Αριθμός 1598/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο - Εισηγητή και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αρβανίτη, περί αναιρέσεως της 64/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Χ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 569/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 64/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η μηνύτρια, που είναι κάτοικος Αθηνών, υπάλληλος στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και ευρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, την 3-4-98, ημέρα Παρασκευή μετέβη στον Πύργο, όπου φιλοξενήθηκε από την κατηγορουμένη ανεψιά της (θυγατέρα της αδελφής του συζύγου της), με την οποία διατηρούσε πολύ καλή συγγενική σχέση. Η κατηγορουμένη ήταν ηλικίας τότε 34 ετών (η μηνύτρια έχει γεννηθεί το έτος 1952), έγγαμη και μητέρα τριών τέκνων. Η μηνύτρια παρέμεινε στην οικία της κατηγορουμένης μέχρι το μεσημέρι της 8-4-98, ημέρα Τετάρτη, που αναχώρησε με το τρένο για την Πάτρα, όπου θα επισκεπτόταν τη συνάδελφο και φίλη της Χ2, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας. Καθ'οδόν προς την Πάτρα διαπίστωσε ότι από το βιβλιάριο καταθέσεων που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (σε κοινό λογαριασμό με τη μητέρα της) και το οποίο είχε μαζί της στη τσάντα της, είχε γίνει ανάληψη ποσού 3.000.000 δρχ. προ διημέρου, δηλαδή την Δευτέρα, 6-4-98. Ανήσυχη εξέφρασε την απορία της αμέσως μόλις έφτασε στην Πάτρα στην Χ2 και κατέληξε ότι προφανώς πρόκειται για λάθος, αφού η ίδια δεν είχε κάμει καμία ανάληψη κατά τη διαμονή της στο Πύργο. Την επομένη ημέρα, Πέμπτη, 9-4-98, μετέβη σε κατάστημα της ΕΤΕ στην Πάτρα, όπου με μεγάλη δυσχέρεια λόγω και της απεργίας των τραπεζοϋπαλλήλων την ημέρα εκείνη, μετά από σχετικό έλεγχο και επικοινωνία με το κατάστημα Πύργου, την ενημέρωσαν ότι η ανάληψη είχε γίνει από την ίδια, αφού τα δικά της στοιχεία και η υπογραφή της υπήρχαν στο σχετικό παραστατικό. Η μηνύτρια επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κατηγορουμένη και την παρακάλεσε να μεταβεί στο κατάστημα της Τράπεζας στον Πύργο και να αναφέρει για λογαριασμό της το λάθος που διαπίστωσε και ότι η ίδια (η μηνύτρια) θα μετέβαινε την επομένη στον Πύργο για να διευθετηθεί το ζήτημα. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η μηνύτρια υπελάμβανε την αναγραφή της ανάληψης ως λάθος, στηριζομένη στο γεγονός ότι την 7-4-87, ημέρα Τρίτη και ενώ ευρισκόταν στην αγορά της πόλης του Πύργου, είχε δώσει στην κατηγορουμένη το βιβλιάριο καταθέσεών της και το ποσό των 40.000 δρχ. για να το καταθέσει για λογαριασμό της στη Τράπεζα, όπου η τελευταία θα μετέβαινε για άλλη συναλλαγή και πίστευε ότι κατά την κατάθεση του ποσού των 40.000 δρχ. και την ενημέρωση του βιβλιαρίου έγινε το προαναφερθέν λάθος της ανάληψης. Η κατηγορουμένη, όπως κατέθεσαν μετά λόγου γνώσεως η μηνύτρια και η μάρτυς Χ2, απέφυγε με διάφορα προσχήματα να επικοινωνήσει με τη μηνύτρια μέχρι και την επομένη, 10-4-98, ημέρα Παρασκευή, που η τελευταία μετέβη στον Πύργο, όπου, λόγω απροθυμίας των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας να την πληροφορήσουν επακριβώς για τη φερόμενη από μέρους της ανάληψη και να της χορηγήσουν το οικείο παραστατικό, κατέφυγε στην Αστυνομία και υπέβαλε σχετική μήνυση. Η ανάληψη του ποσού των 3.000, 000 δρχ., όπως προκύπτει από το ένταλμα πληρωμής, έγινε την 08:21 ώρα της 6-4-98. Στο ένταλμα πληρωμής υπάρχουν τα στοιχεία