσιμα, ο μάρτυρας της ενάγουσας Ν. Π. καταθέτοντας στο ακροατήριο διαψεύδει τους ισχυρισμούς της περί αμέσου ενάρξεως διαπραγματεύσεων αναφέροντας ότι οι σχετικές συζητήσεις μεταξύ αυτού και του Κ. Κ. του Ε. [μετόχου της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ, μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτής και εγγυητή της αποπληρωμής άλλων, πλην των ενδίκων, απαιτήσεων της εναγόμενης κατά της ενάγουσας], που ενεργούσαν κατ' εξουσιοδότηση των εγκατεστημένων στο Λουξεμβούργο διευθυντών της ενάγουσας H. - M. K. και J. D. και των Α.. Δ. [μάρτυρα ανταπόδειξης] και Γ.. Π., στελεχών της εναγομένης, που ενεργούσαν για λογαριασμό της, ξεκίνησαν μόλις στις "αρχές Δεκεμβρίου", καθώς και ότι επειδή "...δεν καταλήγαμε μάλλον κάπου...", προσκλήθηκε να μετάσχει σ' αυτές και ο δικηγόρος της ενάγουσας Π. Α.. Οι συζητήσεις αυτές δεν αποτυπώθηκαν σε έγγραφο, αφού τέτοιο, παρά τη σοβαρότητα του αντικειμένου τους, κανείς διάδικος δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται ότι συνέταξε. Πρώτη καταγραφή του περιεχομένου των διαπραγματεύσεων γίνεται σε email του Π.. Α., που αποστέλλεται στον Γ.. Π. στις 20.12.2006 και ώρα 12:01 μμ (μία [1] ημέρα δηλαδή πριν την εκπνοή της προθεσμίας αποδοχής της δημόσιας πρότασης). Στο μήνυμα αυτό ο συντάκτης του εκθέτει ότι για το πρόβλημα ως προς τη συμμετοχή των ενεχυριασμένων μετοχών στη διαδικασία της δημόσιας πρότασης, που συνίστατο στην ανάγκη απαλλαγής τους από το εμπράγματο βάρος, είχε ενημερωθεί από τους Π….. και Μ….. (ο οποίος δεν προκύπτει ότι ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης) και συνεχίζει αναφέροντας τα ακόλουθα: "...Χθες μιλήσαμε δύο φορές μαζί και σας εξέθεσα τις απόψεις μου σχετικά με τους τρόπους επιλύσεως του προβλήματος που έχει ανακύψει. Συγκεκριμένα, σας πρότεινα την ταυτόχρονη άρση του ενεχύρου της τραπέζης, την σύσταση ενεχύρου επί του δικαιώματος της B….. για την απόκτηση νέων μετοχών, την παροχή στην Τράπεζα ανεκκλήτου πληρεξουσίου από την B….., ώστε χωρίς κανένα πρόβλημα να προχωρήσει η μετατροπή των μετοχών επ' ωφελεία και του δανειστού και του οφειλέτου. Δυστυχώς με ενημερώσατε ότι η Τράπεζα δεν συζητά οποιαδήποτε λύση, η οποία εμπεριέχει την άρση του ενεχύρου. Θεωρώ ότι η στάση αυτή της Τραπέζης είναι εξαιρετικά σκληρή χωρίς παράλληλα να διαφυλάττει τα συμφέροντα της Τραπέζης και τα συμφέροντα της B…... Επίσης μου διατυπώσατε τους φόβους της Τραπέζης που προέρχονται από την άρση του ενεχύρου, οι οποίοι είναι καθαρά θεωρητικού επιπέδου Επειδή τα σχετικά όρια είναι σχεδόν ασφυκτικά, παρακαλώ να με ενημερώσετε είτε τηλεφωνικά ... είτε στο email μου για τις απόψεις σας. Η πλευρά μας έχει επεξεργαστεί τα κείμενα της συμβάσεως ενεχυριάσεως επί αύλων αξιών (νέα σύμβαση ενεχύρου), την εντολή και εξουσιοδότηση και την σύμβαση άρσεως ενεχυριάσεως αύλων αξιών, τα οποία σας αποστέλλω προς διευκόλυνσή σας. Στο σημείο αυτό θέλω να σημειώσω ότι όλες οι τράπεζες που έχουν παρόμοιο θέμα έχουν καταλήξει στο σχήμα που σας προτείνουμε και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Επαναλαμβάνω για μια ακόμα φορά ότι η Τράπεζά σας πρέπει να επιδείξει την άκρα επιμέλεια για την διαφύλαξη της αξίας του ενεχύρου αφού οι μετοχές αποτελούν περιουσία μας και είστε υποχρεωμένοι να διαφυλάξετε την αξία τους, άλλως η B…… επιφυλάσσεται όλων των δικαιωμάτων της. Τέλος, θέλω να τονίσω με μεγάλη έμφαση ότι σύμφωνα με απόλυτα βέβαιες πληροφορίες η μη μετατροπή των μετοχών θα επιφέρει καταστρεπτικά αποτελέσματα στην περιουσία της B….. (δηλαδή θα απομειωθεί πολύ η αξία των μετοχών) και αποκλειστικά υπεύθυνη θα είναι η Τράπεζα για τους λόγους που ανέφερα παραπάνω". Από το έγγραφο αυτό συνάγεται, πρώτον, ότι επαφή του δικηγόρου της ενάγουσας με την εναγομένη πραγματοποιείται το πρώτον στις 19.12.2006 και, μάλιστα, με διοικητικό στέλεχος της τράπεζας και όχι με νομικό της παραστάτη, δεύτερον ότι μόλις τότε (19.12.2006) διατυπώνονται συγκεκριμένες προτάσεις επί νομικών ζητημάτων, τρίτον, ότι οι προτάσεις αυτές αναφέρονται σε αντικατάσταση του υφισταμένου επί ονομαστικών απαιτήσεων ενεχύρου με ενέχυρο επί μέλλουσας απαιτήσεως (της απαιτήσεως δηλαδή της ενάγουσας έναντι της Λαϊκής Τράπεζας που θα ενσωματωνόταν στις νέες μετοχές, που τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της συμμετοχής των ενεχυριασμένων τίτλων, ελεύθερων από το ενέχυρο, στη διαδικασία της ανταλλαγής τους και, στη συνέχεια, της έκδοσης εκ μέρους της Λαϊκής Τράπεζας στο όνομα της ενάγουσας και της παραδόσεως σ' αυτήν ανάλογου αριθμού νέων μετοχών), τέταρτον ότι η νομική λύση της μεταβιβάσεως των μετοχών κατά κυριότητα στην εναγομένη με ταυτόχρονη σύναψη συμφωνίας επαναγοράς τους μετά τη μετατροπή, που προτάθηκε (όπως και η εναγομένη δεν αρνείται) στις 19.12.2006 είχε πλέον την επομένη εγκαταλειφθεί ακόμα και από την πλευρά της ενάγουσας, πέμπτον, ότι η επεξεργασία των σχεδίων συμβάσεων για την υλοποίηση της ως άνω προτάσεως (περί συστάσεως νέου ενεχύρου επί μέλλουσας απαίτησης) είχε γίνει