Αριθμός 571/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Α. Π., το γένος Ε. και Μ. Π., 2) Α. Π. του Κ. και Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Λεκέα και κατέθεσαν προτάσεις. Κοινοποιούμενη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στην: Ε. Φ., το γένος Α. και Κ. Δ., κάτοικο ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2019 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-2-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 27-2-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 126/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας από 10-1-2018 αγωγή τους, κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (και άλλων πέντε), οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους του περιγραφομένου ακινήτου (αγροτεμαχίου), επικαλούμενοι παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας τους επ' αυτού, και να διαταχθεί η διόρθωση των σχετικών εσφαλμένων πρώτων εγγραφών. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, δικάζοντας, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των πιο πάνω διαδίκων (ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτων) και ερήμην των εναγομένων (1ου, 2ης, 4ης και 5ου), με την υπ'αριθ. 72/2019 οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το εναγόμενο (3ο) και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 21-3-2019 έφεση, την οποία, το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, δικάζοντας κατά την ίδια ως άνω διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ'αριθ. 126/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ. αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία. Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 771/2021, 1125/2018).Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π 771/2021 1125/2018). Στην ένδικη από 10-1-2018 αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου αγωγή τους, η οποία στρεφόταν και κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα εξέθετε (κατά το μέρος που ενδιαφέρει και μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο), ότι έχουν αποκτήσει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους την (συγ)κυριότητα του περιγραφόμενου στην αγωγή, κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, κυρίως με παράγωγο τρόπο και, ειδικότερα, με αγορά παρά της πωλήτριας, προηγουμένης κυρίας, Α. Π., (δυνάμει του υπ'αριθμ. πωλητηρίου ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγιώτη Δουμουλάκη. που μεταγράφηκε νόμιμα), επικουρικά δε, με πρωτότυπο τρόπο και, ειδικότερα, με τακτική, αλλά και έκτακτη χρησικτησία, διότι το νέμονται οι ίδιοι κατά το ως άνω ιδανικό τους μερίδιο με καλή πίστη σε σχέση με τον τίτλο τους και με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1995, μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (2018), δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας αλλά και της εικοσαετίας, επιβλέποντας φροντίζοντας, καθαρίζοντας και περιφράσσοντας το, κατοικώντας στην επ'αυτού οικία την οποία ανήγειραν το έτος 1996 και συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο και τους λοιπούς καρπούς. Ότι, όμως, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης, περιγραφόμενα τμήματα του πιο πάνω ακινήτου καταχωρήθηκαν εσφαλμένα ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λαμβάνοντας μάλιστα και διαφορετικά αυτοτελή ΚΑΕΚ. Κατόπιν αυτών οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητά τους στο ενιαίο επίδικο ακίνητο και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, προκειμένου να καταχωρηθούν οι ίδιοι ως (συγ)κύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο των εναγόντων επί του επίδικου ακινήτου, κυρίως με παράγωγο τρόπο (μεταβίβαση αιτία πωλήσεως) και, επικουρικά και καθ' υποφορά, μετά την αμφισβήτηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητας αυτών και των δικαιοπαρόχων τους, με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής των ιδίων, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζουν, για χρονικό διάστημα πλέον και της εικοσαετίας (1995 μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής το 2018), χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται πέραν των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και το αν το επίδικο ακίνητο ήταν δεκτικό χρησικτησίας έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, αν δηλαδή, απέκτησαν κυριότητα επ' αυτού οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου πριν από τις 11/9/1915, αφού ο ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας του (Ελλ.Δημοσίου), με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο, πρέπει να προβληθεί και ν' αποδειχθεί, από το εναγόμενο, οπότε για την κατάλυσή της οι ενάγοντες πρέπει να επικαλεστούν τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας του βρδ. Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή απορρίπτοντας ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό του εναγομένου εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της, διότι οι ενάγοντες, δεν εξέθεταν, διακατοχικές πράξεις αυτών και των δικαιοπαρόχων τους, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου πριν από τις 11/9/1915, παρά την αμφισβήτηση από το εναγόμενο του εμπραγμάτου δικαιώματος τους και των δικαιοπαρόχων τους, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφερόμενη νομική πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ, και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (Α.Π 148/2016). Οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ. ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως, κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, ε) άλλως, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, στ) άλλως, ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ζ) άλλως, περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (Α.Π 148/2016, Α.Π1527/2014) . Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 148/2016). Στη προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Επίδικα είναι τα εξής εδαφικά τμήματα: α) το τμήμα, το οποίο έχει έκταση 35,13 τ.μ., εμφαίνεται στο από Ιανουάριου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του τοπογράφου μηχανικού Χ. Λ., που συντάχθηκε σύμφωνα με το σύστημα ΕΣΓΑ '87 και ενσωματώνεται στην αγωγή, ως αναπόσταστο μέρος της, με τους αριθμούς 73-83-88-90-95-92-75-73 και τις συντεταγμένες κορυφών που αναφέρονται σ' αυτό και συνορεύει βόρεια - βορειανατολικά σε πλευρές 73-83, 83-88, 88-90 και 90-95 με ακίνητο της Ε. Σ. και του Φ. Σ., το οποίο έφερε αρχικά ΚΑΕΚ ... και μετά τη διόρθωση των αρχικών εγγραφών του φέρει ΚΑΕΚ ... και νότια-νοτιανατολικά σε πλευρές 73-75, 75-92 και 92-95 με το τμήμα του ακινήτου των εναγόντων που έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία με ΚΑΕΚ ... β) το τμήμα, το οποίο έχει έκταση 27,99 τ.μ., εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τους αριθμούς 66-167-168-169-170-171-172-173-174-175-102-99-100-103-105-104-166 και τις συντεταγμένες κορυφών που αναφέρονται σ' αυτό και συνορεύει ανατολικά σε πλευρές 166-167, 167-168, 168-169, 169- 170, 1710-171, 171-172, 172-173, 173-174 και 174-175 με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Φ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ... και δυτικά σε πλευρές 175-102, 102-99, 99-100, 100-103, 103-105, 105-104 και 104-166 με το τμήμα του ακινήτου των εναγόντων που έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία με ΚΑΕΚ ... και γ) το τμήμα, το οποίο έχει έκταση 11,28 τ.μ. εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό με τους αριθμούς 176-177-178-179-114-113-176 και τις συντεταγμένες κορυφών που αναφέρονται σ' αυτό και συνορεύει βόρεια - βορειανατολικά σε πλευρές 179-114, 177-178 και 178-170 με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Φ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ... και δυτικά σε πλευρές 179-114, 114-113 και 113-176 με το τμήμα του ακινήτου των εναγόντων που έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία με ΚΑΕΚ .... Τα τμήματα αυτά είναι μέρη ενός μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο είχε ανέκαθεν ιδιωτικό- αγροτικό χαρακτήρα, διότι ήταν ελαιοπερίβολο και περιβάλλονταν από ομοειδή ακίνητα. Αυτό έχει έκταση κατά τον τίτλο κτήσης 4.861,50 και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 4 836,43 τ.μ., βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού και εντός του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (περιοχή…) της Δημοτικής Κοινότητας ….της Δημοτικής Ενότητας …. του Δήμου ……της Περιφερειακής Ενότητας ….., της Περιφέρειας Πελοπονήσσου, στη θέση "..." του Δήμου ……., εμφαίνεται βόρεια σε πλευρές (212-38), (38- 51), (51-56), (56-65), (65-70), (70-73), (73-83), (83-88) και (80-90), μήκους μέτρων(0,65), (14,71), (19,72), (14,38), (5,93), (3,63), (8,07), (3,20) και (4,58), αντίστοιχα, με ακίνητο συνιδιοκτησίας της τέταρτης και του πέμπτου των εναγομένων, Ε. Σ. και Φ. Σ., ανατολικά εν μέρει σε πλευρές (90-95), (95-165), (165- 166), (166-167), (167-168), (168-169), (169-170), (170-171), (171-172), (172-173), (173-174), (174-175), (175-176), (176-177) και (177- 178), μήκους μέτρων (4,90), (3,63), (9,80), (6,21), (4,69), (6,59), (7,45), (5,22), (3,22), (1,04), (1,61), (3,52), (14,59), (4,14) και (7,46), αντίστοιχα, με ακίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, Ε. Φ. - Δ. και εν μέρει σε πλευρές (178-179), (179-180), (180-181), (181-182) και (182-183), μήκους μέτρων (1,66), (11,41), (5,50), (4,51) και (15,70), αντίστοιχα, με ασφαλτοστρωμένη οδό ελάχιστου πλάτους (8,00) μέτρων, νότια σε πλευρές (183-184), (184-185) και (185-186), μήκους μέτρων (4,86), (3,54) και (1,04), αντίστοιχα, με ακίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, Π. Γ. και νότια - νοτιοδυτικά σε πλευρές (186- 187), (187-188), (188-189), (189-190), (190-191), (191-192), (192- 193), (193-194), (194-195), (195-196), (196-197), (197-198), (198-199), (199-200), (200-201), (201-202), (202-203), (203-204), (204- 205), (205-206), (206-207), (207-208), (208-209), (209-210), (210-211) και (211-212), μήκους μέτρων (8,95), (20,07), (19,05), (12,15), (4,59), (4,31), (2,21), (8,19), (2,82), (5,90), (6,79), (5,57), (8,37), (6,75), (4,25), (4,14), (12,86), (5,87), (3,09), (2,00), (1,53), (0,92), (5,48), (1,55), (5,81) και (7,03), αντίστοιχα, με ακίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, Π. Γ.. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 50% στον καθένα, με το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγιώτη Δουμουλάκη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, στον τόμο … με αριθμό ... Στην πωλήτρια δικαιοπάροχό τους Α. σύζυγο Β. Π., το γένος Ζ. και Ε. Ζ., είχε περιέλθει με το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας στον τόμο …. με αριθμό …, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 471/28-3-1991 πράξη εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης του του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα παραπάνω βιβλία στον τόμο …με αριθμό .. Ενώ, λοιπόν, έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το ν. 2308/1995: α) ένα τμήμα του παραπάνω ακινήτου, το οποίο έχει έκταση 4.456,82 τ.μ., περιγράφεται λεπτομερέστερα κατά ειδικότερη θέση, όρια και πλευρικές διαστάσεις στη αγωγή και εμφαίνεται με συγκεκριμένους αριθμούς και συντεταγμένες κορυφών στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά φύλλα των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας με ΚΑΕΚ ... ως ιδιοκτησία των εναγόντων, μαζί με άλλα τμήματα που δεν ανήκουν σ' αυτούς, ενώ τα παραπάνω τρία τμήματα του ακινήτου της καταχωρίστηκαν στα ίδια φύλλα το πρώτο ως ιδιοκτησία του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και τα άλλα ως ιδιοκτησία αγνώστου, κατά ποσοστό 62,50% εξ αδιαιρέτου και της Ε. Φ. κατά το υπόλοιπο 37,50%. Ειδικότερα, το πρώτο ενσωματώθηκε σε ένα μεγαλύτερο ακίνητο, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ ... και τα υπόλοιπα ενσωματώθηκαν σε άλλο μεγαλύτερο ακίνητο, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ .... Στην συνέχεια, ασκήθηκε αγωγή εκ μέρους του Φ. Σ. και Ε. Σ. και με την υπ' αριθ.13/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας αναγνωρίστηκε ότι ένα τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., ανήκε στην κυριότητά τους και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ακινήτου τους. Τελικά, μετά από την αφαίρεση του τμήματος αυτού, απέμεινε, μεταξύ άλλων, το πρώτο επίδικο το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ ..., ως αυτοτελές ακίνητο. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ανήκαν μέχρι την επανάσταση του έτους 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1830, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ή ότι βρίσκονταν στην κατοχή των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, τα οποία ασκούσαν επ' αυτού με διάνοια κυρίου πράξεις επίβλεψης, προστασίας από επεμβάσεις τρίτων, χαρτογράφησης, χαρακτηρισμού, παραχώρησης κ.α., ή ότι ήταν αδέσποτα πριν την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους, δηλ. σύμφωνα με το άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 "περί γαιών ότι δεν καλλιεργήθηκαν από τον κύριό της απευθείας ή με εκμίσθωση επί τρία συνεχή έτη ώστε να καταστούν διαθέσιμα, ή μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος δηλ. σύμφωνα με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο ότι η νομή τους εγκαταλείφθηκε από τον κύριό τους με τον σκοπό της παραιτήσεως τους από το εν λόγω δικαίωμα και χωρίς την πρόθεση της μεταβίβασής τους σε τρίτο, ή μετά την έναρξη ισχύος (23.2.1946) του Αστικού Κώδικα, δηλ. σύμφωνα με το άρθρο 972 ΑΚ, ότι έλαβε χώρα παραίτηση του κυρίου από την κυριότητά τους με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή. Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο, που είχε και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν εξέτασε μάρτυρα και δεν προσκόμισε αεροφωτογραφίες, ορθοφωτοχάρτες, εκθέσεις αυτοψίας, μηνύσεις, πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής κ.