της ταυτότητας της μηνύτριας και ο αριθμός τηλεφώνου της στην Αθήνα και υπό την ένδειξη "έλαβα το παραπάνω ποσό" υπογραφή δυσανάγνωστη. Η αρμοδία για την είσπραξη του ποσού υπάλληλος της Τράπεζας Ψ1 κατέθεσε ότι δεν μπορεί να αναγνωρίσει τη γυναίκα (η οποία φορούσε μαύρα γυαλιά και ρούχο με κουκούλα) που εμφανίσθηκε ενώπιόν της και ανέλαβε το ποσό των 3.000.000 δρχ. και ιδίως αν ήταν η μηνύτρια ή η κατηγορουμένη, πάντως, εφόσον της επέδειξε βιβλιάριο και ταυτότητα δεν είχε, κατά την άποψή της, κάποιο λόγο να μην καταβάλει το ποσό. (Με την 491/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών επικυρώθηκε απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί υποχρεώσεως της Τράπεζας να αποζημιώσει τη μηνύτρια για τη ζημία που υπέστη από την ως άνω εκ βαρείας αμελείας αντισυμβατική συμπεριφορά της υπαλλήλου της, που κατέβαλε το ποσό σε μη δικαιούχο πρόσωπο). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η ώρα και η γυναίκα που έκαμε την ανάληψη εμφανίζονται και στη βιντεοταινία της Τράπεζας, που απεικονίζει όσους εισέρχονται στο κατάστημα και η οποία όμως δεν είναι ευκρινής ως προς τα χαρακτηριστικά. Το πρωί της ημέρας που έγινε η ανάληψη η μηνύτρια είδε, όταν ξύπνησε πριν την 09:00 ώρα, ότι η κατηγορουμένη ήταν ντυμένη και είχε επιστρέψει από την έξοδό της, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ημέρες που την εύρισκε με τις πυτζάμες. Η κατηγορουμένη ήταν η μόνη άλλη γυναίκα που είχε πρόσβαση στην τσάντα της μηνύτριας και μπορούσε να αφαιρέσει το βιβλιάριο και την ταυτότητά της και να τα τοποθετήσει στην ίδια θέση χωρίς να γίνει αντιληπτή, όπως δε δεν αμφισβητείται, καθόλο το χρονικό διάστημα που διέμενε στην οικία της η μηνύτρια δεν είχε δεχθεί άλλες επισκέψεις και οι δικές της μετακινήσεις ήταν εντελώς περιορισμένες και μόνο μαζί με την κατηγορουμένη ή την οικογένεια της. Η κατηγορουμένη ακόμη γνώριζε τον αριθμό τηλεφώνου της στην Αθήνα, τον οποίο και έδωσε στη ταμία, που τον καταχώρησε στο γραμμάτιο εισπράξεως. Από την προσήκουσα εκτίμηση των προαναφερθέντων στοιχείων, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη το πρωί της 6-4-98 μετέβη στο κατάστημα .... της ΕΤΕ στον Πύργο και, προσκομίζοντας το βιβλιάριο καταθέσεων και την ταυτότητα της μηνύτριας, παρέστησε ψευδώς στην υπάλληλο Ψ1 ότι είναι η μηνύτρια και έτσι την έπεισε ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο που είναι δικαιούχος του λογαριασμού και της κατέβαλε το ποσό των 3.000.000 δρχ., κατά το οποίο ωφελήθηκε παρανόμως η ίδια και επέφερε αντίστοιχη ισόποση ζημία στην δικαιούχο του λογαριασμού από τον οποίο ανασύρθηκε το ποσό, δηλαδή στη μηνύτρια και στη μητέρα της και το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επιπλέον, κατά την ως άνω συναλλαγή, επί του οικείου εντάλματος πληρωμής που είχε συμπληρώσει η υπάλληλος της Τράπεζας και υπό την ένδειξη "έλαβα το παραπάνω ποσό" υπέγραψε ως Χ1, χωρίς να έχει σχετική εντολή ή συναίνεση από την τελευταία, κατ'απομίμηση της υπογραφής της, έτσι δε παραπλάνησε την ταμία, η οποία, όταν της επέστρεψε υπογεγραμμένο το οικείο παραστατικό, της κατέβαλε το ποσό των 3.000.000 δρχ. από τον ως άνω λογαριασμό. Το γεγονός της πλαστογράφησης της υπογραφής της μηνύτριας δεν αναιρείται από την από 10-4-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου ...... Συγκεκριμένα, στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι τα στοιχεία που επιδείχθηκαν στο γραφολόγο και δη το κρινόμενο