Αριθμός 1749/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α΄ Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......................, που εκπροσωπήθηκε από τονπληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλουτόγλου, περί αναιρέσεως της 602/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ......................, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 4 Ιουλίου 2007 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1133/07. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά το αρθρ. 229 § 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει, ενώ ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησης του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησης του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά παραπάνω στοιχεία, το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 § 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατά το άρθρο 221 στοιχ. δ του ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και η ένορκη κατάθεση του λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, οπότε, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, κατά μεν το αρθρ. 362 του ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών", κατά δε το αρθρ. 363 ΠΚ "εάν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου το γεγονός είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται : α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του, και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και ιδία του απαιτούμενου επί των παραπάνω εγκλημάτων των αρθρ. 229 § 1, 224 § 2 και 363 - 362 του ΠΚ άμεσου δόλου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (Ποινική ΟλΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την πληττόμενη υπ' αριθ. 602/2007 απόφαση του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ι) Το έτος 1989 η εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα προσλήφθηκε στην επιχείρηση του κατηγορούμενου με την επωνυμία "ΠΙΣΣΑΣ ΑΕ" ως ιδιαιτέρα γραμματέας και ως τέτοια πρόσφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες της μέχρι το έτος 1991, οπότε με την εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ" από την εταιρία "ΠΙΣΣΑΣ ΑΕ", συνέχισε να εργάζεται προσφέροντας τις υπηρεσίες της στην εταιρία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ" μέχρι το Δεκέμβριο του 1998, οπότε κατόπιν κοινής συμφωνίας λύθηκε η μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Μέχρι το έτος 1998 η εγκαλούσα, εκτός από τις υπηρεσίες της ως γραμματέας, προσέφερε και άλλες ιδιαίτερες εργασίες, οι οποίες συνίσταντο στην πραγματοποίηση από αυτή επανειλημμένων ταξιδιών στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος, αλλά και σε χώρες του εξωτερικού, για τη διεκπεραίωση υποθέσεων της ως άνω εταιρίας, με διανυκτερεύσεις εκτός έδρας, έξοδα παραστάσεων και υπερωρίες και συντήρηση και χρήση ιδιόκτητου μεταφορικού μέσου, χωρίς να αμείβεται για τις πρόσθετες αυτές υπηρεσίες της, ενώ ο κατηγορούμενος, ως μέτοχος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης αυτής εταιρίας, της υποσχόταν τακτικά, ότι θα αμειφθεί για τις πρόσθετες αυτές υπηρεσίες της στο μέλλον. Στις 19.4.1994 η εγκαλούσα κλήθηκε από τον κατηγορούμενο στο γραφείο του και αυτός, αφού της δήλωσε, ότι ενεργεί κατόπιν εξουσιοδοτήσεως και εντολής του διοικητικού συμβουλίου της παραπάνω εταιρίας, έδωσε σε αυτή την εντολή να μεταβεί στη Σουηδία για υποθέσεις της εταιρίας, γιατί εκείνος είχε στερηθεί του δικαιώματος εξόδου από τη χώρα. Παράλληλα, ο ίδιος δήλωσε στην εγκαλούσα, ότι η αμοιβή της για τις μέχρι τη στιγμή εκείνη προσφερθείσες πρόσθετες υπηρεσίες της καθορίστηκε στο ποσό των 35.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, αφού εγχείρησε στην εγκαλούσα το με χρονολογία 19.4.1996 λευκό επιστολόχαρτο με έντυπη την επωνυμία της εταιρίας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ", υπαγόρευσε σε αυτή το κείμενο στο οποίο ανεγράφη, ότι οφείλεται στην εγκαλούσα για την αιτία που αναφέρθηκε το πιο πάνω ποσό και υποσχόταν να καταβάλει αυτό σε χρονικό διάστημα που δεν υπερέβαινε τη διετία, δηλαδή έως τις 19.4.1996, και έπειτα το υπέγραψε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, αφού θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής του από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας Κρήτης με την οποία είχε συναλλαγές, παρέδωσε το έγγραφο αυτό στην εγκαλούσα και η τελευταία