μονομερώς από την ενάγουσα και η υποβολή τους στην εναγομένη έγινε το πρώτον στις 20.12.2006, οπότε τα χρονικά περιθώρια ήταν, αντικειμενικώς αλλά και κατά τη ρητή παραδοχή του Π.. Α. "σχεδόν ασφυκτικά" και έκτον, ότι οι προτάσεις της ενάγουσας προσέκρουσαν στη ρητή άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί οποιαδήποτε λύση προϋπέθετε άρση του ενεχύρου, το ενδεχόμενο της οποίας εμποιούσε "φόβους" στην ενεχυρούχο δανείστρια, οι οποίοι διατυπώθηκαν μάλιστα στις 19.12.2006 από τον Γ.. Π. στο συνομιλητή του (Π.. Α.), ο οποίος, όμως, στο ηλεκτρονικό μήνυμα που προπαρατέθηκε δεν επιχειρεί να τους ανασκευάσει με συγκεκριμένα επιχειρήματα, περιοριζόμενος να τους χαρακτηρίσει ως "καθαρά θεωρητικού επιπέδου". Στο ως άνω email η εναγομένη απάντησε αυθημερόν με επιστολή που επιδόθηκε την επομένη (21.12.2006 και ώρα 12:20 μμ, όπως προκύπτει από τη σχετικώς συνταχθείσα από τον δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π. υπ' αριθμ. …../21.12.2006 έκθεση επιδόσεως). Με την επιστολή της αυτή, που για λογαριασμό της υπογράφουν οι Α.. Δ. και Γ.. Π.ς, η εναγόμενη ενημερώνει τον Π.. Α. (ως πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας αλλά και του Κ.. Κ.) ότι, όπως και προφορικά του είχε δηλωθεί, "συναινεί στο αίτημά σας υπό την απαραίτητη προϋπόθεση να μην αρθεί το ενέχυρο επί των μετοχών ή τουλάχιστον να δοθεί ισάξια και ισοδύναμη εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της τράπεζας". Τη θέση της αυτή η εναγόμενη δικαιολογεί αναφέροντας στο ίδιο κείμενο ότι "Η τράπεζά μας δεν μπορεί να θέσει σε οποιονδήποτε κίνδυνο τα συμφέροντά της και των μετόχων της με την άρση ενεχύρου για την διευκόλυνσή σας ιδιαίτερα λόγω της εκκρεμούς μεταξύ μας αντιδικίας και ενόψει της συζήτησης της έφεσης που έχετε ασκήσει στην απόφαση 3463/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του πελάτη σας Διαταγής πληρωμής και η οποία συζητείται την 1/2/2007" και καταλήγει υποστηρίζοντας ότι "Για τυχόν μεταβολή της αξίας των μετοχών στο μέλλον (θετική ή αρνητική) η τράπεζα δεν έχει καμία ευθύνη, αντιθέτως με την εξώδικη επιστολή ημερομηνίας 29/10/2006 σας είχε γνωστοποιήσει ότι θα ανταποκρινόμασταν άμεσα σε τυχόν αίτημά σας για οικειοθελή ρευστοποίηση των ενεχυριασμένων μετοχών, στην οποία ο πελάτης σας δεν ανταποκρίθηκε". Με την επιστολή της αυτή η εναγόμενη εξέφρασε και πάλι (για πρώτη δε φορά εγγράφως) την άρνησή της να αποδεχθεί άρση του ενεχύρου και τις αντιρρήσεις της επιχείρησε να δικαιολογήσει αντικειμενικώς δια της αμφισβητήσεως του ισχυρισμού της ενάγουσας περί του ότι η μεταβολή της χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς της από τη Λαϊκή Τράπεζα θα ήταν οπωσδήποτε αρνητική και δια της προβολής, εμμέσως πλην σαφώς, του δικού της ισχυρισμού περί του ότι η σύσταση νέου ενεχύρου στο δικαίωμα της ενάγουσας να αποκτήσει νέες μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας δεν αποτελούσε ισάξια και ισοδύναμη εμπράγματη ασφάλεια (χωρίς, βέβαια, να διευκρινίζει στην επιστολή της τους λόγους που δικαιολογούσαν την άποψή της αυτή). Την άρνησή της συνέδεσε περαιτέρω με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, που δεν είχε στο πρόσφατο παρελθόν ανταποκριθεί στην ευκαιρία ρευστοποιήσεως των ενεχυριασμένων μετοχών όταν η χρηματιστηριακή τιμή τους έβαινε αυξανόμενη, ενώ παράλληλα είχε αμφισβητήσει δικαστικά το ύψος τη απαιτήσεως την οποία η εναγόμενη επιχείρησε να εξοπλίσει με εκτελεστό τίτλο. Οι αναφορές στα περιστατικά αυτά υποδηλώνουν έλλειψη εμπιστοσύνης της εναγόμενης απέναντι στην οφειλέτριά της, που χωρίς να έχει αρνηθεί το χρέος της, του οποίου μόνον το ακριβές ύψος αμφισβητούσε, παρέλειπε ταυτόχρονα επί μακρόν τη ρευστοποίηση των ενεχυριασμένων μετοχών της, ώστε να αποπληρώσει έστω το μη αμφισβητούμενο μέρος της οφειλής της. Από την ίδια επιστολή, όμως, καθόλου δεν προκύπτει ότι η εναγόμενη απαίτησε κατά τρόπο εκβιαστικό, όπως η αντίδικός της ισχυρίζεται, την παραίτηση αυτής της τελευταίας από τα ένδικα βοηθήματα κατά των διαταγών πληρωμής που εκκρεμούσαν. Και ναι μεν ο μάρτυράς της Ν. Π….. καταθέτει ότι το "...να παραιτηθούμε από τις ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής. Το είχαν θέσει κατά κάποιο τρόπο ως όρο...", όμως είναι ασαφής τόσο ως προς το πρόσωπο που έθεσε τέτοιον όρο όσο και ως προς το χρονικό σημείο που αυτός τέθηκε. Η προβολή τοιαύτης απαιτήσεως, αν είχε γίνει πριν από τις 19.12.2006 θα μνημονευόταν στο ως άνω email του Π.. Α., ενώ αν είχε γίνει στο μεσοδιάστημα έως τις 21.12.2006, ο τελευταίος θα το ανέφερε στο επόμενο ηλεκτρονικό μήνυμά του, περί του οποίου θα γίνει λόγος ευθύς πιο κάτω, όπως, όμως, δεν συμβαίνει. Άλλωστε, αν η εναγόμενη πίστευε ότι η προταθείσα σύσταση νέου ενεχύρου στη μελλοντική απαίτηση της ενάγουσας δεν την εξασφάλιζε επαρκώς, δεν θα ήταν εύλογο να υποχωρήσει από τη θέση της αυτή με αντάλλαγμα τον τερματισμό της αντιδικίας ως προς το κύρος του εκτελεστού της τίτλου. Πράγματι, αν έχανε την ασφάλεια, όπως φοβόταν ότι θα συνέβαινε, η τελεσιδικία των διαταγών πληρωμής δεν θα της παρείχε όφελος, αφού δεν θα υπήρχε ενέχυρο για την προνομιακή ικανοποίηση της επιδικασμένης απαιτήσεώς της. Σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι θεώρησε την πρόταση αυτή ως "ανήθικη, αισχροκερδή, καταπλεονεκτική και εκβιαστική" και την απέκρουσε, προφανώς, όμως, αυτό έγινε προφορικά, δεδομένου ότι κανένα σχετικό έγγραφο δεν προσκομίζει. Ανεξαρτήτως, πάντως, αυτών, στις 21.12.2006 και ώρα 5:33 μμ (μετά την εκπνοή της προθεσμίας αποδοχής της δημόσιας πρότασης) επακολουθεί αποστολή νέου email του Π.. Α., απευθυνόμενο προς τους Α.. Δ. και Γ.. Π., στο οποίο, μετά από σύντομη αναδρομή στις συζητήσεις που προηγήθηκαν, αναφέρεται ότι "...