ένταλμα πληρωμής, σε φωτοτυπία και τρεις υπογραφές της κατηγορουμένης σε πρωτότυπο, δεν αποτελούν υλικό ποσοτικά και ποιοτικά επαρκές για την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος, λαμβανομένου υπόψη μάλιστα ότι οι υπογραφές της κατηγορουμένης ήταν σε μορφή μονογραφής και όχι εκτεταμένης υπογραφής (η υπογραφή στο ένταλμα πληρωμής δεν είναι μονογραφή αλλά εκτεταμένη υπογραφή) και όχι από έγγραφα αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο και ακόμη ότι δεν τέθηκαν υπόψη του και δείγματα υπογραφής της μηνύτριας. Έτσι, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, περί του ότι η υπό έλεγχο υπογραφή δεν ταυτίζεται με τη γνήσια υπογραφή της κατηγορουμένης, είναι μειωμένης σπουδαιότητας, αφού οι επιφυλάξεις που επισημαίνει καθιστούν αμφίβολη την αποδεικτική του βαρύτητα. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις διατάξεις των άρθρων 216 § 1 και 386 § 1 Π.Κ., που ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ) δεν είναι βάσιμα. Κατά το άρθρο 502 § 1 ΚΠοινΔ: "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του... η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση... Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν...". Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, η μη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης ή της εφέσεως δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 170 ΚΠοινΔ, ούτε και ιδρύει λόγο αναιρέσεως, εκτός εάν ζητήθηκε η ανάγνωση αυτών από τον εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και το δικαστήριο, παρά το νόμο, αποφάνθηκε αρνητικά ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, προκύπτει, αφενός μεν ότι ο Εισαγγελεύς, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ανέπτυξε την έφεση που είχε ασκήσει κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών, αφετέρου δε ότι "το Δικαστήριο ανέγνωσε τις περιεχόμενες στην εκκαλούμενη... απόφαση... ένορκες καταθέσεις των απόντων... μαρτύρων κατηγορίας... καθώς και τα έγγραφα, τα οποία αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν στην εκκαλούμενη απόφαση...". Από το ίδιο πρακτικό δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε, η αναιρεσείουσα προβάλλει ισχυρισμό, ότι αυτή ή ο συνήγορός της υπέβαλαν αίτημα να αναγνωσθούν αναλυτικότερα τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ή η έφεση που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας αθωωτικής απόφασης ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών και ότι το Εφετείο αρνήθηκε την ανάγνωση ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος. Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης (εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ), κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω μη αναγνώσεως των ως άνω πρακτικών και της εφέσεως. Εξάλλου, κατά το πρώτο σκέλος του, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (πρώτος), με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, επειδή στο πρακτικό της δίκης "εμφανίζεται - η αναιρεσείουσα - να εκπροσωπείται από δικηγόρο του Πρωτοδικείου Ηλείας" ενώ ο συνήγορός της ήταν δικηγόρος των Πατρών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται ποιά ήταν η επιβλαβής για την αναιρεσείουσα συνέπεια της ρηθείσης πλημμέλειας. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-2-2006 αίτηση αναιρέσεως της ...... , κατά της 64/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