αναχώρησε την επομένη ημέρα στη Σουηδία, όπου ενεργώντας ως πληρεξούσια της εργοδότριας εταιρίας έφερε σε πέρας την διεκπεραίωση της πώλησης του μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρίας, που της ανατέθηκε. Όμως, η εγκαλούσα, λόγω της μη καταβολής σε αυτή της ανωτέρω υπεσχημένης αμοιβής, άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας κατά του κατηγορούμενου και της εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ" αγωγή (υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 274/1999), η οποία συζητήθηκε στη δικάσιμο της 5.10.1999. Την ημέρα συζήτησης της αγωγής αυτής ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ", αλλά και για τον εαυτό του ατομικά, κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Λάρισας μήνυση (Α99/4814) κατά της εγκαλούσας - ενάγουσας. Στη μήνυση αυτή ανέφερε ψευδώς, ότι η από 19.4.1999 δήλωση του ίδιου ήταν πλαστή κατά το περιεχόμενο και ότι την πλαστογραφία τέλεσε η εγκαλούσα, η οποία, γενόμενη ως υπάλληλος της αναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας κάτοχος του εν λόγω εγγράφου στις 19.4.1994, το πλαστογράφησε μαζί με άλλα, πιθανότατα τέσσερα πανομοιότυπα, επίσης λευκά ως προς το περιεχόμενο τους, έγγραφα, και ότι η ίδια υπεξήγαγε και άλλες δύο ή τρεις σελίδες λευκές ως προς το περιεχόμενο, αλλά φέρουσες τη γνήσια υπογραφή του κατηγορούμενου, τις οποίες παρακρατεί τελώντας το έγκλημα του άρθρου 222 ΠΚ. Όμως, όπως αποδείχθηκε, τα παραπάνω περιστατικά ήταν ψευδή, καθόσον η από 19.4.1994 δήλωση του κατηγορούμενου ήταν γνήσια ως προς το περιεχόμενο της, αφού η εγκαλούσα ουδέποτε πλαστογράφησε αυτήν, ούτε και κάποιο άλλο έγγραφο, και ο κατηγορούμενος υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του πράγματι της όφειλε το ποσό των 35.000.000 δραχμών για υπερωρίες, που προσέφερε στην παραπάνω επιχείρηση. Ο κατηγορούμενος προέβη στην υποβολή της από 5.10.1999 (Α99/4814) μηνύσεως του εν γνώσει του ψεύδους της και με σκοπό να επιτύχει την καταδίωξη της εγκαλούσας, όπως και έγινε, αφού ασκήθηκε σε βάρος της από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε η υπόθεση στον Α' Ανακριτή του Πρωτοδικείου Λάρισας για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης. Μετά το πέρας της διενεργηθείσας κύριας ανακρίσεως εκδόθηκε το υπ' αριθ. 3.571/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατά της εγκαλούσας κατηγορία για τις αποδιδόμενες σ' αυτή πράξεις α) της πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών, με χρήση του πλαστού εγγράφου, β) της απάτης επί δικαστηρίου κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολικά προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, και γ) την υπεξαγωγή εγγράφου, κατόπιν δε ασκήσεως εφέσεως από μέρους του τότε πολιτικώς ενάγοντος και ήδη κατηγορουμένου εκδόθηκε το υπ' αριθ. 41/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το οποίο απέρριψε κατουσίαν την έφεση. ΙΙ) Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι τις 5.10.1999 ο κατηγορούμενος, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας κατά τον παραπάνω χρόνο της κατάθεσης της μήνυσης του σε βάρος της εγκαλούσας, κατέθεσε τα υπό στοιχείο Ι του παρόντος ψευδή περιστατικά, τελώντας εν γνώσει του ψεύδους τους. III) Τέλος, στις 5 και 8.10.1999 ο κατηγορούμενος με οποιοδήποτε τρόπο ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα, πού μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τελώντας σε γνώση της αναλήθειάς τους. Ειδικότερα α) στις 5.10.1999 ισχυρίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας εν γνώσει της αναλήθειάς τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο Ι του παρόντος ψευδή περιστατικά, των οποίων έλαβαν γνώση εκτός από τον παραπάνω Εισαγγελέα, οι υπάλληλοι της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας, ο Α' Ανακριτής του Πρωτοδικείου Λάρισας και οι υπάλληλοι της γραμματείας του παραπάνω Πρωτοδικείου και τα οποία έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, β) στις 5.10.1999 και κατά τη συζήτηση της υπ' αριθ. κατάθεσης 274/1999 αγωγής της ενάγουσας - εγκαλούσας κατά της εταιρίας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ" και κατά του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναλήθειας τους και προς απόκρουση της αγωγής με τις προτάσεις του, ότι η από 19.4.2004 δήλωση, που φέρει την υπογραφή του, "είναι ολοκληρωτικά πλαστή ως προς το περιεχόμενο της και συνετάγη εκ των υστέρων