ΑΡΙΘΜΟΣ 1173/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Αντώνιο Παπαθεοδώρου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. .....και 2. ..... , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 665/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Νοεμβρίου 2006 δύο χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1907/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 5/4-1-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις 1) 140/27-11-06 και 2) 139/27-11-06 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) .....και 2) ...., αντίστοιχα, κατά του 665/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 1306/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και επικύρωσε τούτο, τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη υπεξαίρεση, κατά συναυτουργία, [άρθρα 45, 60, 375 ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Οι εισαγόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος εδράζονται στη διάταξη του άρθρου 483 παρ.1 ΚΠΔ, και ασκήθηκαν απ' αυτούς με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, μέσα στην δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του βουλεύματος που έγινε με επίδοση στα χέρια της υπαλλήλου του γραφείου τους ενήλικης .... [βλ. οικεία επιδοτήρια του δικ. επιμελητή ....]. Οι εκθέσεις συντάχθηκαν από τη γραμματέα με την τήρηση των απαιτούμενων από τα άρθρα 150-151 και 474 ΚΠΔ διατυπώσεων και περιέχουν προβλεπόμενους από το νόμο λόγους, για τους οποίους ασκούνται, οι οποίοι συνίστανται στην έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε. [άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και δικαιωματικά ασκηθείσες, οπότε πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους. 3-Έλεγχος των λόγων Α-Νομικές διατάξεις. α-Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. [ΑΠ.94/06]. β-Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. γ-Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθό χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του, και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επιπλέον μια από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 Ε, [παρ.1 περ. β, που προστέθ. με το άρθρο 14 παρ.3α του Ν.2171/3-6-99], ή εάν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.[παρ.2, εδ. β που προστέθ. με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν.2721/99]. Διαχείριση της ξένης περιουσίας έχει κάποιος όταν έχει εξουσία από το νόμο ή από τη σύμβαση να ενεργεί για λογαριασμό άλλου (του εντολέα του) επί της περιουσίας του όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως αυτού (ΑΠ.1088/04 Π.ΛΟ.04/1359]. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. [ΑΠ.1296/03 ΠΧΡ.ΝΔ/327]. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση.[ΑΠ.883/04 Π.ΛΟΓ.04/1137]. Σκοπός της διατάξεως είναι να τιμωρήσει βαρύτερα την καταχρηστική αντιπροσωπευτική- διαχειριστική πράξη του δράστη. δ-Κατά το άρθρο 45 του ΠΚ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος, (Α.Π. 818/89 ΠΧΡ.Μ/180).Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου (ΑΠ.1085/89 ΠΧΡ.Μ/399, 1334/89 ΠΧΡ.Μ/586) Β-Περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, [καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι, όντας ο πρώτος πρόεδρος και ο δεύτερος αντιπρόεδρος της χρηματιστηριακής εταιρίας υπό την επωνυμία ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ, ενώ παρέλαβαν από τους παθόντες 1) X1 και 2) X2 στην Αθήνα κατά τα έτη 1998 και 1999 το χρηματικό ποσό των 214.092.000 δρχ ή 628.296 Ε, με κατάθεση που ενήργησαν τούτοι στον .... λογαριασμό της εταιρίας τους και δη 200.000.000 δρχ στις 6-2-97, 12.682.000 δρχ. στις 24-11-98 και 1.410.000 δρχ στις 16-3-99 ή 586.940.000, 37.218 και 4.138 Ε, αντίστοιχα, με την εντολή να το επενδύσουν επ' ονόματι και για λογαριασμό τους σε ΡΕΠΟΣ και αμοιβαία κεφάλαια, δε διέθεσαν τούτο σύμφωνα με την εν λόγω εντολή τους, ούτε το απέδωσαν σ' αυτούς το Δεκέμβριο του 2001, όταν τους το ζήτησαν, αλλά το κατακράτησαν, χωρίς κανένα δικαίωμα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία τους. Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι πληρούται η ποινική υπόσταση του εγκλήματος της ιδιαίτερα διακεκριμένης υπεξαίρεσης, που τέλεσαν σε βάρος των ανωτέρω παθόντων κατά συναυτουργία, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις τόσον ότι ενήργησαν ως εντολοδόχοι και διαχειριστές της περιουσίας των παθόντων όσο και ότι το αντικείμενο αυτής των 214.092.000 δρχ ή των 628.296 Ε, χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή των 73.000 Ε, Στη συνέχεια απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων ως ουσιαστικά αβάσιμες, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και τους παρέπεμψε ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι τελέσεως του εγκλήματος τούτου. Γ)-Κριτική αξιολόγηση Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, κατά συναυτουργία, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις τόσον ότι ενήργησαν ως εντολοδόχοι και διαχειριστές της περιουσίας των παθόντων όσο και το αντικείμενο αυτής των 214.092.000 δρχ ή των 628.296 Ε, χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή των 73.000 Ε, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 375 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνει από πλευράς μεν της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ότι οι κατηγορούμενοι συνέπραξαν στην τέλεση της πράξεως, ότι έγιναν και οι δυό τους συγκάτοχοι του χρηματικού ποσού των 214.092.000 δρχ, ότι ενσωμάτωσαν τούτο παρανόμως στην περιουσία τους και ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις, τόσον ότι ενήργησαν ως εντολοδόχοι και διαχειριστές της περιουσίας των παθόντων όσο και το ότι το αντικείμενο αυτής των 214.092.000 δρχ ή των 628.296 Ε, χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή των 73.000 Ε, αφετέρου δε ότι έδρασαν με κοινό δόλο, κατόπιν συναπόφασης, με γνώση και θέληση των ως άνω περιστατικών που το απαρτίζουν. Η αιτίασή τους ότι το Συμβούλιο Εφετών εκτίμησε εσφαλμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και έτσι πείσθηκε ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία παραπέμπονται, και δη ότι δεν έλαβε υπόψη τις συναλλαγές που οι παθόντες είχαν με τον Ψ1 διευθυντή του υποκαταστήματος της εταιρίας τους στη Θεσσαλονίκη, ότι δεν εκτίμησε ορθά το γεγονός ότι αυτοί αγόρασαν για λογαριασμό τους μετοχές και ότι ορισμένες μεν απ' αυτές τις ανέλαβαν ορισμένες δε τις πώλησαν, και, τέλος, ότι δεν εκτίμησε ορθά το γεγονός ότι οι παθόντες καθυστέρησαν να τους υποβάλουν την σχετική έγκλησή τους, είναι απαράδεκτη διότι βάλλουν κατά της ανέλεγκτα αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. 5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το δε να καταδικάσει αυτούς στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθούν οι 1) 140/27-11-06 και 2) 139/27-11-06 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) ..... και 2) ...., αντίστοιχα, κατά του 665/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και Β-Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε. Ο Εισαγγελέας Φώτιος Μακρής Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ.1 ΠΚ για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται, χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (τελ. εδάφιο της παρ.1 άρθρου 375 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3α ν.2721/1999). Ακόμη η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, αν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρο 375 παρ.2 όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του ν.2408/1996). Η ιδιότητα του εντολοδόχου υπάρχει όταν μεταξύ του παθόντος και του δράστη υφίσταται σύμβαση εντολής, όπως αυτή διαπλάσσεται από το αστικό