Αριθμός 1677/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Συμινή, για αναίρεση της 568/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείου Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Ιουνίου 2005 και 1 Ιουλίου 2005 δύο ταυτόσημες, ως προς το περιεχόμενο, αιτήσεις του, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1327/2005. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περίπτωση ζ' του ν.1729/1987, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, ενώ μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών είναι, η μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μετακίνησή τους, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Μεταξύ των ναρκωτικών ουσιών, κατά την έννοια του νόμου αυτού, περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβις (πιν.Α Ν.1729/1987). Περαιτέρω κατά το άρ. 42 παρ.1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που αποφάσισε να κάνει ο δράστης, καθώς και εκείνη η ενέργειά του που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό θεσμό με την πράξη ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη αν δεν ανακοπεί από οποιοδήποτε λόγο Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, άρα μετά από συναπόφαση πριν ή κατά την τέλεση της πράξης (Ολ.ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Περαιτέρω, η παραπάνω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής, στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ισχυρισμοί για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρο 84 του ΠΚ), έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυ-μπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το είδος τους αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στο Γραφείο Ασφαλείας του Α.Τ...... δόθηκε η πληροφορία από τον πληροφοριοδότη της εν λόγω Υπηρεσίας Αλβανό υπήκοο Υ1 ότι είχε συμφωνήσει με δύο αθίγγανους να παραδώσει σ'αυτούς, στην περιοχή ...., 104 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συσκευασμένης σε ένδεκα (11) μεγάλους σάκκους, ποσότητα που ο εν λόγω Αλβανός εν γνώσει της ανωτέρω Υπηρεσίας, είχε εισαγάγει από την Αλβανία στην Ελλάδα και υπό την εποπτεία αστυνομικών της Υπηρεσίας αυτής φυλασσόταν απ'αυτόν σε αποθήκη, στον ...., σε αναμονή παραληπτών της. Μετά απ' αυτό, ο ανωτέρω Αλβανός, με συνοδεία αστυνομικών την 1-2-2000 μετέφερε την ως άνω ποσότητα σε εγκαταλελειμένο ..... της περιοχής ...... και υπό την επίβλεψη αστυνομικών οργάνων, που αθέατοι παρακολουθούσαν και ήλεγχαν την περιοχή, ανέμενε την εμφάνιση των ως άνω παραληπτών. Περί την 16.30' ώρα της ίδιας ημέρας εμφανίσθηκαν οι κατηγορούμενοι αθίγγανοι Χ2 και Χ1 , ο οποίος οδηγούσε το .... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του ....., και ο ανωτέρω Αλβανός παρέδωσε σ'αυτούς την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών, την οποία οι τελευταίοι φόρτωσαν στην καρότσα του εν λόγω φορτηγού τους για να την μεταφέρουν στον τόπο της κατοικίας τους, στο ...... Την τελευταία όμως αυτή πράξη τους της μεταφοράς οι κατηγορούμενοι δεν μπόρεσαν να την ολοκληρώσουν όχι από δική τους θέληση, αλλά διότι μετά την εκκίνηση του ως άνω έμφορτου φορτηγού τους καταδιώχθηκαν από τους καραδοκούντες αστυνομικούς και συνελήφθησαν σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από το χώρο του ...... Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό ότι η ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικών, μετά την, κατά τα άνω παράδοσή τους από τον Υ1 στους κατηγορουμένους, περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή των κατηγορουμένων, υπό την έννοια ότι οι τελευταίοι αυτοί έκτοτε την εξουσιάζαν φυσικώς και είχαν την εξουσία της ελεύθερης διαθέσεώς της, και επομένως οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι δεν αποδείχθηκε ότι τελούν τέτοιες πράξεις κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή έχοντας σταθερή ροπή τελέσεως με το σκοπό πορισμό εισοδήματος, τέλεσαν τις πράξεις τις κατοχής ναρκωτικών ουσιών και, κατ΄επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, της απόπειρας μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, γι'αυτό και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των εν λόγω πράξεων, χωρίς τη συνδρομή στα πρόσωπα τους καμιάς ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παρ.2 β, 2δ και 2ε ο δεύτερος και από το άρθρο 84 παρ.2ε ο πρώτος απ'αυτούς, όπως αβάσιμα αλλά και τελείως αόριστα, ζητούν, αφού δεν αποδείχθηκε ότι και δύο αυτοί συμπεριφέρθηκαν καλά για μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις τους, αφού μάλιστα έκτοτε κρατούνται στις φυλακές και η οποιαδήποτε συμπεριφορά τους δεν εκδηλώθηκε υπό καθεστώς προσωπικής ελευθερίας, ούτε ότι ο δεύτερος ωθήθηκε στις ανωτέρω πράξεις τους από μη ταπεινά αίτια καθώς και ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιζήτησε να άρει ή μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απόπειρας μεταφοράς από κοινού και κατοχής από κοινού ναρκωτικων