ΑΡΙΘΜΟΣ 1127/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Δ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μυλωνά, περί αναιρέσεως της 262/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγουσες: 1. Β. Σ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και 2. Σ. Δ. του Λ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1079/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών εκείνος που από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε συνειδητή κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1122/2002), το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, ή από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ 986/2010, ΑΠ 710/2010), πρέπει δε να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εν όψει δε της διάκρισης του άρθρου 28 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας όταν απαγγέλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκτίθεται αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ. Όταν δε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή (ΑΠ 434/2011, ΑΠ 1603/2008). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 και 4 του Ν. 1396/1983 "ο επιβλέπων του έργου, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες,1)να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δένει τις σχετικές οδηγίες, και 2) να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου (1369/1983) για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού θεωρούνται: παρ.2. Μέτρα ασφαλείας. Όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας ... παρ.7 . Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος του σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε, Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με, το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους ( μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 262/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκαν ένοχοι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Α. Δ. (και οι μη ασκήσαντες αναίρεση συγκατηγορούμενοί του Π. Κ., Α. Π. και Μ. Γ.) για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ( άρθρο 302 του ΠΚ) και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών στον καθένα, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκε ότι " Στις 22-2-2005, ο πρώτος κατηγορούμενος, Π. Κ., ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕ-ΚΑ Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία", και το διακριτικό τίτλο "ΔΕ-ΚΑ Α.Τ.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην ... (...), η οποία είχε αναλάβει, με βάση την υπ' αριθμ. ΔΥΚΠΠ-0410081 Σύμβαση Έργου με την ΔΕΗ ΑΕ, ως ανάδοχος, το έργο "καθαρισμοί ταινιόδρομων συστήματος λιγνίτη και εγκαταστάσεων χημείου". Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Δ., ήταν υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός της αναδόχου εταιρίας, ο τρίτος κατηγορούμενος, Α. Π., ήταν τεχνικός ασφαλείας και ο τέταρτος κατηγορούμενος, Μ. Γ., ήταν επίσης την ημέρα εκείνη υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός της ίδιας εταιρίας. Στις 28-6-2004 είχε προσληφθεί από την ως άνω εταιρία ("ΔΕ-ΚΑ ΑΤΕΒΕ"), ως εργάτης καθαρισμού ο Κ. Λ. Ε., και έκτοτε αυτός εργαζόταν στον καθαρισμό των ταινιόδρομων 9.1 και 9.2 του συστήματος λιγνίτη, που μεταφέρουν λιγνίτη και είχε στην ευθύνη του ένα τμήμα μήκους 70 μέτρων περίπου στα +42 μέτρα πάνω από τα σιλό λιγνίτη των μονάδων Ι και II, υπό την επίβλεψη των κατηγορουμένων, με τις προαναφερθείσες ιδιότητες που είχε ο καθένας. Στις 22-2-2005, ο προαναφερόμενος εργάτης, επειδή στο ως άνω τμήμα του ταινιόδρομου που εργαζόταν είχε συσωρευθεί λόγω της συνεχούς λειτουργίας των ταινιόδρομων ποσότητα λιγνίτη στο δάπεδο και ιδιαίτερα κάτω από τον ιμάντα επιστροφής των ταινιόδρομων, χρησιμοποιώντας ξύστρα μήκους περίπου 2,5 μέτρων, ευρισκόμενος σε ζώνη σοβαρού και ειδικού κινδύνου, προσπάθησε, ενώ λειτουργούσαν οι ταινιόδρομοι να καθαρίσει τμήμα του δαπέδου και συγκεκριμένα σε σημείο κάτω από τον