δίκαιο (άρθρα 713 επ. ΑΚ), ενώ ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί από το νόμο ή τη σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, εφόσον έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. εδ. του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ΄άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ΄είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα εξής:. Οι εγκαλούντες X1 και X2 συνεργαζόμενοι έμποροι (βιοτέχνες) της ... - ήδη το έτος 1997 πραγματοποιούσαν χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετοχών κλπ), μέσω της εδρεύουσας στην Αθήνα (οδός Σταδίου αρ. 33) ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΉ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ειδικότερα μέσω του υποκαταστήματος αυτής στη Θεσσαλονίκη, του οποίου διευθυντής ήταν ο Ψ1 διατηρώντας μάλιστα και σχετικό χαρτοφυλάκειο. Περί το τέλος του έτους 1997 οι εγκαλούντες επισκέφθηκαν τα γραφεία της χρηματιστηριακής εταιρίας, στην Αθήνα, όπου γνώρισαν τους κατηγορουμένους, οι οποίοι ήταν και είναι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, σύμφωνα με το καταστατικό της. Σε επιγενόμενη δε επίσκεψη των κατ/νων στα γραφεία της εταιρείας στη Θεσσαλονίκη, οι εγκαλούντες συναντήθηκαν εκ νέου με αυτούς, οι οποίοι τότε τους προέτρεψαν να επενδύσουν σε χρηματιστηριακά ομόλογα ("ρεπος") και αμοιβαία κεφάλαια και μάλιστα απ'ευθείας μέσω των κεντρικών γραφείων της χρηματιστηριακής εταιρείας στην Αθήνα. 'Ετσι, οι εγκαλούντες κατέθεσαν στον υπ'αριθμ. ...... λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" στις 6-2-1998 200.000.000 δραχμές, στις 24-11-1998 12.682.095 δραχμές και στις 16-3-1999 1.410.000 δραχμές, προκειμένου τα εν λόγω χρηματικά ποσά να χρησιμοποιηθούν για τον προαναφερθέντα σκοπό, δηλαδή την αγορά "ρέπος" και αμοιβαίων κεφαλαίων για λογαριασμό των εγκαλούντων. Σε επιγενόμενες δε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν οι εγκαλούντες με τους κατ/νους, οι τελευταίοι τους διαβεβαίωσαν περί της ασφαλούς επενδύσεως των χρημάτων και μάλιστα τους απέστελλαν κατά διαστήματα και διάφορα χρηματικά μικροποσά ως κέρδη από τις επενδύσεις. Το μήνα Ιούνιο 1999 αποκαλύφθηκε ότι, μέσω του υποκαταστήματος της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας στη Θεσσαλονίκη, είχαν τελεστεί πολλές κακουργηματικές πράξεις σε βάρος πελατών της εταιρείας (επενδυτών) και ειδικότερα υπεξαιρέσεις ιδιαίτερα μεγάλων ποσών και άλλα συναφή εγκλήματα, με συνέπεια ν'ασκηθούν αντίστοιχες ποινικές διώξεις, τόσο σε βάρος του Ψ1 όσο και σε βάρος των και νυν κατ/νων. Σύμφωνα δε με την έγκληση, οι κατ/νοι κρατήθηκαν προσωρινά με βάση τις τότε κατηγορίες. Ευθύς μετά την αποκάλυψη των γεγονότων αυτών, οι εγκαλούντες επικοινώνησαν με τους κατ/νους, οι οποίοι τους καθησύχασαν και τους διαβεβαίωσαν ότι οι επενδύσεις των ανωτέρω χρηματικών ποσών (που κατατέθηκαν απ'ευθείας στην χρηματιστηριακή εταιρεία στον προαναφερθέντα τραπεζικό λογαριασμό) ήταν ασφαλείς και δεν είχαν σχέση με το χαρτοφυλάκειο που διατηρούσαν στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης. Ανάλογες διαβεβαιώσεις περί επιστροφής των χρημάτων - και δικαιολογίες σχετικά με την καθυστέρηση-παρείχαν οι κατηγορούμενοι και μετά την αποφυλάκισή τους, μέχρι το μήνα Δεκέμβριο 2001, οπότε ρητά και ευθέως αρνήθηκαν την απόδοση των χρηματικών ποσών ή των αντίστοιχων χρηματογράφων στους εγκαλούντες. Τ'ανωτέρω αναφερθέντα περιστατικά προκύπτουν ειδικότερα, τόσο από την έγκληση και τις καταθέσεις των εγκαλούντων, όσο και από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των .....