ουσιών και επέβαλε σ'αυτόν ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις παραπάνω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε. Η κατοχή (συγκατοχή) των κατηγορουμένων επί της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας αναφέρεται με την κατά το νόμο (άρθρο 5 παρ.1 περ. ζ' του ν.1729/1987) έννοια της φυσικής εξουσίασής της από αυτούς, ώστε αυτοί να μπορούν σε κάθε στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή της και, κατά τη δική τους βούληση, να τη διαθέτουν πραγματικά, δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής, να αναφέρονται στην απόφαση αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ούτε τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν. Παρά ταύτα από τις παραδοχές ότι "οι κατηγορούμενοι φόρτωσαν στην καρότσα του υπ'αριθμ. .... ΙΧ φορτηγού, που οδηγούσε ο αναιρεσείων, την ως άνω ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, για να την μεταφέρουν στο ....., πλην όμως δεν μπόρεσαν να την ολοκληρώσουν, όχι από δική τους θέληση, αλλά διότι, μετά την εκκίνηση του εμφόρτου φορτηγού, καταδιώχθηκαν από τους καραδοκούντες αστυνομικούς και συνελήφθηκαν σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από το χώρο του ...." σαφώς προκύπτει ότι Α) Οσον αφορά την αξιόποινη πράξη της κατοχής, το ως άνω Δικαστήριο στήριξε την περαιτέρω παραδοχή του, ότι "περιήλθαν στην κατοχή των κατηγορουμένων υπό την έννοια ότι οι τελευταίοι έκτοτε εξουσίαζαν φυσικώς την ως άνω ναρκωτική ουσία και είχαν την εξουσία της ελεύθερης διάθεσής της", στο ότι έστω κατά το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την παραλαβή των σάκκων με την ινδική κάνναβη, από το χώρο του ..... μέχρι την σύλληψή του, είχε ο κατηγορούμενος τη φυσική εξουσία επ'αυτής, με την δυνατότητα και βούληση διάθεσής της, αφού, εν όψει και της απόστασης από την οποία δέχεται το Δικαστήριο ότι παρακολουθούσαν τα αστυνομικά όργανα, ουδόλως αποκλείσθηκε από αυτό, το ενδεχόμενο διαφυγής και μη συλλήψεώς του εκ μέρους των τελευταίων Β) 'Οσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απόπειρας μεταφοράς, το ως άνω Δικαστήριο, με την παραδοχή του ότι ο κατηγορούμενος φόρτωσε, μαζί με τον συγκατηγορούμενό του, τους σάκκους που περιείχαν την ως άνω ναρκωτική ουσία σε φορτηγό αυτοκίνητο για να την μεταφέρουν, στο ....., δέχθηκε την μορφή της απόπειρας από κοινού με την έννοια ότι η ενέργεια εκείνη τελούσε σε τέτοια συνάφεια και οργανικό σύνδεσμο με την σκοπούμενη πράξη τους, ώστε στη συγκεκριμενη περίπτωση, να θεωρείται, κατά τη κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί, στην ως άνω πράξη, αν δεν είχε αποκοπεί από τον ανεξάρτητο από τη θέλησή τους αυτή λόγο της σύλληψής τους. Το διηγηματικό αναφερόμενο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η παραπάνω ποσότητα, πριν μεταφερθεί στο εγκαταλελειμένο ....., από όπου την παρέλαβαν οι κατηγορούμενοι, "φυλασσόταν από τον Αλβανό σε αποθήκη στον ...., υπό την εποπτεία αστυνομικών της Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος ...... δεν μπορεί να προσδώσει στις ως άνω αξιόποινες πράξεις τον χαρακτήρα της απρόσφορης απόπειρας. Κατά συνέπεια, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ, πρώτος λόγος της απόφασης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν αιτιολογούνται τα στοιχεία της φυσικής εξουσίασης και εξουσίας διάθεσης των ως άνω ναρκωτικών και της δυνατότητας μεταφοράς αυτών, εν όψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η παραπάνω ναρκωτική ουσία φυλασσόταν υπό την εποπτεία των αστυνομικών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, με αυτόν, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά τον προβληθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης ότι επί μακρό μετά την τέλεση της πράξης του συμπεριφέρθηκε καλά, δεδομένου ότι, καθόλο το διάστημα της κράτησής του, που υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα να αιτιολογήσει την απόρριψή του λόγω της αοριστίας του, αφού μόνη η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος στις φυλακές και μόνο για το χρονικό διάστημα της κράτησής του, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης τούτου μετά την πράξη του, δεν μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ώστε να του αναγνωρισθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε' του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση. Παρά ταύτα, το πιο πάνω Δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό του ιδιαίτερη σκέψη για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντα δεχόμενο ότι "αφού από τη σύλληψή του για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις του, ο κατηγορούμενος κρατείτο στις φυλακές, η οποιαδήποτε συμπεριφορά του δεν εκδηλώθηκε υπό καθεστώς προσωπικής ελευθερίας". Συνεπώς είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 1-7-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 568/2005 απόφασης τους Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