Προ ολίγων ωρών, η Τράπεζά σας πρότεινε ταυτόχρονη άρση του ενεχύρου, εξουσιοδότηση - εντολή και σύσταση ενεχύρου μέλλοντος πράγματος υπό τον όρο ρευστοποιήσεως από εμάς των μετοχών τραπέζης Εγνατίας που θα μετετρέποντο σε μετοχές τραπέζης Λαϊκής μέχρι του ποσού των 13.800.000. Για λόγους αδιευκρίνιστους υπαναχώρησε από την πρόταση αυτή ενώ εμείς προφορικά είχαμε συμφωνήσει και ετοιμάζαμε τα σχετικά έγγραφα...". Επί του ηλεκτρονικού αυτού μηνύματος δομείται ολόκληρος ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι τις πρωινές ώρες της 21ης.12.2006 επήλθε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη συναινούσε στην άρση του υφισταμένου ενεχύρου, η ενάγουσα θα παρείχε προς αυτήν ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα για την αποδοχή της δημόσιας πρότασης, από τις νέες μετοχές θα πωλούνταν τόσες ώστε το τίμημά τους να αντιστοιχεί σε δεκατρία εκατομμύρια οκτακόσιες χιλιάδες ευρώ (13.800.000 €) [ποσό δηλαδή ίσο προς το ασφαλισμένο χρέος, όπως η τράπεζα το αποτιμούσε τότε], επί του τιμήματος αυτού θα συστηνόταν νέο ενέχυρο που θα αντικαθιστούσε στο σύνολό του το υφιστάμενο, οι δε νέες μετοχές που θα παρέμεναν ανεκποίητες θα απελευθερώνονταν από το ενέχυρο και θα παρέμεναν στη διάθεση της ενάγουσας, που θα τις εκποιούσε και θα εισέπραττε το τίμημα. Όμως, υποβολή τέτοιας προτάσεως δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο εμμάρτυρο ή έγγραφο αποδεικτικό μέσο πέραν του ως άνω email, που σε ορισμένα σημεία του είναι κατάδηλα ασαφές. Πράγματι, στο κείμενό του δεν διευκρινίζεται ποιος, ενεργώντας για λογαριασμό της εναγόμενης, υπέβαλε τέτοια πρόταση ούτε σε ποιόν αυτή απευθύνθηκε ούτε ποιος, ενεργώντας για λογαριασμό της ενάγουσας, την αποδέχθηκε και μόνον στην ένδικη αγωγή διευκρινίζεται ότι προτείνας ήταν ο φερόμενος ως "εκπρόσωπος" της εναγομένης Η…. και αποδέκτες της οι "εκπρόσωποι" της ενάγουσας, οι οποίοι ούτε εκεί δεν κατονομάζονται. Επιπλέον, στο ίδιο email (ούτε όμως και στην ως άνω αγωγή) δεν διευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο η εναγομένη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή φέρεται να μην συζητά καν καμία πρόταση που να περιλαμβάνει άρση του υφισταμένου ενεχύρου, μετέγνωσε και πρότεινε, η ίδια πλέον, την ταυτόχρονη άρση του υφισταμένου και τη σύσταση νέου ενεχύρου επί των μετρητών χρημάτων που θα αποτελούσαν το τίμημα της εκποιήσεως των μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας, που θα προέκυπταν από τη σκοπούμενη ανταλλαγή τους με τις ενεχυριασμένες μετοχές. Προσθέτως, στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα δεν προσδιορίζεται ο χρόνος της ρευστοποιήσεως των νέων μετοχών, επί του προϊόντος της οποίας επρόκειτο να συσταθεί το νέο ενέχυρο, διευκρινίζεται, όμως, ότι η ρευστοποίηση θα γινόταν από την (κυρία των νέων τίτλων) ενάγουσα. Το χρονικό σημείο της ρευστοποιήσεως ούτε στην ένδικη αγωγή αναφέρεται ρητώς, συνάγεται όμως από το αίτημά της ότι εντοπιζόταν στις 8.1.2007 "αμέσως μετά τη διαδικασία μετατροπής", δηλαδή κατά την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης των νέων μετοχών στο ΧΑΑ. Επιπλέον, στην ίδια αγωγή διευκρινίζεται το πρώτον ότι η πληρεξουσιοδότηση της ενάγουσας προς την εναγομένη θα αφορούσε μόνον την αποδοχή της δημόσιας πρότασης (και όχι την εκποίηση των νέων μετοχών). Περαιτέρω, ως προς το κρίσιμο για την τύχη της αγωγής ζήτημα της υποβολής ή μη της ως άνω προτάσεως, η ενόρκως βεβαιώνουσα υπάλληλος του Κ. Κ. ουδέν άξιο λόγου καταθέτει, αφού περιορίζεται στην αναφορά ότι υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας της τηλεφωνικής επικοινωνίας που το πρωινό της 21ης.12.2006 είχε ο εργοδότης της με τον διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου Η…, η οποία και "κατέληξε σε συμφωνία για την μετατροπή των μετοχών ΕΓΝΑΤΙΑ σε ΛΑΪΚΗ", χωρίς όμως να εξειδικεύει το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής και χωρίς να διευκρινίζει ούτε αν συμφωνήθηκε να συσταθεί νέο ενέχυρο ούτε ότι το αντικείμενο επί του οποίου συνομολογήθηκε να συσταθεί ήταν το τίμημα της εκποίησης των νέων μετοχών. Επί του ιδίου θέματος ο μάρτυρας αποδείξεως Ν.. Π. κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι "...Συμφωνήθηκε ότι θα πρέπει να κατοχυρωθούν τα συμφέροντα, εξασφαλίσεις της τράπεζας και ο τρόπος με τον οποίο συμφωνήθηκε γίνει αυτό ήταν ότι μετά την μετατροπή συμφωνήθηκε πώληση όλων των μετοχών και να κρατηθεί ένα ποσόν δεκατριών εκατομμυρίων οκτακοσίων χιλιάδων ευρώ ως εγγύηση για τις συμβάσεις, ως ενέχυρο" καθώς και ότι "...Μόλις συμφωνήθηκε τελικά να πραγματοποιηθεί η μετατροπή και οι όροι με βάση τους οποίους συμφωνήθηκε εμείς το διατυπώσαμε αμέσως σε email, το στείλαμε στην τράπεζα και ξεκινήσαμε και τις διαδικασίες...". Η μαρτυρία του θα ήταν αξιόπιστη αν η ενάγουσα είχε επικαλεστεί τέτοιο email, πράγμα όμως που παρέλειψε, όπως παρέλειψε και την προσκομιδή του σε οποιοδήποτε στάδιο της αντιδικίας. Παρέλειψε, επίσης, η ενάγουσα να εκφράσει αμέσως μετά την υποβολή της επίμαχης προτάσεως την επ' αυτής συμφωνία της εγγράφως. Η έλλειψη τέτοιων εγγράφων και το γεγονός ότι αναφορά στην επίμαχη πρόταση γίνεται για πρώτη φορά στο από 21.12.2006 email του Π.. Α. παρέχουν την εντύπωση ότι αυτό συντάχθηκε με μόνο σκοπό την προετοιμασία μιας δικαστικής διένεξης, την οποία άλλωστε και προανήγγελλε με την εν κατακλείδι φράση "Θεωρούμε ότι οι ενέργειες αυτές της Τραπέζης Κύπρου ξεπερνούν τα όρια της καταχρηστικής συμπεριφοράς και έχουν εισέλθει στον χώρο τόσο της αστικής όσο και της ποινικής ευθύνης". Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο οδηγείται με βάση την αξιολόγηση των εκατέρωθεν καθ' όλη τη διάρκεια της αντιδικίας ισχυρισμών και τη συνολική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, εξ ων ασφαλές συνάγεται το συμπέρασμα ότι πρέπει να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο η ενάγουσα να υπέβαλε πρόταση με το περιεχόμενο που προπαρατέθηκε και τούτο, προπάντων, διότι η σύσταση νέου ενεχύρου επί του τιμήματος που επρόκειτο να αποκτηθεί από τη ρευστοποίηση των νέων μετοχών ισοδυναμούσε κατά νόμο με παραίτησή της από το υφιστάμενο ενέχυρο χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Πράγματι, με δεδομένο ότι το ενέχυρο επί μετρητών χρημάτων αποτελεί ενέχυρο πράγματος και δη, στην περίπτωση που τα χρήματα δεν έχουν εισπραχθεί ακόμα, όπως εν προκειμένω, μέλλοντος πράγματος, όπως άλλωστε και ο Π.. Α.ς στο επίμαχο email το χαρακτηρίζει, η μόνη έννομη συνέπεια που μπορεί να έχει η κατάρτιση ενεχυρικής συμφωνίας με αυτό το περιεχόμενο είναι ενοχικής φύσεως, συνιστάμενη στην υποχρέωση του ενεχυραστή να καταρτίσει την εμπράγματη ενεχυρική συμφωνία ευθύς μόλις το μέλλον πράγμα προκύψει, καθόσον πιο πριν δεν θα είναι εφικτή η παράδοση της νομής του στον ενεχυρούχο δανειστή (άρθρο 1211 ΑΚ, ...). Τούτο σημαίνει ότι ο τελευταίος αίροντας υπέρ του οφειλέτη υφιστάμενο ενέχυρο επαφίεται στη βούληση του τελευταίου να του παραδώσει τη νομή των μετρητών, όταν αυτά εισπραχθούν, προκειμένου να λάβει υπόσταση η εμπράγματη ασφάλεια επί του νέου ενεχυρικού αντικειμένου.... Καταργεί δηλαδή το ενέχυρο για να αποκτήσει μία επιπλέον ενοχική απαίτηση κατά του ιδίου οφειλέτη (εν προκειμένω ήδη υπερήμερου), που ως οικονομικό αποτέλεσμα ισοδυναμεί με nullum. Άλλωστε, υπό την εκδοχή της ενάγουσας ότι η ρευστοποίηση των νέων μετοχών θα γινόταν από αυτήν και όχι από την εναγομένη κατόπιν εξουσιοδοτήσεως που θα της παρείχε, είναι φανερό ότι o κίνδυνος για την ενεχυρούχο δανείστρια συνίστατο στο ενδεχόμενο, μετά την απαλλαγή των ενεχυριασμένων μετοχών από το εμπράγματο βάρος τους και μετά τη μετατροπή τους σε μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας, η κυρία των νέων τίτλων ενάγουσα να αποφασίσει να μην τις ρευστοποιήσει, οπότε η εναγόμενη δε θα μπορούσε να την υποχρεώσει προς τούτο. Άλλο, βέβαια, θα ήταν το νομικό και οικονομικό αποτέλεσμα αν η ταυτόχρονη με την άρση του υφισταμένου σύσταση νέου ενεχύρου είχε ως αντικείμενο το δικαίωμα της ενάγουσας στις νέες μετοχές που θα αποκτούσε από τη μετατροπή των ενεχυριασμένων, αν δηλαδή επρόκειτο περί ενεχύρου επί μέλλουσας απαίτησης. Στην περίπτωση αυτή, η εναγόμενη θα αποκτούσε εμπράγματο δικαίωμα ήδη από το χρόνο της συστάσεώς του και όχι από τη γέννηση της απαίτησης ..., γεγονός καίριας σημασίας για τη δημιουργία της ενεχυρικής σχέσης αλλά και για την τάξη του ενεχύρου, που θα εξασφάλιζε την ενάγουσα έναντι του κινδύνου το ενεχυριαζόμενο δικαίωμα είτε να επιβαρυνόταν με νέο βάρος από την ενάγουσα υπέρ άλλου πιστωτή της είτε να γινόταν αντικείμενο κατασχέσεως από τρίτον. Αυτό (συνομολογείται ότι) προτάθηκε στις 19.12.2006 στην εναγομένη και δεν έγινε δεκτό. Επομένως, δε θα μπορούσε να γίνει από αυτήν δεκτή, πολύ δε περισσότερο να προταθεί από την ίδια, άλλη λύση που θα της παρείχε ασθενέστερη [ή και μηδαμινή] εμπράγματη προστασία. Να σημειωθεί ότι η άρνηση της εναγομένης να συμφωνήσει με την πρόταση περί συστάσεως νέου ενεχύρου επί μέλλουσας απαιτήσεως αποτέλεσε την ιστορική βάση της, προγενέστερης της ένδικης, από 21.12.2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……/21.12.2007 πρώτης αγωγής της ενάγουσας, από την οποία παραιτήθηκε με το από 20.3.2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../20.3.2009 