ταινιόδρομο 9.1, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από τον ιμάντα επιστροφής του ταινιόδρομου και να συμπιεστεί ανάμεσα στον ιμάντα και το μεταλλικό πλαίσιο με ράουλα, πάνω στο οποίο στηρίζεται ο ιμάντας επιστροφής του ταινιόδρομου. Από την παράσυρση αυτή και την συμπίεση, ο εργάτης τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι και τον αυχένα και συγκεκριμένα υπέστη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, προκληθείσα από θλον όργανο. Ο θάνατος του προαναφερομένου οφείλετο σε αμέλεια των κατηγορουμένων και ειδικότερα στην έλλειψη των μέτρων ασφαλείας που ο καθένας αυτών, με την ιδιότητα που είχε τη χρονική εκείνη στιγμή, έπρεπε να λάβει και στην έλλειψη επίβλεψης των μέτρων αυτών. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Π. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω εργοδότριας εταιρίας, ήταν υποχρεωμένος να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης (έντονη παρουσία υπεύθυνου εποπτεύοντος) και της παροχής των αναγκαίων μέσων, να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους, να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που. έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, να συντηρεί τους τόπους εργασίας τα μηχανολογικά μέσα και τον εξοπλισμό και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων, που έχουν σχέση με την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. Επιπλέον, αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλούνταν άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων όφειλε να φροντίζει ώστε να διακόπτεται αμέσως η εργασία στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις μέχρι την αποκατάσταση τους. Επίσης, (όφειλε) να εξασφαλίζει ώστε όλοι οι εργαζόμενοι να είναι σε θέση, σε περίπτωση άμεσου και σοβαρού κινδύνου για την ίδια τους την ασφάλεια ή για την ασφάλεια άλλων προσώπων και όπου υπήρχε αδυναμία να επικοινωνήσουν με τον αρμόδιο ιεραρχικά προϊστάμενο, να λαμβάνουν οι ίδιοι τα κατάλληλα μέτρα λαμβάνοντας υπόψη τις γνώσεις τους και τα διαθέσιμα τεχνικά μέσα, ώστε να αποφευχθούν οι συνέπειες του κινδύνου αυτού (ΠΔ. 17/96). Περαιτέρω, εφόσον υπήρχαν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, όφειλε αυτά να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες. Τέλος, όφειλε να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν το τμήμα του έργου που ανέλαβε, ανεξάρτητα αυτό εκτελείτο ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. Παρά ταύτα, παρέλειψε να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες στις οποίες ήταν υποχρεωμένος λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητας του. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Α. Δ., ως υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός της εργολάβου εταιρίας, ο τρίτος κατηγορούμενος, Α. Π., ως τεχνικός ασφαλείας και ο τέταρτος, Μ. Γ., επίσης ως υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός της ίδιας εταιρίας, ενώ ήσαν υποχρεωμένοι να επιβλέπουν την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας εκτέλεσης του έργου και να δίνουν τις σχετικές οδηγίες, να δίνουν οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσουν μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται, παρά ταύτα δεν το έπραξαν. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος, δεν φρόντισε ώστε να ενημερωθεί ο θανών και να επισημανθεί σ'αυτόν ότι εργάζεται σε ζώνη σοβαρού και ειδικού κινδύνου, εντοπιζόμενου του κινδύνου ιδίως στο στοιχείο της συνεχούς κίνησης των ταινιόδρομων, και δεδομένης της επικινδυνότητας αυτής, ότι ο καθαρισμός του δαπέδου κάτω και γύρω από τους ταινιόδρομους όταν λειτουργούν, θα γίνεται μόνο εφόσον ο ίδιος βρίσκεται σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από αυτούς και εφόσον τούτο κρίνεται ασφαλές, άλλως θα διακόπτεται πρώτα η λειτουργία τους και θα εκδίδεται σχετική άδεια εργασίας. Επίσης, δεν φρόντισε να επισημανθεί στον θανόντα ότι απαγορευόταν σε κάθε περίπτωση να προσεγγίσει τον