α., από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω περιπτώσεις. Αντίθετα, από το υπ' αριθ. 5.353/4-4-2018 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Μεσσηνίας, που προσκόμισαν οι ενάγοντες, προκύπτει ότι τα επίδικα τμήματα δεν αποτελούν εξ αρχής καταγεγραμμένα και εντοπισμένα δημόσια κτήματα. Επιπλέον, από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 13/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας που προσκόμισε το εναγόμενο, παράγεται, κατ' άρθρο 322 ΚΠολΔ, δεδικασμένο μόνο ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που έκρινε, δηλ. για την κυριότητα των εναγόντων σε ένα μέρος του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και όχι και για την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στο υπόλοιπο, από το οποίο δημιουργήθηκε το ακίνητο με ΚΑΕΚ ΚΑΕΚ .... Ενόψει των παραπάνω παραδοχών, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος προβλήθηκε από αυτό στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι επαρκώς ορισμένος, διότι έχει έρεισμα στις διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη υπό στοιχείο II, αποτελεί ένσταση και όχι όπως υπολαμβάνει εσφαλμένα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άρνηση και θεμελιώνει τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση αγωγή είχε στραφεί και κατά της Ε. Φ., που φερόταν ιδιοκτήτρια των δύο τελευταίων επιδίκων, κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου και με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή ως προς το σχετικό σκέλος. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι πρώτες εγγραφές του ακινήτου της ενάγουσας και των παραπάνω τριών τμημάτων του στα κτηματολογικά βιβλία είναι εσφαλμένη και η ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον για την διόρθωσή τους. Επομένως, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να αναγνωριστεί ότι κατά το χρόνο έναρξης της λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή της Καλαμάτας (10-5-2004), οι ενάγοντες ήταν συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, ενός γεωτεμαχίου, το οποίο έχει έκταση κατά τον τίτλο κτήσης 4.861,50 και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 4.836,43 τ.μ., βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού και εντός ΓΠΣ (περιοχή ….) της Δημοτικής Κοινότητας …, της Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου ….της Περιφερειακής Ενότητας ….της Περιφέρειας Πελοποννήσου, στη θέση "..." και εμφαίνεται στο από μηνός Ιανουάριου 2108 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Χ. Λ. σύμφωνα με το σύστημα ΕΓΣΑ 87, με τους αριθμούς 183-184-...212-38-51-56-65-70-73-83-88-90-95- 165-166-... 183 και τις συντεταγμένες κορυφών που αναφέρονται σ' αυτό και να διορθωθούν οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές, ώστε το ανωτέρω ακίνητο να αποτυπωθεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως ένα ενιαίο γεωτεμάχιο, και να αναγραφεί ότι οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας επ' αυτού, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, με αιτία κτήσης την πώληση και τίτλο κτήσης το υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγιώτη Δουμουλάκη, που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Καλαμάτας, στον τόμο … και με αριθμό …. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους τελευταίους (συγ)κυρίους του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί, τους οποίους προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με τους λόγους έφεσης του, περί ιδίας κυριότητας των επίδικων ακινήτων συνιστούν ενστάσεις, τις οποίες έκρινε απορριπτέες, διότι δεν αποδείχθηκαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, μετά από και συμπλήρωση των οικείων αιτιολογιών (αρθρ. 534 Κ.Πολ.Δικ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την διάταξη του αριθμού 13 του όρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμούς περί αποκτήσεως από αυτό της κυριότητας των επιδίκων α) με τη Συνθήκη της Κων/λεως και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου β) κατά τις διατάξεις του από 17/29.11.1836 ΒΔ. γ) κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ. δ) διότι κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκαν από άλλους με αποτέλεσμα να καταστούν αδέσποτα και αποκτήθηκαν από το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος ε) διότι τα κατέλαβε το Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτα στ) διότι ανήκαν στο Τουρκικό δημόσιο και το Ελληνικό Δημόσιο τα δήμευσε και ζ) διότι περιήλθαν στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, ισχυρισμούς τους οποίους, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφενός έκρινε ότι συνιστούν ενστάσεις και αφετέρου τους έκρινε αναπόδεικτους και απορριπτέους και, στη συνέχεια, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των επικαλουμένων γεγονότων ότι τα επίδικα ανήκαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον και όχι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες (ΑΠ 117/2020). Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 27-02-2020 αίτηση για αναίρεση της 126/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-02-2020 αίτηση για αναίρεση της 126/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