από την ενάγουσα σε λευκή ως προς το περιεχόμενο της σελίδα, που έφερε τη γνήσια υπογραφή του ιδίου και θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του από το υποκατάστημα Λάρισας της Τράπεζας Κρήτης. Μάλιστα, πλαστογράφος είναι η ίδια η αντίδικος ενάγουσα ... έγινε δε κάτοχος την ημέρα εκείνη (19.4.1994) του εγγράφου αυτού (το οποίο τελικά πλαστογράφησε) μαζί με άλλα πιθανότατα τέσσερα πανομοιότυπα, επίσης λευκά ως προς το περιεχόμενο τους, έγγραφα στα πλαίσια συγκεκριμένης εντολής, που έλαβε να μεταβεί στη Σουηδία για να προβεί στη διεκπεραίωση της πώλησης μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρίας. Την ίδια εξάλλου ημέρα της χορηγήθηκαν και τα σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια του συμβολαιογράφου Λαρίσης Λαγούδα (αντίγραφα των οποίων προσκομίζουμε). Προσκομίζουμε τα πλαστά έγγραφα σε φωτοτυπικά αντίγραφα ... μόνο ως επιχείρημα επικαλούμαι ότι η φερόμενη ως αναγνώριση χρέους είναι "παράλογη", εφόσον αναγνωρίζονταν ανύπαρκτες υπηρεσίες, το δήθεν αντάλλαγμα των οποίων ήταν προφανώς υπέρογκο σε σχέση με τις απολαβές οποιονδήποτε εργαζόμενου σε ανάλογη θέση, ενώ βεβαίως η μηνυόμενη - ενάγουσα δεν είχε τα ανάλογα τυπικά ή ουσιαστικά προσόντα, ώστε να δικαιολογείται μια τέτοια αμοιβή...", γ) στις 8.10.1999 κατά τη συζήτηση της αναφερόμενης υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 274/1999 αγωγής της ενάγουσας - εγκαλούσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με τη προσθήκη -αντίκρουση των προτάσεων του ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναλήθειας ότι: "εξάλλου ως πλήρη απόδειξη του ισχυρισμού μου περί πλαστότητας προσκομίζω αντίγραφο πανομοιότυπου ως προς το πλαστό έγγραφο, το οποίο αποδεδειγμένως συμπληρώθηκε από την αντίδικο στη Σουηδία, στο οποίο η ίδια έθεσε ως ημερομηνία συντάξεως τις 22.4.1994, παρόλο που η ημερομηνία βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής ήταν η 19.4.1994". Όμως, όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή για όσους λόγους αναφέρονται αναλυτικά στο υπό στοιχείο Ι του παρόντος, έβλαψαν δε την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, καθόσον έλαβαν γνώση αυτών οι δικαστές και οι υπάλληλοι της γραμματείας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των αποδιδόμενων σε αυτόν αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα τριών (13) μηνών (7 μήνες + 3 μήνες + 3 μήνες =13 μήνες), την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. 3. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν και αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ειδικά δε τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ, δεχόμενο σχετικώς, ότι ο κατηγορούμενος ψευδομηνυτής, αν και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, τέλεσε την πράξη την ψευδορκίας, βεβαιώνοντας ενόρκως ως αληθινό στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας, στο οποίο την υπέβαλε, το περιεχόμενο της μήνυσης του, παρότι γνώριζε, ότι αυτό ήταν ψευδές. Συγκεκριμένα, αιτιολόγησε ειδικώς και την ύπαρξη στο πρόσωπο του κατηγορούμενου του απαιτούμενου άμεσου δόλου για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αφού διέλαβε σκέψεις περί τις γνώσεως τούτου α) ότι η καταμήνυση ήταν ψευδής, β) ότι τα ενόρκως κατατεθέντα ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Λάρισας ήταν ψευδή, και γ) ότι τα διαδοθέντα ενώπιον του ως άνω Εισαγγελέως, του Α' Ανακριτή του Πρωτοδικείου Λάρισας, των Δικαστών και των υπαλλήλων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και του ακροατηρίου του τελευταίου δικαστηρίου ήταν ψευδή, εκθέτοντας σχετικώς με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα ειπώθηκαν και έλαβαν χώρα κατά τη γενόμενη στις 19.4.1994 συνάντηση της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας και του κατηγορούμενου στο γραφείο τούτου και τα οποία, όπως είναι αυτονόητο, γνώριζε ο κατηγορούμενος πως ήταν αληθή και παρ' όλα αυτά καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς για το αντίθετο την εγκαλούσα -πολιτικώς ενάγουσα, βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς την αναλήθεια τούτων και ισχυρίστηκε ενώπιον των αναφερθέντων τρίτων, ότι τα ίδια γεγονότα, τα οποία έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της, ήταν ψευδή. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος τρίτος λόγοι των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 229 § 1, 363 σε συνδ. με 362 και 224 § 2 του ΠΚ, και με τη μορφή για την τελευταία διάταξη της εκ πλαγίου παραβάσεως, είναι αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που, με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας λόγω μη ειδικής αναφοράς στο τι προέκυψε χωριστά από κάθε αποδεικτικό μέσο, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι, και ως τέτοιοι στο σύνολο τους απορριπτέοι. 4. Επειδή, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2.408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Εφόσον, όμως, αναιρεθεί η απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, αναιρείται στη συνέχεια και η καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου, διότι τούτο, προχωρώντας στην έκδοση της αποφάσεως αυτής δίχως να έχει αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της συζήτησης, υπερβαίνει την εξουσία του και υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τη ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας παρεμπίπτουσα απόφαση του, κατά τη συνεδρίαση τούτου στις 10.5.2007 απορρίφθηκε αίτημα για αναβολή της δίκης, αφενός της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας, το οποίο υποβλήθηκε στο δικαστήριο από το δικηγόρο του Δ.Σ. Λάρισας Φεραίο Νάνη, που εμφανίστηκε ως άγγελος ειδήσεων, και αφετέρου του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, της μεν πρώτης, διότι "χρειάστηκε να μεταβεί εκτάκτως στην Αθήνα για ασθένεια της μητέρας της", του δε δεύτερου για να τηρηθεί "η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας". Τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν : 1) αυτό της πολιτικώς ενάγουσας "ως αβάσιμο, διότι από κανένα απολύτως στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι αυτή χρειάστηκε λόγω ασθενείας της μητέρας της να μεταβεί στην Αθήνα", αφού "δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο κάποια ιατρική γνωμάτευση, από την οποία να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι η πρωτοδίκως παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα μετέβη πράγματι στην Αθήνα για την επικαλούμενη από αυτή αιτία", και 2) το αίτημα του κατηγορούμενου προεχόντως "ως αόριστο", διότι δεν "εκτίθονταν σε αυτό συγκεκριμένοι λόγοι που να συνηγορούν στην αναβολή της δίκης", και επικουρικώς, διότι "η μη παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο της δεν συνιστούσε σημαντικό αίτιο για την αναβολή της δίκης, ούτε και η μη παράσταση της θα έβλαπτε την προφορικότητα της διαδικασίας, παρεκτός του ότι η δικαζόμενη υπόθεση είχε αναβληθεί από το δικαστήριο τέσσερις φορές και επέκειτο άμεση παραγραφή των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων, καθόσον αυτές φέρονταν να έχουν τελεστεί στις 5 και 8.10.1999". Η επάλληλη αυτή αιτιολογία αυτή, την οποία διέλαβε το εφετείο στην παρεμπίπτουσα απόφαση του για απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κυρίως ως αόριστου, επικουρικώς δε ως ουσιαστικά αβάσιμου, ως προς το οποίο και μόνο νομιμοποιείται αυτός να μέμφεται την απόφαση αυτή, όχι δε και για την απόρριψη του ταυτόχρονα υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε με επάλληλες σκέψεις στην απορριπτική του αιτήματος αυτού απόφαση του. Αυτά δε παρεκτός του ότι : 1) το αίτημα αυτό του κατηγορούμενου, όπως είχε διατυπωθεί με επίκληση μόνο της αρχής της προφορικότητας, ήταν πράγματι αόριστο, ως μη συνοδευόμενο από επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, μεταξύ των οποίων και τα εκτιθέμενα το πρώτον με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ως η μη εμφάνιση στο ακροατήριο τριών από τους πέντε συνολικά κλητευθέντες μάρτυρες κατηγορίας, η προσωπική αντιδικία του κατηγορούμενου με ένα από τους λοιπούς δύο μάρτυρες, η άγνοια του έτερου ως προς το κρίσιμο θέμα της πλαστογραφίας και το εφικτό της εμφάνισης των απόντων τριών μαρτύρων στο ακροατήριο και η αναγκαιότητα της καταθέσεως αυτών για την ανακάλυψη της αληθείας, για τα οποία, όμως, διαπιστωθέντα μετά την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής, όπως από τα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, δεν υπέβαλε, αν και δικαιούταν, ούτε νέο αίτημα αναβολής της δίκης, ούτε αίτημα διακοπής αυτής, 2) η απουσία της πολιτικώς ενάγουσας, σύμφωνα με το άρθρο 68 § 3 του ΚΠΔ, δεν δικαιολογούσε σε καμία περίπτωση την αναβολή της δίκης και δεν θα έβλαπτε την προφορικότητα της δίκης, αφού η πρωτοδίκως δοθείσα και ελεγχθείσα κατά τα άρθρα 356 - 358 του ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο και το συνήγορο του στο ακροατήριο κατάθεση της, αλλά και οι καταθέσεις των λοιπών απολειπόμενων μαρτύρων, ήταν καταχωρημένες στα πρακτικά της πρωτοδίκης δίκης, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του εφετείου, και 3) είχε αναβληθεί τέσσερις φορές στο παρελθόν η εκδίκαση της υποθέσεως παρά τις αντίθετες επιταγές του άρθρου 349 του ΚΠΔ και, όπως δέχθηκε και το εφετείο, ήταν ήδη ορατός ο κίνδυνος παραγραφής των διωκόμενων αξιόποινων πράξεων, επισημαίνοντας με τον τρόπο αυτό την προσχηματικότητα του αιτήματος της αναβολής και τον επιδιωκόμενο με την αναβολή της δίκης σκοπό να συμπληρωθεί ο εναπομένων ελάχιστος χρόνος της οκταετούς παραγραφής (δικάσιμος 10.5.2007, χρόνος τέλεσης 5 και 8.10.1999, συμπλήρωση οκταετίας 5 και 8.10.2007). Άρα, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και εν μέρει με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της συζήτησης της υποθέσεως για σπουδαίο λόγο παρεμπίπτουσας απόφασης είναι αβάσιμα και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος απορριπτέος. Συνακολούθως, ορθά το δικαστήριο προχώρησε στη συνέχεια στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για παράβαση των άρθρων 229 § 1, 224 § 2 και 363 σε συνδ. 362 του ΠΚ και δικάζοντας την πολιτική αγωγή της εγκαλούσας δέχθηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να της καταβάλει 30 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τα σε βάρος της διαπραχθέντα ανωτέρω εγκλήματα, για τα οποία όλα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης και της δευτεροβάθμιας δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από το παρόν Δικαστήριο, έγινε η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, και δεν υπερέβη τούτο την εξουσία του, τα δε αντιθέτως περί τούτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ είναι αβάσιμα και ο λόγος αυτός ως τέτοιος απορριπτέος. 5. Επειδή, έλλειψη ακροάσεως, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, υφίσταται κατά το άρθρο 170 § 2 του ίδιου Κώδικα, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, τέτοιο δε αίτημα είναι και η σύμφωνα με το άρθρο 349 του ιδίου Κώδικα υποβαλλόμενη αίτηση για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως για σπουδαίο λόγο, εφόσον αυτή είναι νόμιμη και υποβάλλεται παραδεκτά, με σαφήνεια και πληρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προειπώθηκε, η συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα για αναβολή της δίκης για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστούσε κατ' αυτή η μη εμφάνιση στο ακροατήριο της μάρτυρος κατηγορίας εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας. Ωστόσο, όπως διεξοδικά εκτέθηκε ανωτέρω, το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αυτής της συνηγόρου του κατηγορούμενου και την απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αφού ήταν, όπως προεκτέθηκε, αόριστη και ως τέτοια απαράδεκτη. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εν μέρει από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως ως προς το υποβληθέν αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως σε μεταγενέστερη δικάσιμο λόγω απουσίας της μάρτυρος κατηγορίας πολιτικώς ενάγουσας είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. 6. Επειδή, η αιτίαση, ότι το δικαστήριο με την απορριπτική του αιτήματος αναβολής του κατηγορουμένου παρεμπίπτουσα απόφαση του παραβίασε την υπερνομοθετικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 6 § 3 στοιχ. δ της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας, είναι απαράδεκτη, γιατί οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δεν έχουν ουσιαστικό ποινικό περιεχόμενο, ενώ και η παράβαση τους καθ' εαυτή, δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως εν μέρει, με τον οποίο γίνεται λόγος και πάλι για τη θεμελίωση λόγου ελλείψεως ακροάσεως από τα αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Β και 170 § 2 του ΚΠΔ είναι αβάσιμα και ο λόγος αυτός απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος. 7. Επειδή, μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει και η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2007 αίτηση του .........................., και τους από 4 Ιουλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθ. 602/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 13 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