ιμάντα του ταινιόδρομου σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου, όποια εργασία κι αν απαιτείτο να επιτελέσει, ακόμη κι αν αυτός ήταν σταματημένος, όπως επισημαίνεται και από τον ΦΑΥ που έχει εκπονηθεί για το συγκεκριμένο έργο, σύμφωνα με τις διατάξεις των ΠΔ 305/96, ΠΔ 17/96 και του Ν. 1396/83, από την "ΔΕΗ ΑΕ", αλλά και τον ΦΑΥ που εκπονήθηκε από τον τεχνικό ασφαλείας της "ΔΕΚΑ ΑΤΕΒΕ" και τρίτο κατηγορούμενο Α. Π.. Περαιτέρω, δεν φρόντισε για την έντονη παρουσία των υπόλοιπων τριών κατηγορουμένων ως υπευθύνων εποπτευόντων, οι οποίοι δεν ήταν καν στον χώρο του εργοταξίου της εργολάβου εταιρίας την ημέρα που συνέβη το ατύχημα, ώστε αφενός να ελέγχουν την τήρηση των μέτρων ασφαλείας για τα οποία πρωτύτερα έπρεπε να έχουν ληφθεί και να έχει ενημερωθεί γι αυτά ο θανών, και αφετέρου να έχει την δυνατότητα να απευθυνθεί άμεσα σε αυτούς, ενόψει της κατάστασης που είχε να αντιμετωπίσει. Επιπλέον, δεν προχώρησε στην τοποθέτηση ειδικών προφυλακτήρων στο τμήμα του ταινιόδρομου 9.1 ή άλλων συστημάτων που να εμποδίζουν την πρόσβαση σ1 αυτήν την επικίνδυνη ζώνη ή που να σταματούν την κίνηση του ταινιόδρομου πριν την πρόσβαση στον ιμάντα του και παρότι υπήρχε αυτή η παράλειψη από την οποία πήγαζε άμεσος κίνδυνος για την ασφάλεια του (θανόντα) και πολλαπλασιαζόταν ο βαθμός επικινδυνότητας της εργασίας που του ανατέθηκε, δεν διέταξε την διακοπή της εργασίας του, μέχρι την αποκατάσταση της ελλείψεως. Τέλος, προς επίτευξη των όρων ασφαλούς εργασίας του θανόντος, δεν φρόντισε ως όφειλε να επιβλέψει προσωπικά τον επίμαχο χώρο για την ορθή εφαρμογή τους. Οι λοιποί κατηγορούμενοι, Α. Δ., (υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός της αναδόχου εταιρίας), Α. Π. (τεχνικός ασφαλείας της αναδόχου εταιρίας) και Μ. Γ. (επίσης υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός της αναδόχου εταιρίας), δεν ήσαν παρόντες, όπως όφειλαν, στον τόπο του ατυχήματος, ούτε καν στο χώρο του εργοταξίου της εργολάβου εταιρίας γενικότερα, κατά τον κρίσιμο χρόνο (22-2-2005) και δεν παρείχαν στον θανόντα τις κατάλληλες για την ασφάλεια του οδηγίες για την επιτέλεση της εργασίας του, ενόψει ιδίως της συγκεκριμένης επικινδυνότητας που ενείχε, όπως ήδη εκτέθηκε, ούτε ήταν σε θέση να επιβλέπουν και δεν επέβλεπαν εάν λαμβάνονται και εάν τηρούνται τα προβλεπόμενα, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω μέτρα ασφαλείας. Εξαιτίας της απουσίας τους, δεν ήσαν σε θέση να αντιληφθούν την κίνηση του θανόντος στην επικίνδυνη ζώνη, σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου από τον κινούμενο ταινιόδρομο 9.1, ώστε να του επιβάλλουν καταρχήν να κρατηθεί σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου και να τον εμποδίσουν να προχωρήσει κάτω από τον ιμάντα ή και να φροντίσουν για την προηγούμενη διακοπή της λειτουργίας του ταινιόδρομου και την έκδοση άδειας εργασίας, εφόσον δεν έκριναν ασφαλή τον καθαρισμό του δαπέδου κατά την λειτουργία του ταινιόδρομου ακόμη κι από απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου, ή έστω να διακόψουν άμεσα την λειτουργία του κατά την επέλευση του ατυχήματος. Πριν από όλα αυτά, δεν εντόπισαν ότι δεν έχουν τοποθετηθεί ειδικοί προφυλακτήρες στο τμήμα του ταινιόδρομου 9.1 ή άλλων συστημάτων που να εμποδίζουν την πρόσβαση σ' αυτήν την επικίνδυνη ζώνη ή που να σταματούν την κίνηση του ταινιόδρομου πριν την πρόσβαση στον ιμάντα του, ώστε να ζητήσουν την άμεση εφαρμογή αυτού του μέτρου ασφαλείας που επιβάλλει η ισχύουσα νομοθεσία. Αποτέλεσμα της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς όλων των κατηγορούμενων, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω, ήταν η παράσυρση του θανόντα από τον ιμάντα επιστροφής του ταινιόδρομου, η συμπίεση του ανάμεσα στον ιμάντα και το μεταλλικό πλαίσιο με ράουλα πάνω στο οποίο στηριζόταν ο ιμάντας επιστροφής του ταινιόδρομου και ο θανάσιμος τραυματισμός του από την βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη. Τονίζεται, ότι ναι μεν ο δεύτερος κατηγορούμενος απουσίαζε