και .... καθώς και από τα αντίγραφα των οικείων παραστατικών καταθέσεων των ως άνω χρηματικών ποσών στο λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας των κατ/νων στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ". Από την πλευρά τους οι κατηγορούμενοι, απολογούμενοι, υποστηρίζουν αρχικά ότι μεταξύ του ανωτέρω Ψ1 και των εγκαλούντων υφίστατο τοκογλυφική σχέση (με "τοκογλύφους" τους εγκαλούντες), στο πλαίσιο της οποίας έγινε η κατάθεση του ποσού των 200.000.000 δραχμών. Τα γεγονότα αυτά αγνοούσαν πλήρως οι κατ/νοι, οι οποίοι ουδέποτε γνώρισαν τους εγκαλούντες και συζήτησαν με αυτούς. Περαιτέρω οι κατ/νοι παραδέχονται ότι τ'ανωτέρω χρηματικά ποσά εισήλθαν πράγματι στο ταμείο της εταιρείας τους, διατείνονται όμως ότι το μεν ποσό των 200.000.000 δρχ. προοριζόταν προσωπικά για τον Ψ1 και για το λόγο αυτό το εν λόγω ποσό μεταφέρθηκε αυθημερόν στην "χρηματική καρτέλα" του υιού του Ψ1 από δε τα άλλα δύο (μικρότερα) χρηματικά ποσά, αυτό των 12.682.055 δρχ. χρησιμοποιήθηκε για την αγορά 1000 μετοχών της εταιρείας "ΙΝΤΡΑΚΟΜ" (που πωλήθηκαν στη συνέχεια με οριακή ζημία) και αυτό του 1.410.000 δρχ. χρησιμοποιήθηκε για την αγορά 40 μετοχών της Εμπορικής Τράπεζας. Ωστόσο, αξιολογούμενοι οι ως άνω ισχυρισμοί των κατ/νων με βάση τη λογική και την κοινή πείρα-προκύπτουν ως προδήλως αβάσιμοι, ενόψει των ακολούθων συλλογισμών και ερωτημάτων που ανακύπτουν. Ειδικότερα, εάν το ποσό των 200.000.000 δρχ. προοριζόταν για τον Ψ1 (προσωπικά) είναι προφανές ότι οι εγκαλούντες θα κατέθεταν σε λογαριασμό αυτού ή -έστω- κάποιου συγγενικού του προσώπου και όχι στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας των κατ/νων. Για ποιο λόγο θα έπρεπε η εταιρεία να μεσολαβήσει σε παράνομη (τοκογλυφική κατά τους κατ/νους) συναλλαγή τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού. Εξάλλου, οι κατ/νοι, εφ΄όσον αγνοούσαν τα πάντα όπως διατείνονται, για ποιο λόγο ανέλαβαν το εν λόγω ποσό και το μετέφεραν στην "χρηματική καρτέλα" (εντός της χρηματιστηριακής εταιρείας τηρούμενη) του υιού Ψ1. Παράλληλα, το γεγονός ότι οι κατ/νοι δέχονται ότι ανέλαβαν τα δύο άλλα χρηματικά ποσά και τα επένδυσαν σε αγορές μετοχών για λογαριασμό των εγκαλούντων, αποδεικνύει ότι πράγματι είχαν απευθείας συναλλαγές με τους τελευταίους και ενεργούσαν χρηματιστηριακές πράξεις κατ΄εντολή και για λογαριασμό τους. Αλλά και ως προς τα δύο αυτά (μικρότερα) χρηματικά ποσά, ανακύπτει περαιτέρω το ερώτημα για ποιο λόγο οι κατηγορούμενοι δεν απέδωσαν στους εγκαλούντες τα εν λόγω ποσά ή τις μετοχές που αγόρασαν με αυτά; Συνεπώς, με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, κρίνονται ως απολύτως βάσιμα τα ανωτέρω εκτεθέντα περιστατικά, που συνθέτουν την εν προκειμένω κατηγορία και συγκροτούν πλήρως την παρούσα αξιόποινη (κακουργηματική) πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για υπεξαίρεση από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ), το οποίο τους το είχαν εμπιστευθεί οι παθόντες λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας και αφού απέρριψε κατ΄ουσίαν τις εφέσεις τους, επικύρωσε τις παραπεμπτικές διατάξεις του εκκληθέντος βουλεύματος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τους για την αξιόποινη αυτή πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 45 και 375 παρ.1, 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο Εφετών συνήγαγε αυτά και στήριξε την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες από κοινού ενήργησαν ως εντολοδόχοι και διαχειριστές της περιουσίας των παθόντων, και ότι με την ιδιότητά τους αυτή ιδιοποιήθηκαν παρανόμως το ανωτέρω αναφερόμενο χρηματικό ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και τις ουσιαστικές παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών, δεν θεμελιώνουν λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ και είναι απαράδεκτες. Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν στον κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ'αριθ. κατάθ. 140 και 139/27-11-2006 αιτήσεις αναίρεσης των ....και ..... αντίστοιχα, κατά του 665/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για τον καθένα, στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