δικόγραφο, που επιδόθηκε στην (και ήδη) εναγόμενη στις 23.3.2009 (βλ. την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ.. Α. στο κοινοποιηθέν αντίγραφό του). Με την αγωγή της εκείνη η και τώρα ενάγουσα υποστήριζε ότι στις 21.12.2006 η αντίδικός της είχε συναινέσει στη σύσταση νέου ενεχύρου "επί των διδόμενων με βάση τη σχέση ανταλλαγής μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας" και καμία αναφορά δεν έκανε σε συμφωνία περί συστάσεως νέου ενεχύρου επί του τιμήματος της εκποιήσεως των μετοχών αυτών. Στην αγωγή της εκείνη μάλιστα ως χρόνος αποτιμήσεως της περιουσιακής ζημίας της από την άρνηση της εναγομένης αναφερόταν ο χρόνος της καταθέσεώς της (21.12.2007) και όχι ο χρόνος της πρώτης διαπραγμάτευσης της μετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στο ΧΑΑ (8.1.2007), ο οποίος συμπίπτει με αυτόν που τώρα φέρεται ότι είχε συμφωνηθεί ως χρόνος ρευστοποίησης των μετοχών που θα προέκυπταν από τη μετατροπή. Αλλά και πέραν αυτών, από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Α. Δ. προκύπτει ότι ο φερόμενος ως "εκπρόσωπος" της εναγομένης Η….. ήταν ο, κατά το έτος 2006 εγκατεστημένος στην Κύπρο, εκτελεστικός διευθυντής της, επιφορτισμένος με επιτελικές μόνον αρμοδιότητες και μη έχων εξουσία δεσμεύσεώς της σε συγκεκριμένη σύμβαση, όπως αυτή που θα καταρτιζόταν αν η εναγόμενη δεν υπαναχωρούσε από την επικαλούμενη πρόταση που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι της υποβλήθηκε από αυτόν. Εξάλλου, αβάσιμα αποδεικνύονται και τα κατατεθέντα από το μάρτυρα αποδείξεως Ν.. Π. ότι ο ίδιος, ο Π.. Α.ς και ο Κ.. Κ. είχαν εξουσιοδοτηθεί από τους διευθυντές της ενάγουσας να διαπραγματευθούν τους όρους και να συνάψουν συμφωνία επί του επίμαχου ζητήματος με την εναγομένη, αφού τα πληρεξούσια, περί των οποίων έκανε λόγο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ουδέποτε προσκομίστηκαν. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, δεν διαπιστώνεται η υποβολή εκ μέρους της εναγομένης προτάσεως προς την ενάγουσα με το επικαλούμενο από αυτήν περιεχόμενο. Ελλείψει δε τέτοιας προτάσεως δε μπορεί να γίνει λόγος περί αδικαιολόγητης και καταχρηστικής υπαναχωρήσεως της εναγομένης και, επομένως, ούτε περί παράνομης συμπεριφοράς της. Συνεπώς, η αγωγή κατά την αδικοπρακτική της βάση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της παρούσας και μόνον να σημειωθεί και ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η αξία της [κοινής] μετοχής της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", ακόμα και μετά την εισαγωγή στις 8.1.2007 προς διαπραγμάτευση στο ΧΑΑ της μετοχής της Λαϊκής Τράπεζας, παρέμεινε στα ίδια, όπως και πριν από αυτήν, επίπεδα και ανήλθε σε οκτώ ευρώ και ενενήντα δύο λεπτά (8,92 €) ανά τεμάχιο, την ίδια ημέρα που η τιμή της [κοινής] μετοχής της Λαϊκής Τράπεζας δεν υπερέβη τα οκτώ ευρώ και σαράντα έξι λεπτά (8,46 €). Τούτο σημαίνει ότι η ζημία της ενάγουσας κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της κατά την αγωγή αποτιμήσεώς της (8.1.2007) ήταν ουσιωδώς μικρότερη της επικαλούμενης (οφειλόμενη μόνον στο ότι κατά την αναλογία της μετατροπής ο αριθμός των μετοχικών τίτλων θα ήταν μεγαλύτερος αν είχαν αντικατασταθεί οι μετοχές της "Εγνατία Τράπεζα με τίτλους της Λαϊκής Τράπεζας), ανεξαρτήτως του ότι η ζημία αυτή, παρά το οποιοδήποτε μέγεθός της, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αδικοπραξία της εναγομένης. Όλως παρεμπιπτόντως και επειδή η διατύπωση της αναιρετικής απόφασης δίνει σχετικώς λαβή, να διευκρινιστεί και ότι, όπως ούτε η ενάγουσα δεν αμφισβητεί, η επικαλούμενη ζημία της οποίας με την αγωγή ζητείται η αποκατάσταση είναι απότοκος της υπαναχωρήσεως της εναγομένης από την πρόταση που η ίδια υπέβαλε περί συστάσεως νέου ενεχύρου στο τίμημα της εκποιήσεως των μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας που θα προέκυπτε από τη μετατροπή των ενεχυριασμένων μετοχών της "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" και όχι της αρνήσεώς της να αντικατασταθεί το υφιστάμενο ενέχυρο με νέο επί του δικαιώματος της ενάγουσας στη λήψη νέων μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας. Αλλά ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι αυτή υπήρξε η αδικοπρακτική και ζημιογόνος συμπεριφορά, η συγκεκριμένη επίδικη περιουσιακή ζημία (8.708.891 €) δε συνδέεται με αυτήν, δεδομένου ότι με την εν λόγω συμφωνία δεν καθοριζόταν χρόνος ρευστοποιήσεως των νέων μετοχών και, επομένως, στις 8.1.2007 δεν υφίστατο καν ζημία της ενάγουσας δυνάμενη να αποτιμηθεί, αφού κατά το χρονικό εκείνο σημείο οι προερχόμενες από τη μετατροπή μετοχές θα παρέμεναν στην περιουσία της.... Στην υπόθεση που κρίνεται η διαπιστωμένη έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης συνεπάγεται άνευ ετέρου την έλλειψη ευθύνης της και κατά το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994, που προϋποθέτει παρανομία στη συμπεριφορά της. Αλλά και πέραν τούτου, την ουσιαστική απόρριψη της συναφούς αγωγικής βάσεως επιβάλλει το