δικαιολογημένα, λόγω ασθενείας, την ημέρα εκείνη από τον τόπο εκτέλεσης του έργου, αναθέτοντας την επίβλεψη στον τέταρτο κατηγορούμενο, ο οποίος όμως δεν είχε μεταβεί καθόλου στον τόπο του ατυχήματος, εν τούτοις, ενώ είχε (ο δεύτερος κατηγορούμενος) τη γενική επίβλεψη του έργου, παρέλειψε γενικότερα να ενημερώσει τον θανόντα για τον τρόπο που θα γινόταν ο καθαρισμός σε διάφορα σημεία των ταινιόδρομων που ήσαν ιδιαίτερα επικίνδυνα, να επισημάνει τους κινδύνους και να επιβλέπει εάν τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας και σε περίπτωση παραλείψεων να επισημαίνει αυτές και να απαιτεί την τήρηση τους. Επομένως, με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στην απόφαση του, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.3, 4 και 9 του Ν. 1396/1983 και του Φακέλλου Ασφάλειας και Υγείας ( ΦΑΥ) της ΔΕΗ που συντάχθηκε κατά το Π.Δ. 305/1996 και του Φ.Α.Υ. που συντάχθηκε από τον μηχανικό ασφαλείας του έργου Α. Π., ηλ/λόγο-μηχανικό τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ή αντιφατικές παραδοχές ή αιτιολογίες. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει τις υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος που απορρέουν από τις πιο πάνω διατάξεις και την παράβαση αυτών και τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, την οποία χαρακτηρίζει μη συνειδητή, αφού δέχεται ότι αυτός δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του. Επίσης αιτιολογεί τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος που απορρέει από τις διατάξεις του Ν. 1396/1983. Με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης θεμελιώνεται η υπό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου τέλεση με παράλειψη οφειλομένης από το νόμο ενέργειας της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε και παρατίθενται οι διατάξεις του νόμου από τις οποίες απορρέει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τούτου για τη λήψη των αναφερόμενων στην απόφαση μέτρων προς διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στους εργαζόμενους και αποτροπή εργατικού ατυχήματος. Επίσης εκτίθενται με πληρότητα όλα τα συγκροτούντα την αμέλεια του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, καθώς επίσης και οι πραγματικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενεργούσε και οι προσωπικές του ιδιότητες, που προσδιόριζαν τα καθήκοντα του. Περαιτέρω, με πλήρη και σαφή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται την ύπαρξη αρρήκτου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του τελικώς επελθόντος αποτελέσματος. Ως προς την ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 15 του ΠΚ, στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι την ημέρα του ατυχήματος πράγματι απουσίαζε ο αναιρεσείων δικαιολογημένα, όμως τονίζεται ότι ο αναιρεσείων είχε τη γενική επίβλεψη του έργου και παρέλειψε γενικότερα να ενημερώσει τον θανόντα για τον τρόπο που θα γινόταν ο καθαρισμός σε διάφορα σημεία των ταινιόδρομων που ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνα, να επισημάνει τους κινδύνους και να επιβλέψει αν τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας, και σε περίπτωση παραλείψεων να επισημαίνει αυτές και να απαιτεί την τήρηση τους. Το ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, μεταξύ των παραλείψεων, ότι δεν ήταν παρόντες οι κατηγορούμενοι, όπως όφειλαν, στον τόπο του ατυχήματος, ούτε καν στο χώρο του εργοταξίου, αναφέρεται προφανώς στους συγκατηγορουμένους του Α. Π. και Μ. Γ., και δεν δημιουργείται καμία αντίφαση ή λογικό κενό στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού, που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ούτε εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 15 του ΠΚ, και συνεπώς η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Συνακόλουθα, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/9/2012 αίτηση του Α. Δ. του Π., για αναίρεση της 262/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