γεγονός ότι εν προκειμένω η ενάγουσα δεν υπάγεται στο προστατευτικό πεδίο της ως άνω διάταξης και τούτο διότι η, υπό τα εκτιθέμενα, επανειλημμένη εκ μέρους της παροχή εγγυοδοσίας υπέρ της εταιρίας «I. R. S. «S., πρωτοφειλέτριας της εναγομένης, καταδεικνύει από μόνη της ότι η ενάγουσα κινήθηκε στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και όχι ωθούμενη από κίνητρα φιλαλληλίας ή κατά τρόπο ερασιτεχνικό. Το συμπέρασμα αυτό, άλλωστε, επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, o οποίος αναφέρει ότι η ενάγουσα είναι επενδυτική εταιρία και ότι κατέχει χαρτοφυλάκιο μετοχών, τις οποίες επενδύει στο χρηματιστήριο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 914, 1224 εδ. α', 1235 αρ. 1, 1243 αρ. 1, 1256 ΑΚ, 385 παρ. 3 του ΠΚ και αυτές των άρθρων 1 και 8 του ν. 2251/1994, και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη δεν τέλεσε την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπραξία, με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της έλλειψης παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης με τη μη άρση του ενεχυρικού βάρους των επίδικων μετοχών (κατά την κύρια αιτιολογία) και της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και της προκληθείσας ζημίας στην αναιρεσείουσα (κατά την επικουρική αιτιολογία), αφού από το ανωτέρω αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, ενώ έκρινε, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ότι αυτή είναι νόμιμη ως προς την εξ αδικοπραξίας βάση της, θεμελιούμενη, ως προς το στοιχείο του παρανόμου, στην αδικαιολόγητη άρνηση της αναιρεσίβλητης "να συμπράξει στην άρση του επίμαχου ενεχύρου, μολονότι της προσφέρθηκε ισάξιο και ισοδύναμο αντάλλαγμα", καθόσον, όπως επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), με την άρνησή της αυτή παραβίασε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και προστασίας του οικονομικού συμφέροντος της αναιρεσείουσας ως ενεχυράστριας, επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και ενώ, επίσης, δέχθηκε ότι η προγενέστερη απόφαση του εφετείου (που είχε απορρίψει την πιο πάνω βάση της αγωγής, με την αιτιολογία ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην άρση του ενεχύρου των μετοχών της αναιρεσείουσας συνιστούσε "στάση σύμφωνη με τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ήταν καταχρηστική ή αντίθετη στα χρηστά ήθη"), αναιρέθηκε με την 1849/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθόσον δεν παρέθεσε αιτιολογία για την επάρκεια και προσφορότητα της εξασφαλίσεως, που πρότεινε η αναιρεσείουσα (κατά τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς), με την προηγούμενη της άρσεως του ενεχύρου παροχή εξουσιοδοτήσεως στον εκπρόσωπό της για σύσταση νέου ενεχύρου πάνω στις νέες μετοχές που θα προέκυπταν από την ευνοϊκή εξαγορά και μετατροπή των μετοχών της "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" -που αποτελούσαν το αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως ενεχύρου- σε μετοχές της Κυπριακής "Λαϊκής Τράπεζας", στη συνέχεια, κατά την εκ νέου ουσιαστική έρευνα της αγωγικής βάσης από την αδικοπραξία, απέρριψε αυτήν, ερευνώντας ουσιαστικά την παράνομη ή μη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, στο πλαίσιο της ενδοσυμβατικής ευθύνης αυτής, η οποία είχε θεμελιωθεί στην αθέτηση της επικληθείσας από την αναιρεσείουσα συμβάσεως με αντικείμενο την αντικατάσταση του ενεχύρου επί των μετοχών της "Εγνατία Τράπεζας ΑΕ" με ενέχυρο επί του τιμήματος εκποίησης των νέων μετοχών (και η οποία είχε ήδη απορριφθεί αμετακλήτως), και έτσι δεχόμενο ότι "δεν διαπιστώνεται η υποβολή εκ μέρους της εναγομένης προτάσεως προς την ενάγουσα με το επικαλούμενο από αυτήν περιεχόμενο" καθώς και ότι "Ελλείψει... τέτοιας προτάσεως δε μπορεί να γίνει λόγος περί αδικαιολόγητης και καταχρηστικής υπαναχωρήσεως της εναγομένης και, επομένως, ούτε περί παράνομης συμπεριφοράς της", απέρριψε την αγωγή κατά την αδικοπρακτική της βάση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, χωρίς ωστόσο να διαλάβει, στην κύρια αιτιολογία, σαφή παραδοχή, αν η υποβληθείσα, όπως ανελέγκτως δέχθηκε, πρόταση προς την αναιρεσίβλητη για άρση του υφισταμένου ενεχύρου με την ταυτόχρονη σύσταση νέου ενεχύρου επί των νέων μετοχών, που θα προέκυπταν με την ανταλλαγή μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας, και τη σύγχρονη προς αυτήν παροχή ειδικού πληρεξουσίου-εξουσιοδοτήσεως για την διεκπεραίωση του εν λόγω θέματος, αποτελούσε ή όχι επαρκή, πρόσφορη και ισάξια εξασφάλιση της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα, αν η άρνηση αυτής να συμπράξει, παρά την παράλληλη εξασφάλιση των ενεχυρικών δικαιωμάτων της, στις αναγκαίες υλικές και νομικές ενέργειες, ώστε να επιτευχθεί η συμφέρουσα σε αμφότερες τις διαδίκους ως άνω λύση, συνιστούσε ή όχι παραβίαση των συναλλακτικών υποχρεώσεων πρόνοιας και προστασίας του οικονομικού συμφέροντος της αναιρεσείουσας ως ενεχυράστριας και καταχρηστική άσκηση του ενεχυρικού δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: α) ότι η ανταλλαγή των ενεχυριασμένων μετοχών με τίτλους της δημοσίως προτείνασας θα μπορούσε καταρχήν να αποβεί επωφελής γι' αμφοτέρους τους διαδίκους, αφενός μεν, επειδή θα αύξανε η ποσότητα (ο αριθμός) των τίτλων που εξασφάλιζαν τις απαιτήσεις της εναγομένης και, αφετέρου, διότι θα αυξανόταν η αξία του ενεχυράσματος ώστε, μετά την ενδεχόμενη εξόφληση του ασφαλισμένου χρέους, είτε να απελευθερωθεί μεγαλύτερος αριθμός μετοχών είτε, αν αυτή είχε πραγματοποιηθεί με το προϊόν της ρευστοποιήσεως των μετοχών, να αποδοθεί στην ενεχυράστρια μεγαλύτερο χρηματικό ποσό, και επίσης ότι η άρση, εν τούτοις, του ενεχυρικού βάρους αποτελούσε για την ενάγουσα κίνδυνο απώλειας της εμπράγματης εξασφαλίσεώς της, β) ότι ήταν ενδεδειγμένη η ανεύρεση τρόπου διασφαλίσεως της εναγόμενης, ώστε να αξιοποιηθεί από την ενάγουσα η ευκαιρία που ανέκυψε και, δεύτερον, ότι το σχετικό βάρος έφερε αυτή η τελευταία, που διέτρεχε το μεγαλύτερο κίνδυνο σε περίπτωση πτώση της τιμής των μετοχών της, αν παρερχόταν άπρακτη η προθεσμία μετατροπής που είχε οριστεί με το σχετικό πληροφοριακό δελτίο, γ) ότι υπήρξαν για το συγκεκριμένο θέμα διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων από τις αρχές Δεκεμβρίου 2006, που αποτυπώθηκαν στο από 20-12-2006 email της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, δηλαδή μία ημέρα πριν την εκπνοή της προθεσμίας αποδοχής της δημόσιας πρότασης, και ότι στο email αυτό διατυπώνονται συγκεκριμένες προτάσεις επί νομικών ζητημάτων, οι οποίες αναφέρονται σε αντικατάσταση του υφισταμένου επί ονομαστικών απαιτήσεων ενεχύρου με ενέχυρο επί μέλλουσας απαιτήσεως (της απαιτήσεως δηλαδή της ενάγουσας έναντι της Λαϊκής Τράπεζας που θα ενσωματωνόταν στις νέες μετοχές, που τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της συμμετοχής των ενεχυριασμένων τίτλων, ελεύθερων από το ενέχυρο, στη διαδικασία της ανταλλαγής τους και, στη συνέχεια, της έκδοσης εκ μέρους της Λαϊκής Τράπεζας στο όνομα της ενάγουσας και της παραδόσεως σ' αυτήν ανάλογου αριθμού νέων μετοχών), δ) ότι η αναιρεσίβλητη, με απαντητική επιστολή της, που επιδόθηκε την επομένη (21.12.2006) εξέφρασε και πάλι την άρνησή της να αποδεχθεί άρση του ενεχύρου, επιχειρώντας να δικαιολογήσει τις αντιρρήσεις της με τον ισχυρισμό ότι η σύσταση νέου ενεχύρου στο δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αποκτήσει νέες μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας "δεν αποτελούσε ισάξια και ισοδύναμη εμπράγματη ασφάλεια", επικαλούμενη και τη δικαστική αμφισβήτηση από την αναιρεσείουσα του ύψους της οφειλής της προς αυτή, ε) ότι αποκλείεται η αναιρεσίβλητη να υπέβαλε πρόταση για ταυτόχρονη άρση του ενεχύρου, εξουσιοδότηση - εντολή και σύσταση ενεχύρου μέλλοντος πράγματος υπό τον όρο ρευστοποιήσεως από την αναιρεσείουσα των μετοχών τραπέζης Εγνατίας που θα μετατρέπονταν σε μετοχές τραπέζης Λαϊκής μέχρι του ποσού των 13.800.000 ευρώ, διότι η σύσταση νέου ενεχύρου επί του τιμήματος που επρόκειτο να αποκτηθεί από τη ρευστοποίηση των νέων μετοχών ισοδυναμούσε κατά νόμο με παραίτησή της από το υφιστάμενο ενέχυρο χωρίς κανένα αντάλλαγμα, αφού το ενέχυρο επί μετρητών χρημάτων αποτελεί ενέχυρο πράγματος και η μόνη έννομη συνέπεια που μπορεί να έχει η κατάρτιση ενεχυρικής συμφωνίας με αυτό το περιεχόμενο είναι ενοχικής φύσεως, συνιστάμενη στην υποχρέωση του ενεχυραστή να καταρτίσει την εμπράγματη ενεχυρική συμφωνία ευθύς μόλις το μέλλον πράγμα προκύψει, πράγμα που σημαίνει ο ενεχυρούχος δανειστής, αίροντας υπέρ του οφειλέτη υφιστάμενο ενέχυρο επαφίεται στη βούληση του τελευταίου να του παραδώσει τη νομή των μετρητών, όταν αυτά εισπραχθούν, προκειμένου να λάβει υπόσταση η εμπράγματη ασφάλεια επί του νέου ενεχυρικού αντικειμένου, στ) ότι άλλο θα ήταν το νομικό και οικονομικό αποτέλεσμα, αν η ταυτόχρονη με την άρση του υφισταμένου σύσταση νέου ενεχύρου είχε ως αντικείμενο το δικαίωμα της ενάγουσας στις νέες μετοχές που θα αποκτούσε από τη μετατροπή των ενεχυριασμένων, αν δηλαδή επρόκειτο περί ενεχύρου επί μέλλουσας απαίτησης, καθόσον στην περίπτωση αυτή, η αναιρεσίβλητη θα αποκτούσε εμπράγματο δικαίωμα ήδη από το χρόνο της συστάσεώς του και όχι από τη γέννηση της απαίτησης και ζ) ότι αυτό προτάθηκε στις 19.12.2006 στην εναγομένη και δεν έγινε δεκτό". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει, ότι το Εφετείο, μολονότι δέχεται ότι στις 19-12-2006 υποβλήθηκε από τη αναιρεσίβλητη πρόταση για ταυτόχρονη με την άρση του υφισταμένου σύσταση νέου ενεχύρου με αντικείμενο το δικαίωμα της αναιρεσείουσας στις νέες μετοχές που θα αποκτούσε από τη μετατροπή των ενεχυριασμένων, στη συνέχεια περιορίζεται στο να καταγράψει απλώς την αρνητική θέση της τράπεζας, ότι δηλαδή η σύσταση νέου ενεχύρου στο δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αποκτήσει νέες μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας "δεν αποτελούσε ισάξια και ισοδύναμη εμπράγματη ασφάλεια", χωρίς όμως να προκύπτει τι, τελικώς, δέχεται και το δικαστήριο για το συγκεκριμένο ζήτημα και, ειδικότερα, αν η άρνηση αυτή της αναιρεσίβλητης στην πρόταση της αναιρεσείουσας ήταν πράγματι δικαιολογημένη ή, αντιθέτως, ήταν αδικαιολόγητη και, σε κάθε περίπτωση, ποια συγκεκριμένα περιστατικά υποστήριζαν καθεμιά τοποθέτηση, μολονότι μάλιστα η προσβαλλομένη δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη στην αρνητική απαντητική επιστολή της δεν διευκρινίζει τους λόγους που δικαιολογούσαν την άποψή της αυτή και, επίσης, δέχεται, κατά τη μη διατυπούμενη ρητά πλην όμως σαφώς, εμμέσως, συναγομένη, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετική παραδοχή, ότι, αν η συγκεκριμένη πρόταση της αναιρεσείουσας είχε γίνει αντικείμενο της επικληθείσας αλλά μη αποδειχθείσας μεταγενέστερης συμφωνίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πρόσφορη και ισάξια εξασφάλιση της αναιρεσείουσας. Οι ελλιπείς αυτές αιτιολογίες, αναγόμενες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εξειδίκευση (ερμηνεία) της αόριστης νομικής έννοιας της παράνομης συμπεριφοράς ως όρου της αδικοπραξίας και τη θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Το γεγονός ότι, μετά την ως άνω αρνητική απάντηση της αναιρεσίβλητης, συνεχίστηκαν οι μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις, χωρίς ωστόσο να καταλήξουν στη συμφωνία, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της και η οποία αμετακλήτως έχει απορριφθεί, ουδόλως αναιρεί την επικαλούμενη με την αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης κατά το αμέσως προηγηθέν στάδιο των διαπραγματεύσεων, η οποία κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς υπήρξε αυτοτελής και ανεξάρτητη από την επακολουθήσασα συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Περαιτέρω, ασαφής και ανεπαρκής κρίνεται και η διαλαμβανόμενη στην επικουρική αιτιολογία κρίση του Εφετείου, ότι δηλαδή και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η αδικοπρακτική και ζημιογόνος συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης συνίστατο στην άρνησή της να αντικατασταθεί το υφιστάμενο ενέχυρο με νέο επί του δικαιώματος της ενάγουσας στη λήψη νέων μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας, "η συγκεκριμένη επίδικη περιουσιακή ζημία (8.708.891 €) δεν συνδέεται με αυτήν, δεδομένου ότι με την εν λόγω συμφωνία δεν καθοριζόταν χρόνος ρευστοποιήσεως των νέων μετοχών και, επομένως, στις 8.1.2007 δεν υφίστατο καν ζημία της ενάγουσας δυνάμενη να αποτιμηθεί, αφού κατά το χρονικό εκείνο σημείο οι προερχόμενες από τη μετατροπή μετοχές θα παρέμεναν στην περιουσία της", δεδομένου ότι αφενός μεν δεν προσδιορίζει με σαφήνεια γιατί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η άρση του ενεχύρου με παράλληλη αντικατάσταση αυτού με νέο ενέχυρο επί των νέων μετοχών δεν συνδέεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ζημία της, αφετέρου δε συνδέει, κατά τρόπο ασαφή, την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης με την επικληθείσα από την αναιρεσείουσα αλλά μη αποδειχθείσα συμφωνία, καίτοι, όπως αναφέρθηκε, το εφετείο κατά την έρευνα του νομίμου της αγωγής είχε κρίνει, ότι η εξ αδικοπραξίας βάση θεμελιωνόταν αυτοτελώς στην άρνηση της αναιρεσίβλητης να συμπράξει στην άρση του επίμαχου ενεχύρου, ενώ της προσφέρθηκε ισάξιο και ισοδύναμο αντάλλαγμα, και όχι αποκλειστικά στη συνέχιση της διαπραγμάτευσης και στην εν λόγω συμφωνία, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας της ασαφούς και ανεπαρκούς αυτής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, συνισταμένης στην προαναφερόμενη άρνησή της, και της επελθούσας ζημίας της αναιρεσείουσας, αν δηλαδή η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσίβλητης, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και συνεπώς πρόσφορη και ηδύνατο αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Έτσι, το Εφετείο, με την επικουρική αιτιολογία, παραβίασε εκ πλαγίου, όπως εκτέθηκε, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ. Επομένως, ο τρίτος κύριος λόγος αναιρέσεως και οι τρίτος και τέταρτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, επίσης, από τον αρ. 19 (κατ' εκτίμηση και όχι από τον αρ. 8) με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή των ως άνω γενομένων δεκτών ως βασίμων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών (κύριων και πρόσθετων) λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ..." κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση (ΑΠ 293/2021, ΑΠ 738/2019, ΑΠ 1123/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 527/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 1849/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 828/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, εφόσον το Δικαστήριο δεν απεκδύεται της εξουσίας να αποφανθεί ως προς την ουσία της υποθέσεως δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί τώρα για τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 527/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